Παρασκευή, 15 Σεπτεμβρίου 2017

"Διάλυσις" του Γιάννη Αντιόχου

Η ποίηση του Γιάννη Αντιόχου είναι μια συνείδηση ανοιχτή στο σφυγμό του κόσμου, το ποίημα που δεν έχει σύνορα και δεν χρειάζεται την ομορφιά κι όμως την κουβαλάει... Η μέσα «διάλυσις», μια εσωτερική καταβύθιση που οδηγεί κατευθείαν στον παράδεισο, και εκεί όμως ο πόνος για την ανθρώπινη μοίρα ποτέ δεν λείπει ούτε κατασιγάζεται.

Είναι μια κατάρα να μην ξεχνάς το θάνατο, σε καμιά στροφή, σε κανένα σοκκάκι εντός της ύπαρξής σου. Να διαβάζεις σε κάθε στιγμή, κάθε ώρα τα συντρίμμια αυτού που υπήρξε, να βλέπεις μέσα σε ό,τι καινούργιο το αρχαίο υλικό από το οποίο είναι φτιαγμένο, την ιστορία του, το μέλλον του. Μια συγκλονιστική εμπειρία στην κόψη του ξυραφιού, η ζωή που διαρκώς αποκαλύπτεται μέσα από το φάσμα του θανάτου… Γιατί τίποτα δεν μπορεί να ανακουφίσει το δράμα της ανθρώπινης ύπαρξης.

Η πραγματικότητα προκαλεί στον ποιητή συνεχή δυσφορία, μια αίσθηση αποσύνθεσης. Η μέσα διάλυση αντανακλά την έξω διάλυση του αστικού τοπίου των μεγαλουπόλεων και τη μοναχικότητα του ανθρώπου.

Η ζωή στα μεγάλα επιχειρηματικά κέντρα, όπως στην περιοχή της La Défense, στο Παρίσι, φαντάζει ιδιαίτερα σηπτική στα μάτια του ποιητή, στάζει αποσύνθεση. Οι άνθρωποι μοιάζουν χλωμά αντίγραφα του εαυτού τους με την απομυζητική στάση τους, την επαναλαμβανόμενη καθημερινότητά τους. Στο ποίημα «Ο βρυκόλακας των Παρισίων», γράφει: … Ως μια εξέλιξις βρυκολάκων/ δυναμώνουμε τους σάπιους μας κυνόδοντες/ σε οξέα και αλκάλια της λήθης/ όλων όσοι ακόμα υποκρίνονται/ πως δεν ενθυμούνται/ στη ζωή τους/ παρόμοια διάλυση


Όπως και να είναι/ στα μεγάλα φαγοπότια των θνητών/ εντός ενός σολ μινόρε/ και ενός ποιήματος/ άπαντες σιωπούν/ αναμένοντας το δήγμα τους…

Ο ποιητής, πιστός στη ρήση του Ρεμπώ «Εγώ είναι ένας άλλος», γίνεται ο αυτόπτης μάρτυρας αυτής της φθοράς στις μεταμορφώσεις του, καθώς γίνεται εκείνος ο άλλος εαυτός στο ποίημα.

Στο ποίημα «Παραίσθησις Δ΄», η ανάγκη για κατοχή του άλλου και ο φόβος της μοναξιάς φτάνει ως το φόνο και τη συναινετική ανθρωποφαγία που θα μπορούσε να ιδωθεί και ως αλληγορία του αδηφάγου έρωτα:

… Δεν γδύνομαι πια/ έτσι κι αλλιώς με εγκατέλειψες/ ολόγυμνο και ματωμένο. Όλη μου η αφή/ μια πλαστική επιφάνεια/…

… Επιπλέον απουσιάζουν/ η τραχύτητα του σώματος/ η ελπίδα/ και ο θάνατος/ που με παραφύλαγε/ στον πάνω κόσμο. Όχι όμως και ο θαυμασμός! Ως εν ζωή αισθητιστής ακόμα και τη δολοφονία μου/ από σένα/ ως έργο τέχνης/ την αντιλήφθηκα…


Το ποίημα «Αποχαιρετισμός του Τζον» αναφέρεται στη διάψευση του Αμερικάνικου ονείρου. Το ποίημα «Ο Αποχαιρετισμός της κεφαλής» υπαινίσσεται την παρακμή της φιλοσοφικής σκέψης στην αρχή του νέου αιώνα: …το σκοτάδι είναι χάος/ Για να δεις/ Για να μάθεις…

Η «Διάλυσις» αντανακλά ένα κόσμο σε αποσύνθεση με τα τρωκτικά να ροκανίζουν τα θεμέλιά του. Ο σημερινός πολιτισμός παράγει ερείπια, τίποτα αξιόλογο που να αντέχει στη διάρκεια του χρόνου. ...Ό,τι ακούγεται σήμερα/ ένα παράσιτο διάλυσης/ και αραιά και πού/ ίσως και η Αθανασία...

