Τετάρτη, 31 Μαΐου 2017

"Λίγος χώρος για τον ξένο" του Δημήτρη Αθηνάκη



Στο Λίγος χώρος για τον ξένο ο Δημήτρης Αθηνάκης δίνει δείγματα μιας πολύ ενδιαφέρουσας ποιητικής ματιάς. Και ο πρώτος –και ίσως ο σημαντικότερος- λόγος που το λέω αυτό είναι ότι έχει το θάρρος της δικής του φωνής ήδη από την πρώτη λέξη: γράφει εκτός ποιητικών κλισέ, και αυτό είναι κάτι που γεμίζει το χώρο φρεσκάδα.

Το θέμα της συλλογής μου είναι προσωπικά προσφιλές (και πώς αλλιώς;), όμως αισθάνομαι ότι αφορά ταυτόχρονα ανθρώπους με περισσότερες από μία οπτικές. Ξένος είναι κάποιος που αφήνει την χώρα του για να ζήσει σε μια άλλη (για τους όποιους λόγους), εκείνος που ενώ ζει στο ίδιο μέρος γεωγραφικά, λόγω περιθωριοποίησης δεν κινείται πλέον στους χώρους που κινούνταν στο παρελθόν αλλά σε καινούριους, άγνωστους και κατά συνέπεια τρομακτικούς, αλλά και εκείνος που είναι το «αποτέλεσμα» και το θύμα ισοπεδωτικών κοινωνικο-πολιτικών αλλαγών πάνω στις οποίες δεν έχει κανέναν έλεγχο.

Οι κεντρικοί πυλώνες αυτής της συλλογής είναι το πότε και το πού. Ο χρόνος και ο τόπος, στοιχεία συνεχώς μεταβαλλόμενα και εξ’ ορισμού ασταθή για τον ταξιδιώτη, είναι οι μόνες σταθερές, που φυσικά σταθερές είναι μόνο κατ’ όνομα. Το δύσκολο για μένα ήταν να εντοπίσω την φωνή που μιλάει στα ποιήματα, σε ποιον αντιστοιχεί, γιατί δεν έχει ορισμένο προφίλ: το Εγώ γίνεται Αυτός, που αργότερα δίνει τη θέση του σε ένα Εσύ που συνήθως κινείται αυτόνομα, εμφανίζεται απρόοπτα για να ξαναφύγει ξαφνικά, αφήνοντας τον αφηγητή με άδεια χέρια (και κάποιες φορές κρύα καρδιά). Το πιο σημαντικό φορτίο σε όλη αυτή την περιπέτεια που δεν δείχνει σημεία ανάπαυλας είναι οι αναμνήσεις. Ποιες και από πότε, με ποιους, από πού, ο χώρος, ο χρόνος και οι άνθρωποι, παγωμένοι σε μια μεμονωμένη στιγμή καταδικασμένη κι αυτή να ακολουθεί τον ταξιδιώτη στη αέναη περιήγηση. 

Η ισορροπία ανάμεσα στην ανασφάλεια του να μην έχεις ή να νομίζεις ότι δεν έχεις σταθερή βάση και στην εμπιστοσύνη που έχει η ματιά του Εγώ στα πράγματα και στους ανθρώπους, είναι για μένα μια από τις διακριτικότερες επιτυχίες αυτής της συλλογής, κι αυτό για δύο λόγους: πρώτον για την σχεδόν παιδική τρυφερότητα που βγαίνει από τους στίχους και δεύτερον για την ειλικρίνεια που δρα σαν καταλύτης στα πάθη που παρόλο που είναι εκεί παρόντα, λόγω έλλειψης χρόνου συχνά καταλήγουν ακρωτηριασμένα:

Έμαθες να βρίσκεις την ανατολή
από τον τρόπο που φορώ την ομορφιά σου. [1]

Ο ποιητής επικεντρώνεται στον απόηχο των πραγμάτων: ακόμα και τα συναισθήματα που εκθέτει, δεν τα απογυμνώνει, αλλά σαν να τα «φωτογραφίζει» ακριβώς την στιγμή που σβήνει η σκιά τους, που μένει η τελευταία γεύση. Συνήθως πικρή. Σε ένα δεύτερο επίπεδο, αυτή αέναη κίνηση του ταξιδιώτη που τον κάνει να μην έχει πουθενά ένα μέρος να στεριώσει και τον τοποθετεί ουσιαστικά πέρα από τα σύνορα του χώρου και του χρόνου, τον κρατάει παράλληλα και εγκλωβισμένο σε μια πραγματικότητα όχι εντελώς «ρεαλιστική» αλλά και ούτε τετελεσμένα «της φαντασίας». Σε ένα παιχνίδι αντιθέσεων, σκέφτομαι ότι ο ποιητής κάνει τον ταξιδιώτη να φεύγει, αλλά τον βάζει να κινείται τελικά σε ένα στατικό σύμπαν που δεν καταγράφει τις μεταβολές: ό,τι συμβαίνει, λαμβάνει χώρα στις σκέψεις και στα συναισθήματα και μένει κλειδωμένο εκεί. Και στον αντίποδα μιας αναγκαστικής φυγής υπολανθάνει μια ενοχή που είναι δύσκολο να προσδιορίσει κανείς, αλλά που σκάβει τον δρόμο της ανάμεσα στους στίχους:

            Θόρυβος
φορτώνεσαι ό,τι δεν υπάρχει για τους άλλους.
«Η φασαρία που κάνεις ποτέ δεν σ’ ενοχλεί».
Σωπαίνεις όταν πρέπει.

Από μικρός ήξερες να ζωγραφίζεις τις νύχτες
και να δαγκώνεις το ποτήρι με το γάλα
που δεν ήθελες να πιεις.
Μια μάνα όλη κι όλη ανάσαινε
στο προσκέφαλό σου,
κι εσύ δάμαζες ό,τι έβρισκες για χάρη
των τεράτων.[2]

Το Λίγος χώρος για τον ξένο είναι μια συλλογή που έχει αξιοσημείωτη συνοχή, όχι μόνο θεματολογικά αλλά δομικά, και τολμώ να πω και συγκινησιακά. Ο ποιητής είναι σε μια αναζήτηση, και το εκθέτει αυτό στα μάτια του αναγνώστη ευθέως παίρνοντας όλα τα ρίσκα. Αν θα υπήρχε κάποιο συμπέρασμα, θα ήταν ότι ίσως τελικά η μόνη πατρίδα να είναι ο άλλος άνθρωπος. Αυτός που βρέθηκε να σ’ αγαπάει. 

Παρακάτω ένα από τα ποιήματα που μου άρεσαν περισσότερο:

Ακόμα προσπαθώ να καταλάβω τη διαφορά
Ανάμεσα στη διάψευση και στην ήττα

Ξοδεύεις το φως σου.
Ζεις τις εμπειρίες σου, ξεμένεις από γνώση.
Κρατάς σφιχτά μια πέτρα που σου πέταξαν –
«Δωσ’ μου μια θάλασσα να την πετάξω».
Δεν πετυχαίνεις.

Κοροϊδεύεις τις ελλείψεις των άλλων,
μήπως και χορτάσεις το μέσα τέρας.

Δεν είσαι εδώ – λέω.
Σβήνεις το «εδώ».[3]

Κρις Λιβανίου

[1] σελ. 70
[2] σελ. 85
[3] σελ. 49

Δευτέρα, 29 Μαΐου 2017

Μικρές ανθολογίες: Δημήτρης Α. Δημητριάδης

Είχαμε παράδοση στο στίγμαΛόγου να μη δημοσιεύουμε μεμονωμένα ποιήματα. Όμως, μετά την αρχή που κάναμε με τρία πρωτοδημοσιευόμενα ποιήματα του Αντώνη Ζέρβα και τη συνέχεια που δώσαμε με τη "μικρή ανθολογία του Δημήτρη Τρωαδίτη", είπαμε να τριτώσουμε με τον Δημήτρη Α. Δημητριάδη (σύντομο βιογραφικό του μπορείτε να διαβάσετε στη σελίδα "Αρθρογράφοι" στη δεξιά στήλη του ιστολογίου):


Ο,ΤΙ ΠΙΣΤΕΥΩ ΣΤΑ ΣΠΛΑΧΝΑ ΜΑΘΑΙΝΕΤΑΙ

Πιστεύω
στην αγρύπνια της σιωπής
και στο ρίγος του πάθους
στη ρωγμή του σπόρου μέσα στη γη
σ' ό,τι είναι γραμμένο στον αέρα
στην ερημιά των δρόμων
και στα λαγούμια του πόνου.

Πιστεύω
στις λέξεις που βούλιαξαν στο έλος μιας αγάπης
πυρπολούμενες
στ'  άσπρα νερά του ποταμού με την ατέλειωτη ομίχλη
καθώς ορμητικά κατεβαίνουν
μυθικά
ανυπέρβλητα
στη μοίρα του μυροφόρου αντάρτη
που είναι πάντα μόνος
βουτηγμένος μέχρι το λαιμό μέσα του.

Πιστεύω
στη γυμνή κάμψη των δακτύλων της γροθιάς
στις κάθετες εφορμήσεις
στο γενικό ξέσπασμα του πυρός

και τέλος
- αν βέβαια υπάρχει τέλος -
πιστεύω στο πείσμα σου
καθώς βάζεις βαθιά το νυστέρι

(από τη συλλογή Απέναντι, 2015)


ΩΣ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΟ ΣΥΜΒΑΝ

Αίμα
αίμα
ρέει το αίμα

ως καθημερινό συμβάν
συνηθισμένο
αναμενόμενο

σαν να φέρνεις στο στόμα ένα ποτήρι νερό
να ξεδιψάσεις.

(από τη συλλογή Τα μπλουζ είναι κόκκινα, 2015)


ΞΕΔΙΠΛΩΣΕ

Πατρίδα μου
των μυστικών νεκρών
των προδομένων
και της εμφύλιας ριπής

βαθειά μου πληγή
ακοίμητη
που φτάνει μέχρι το θάνατο
και που θάνατος δεν είναι

ξεδίπλωσε τις σημαίες των έσω εκρήξεων.

(από τη συλλογή Cafe Republic, 2016)


ΣΤΟΝ ΕΚΤΟΣ ΜΕΤΡΗΣΗΣ ΧΡΟΝΟ

Η ζωή μου επιτοίχια κραυγή
με τρεμάμενα γράμματα
και κόκκινο χρώμα

σκαρφαλωμένη σε πολυκατοικίες
σε μάντες
στο αβυσσαλέο κενό

σινάλο
μήνυμα
σε άλλη γλώσσα
στον εκτός μέτρησης χρόνο.

(από τη συλλογή Στη σπηλιά της μεγάλης αγέλης)


ΞΥΠΝΑ ΜΕΣΑ ΜΟΥ ΤΟ ΑΙΜΑ

Τις νύχτες
το κορμί μου βαραίνει από ναυάγια ποιήματα

ένας εφιάλτης
ένας κακός ανεμοστρόβιλος με σκάβει
ξεριζώνει τους χάρτες μου
με παίρνει και με σηκώνει πέρα μακριά

παραμιλώ
στη μέση σου κρεμιέμαι

ξυπνά μέσα μου το αίμα
και κλαίει.

(από τη συλλογή Το αίμα μένει)


Μ' ΑΙΜΑ ΜΕΛΑΝΙ

Πάλι εδώ

στα ψηλά

μ' αίμα μελάνι γράφοντας
δοκιμάζοντας
την αντοχή των φράσεων
τα όρια των στίχων.


ΑΠΟ ΟΝΕΙΡΟ ΚΑΙ ΘΑΝΑΤΟ

Από αέρα και νερό είναι ο κόσμος.

Από όνειρο και θάνατο
η ποίηση.

(από τη συλλογή Από όνειρο και θάνατο)



Επιλογή: Χριστίνα Λιναρδάκη
για το στίγμαΛόγου

Παρασκευή, 26 Μαΐου 2017

Σφηνάκια του Μάη

"Οχτωμισάρια" της Ελένης Μπουκαούρη

21 διηγήματα αποτελούν τα Οχτωμισάρια, με βασικό στοιχείο την ανομοιογένεια στην γραφή. Παρόλο που τα περισσότερα από τα κείμενα έχουν την απαραίτητη έκταση για να εξελιχθούν και να αφήσουν συγκεκριμένο αποτύπωμα, δεν έχουν όλα την ίδια ποιότητα και για την ακρίβεια διαφέρουν πολύ. Τα διηγήματα συνδέονται μεταξύ τους τουλάχιστον σε ένα πρώτο επίπεδο, επειδή ονόματα και χαρακτηριστικά επανεμφανίζονται, η σύνδεση όμως σταματάει κάπου εκεί, τα πρόσωπα τελικά αποδεικνύονται άλλα. Το «Επιστρέφω αμέσως», και ο «Παράμεσος» είναι για παράδειγμα κείμενα με ενδιαφέρον, που αποδεικνύουν ότι η συγραφέας είναι σε θέση να αναγνωρίσει και να αγγίξει τις λεπτές γραμμές των ανθρώπων και των καταστάσεων, πολλά όμως από τα υπόλοιπα δείχνουν να είναι «χωρίς αρθρώσεις».

Ίσως το πιο αξιοσημείωτο στοιχείο της συλλογής κατά τη γνώμη μου είναι ο τρόπος που η συγγραφέας βάζει τις αλήθειες των ηρώων να συμπορεύονται με τις πραγματικότητές τους: τις στήνει σε παράλληλες ευθείες, χωρίς να συναντιούνται σχεδόν ποτέ ούτε νοηματικά αλλά ούτε και τεχνικά. Σαν οι χαρακτήρες να ζουν εν γνώσει τους ταυτόχρονα και παράλληλα σε δύο διακριτά σύμπαντα, της μέσα και της έξω πραγματικότητας. Η απόσταση που γεννιέται εκ των πραγμάτων, είναι μια γκρίζα ζώνη από την οποία σπάνια προκύπτει θετική έκβαση. Αγωνία και ανατροπές ειδικά στο τέλος των διηγημάτων, παρέχουν μια μορφή δομής και σταθερότητας, δίνοντας αυτό το τόσο απαραίτητο στον αναγνώστη πλαίσιο κατανόησης, και επιχειρώντας να τον οδηγήσουν σε ένα μονοπάτι που παρόλα αυτά δεν είναι σίγουρο ότι θα καταλήξει πουθενά.


Κρις Λιβανίου

"Encore - Γυναίκες της Οδύσσειας" της Νάνας Παπαδάκη

"Encore" ζητούν οι θεατές στο τέλος μιας συναυλίας ή ενός κονσέρτου και ο καλλιτέχνης ή οι καλλιτέχνες συνήθως τους κάνουν τη χάρη και τους λένε ένα-δυο τραγούδια ακόμη. 

Το Encore της Νάνας Παπαδάκη είναι ένα βιβλίο που συνεχίζει τρόπον τινά την αφήγηση της Οδύσσειας - χωρίς να είναι συνέχειά της. Ουσιαστικά είναι ένα βιβλίο παραλειπομένων. Εάν η Οδύσσεια μιλά για τον πόθο και τον πόνο ενός άντρα, του Οδυσσέα, το Encore αφηγείται την ιστορία από την πλευρά των γυναικών που εκείνος συνάντησε στο ταξίδι της επιστροφής. Τον λόγο παίρνουν γνωστές και μη γυναικείες μορφές του ομηρικού έπους, που συνθέτουν τη δική τους πραγματικότητα για την περιπέτεια του νόστου και της γραφής σε ένα βιβλίο με ενδιαφέρον αποτέλεσμα. Το ερώτημα είναι πόσο οι γυναίκες της Οδύσσειας μπορούν να λειτουργήσουν σαν προσωπεία της σύγχρονης γυναίκας και να εκφράσουν τις αγωνίες της. Δεν είμαι σίγουρη ότι απαντάται ικανοποιητικά στο βιβλίο, όσο διαχρονικά κι αν παραμένουν κάποια ζητήματα - ιδίως της καρδιάς.


"Βλέπω ακόμα παιδικά" της Αντωνίνης Σμυρίλλη

Στην Αμερική συνηθίζουν τη ροζ λεμονάδα. Είναι σαν κανονική λεμονάδα, μόνο που είναι ροζ. Δεν υπάρχει κάποιος συγκεκριμένος λόγος που την κάνουν έτσι, ίσως μόνο το ότι εισάγει μια ενδιαφέρουσα στροφή (twist). Με το απόλυτα ροζ εξώφυλλό του, το Βλέπω ακόμα παιδικά μοιάζει εκ πρώτης όψεως σαν τη ροζ λεμονάδα.

Η συλλογή κινείται λίγο προς το απόφθεγμα και αρκετά προς την ποίηση, όμως με 20 μόλις ποιήματα, τα περισσότερα ολιγόστιχα, ο αναγνώστης καταφέρνει τελικά να πάρει απλώς μια εντύπωση από αυτά που ήθελε να πει η ποιήτρια. Ορισμένα αποφθεγματικού τύπου ποιήματα είναι αρκετά δυνατά (κατέληξα τι δεν αντέχω/ σ' αυτόν τον κόσμο/ τον κόσμο), ενώ αξιοσημείωτο είναι ένα ποίημα που εισάγει ξαφνικά θέματα σεξουαλικότητας σε μια συλλογή χωρίς άλλα ερωτικά στοιχεία, το [It's complicated]. Η σαρκαστική και συχνά αυτοσαρκαστική διάθεση κυριαρχεί στη συλλογή, της οποίας βασικός θεματικός άξονας είναι η σύγκρουση με τον κόσμο. Δυστυχώς όμως η έκτασή της είναι τόσο περιορισμένη που τα επιμέρους στοιχεία δεν προλαβαίνουν να αποκτήσουν υπόσταση.

Τελικά, το Βλέπω ακόμη παιδικά δεν καταφέρνει να κάνει ουσιαστική διαφορά και ο βασικότερος λόγος είναι ο περιορισμένος χώρος. Ωστόσο, διατηρεί το ενδιαφέρον και τη φρεσκάδα του, ακριβώς όπως η ροζ λεμονάδα.

Χριστίνα Λιναρδάκη

Τετάρτη, 24 Μαΐου 2017

"Τεθλασμένοι χρόνοι" της Χρυσάνθης Ιακώβου



Στους Τεθλασμένους χρόνους η Χρυσάνθη Ιακώβου επιχειρεί να ιχνηλατήσει τις περίεργες διαδρομές του νου μετά από τον αποχωρισμό από τον άνθρωπο που αποτελούσε το συμπληρωματικό του κομμάτι. Όπως είναι αναμενόμενο, δεν είναι η πρωτοτυπία που θα τραβήξει την προσοχή σ’ αυτή τη συλλογή, τουλάχιστον θεματολογικά. Στα 37 ποιήματα που την αποτελούν, αυτό που εκτίμησα προσωπικά είναι η αναμφισβήτητη σαφήνεια του λόγου και της σκέψης. Παρόλο που η Χρυσάνθη Ιακώβου δεν πρωτοτυπεί ιδιαίτερα στις ιδέες που εκφράζονται, είναι σχεδόν εντυπωσιακή η ακρίβεια και η συνοχή των ποιημάτων της: εννοεί ακριβώς αυτά που γράφει και δεν αφήνει ποτέ τον αναγνώστη έρμαιο αναγκαστικών ερμηνειών σε πράγματα που δεν καταλαβαίνει. 

Ο δεύτερος πυλώνας της συλλογής θα μπορούσε να είναι η στάση της ίδιας της ποιήτριας απέναντι στο χρόνο: η ματιά της είναι στραμμένη και κλειδωμένη στο παρελθόν, το παρόν και πόσο μάλλον το μέλλον είναι οι δύο εκκωφαντικές απουσίες. Και ενώ δεν πρόκειται για στασιμότητα με την έννοια της ηθελημένης αποχής από την ίδια τη συνέχιση της ζωής της, είναι γεγονός ότι το Εγώ στα ποιήματα αυτά είναι απογυμνωμένο από προοπτικές: παραμένει κλειδωμένο σε ό,τι συνέβη τότε που ακόμα η πραγματικότητα ήταν διαφορετική. Σε ένα πεδίο αναμνήσεων από νεανικά καλοκαίρια και κλασικό ελληνικό φως, το Εγώ κάνει απέλπιδες προσπάθειες να ισορροπήσει ως ανεξάρτητη παρουσία... σχεδόν παρά τη θέλησή του. Και μπορεί να είναι τελικά μια ποίηση για το παρελθόν, από την άλλη μεριά όμως είναι γεγονός ότι η ποιήτρια κοιτάζει τα τότε συμβάντα με την διαύγεια και την απόσταση που της προσφέρει η παρούσα θέση της στον κόσμο. 

Υπάρχει ένα είδος διαλόγου στους Τεθλασμένους χρόνους, ανάμεσα στις δύο αυτές παρουσίες που αποτελούν και τον συνεκτικό ιστό της συλλογής, ο οποίος εξελίσσεται στην πορεία της ανάγνωσης: ενώ στην αρχή δείχνει μονόπλευρος με το Εγώ να αναλώνεται στις κοινές αναμνήσεις, στη συνέχεια η δυναμική αυτή κερδίζει σε ένταση και καταλήγει σε μια μάλλον ισορροπημένη ανταλλαγή σκέψεων μεταξύ των δύο πόλων. Ο ύφαλος αυτής της παράδοξης επικοινωνίας βρίσκεται στο ότι ο χρόνος πάγωσε σε ένα ξεφτισμένο σημείο της σχέσης ανάμεσα στους δύο αυτούς ανθρώπους και το Εγώ της ποιήτριας αδυνατεί να δει πέρα από αυτό το χρονικό σημείο. Η υπέρβαση που ενδεχομένως να έχει ενδιαφέρον είναι ότι το Εγώ προσπαθεί να βρει τη θέση του στο χρόνο, αρνούμενο παράλληλα να βγει από το παρελθόν.

Όσο προχωράει η ανάγνωση, οι Τεθλασμένοι χρόνοι δείχνουν να είναι μια ποίηση απολογισμού και πεθαμένου έρωτα. Οι παράδοξοι αυτοί διάλογοι ανάμεσα στο Εγώ του τώρα και το Εσύ του τότε, δίνουν σταδιακά τη θέση τους σε εικόνες εγκατάλειψης που ξεκινούν από τις μύχιες σκέψεις του πρώτου για να επεκταθούν στο εξωτερικό τοπίο και στην ισοπεδωτική σιωπή του δεύτερου. Μόνο στο τέλος τα δύο άκρα θα συναντηθούν μπροστά στην εικόνα της κοινής τους αποτυχίας. Η έλλειψη πρωτοτυπίας και φρεσκάδας είναι για μένα ένα σοβαρό ελάττωμα αυτής της δουλειάς που έχει παράλληλα αρετές, όπως η σαφήνεια και η αβίαστη αμεσότητα, που δεν συναντά κανείς όσο συχνά θα επιθυμούσε. Ο έρωτας που πάγωσε και κατέλαβε το παρελθόν, η απουσία κίνησης προς την όποια κατεύθυνση λυτρωμού, είναι θεματικές που στους Τεθλασμένους χρόνους παραμένουν αυστηρά περιορισμένες στα όριά τους: μένει να γίνει το επόμενο βήμα.  Το βήμα αυτό λείπει, ο αναγνώστης βρίσκεται τελικά μετέωρος. 

Παραθέτω ένα από τα ποιήματα που μου άρεσαν περισσότερο:

ΚΟΣΜΟΣ ΠΕΠΕΡΑΣΜΕΝΟΣ
Ωραίος που ήταν ο κόσμος σου,
η μυρωδιά
η γεύση των χειλιών σου
όμοια με λήθη και ανάσταση,
πόσο ωραίος ο κόσμος σου
ο σκοτεινός
απ’ όπου γεννιόντουσαν και ξεκινούσαν
τα πιο ολόφωτα μονοπάτια
-τα μάτια σου-
ωραίος
σαν μια στιγμή αιώνιας αστραπής,
στο δύο επί δύο,
στο ένα επί ένα,
πιο σφιχτά,
πιο κοντά,
να παίρνει το σιμά
ένα νέο νόημα
μια καινούρια αρχή
κι ένα τέλος,
στο ξεκίνημά τους
όλα να λιώνουν
να φεύγουν
να πεθαίνουν,
ν’ ανθίζουν μόνο για μια στιγμή
τέλεια στη λάθος ώρα,
-τα μάτια σου-
ένα επί ένα
δύο επί δύο,
πόσο το μαζί μας
μεγαλώνει
και χάνεται,
πόσο γρήγορα στεγνώνει
η γεύση των χειλιών σου
-το δέρμα σου-
τι γεύση είχε ο κόσμος σου
τι μυρωδιά
τι αίσθηση,
πόσο ωραίος
στην ελάχιστη του λάθους μας στιγμή.[1]

Κρις Λιβανίου


[1] Σελ. 38-39.

Δευτέρα, 22 Μαΐου 2017

Τρία τραγούδια του Μπομπ Ντίλαν

Ο Μπομπ Ντίλαν (Bob Dylan, 24 Μαΐου 1941), γεννημένος Ρόμπερτ Άλλεν Ζίμμερμαν (Robert Allen Zimmerman), είναι Αμερικανός μουσικός. Θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους σύγχρονους τραγουδοποιούς και, στις 13 Οκτωβρίου 2016, η Σουηδική Ακαδημία του απένειμε το Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας.

Ακολουθεί η μετάφραση στίχων από τρία τραγούδια του. Για το Blowin' in the Wind θα μπορέσετε να εντοπίσετε πολλές ακόμη μεταφράσεις στο διαδίκτυο:


Idiot Wind
(απόσπασμα)

I can’t feel you anymore, I can’t even touch the books you’ve read
Every time I crawl past your door, I been wishin’ I was somebody else instead
Down the highway, down the tracks, down the road to ecstasy
I followed you beneath the stars, hounded by your memory
And all your ragin’ glory

I been double-crossed now for the very last time and now I’m finally free
I kissed goodbye the howling beast on the borderline which separated you from me
You’ll never know the hurt I suffered nor the pain I rise above
And I’ll never know the same about you, your holiness or your kind of love
And it makes me feel so sorry

Idiot wind, blowing through the buttons of our coats
Blowing through the letters that we wrote
Idiot wind, blowing through the dust upon our shelves
We’re idiots, babe
It’s a wonder we can even feed ourselves


Ανόητος άνεμος
(απόσπασμα)

Πια δεν μπορώ να σε νιώσω, ούτε τα βιβλία που σου άρεσαν να δω
Όποτε περνώ δίπλα απ’ την πόρτα σου, εύχομαι να μην ήμουν εγώ
Στη λεωφόρο, στις ράγες, στον δρόμο προς την έκσταση
Σ’ ακολούθησα κάτω απ’ τ’ αστέρια, κυνηγημένος απ’ τη θύμηση
Και όλη σου την αίγλη την ορμητική

Προδόθηκα τελευταία φορά και είμαι επιτέλους ελεύθερος πια
Αποχαιρέτησα το θηρίο στα σύνορα που μας χώριζαν παλιά
Ποτέ δεν θα μάθεις τον πόνο τον δικό μου ή την πληγή
Ούτε κι εγώ θα μάθω τη δική σου αγάπη ή την ουλή
Κι είναι η λύπη που νιώθω αμείλικτη

Ανόητε άνεμε, περνάς μέσ’ απ’ των παλτών μας τα κουμπιά
Μέσ’ απ’ τα γράμματα που γράφαμε παιδιά
Ανόητε άνεμε, φυσάς μέσα από των ραφιών μας τη σκόνη
Εμείς είμαστε ανόητοι, μωρό μου
Είναι θαύμα που ζούμε ακόμη

**

Blowin’ In The Wind

How many roads must a man walk down
Before you call him a man?
Yes, ’n’ how many seas must a white dove sail
Before she sleeps in the sand?
Yes, ’n’ how many times must the cannonballs fly
Before they’re forever banned?
The answer, my friend, is blowin’ in the wind
The answer is blowin’ in the wind

How many years can a mountain exist
Before it’s washed to the sea?
Yes, ’n’ how many years can some people exist
Before they’re allowed to be free?
Yes, ’n’ how many times can a man turn his head
Pretending he just doesn’t see?
The answer, my friend, is blowin’ in the wind
The answer is blowin’ in the wind

How many times must a man look up
Before he can see the sky?
Yes, ’n’ how many ears must one man have
Before he can hear people cry?
Yes, ’n’ how many deaths will it take till he knows
That too many people have died?
The answer, my friend, is blowin’ in the wind
The answer is blowin’ in the wind


Αιωρείται στον άνεμο

Πόσους δρόμους πρέπει να’ χει κανείς διαβεί
Προτού άντρας να θεωρηθεί;
Και πόσες θάλασσες πρέπει ένα περιστέρι λευκό να ’χει δει
Προτού στην άμμο ν’ αποκοιμηθεί;
Και πόσες φορές πρέπει τα κανόνια να ρίξουν
Προτού για πάντα να σιγήσουν;
Η απάντηση, φίλε μου, αιωρείται στον άνεμο
Η απάντηση αιωρείται στον άνεμο

Για πόσα χρόνια ένα βουνό να υπάρχει μπορεί
Προτού η θάλασσα το καταπιεί;
Και πόσα χρόνια μπορούν οι άνθρωποι να ζουν
Προτού μπορέσουν να ελευθερωθούν;
Και πόσες φορές μπορεί απ’ την άλλη κανείς να γυρίσει
Τάχα μου πως δεν βλέπει για να παραστήσει;
Η απάντηση, φίλε μου, αιωρείται στον άνεμο
Η απάντηση αιωρείται στον άνεμο

Πόσες φορές πρέπει κανείς να κοιτάξει ψηλά
Προτού τον ουρανό να δει από χαμηλά;
Και πόσα αυτιά πρέπει κανείς να έχει
Προτού τα δάκρυα των άλλων να αρχίσει να προσέχει;
Και πρέπει να πεθάνουν πόσοι
Προτού να καταλάβει πως οι νεκροί είναι άλλοι τόσοι;
Η απάντηση, φίλε μου, αιωρείται στον άνεμο
Η απάντηση αιωρείται στον άνεμο

**


Not Dark Yet

Shadows are falling and I’ve been here all day
It’s too hot to sleep, time is running away
Feel like my soul has turned into steel
I’ve still got the scars that the sun didn’t heal
There’s not even room enough to be anywhere
It’s not dark yet, but it’s getting there

Well, my sense of humanity has gone down the drain
Behind every beautiful thing there’s been some kind of pain
She wrote me a letter and she wrote it so kind
She put down in writing what was in her mind
I just don’t see why I should even care
It’s not dark yet, but it’s getting there

Well, I’ve been to London and I’ve been to gay Paree
I’ve followed the river and I got to the sea
I’ve been down on the bottom of a world full of lies
I ain’t looking for nothing in anyone’s eyes
Sometimes my burden seems more than I can bear
It’s not dark yet, but it’s getting there

I was born here and I’ll die here against my will
I know it looks like I’m moving, but I’m standing still
Every nerve in my body is so vacant and numb
I can’t even remember what it was I came here to get away from
Don’t even hear a murmur of a prayer
It’s not dark yet, but it’s getting there


Δεν έχει σκοτεινιάσει ακόμη

Οι σκιές μακραίνουν κι είμαι εδώ όλη μέρα
Πολλή ζέστη για να κοιμηθώ, ο χρόνος τρέχει πέρα
Νιώθω σαν η ψυχή μου να’ χει γίνει ατσάλι
Κι ο ήλιος δεν έγιανε τις ουλές μου πάλι
Ο χώρος είναι λιγοστός και δεν βολεύει
Δεν έχει σκοτεινιάσει ακόμη, μα κοντεύει

Η ανθρωπιά μου λοιπόν έφυγε μακριά
Ο πόνος πίσω από καθετί ωραίο παραφυλά
Κείνη μου ‘στειλε γράμμα κι ήταν τόσο γλυκό
Μου ‘γραψε καταλεπτώς ό,τι είχε στο μυαλό
Απλά δεν ξέρω γιατί πρέπει να με γοητεύει
Δεν έχει σκοτεινιάσει ακόμη, μα κοντεύει

Πήγα στο Λονδίνο και στο ωραίο Παρί
Πήρα το ποτάμι κι ήρθα στην ακτή
Έφτασα στον πάτο ενός κόσμου όλο ψευτιά
Δεν ψάχνω πια για τίποτε σε κανενός ματιά
Το βάρος που έχω φορτωθεί κάποτε με παιδεύει
Δεν έχει σκοτεινιάσει ακόμη, μα κοντεύει

Γεννήθηκα και θα πεθάνω εδώ θέλοντας και μη
Ξέρω πως μοιάζω να πετώ, μα στέκω όλο εκεί
Τα νεύρα πώς μουδιάσανε κι είναι χωρίς λαλιά
Καθόλου δεν θυμάμαι από πού το’ σκασα παλιά
Προσευχή καμιά ή ψίθυρος δεν με συντροφεύει
Δεν έχει σκοτεινιάσει ακόμη, μα κοντεύει


Μετάφραση: Χριστίνα Λιναρδάκη


Σημ.: Τα δύο πρώτα τραγούδια δημοσιεύθηκαν στο τεύχος αρ. 37 του vakxikon. Το τρίτο στο τεύχος αρ. 541 (01-03) Μαρτίου 2017 του λογοτεχνικού περιοδικού Νέα Σκέψη.

Παρασκευή, 19 Μαΐου 2017

Περί διακειμενικότητας

" ...η Διακειμενικότητα, πολύ περισσότερο από μια επιλογή, υπήρξε ανέκαθεν μία αναπόφευκτη, άρα εν πολλοίς φυσιολογική και οπωσδήποτε αναμενόμενη, κατάσταση των πραγμάτων (ειδικά αν ως κείμενο δεν θεωρήσουμε μόνον το γραπτό). Κάποιοι ασχολήθηκαν μαζί της περισσότερο και κάποιοι λιγότερο, κάποιοι σηματοδότησαν τα δάνειά τους και κάποιοι όχι, ορισμένους, επίσης, τους απασχόλησε και θεωρητικά. Τα οφέλη από την πλευρά του αναγνώστη, όταν πρόκειται, συγκεκριμένα, για τη Διακειμενικότητα στον χώρο της Λογοτεχνίας, μπορεί να είναι σημαντικά. Πράγματι. Όταν ο ίδιος είναι ικανός να κατανοήσει ένα κείμενο, συμπεριλαμβανομένων και των διακειμένων του, τότε η πνευματική ικανοποίησή του είναι μεγάλη. Του ανοίγονται, δε, καινούργιοι δρόμοι και ο αναγνωστικός εθισμός του αυξάνει. Όσο πολυπλοκότερη, μάλιστα, είναι η διακειμενική δικτύωση, τόσο πιο σίγουρος αισθάνεται για τις πνευματικές του δυνάμεις, όταν την αποκωδικοποιεί.

Ωστόσο, η Διακειμενικότητα δεν υπάρχει για να αποκωδικοποιείται αναγκαστικά. Συνυφαίνεται (στο) και αποτελεί τον πλούτο του κειμένου, ο οποίος μπορεί και πρέπει να είναι αξιοποιήσιμος από το μεγαλύτερο μέρος των αναγνωστών. Όπως γράφουν και οι Still και Worton: "Είναι αποφασιστικής σημασίας [...] να αναγνωρίσουμε μαζί με τον Rifaterre ότι αυτό το τελικά προσδιορίσιμο διακείμενο δεν χρειάζεται κατ' ανάγκην να εντοπιστεί από τον αναγνώστη, ο οποίος για λόγους παιδείας, χρόνου κ.λπ., μπορεί να μην το μάθει ή να μην το βρει ποτέ". Ο κίνδυνος εδώ, όμως, είναι να θεωρηθεί από τους άλλους ή ο ίδιος ο αναγνώστης να υποχρεωθεί να θεωρήσει ότι στερείται των απαραίτητων ικανοτήτων ή γνώσεων και άρα πρέπει να ανατρέξει σε άλλα βιβλία προκειμένου να μπορέσει να απολαύσει τελικά εκείνο το οποίο ξεκίνησε αρχικά να διαβάζει.

[...] "Και βέβαια μ'  αρέσουν τα παιχνίδια και οι αναφορές σε άλλα βιβλία", είχε βάλει κάποτε ο Αλέξης Πανσέληνος τον Σταντάλ να του απαντά σε μία ψευδεπιστολή. "Οι σύγχρονοί σας τα ονομάζουν intertextualitè (τι φρίκη!). Εμείς τα ονομάζαμε κουλτούρα". [...] Στην ψευδεπιστολή του ο Σταντάλ συνέχιζε ως εξής: "Οι ιδέες είναι ένας τομέας επικίνδυνος. Θαύμασα, νέος, πολλούς συγγραφείς έμπλεους ιδεών, αλλά και γρήγορα απογοητεύτηκα από αυτούς. Χρειάστηκαν δεκαετίες για να καταλήξω: οι πιο πειστικές ιδέες περιέχονται στα έργα αυτών που περισσότερο έζησαν και λιγότερο διάβασαν. Οι ιδέες που προσλαμβάνουμε από βιβλία ποτέ δεν περνούν στο αίμα μας και ό,τι δεν έχει περάσει στο αίμα του συγγραφέα δεν μπορεί να διαποτίσει τα κείμενά του - μόνο να πασπαλίσει το ύφος του".

Σταυρούλα Τσούπρου


Σημ.: Απόσπασμα από ομότιτλο κείμενο που δημοσιεύθηκε στο τεύχος 10 (Ιούλ.-Σεπτ. 2016) του περιοδικού "Το κοράλλι".

Τετάρτη, 17 Μαΐου 2017

"Έχων σώας τας φρένας & άλλες τρελές ιστορίες" του Αργύρη Χιόνη



Η συλλογή διηγημάτων του Αργύρη Χιόνη Έχων σώας τας φρένας εκδόθηκε μετά τον θάνατο του συγγραφέα και είναι, εκτός από πολύ προσεγμένη, γεμάτη τρυφερότητα. Καταρχάς απέναντι στον δημιουργό αλλά, και είναι εξίσου σημαντικό, απέναντι στα κείμενά του. Το πρώτο πράγμα που σκέφτηκα όταν διάβασα τα πρώτα διηγήματα είναι ότι είναι τόσο... διασκεδαστικά. Χωρίς να είναι κωμικά, σατιρικά ή περιπαιχτικά, είναι κείμενα που σταδιακά αλλάζουν την διάθεση του αναγνώστη προς το καλύτερο, του φτιάχνουν το κέφι. Έχουν αυτή την διακριτική, συγκαλυμμένη αυτοβιογραφική πλευρά που φέρνει αμέσως συγγραφέα και αναγνώστη στο ίδιο τραπέζι μπροστά σε μια ρακή, και έναν αυτοσαρκασμό που συνήθως είναι εκεί προς χάρην αποστασιοποίησης και σπάνια πονάει (σπάνια αλλά όχι και ποτέ). 

Ένας από τους πιο αγαπημένους σύγχρονους ποιητές, ο Χιόνης αναθυμάται την ποιητική του ιδιότητα και αναπολεί στα διηγήματά του –με διακριτικότητα πάντα- δομές και ήχους, συχνά φτιάχνει προτάσεις που είναι σαν να χωρίζονται στα δύο με κόμμα ή άλλους συνδέσμους και βάζει στο τέλος τους ρήματα που ομοιοκαταληκτούν, γράφει μια πρόζα γεμάτη ρυθμό που σχεδόν απαγγέλλεται. Η ποιητικότητα αυτή ίσως είναι ο τόπος όπου ο Χιόνης βρίσκεται στο φυσικό του περιβάλλον, μια ιδιότητα που τον ακολουθεί σε ό,τι και αν γράψει, στο κάτω-κάτω δεν δείχνει φανατικός των συμβάσεων ούτε της κατηγοριοποίησης.

Δεν υπάρχει επιτήδευση ούτε υπερβολή, μόνο μια ελαφριά διάθεση για χιούμορ και μια απομάκρυνση από την πηγή της συγκίνησης μόνο και μόνο για να επανέλθει στο τέλος, συνήθως με ένα twist. Στο Έχων σώας τας φρένας ο Χιόνης είναι ένας αφηγητής έμπειρος και απελευθερωμένος από κλισέ και αναμενόμενες πορείες, το αποτέλεσμα είναι όχι μόνο φρέσκο αλλά και τελικά τόσο ανατρεπτικό: αγγίζει ακριβώς εκείνες τις χορδές που τον ενδιαφέρουν με ακρίβεια λέιζερ. Και υπάρχει και αυτή η ειρωνεία που αλλάζει το χρώμα των πραγμάτων και των σκέψεων για να τα κάνει όλα πιο πονηρά, πιο αστεία. 

Η αποστασιοποίηση και η «χαρούμενη» ειρωνεία φέρνουν όσο προχωράει η ανάγνωση μια θεατρικότητα που κανείς δεν περιμένει. Στην πραγματικότητα ο αγαπημένος ρόλος του Χιόνη δείχνει να είναι αυτός του αφηγητή: απολαμβάνει να διηγείται τις ιστορίες του μπροστά σε κοινό, να παίζει με τις αποστάσεις, με τις πραγματικές και φανταστικές αναμνήσεις και με την προσωπική εμπλοκή (η αυτοβιογραφική διάσταση που έλεγα πιο πριν), και όλα αυτά για να κεντρίσει και να διατηρήσει το ενδιαφέρον της πλατείας αμείωτο. Το πετυχαίνει απολύτως. Εκτίθεται ως αφηγητής, παίρνει θέση πρωταγωνιστή με όλα τα απαραίτητα κοστούμια φυσικά, και χρησιμοποιεί όλα τα εργαλεία που έχει στη διαθεσή του για να εδραιώσει αυτή την αλληλεπίδραση ανάμεσα στον δημιουργό και στον αποδέκτη. Μου άρεσε πολύ που είδα Το άρωμα του Ζίσκιντ και λίγο Καββαδία να περιφέρονται ανάμεσα στις σελίδες. Το μόνο που δεν συμβαίνει στα κείμενα αυτής της συλλογής είναι να κλείνονται στον εαυτό τους. Αντίθετα βγαίνουν εκεί έξω αναζητώντας αναγνώστες να κάνουν παρέα, και αυτό φέρνει έναν αέρα ανανέωσης που παρασύρει τα πάντα. 

Θα έλεγε κανείς ότι οι ιστορίες που διηγείται δεν είναι παρά μόνο το «σενάριο» αυτού που συμβαίνει στο βιβλίο, υπάρχουν κι άλλα στοιχεία, με σημαίνοντα ρόλο: ο τρόπος της αφήγησης, αυτός ο παράδοξος «διάλογος» με τον αναγνώστη –ελλείψει κοινού- το σασπένς. Και φυσικά τα twists στο τέλος κάθε ιστορίας: ο συγγραφέας δεν γράφει όλα όσα θέλει να καταλάβει ο αναγνώστης του αλλά περιορίζεται μόνο στα απαραίτητα. Τον αφήνει, αφού τον έχει καθοδηγήσει κατάλληλα στις προηγούμενες σελίδες, να φτάσει μόνος του στα τελικά συμπεράσματα, να νιώσει έξυπνος και πονηρός, και φυσικά να συνδεθεί με τον συγγραφέα με την χαρακτηριστική συνενοχή εκείνων που γελάνε με το ίδιο –κρυφό δήθεν- αστείο. 

Και βέβαια, το τελευταίο φως του προβολέα πέφτει σ’αυτόν τον περίεργο και διασκεδαστικό αφηγητή που φεύγει με μια υπόκλιση. Είναι κρίμα που στο κύκνειο άσμα του, το Έχων σώας τας φρένας & άλλες τρελές ιστορίες, έδωσε την τελευταία του παράσταση. 

Κρις Λιβανίου