Οι μόνοι αληθινά ζωντανοί είναι οι ένοικοι του νεκροταφείου Père Lachaise, εκείνοι που έχουν κερδίσει την αθανασία… 

Ο ποιητής τραυματίζεται από την πραγματικότητα, πιστεύει ότι ζούμε το ρέκβιεμ μιας εποχής:

[ήχος η΄]

Ζωή μου/ είσαι όλη μια σάλπιγγα/ στο στόμα ενός τρομακτικού αγγέλου/ σαλπίζοντας το ρέκβιεμ μιας ολόκληρης εποχής/ όπου τα μαχαίρια μπήγονται με υπόκλιση/ οι βόμβες ισοπεδώνουν χειρουργικά τις πόλεις/ και οι αποκεφαλισμένοι ανάβουν τα μαλλιά τους/ πυρσοί σε πασσάλους βρυκολάκων/ μάτια σβησμένα/ κρανία αναμμένα/ φωτισμοί κι εκλάμψεις/ στη δημόσια λειτουργία του Nocturne Vulgaire/…. («Οι Σωσίες»)

Η ποίηση του Γ. Α. κινείται σε ένα μαύρο που εξάπτει τη φαντασία, καθώς αλλάζει διαρκώς ύφος και αποχρώσεις. Από ένα πένθος βαθιά ρομαντικό, όταν μιλάει για τον έρωτα και την αγάπη, ως τη μακάβρια ειρωνεία, όταν παρωδεί την ανούσια ζωή και τον χωρίς νόημα θάνατο που συνοδεύεται από μια πομπώδη νεκρική τελετή («Αποχαιρετισμός της φυσικής μου ύπαρξης»). Συχνά παρενθέσεις ή αγκύλες παρεμβάλλονται ανάμεσα στα κείμενα φτιάχνοντας ένα ποίημα μέσα στο ποίημα που θα μπορούσε να διαβαστεί χωριστά, ή να θεωρηθεί ως ψίχα, ως η ψυχή του ποιήματος, μια εκ βαθέων εξομολόγηση.

O έρωτας μοιάζει ανέφικτος, μια πληγή που ματώνει, βιώνεται ως απουσία, αιμοδοτεί την ποίηση του. Τον κάνει να αφουγκράζεται το σφυγμό του κόσμου, η αγαπημένη γίνεται το σύμπαν ολόκληρο:

Δεν ξέρω γιατί ο Αύγουστος βαθαίνει/ όμως ξέρω γιατί εισέρχομαι λαθραία/ στους σκελετούς των υψηλών κτηρίων/ ξαγρυπνώντας/ κι ανάβοντας/ το ελάχιστο τεφρώδες φως ενός τσιγάρου/ που μιμείται το άλβεδο του κορμιού σου/ ξορκίζω τον δαίμονά μου/ Είναι που δεν αντέχω άλλο να ονειρεύομαι/ τη νεότητα γδαρμένη…

…Ύστερα ακούγεται το ποδοβολητό των αλόγων/ οι πολεμικοί ίπποι της Βακτριανής/ και αυτή η αρχαία σκόνη/ γύρω από το λευκό σου πρόσωπο/ και σκύβω/ να βουτήξω τη γλώσσα μου στο λαιμό/ σώζοντας τη σφαγή σου…

…Αυτό το ένα σύμπαν/ που ένας θεός/ μετακινεί πλανήτες/ ανακινεί ωκεανούς/ και φτυαρίζει στη λύση του αφαλού σου χώματα/ Τα σκυφτά κυπαρίσσια σου/ η χαλέπιος πεύκη σου αγάπη μου…

…Το λευκό σου πρόσωπο/ ένας φθίνων αμφίκυρτος δορυφόρος/ ανατέλλει σήμερα κάπου βορειοδυτικά/ μακρινό το αμυδρό σου σεληνόφως…
 («Γεγονός του Αυγούστου»).

Η σκέψη του αιωρείται πάνω από αυτό που είναι και αυτό που θα μπορούσε να είναι ο κόσμος, το ενδιάμεσο κενό· ψάχνει να βρει τη χαμένη ψυχή του κόσμου! Το βλέμμα του σταματάει στην αρχαιότητα. Ίσως γιατί πιστεύει ότι μέσα μας φωλιάζει μια ευλογημένη παλαιότητα που θέλει να αφυπνιστεί. Ίσως γιατί πιστεύει ότι οι αρχαίες ρήσεις και οι αρχαίοι χρησμοί δεν σβήνουν ποτέ, μόνο παραμονεύουν έως ότου έρθει η ώρα να αποκαλυφθούν.

Κάτω από τις αρτηρίες ασφαλτικής μαστίχας των λεωφόρων, στο επίπεδο της αρχαίας πόλης, αιχμαλωτίζει τη σκέψη ενός εντοιχισμένου αυτοκράτορα που μοιάζει να αναρωτιέται πώς τόσοι αιώνες πέρασαν και δεν έχει αλλάξει ο κόσμος... Ο πόλεμος, οι θρησκευτικοί φανατισμοί, τότε και τώρα…

Στην ποίηση του Γιάννη Αντιόχου υπάρχει μια ατμόσφαιρα συντέλειας, μια μελωδία που άλλοτε θυμίζει το Marche Funèbre για πιάνο του Σοπέν και άλλοτε το αντάτζιο του Αλμπινόνι, ενώ:

…Σαν να σιμώνει ο κατακλυσμός/ αυτός ο παλαιικός ονειροδείκτης/ στριφογυρίζοντας καθώς τελειώνει ο κόσμος… («Οι Σωσίες»).

Στον αντίποδα, υπάρχει η ενδοχώρα, εμπνευσμένη από τον Ανδρέα Εμπειρίκο…

Η ενδοχώρα του είναι η περιχαράκωση του νου και της καρδιάς από τη διάλυση, η εμμονή σε ό,τι αξίζει να αγαπάει και να υπερασπίζεται, η πυξίδα του για τον κόσμο, η γραμμή άμυνάς του. Είναι η αγάπη του για την ποίηση του Ανδρέα Εμπειρίκου, του Αρθούρου Ρεμπώ, του Οδυσσέα Ελύτη. Ο ιδανικός του έρωτας για κάποιες κυρίες της ποίησης που γνώρισε μέσα από τη γραφή τους και δεν θα έχει την τύχη να συναντήσει ποτέ, γιατί έζησαν σε μια άλλη εποχή: την Έμιλι Μπροντέ και την Έμιλι Ντίκινσον, τη Σάρα Τίσντεϊλ... Ο τόπος που η φιλοσοφική σκέψη του Μαρξ και του Ντεριντά συναντά τον Όμηρο, τον Ευριπίδη και τον Δάντη. Είναι η μουσική του Τζιμ Μόρισον που τον ταξιδεύει με οτοστόπ σε όλους τους πλανήτες. Εκεί φυλάει μικρά κτερίσματα μνήμης, στιγμές που θα ήθελε να κρατήσουν αιώνια και δεν πρόκειται ποτέ να επαναληφθούν. «Μια φέτα γαλήνιας θάλασσας και ένα καράβι πάντα ακίνητο εμφανίζεται στα όνειρα του ποιητή».

Ο ποιητής θυμίζει ότι θα υπάρχει πάντα ένα ταξίδι που αποπροσανατολίζει και θα ταξιδεύουμε αναζητώντας τίποτα/ ψηλά/ ψηλότερα/… μ’ αστρόπλοιο stainless steel σαν χτενάκι στην κόμη της Βερενίκης… και ένα ταξίδι που θα μας επιστρέφει πάλι πίσω στο κέντρο του κόσμου, στο νόημα της ζωής. Η ποίησή του, βαθιά ανθρώπινη, είναι μια εργώδης περιπολία, ένα «Αλτ τις ει;», μία τροχοπέδη κατά της φθοράς.

Κατερίνα Τσιτσεκλή

Πτήση Βολ-Πλανέ

… [Πτήση βολ-Πλανέ/ εντρυφώντας στις πλάκες των πεζοδρομίων/ και στα μαντεμένια φρεάτια/ μιας άλλης πόλης…

… Πτήση βολ-πλανέ/ σανιδώνοντας ένα μαύρο αυτοκίνητο/ στις φωτισμένες λεωφόρους/ μιας άλλης πόλης]…

… [Πτήση βολ-πλανέ/ πάνω από την κόλαση/ ζητιανεύοντας μέσα στα θρύψαλα/ το παρόν μιας άλλης πόλης]…

… η εξασθενημένη σκιά μου/ στο προαύλιο του Αγίου Κωνσταντίνου/ αναλογικό φάσμα παράσιτων τηλεόρασης/ που ξημερώνοντας θα αναληφθεί…

… Και συμμάζεψα όσο μπορούσα τα κουρέλια μου/ να μπω στο ναό σχεδόν καθαρός/ με μια επιπόλαιη χωρίστρα στα μαλλιά/ και λίγο σάλιο στις άκρες του στόματος/ απασφαλίζοντας τα βιτρό παράθυρα των θαυμάτων/ μοιράζοντας τα ψίχουλα μιας μπαγιάτικης αρτοκλασίας/ στο εξαντλημένο φεγγάρι και στα αποδημητικά πουλιά/ που μόλις είχαν φτάσει από τη Χομς και τη Λατάκεια/ και ξεχωρίζοντας ζωστικά ράσα/ διακονικά άμφια και βελούδινα καλύμματα/ έντυσα όλα τα παιδιά της κεντρικής πλατείας/ μέχρι να φυτρώσουν τα φτερά τους/ μήπως και αντέξουν τον επόμενο χειμώνα…



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου