Δευτέρα, 24 Απριλίου 2017

Μικρές ανθολογίες: Δημήτρης Τρωαδίτης

Ο Δημήτρης Τρωαδίτης δεν είναι μόνο γνωστός στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό, είναι και εξαιρετικά αγαπητός. Διατηρώντας το ιστολόγιο tokoskino.me παρακολουθεί εντατικά τα ελληνικά ποιητικά πράγματα από τη μακρινή Αυστραλία και πρόσφατα δημοσίευσε και δύο δικές του ποιητικές συλλογές, από τις οποίες η σημερινή μικρή ανθολογία:

απόπειρα δωδέκατη

στις καταποντισμένες
αυτές στιγμές
η κάθε ευχή μοιάζει
επαναστατικό μανιφέστο
η κάθε αύρα
ανοίγει το δρόμο...
άλλωστε δεν πεθαίνει κανείς
από ασάφεια
αλλά από κρύο
και μοναξιά


απόπειρα εικοστή δεύτερη

ο ήλιος βασανιστικός
η γραφή θραυσματική
σκοτώνει η πρώτη ανάγνωση
η τρυφερότητα είναι απόγνωση
η χαρά λύπη
ο πόνος λύτρωση
κι η συνύπαρξη
είδος πολυτελείας
συνηθισμένο βότσαλο
στις αμμουδιές της μνήμης

(από την ποιητική συλλογή Η μοναξιά του χρόνου)


Η ΣΙΩΠΗ

Η σιωπή είναι
ο υπέρτατος
τρόπος επικοινωνίας
καθώς όλα ελέχθησαν
κι όλα τα μελλούμενα
ξεπέζεψαν μπροστά μας
μετά βαΐων και κλάδων

η μόνη αληθινή κίνηση
είναι αυτή των ματιών
όταν αντικαθιστούν
το άγγιγμα της παλάμης.


ΟΤΑΝ ΓΡΑΦΟΥΜΕ ΠΟΙΗΣΗ

Όταν γράφουμε ποίηση
απόμακρο το βλέμμα ταξιδεύει ως πέρα
πλανιέται στους σκουπιδότοπους
της σύγχρονης κομπορρημοσύνης
και μένουν ξωπίσω εκείνα τα ταξίδια
στο κατάξερο αίμα της νύχτας

όταν γράφουμε ποίηση
τ' αποκαμωμένα βήματά μας
σεργιανούν στο άπειρο
η αγάπη είναι στο μεταίχμιο
ορφανή, πεντάρφανη στους πέντε αγέρηδες
στα συνωστισμένα λεωφορεία
των πληβείων της εργασίας

όταν γράφουμε ποίηση
ξερνάμε με κλάματα και κατάρες
μ' επικλήσεις στον αγύριστο
που κατακρημνίζονται με πάταγο
στο κανναβάτσο της κοινωνικής αδικίας
ζεστά χέρια, ροζιασμένα
ζωγραφίζουν πολιτισμό κι οικοδομήματα

όταν γράφουμε ποίηση
επέρχεται η θαμπάδα στα μάτια
αλλά και το σίγουρο κοίταγμα
η σίγουρη σκέψη σαν ατσάλι
σκυρόδεμα έτοιμο να δέσει
την κοινωνική επανάσταση

όταν γράφουμε ποίηση
τ' απογεύματα είναι ασπρόμαυρα
πιο σκούρα τα βράδια
ορειχάλκινες οπτασίες
με αποχρώσεις θανάτου
πριν ξεψυχήσουν κι οι οιμωγές
ξομπλιαστές στη λάβα
του σύγχρονου δράματος

όταν γράφουμε ποίηση
οι σκάλες δεν οδηγούν πουθενά
κυματίζουν τα μεσημέρια
στην αχλή της ζέστης
σαν τρικυμισμένα μαλλιά
στα πέπλα τα γκρεμισμένα
τα κατακρεουργημένα από θύελλες άλγους
και κυλώνεια άγη
έρμαια στα χτυπήματα των μπράβων
της κρατικής εξουσίας

όταν γράφουμε ποίηση
το κάνουμε για να ξορκίσουμε
τους πρότερους εφιάλτες μας.

(από τη συλλογή Με μια κόκκινη ανάταση)



Επιλογή: Χριστίνα Λιναρδάκη
για το στίγμαΛόγου



Παρασκευή, 7 Απριλίου 2017

Νυν πάντα πεπλήρωνται φως (Πάσχα στο Βυζάντιο)

Το Πάσχα ήταν η σημαντικότερη γιορτή στο Βυζάντιο. Το βράδυ της Ανάστασης ο αυτοκράτορας με την ακολουθία του μετέβαιναν στην Αγία Σοφία και σε όλη την διαδρομή η βασιλική πομπή επευφημούνταν από τους δήμους των Πράσινων και των Βένετων που τοποθετούνταν εναλλάξ σε διαφορετικά σημεία.

Όλο το πλήρωμα των πιστών παρακολουθούσε τη λειτουργία μέχρι την τρίτη και τέταρτη ώρα μετά τα μεσάνυχτα, έξω από την κλειστή θύρα της Αγίας Σοφίας και μόλις ψαλλόταν το "Αναστάσεως η μέρα λαμπρυνθώμεν λαοί!" από τον πρωτοπαπά των ανακτόρων οι πιστοί εισέρχονταν στον μεγαλοπρεπή ναό για να ακούσουν τα τροπάρια που εκφράζουν μια πραγματική φωτοπλημμύρα χαράς για το κοσμοϊστορικό γεγονός:

Νυν πάντα πεπλήρωνται φωτός, ουρανός τε και γη και τα
καταχθόνια, εορταζέτω γουν πάσα κτίσις την έγερσιν Χριστού…

Και:

Φωτίζου, φωτίζου, η νέα Ιερουσαλήμ, η γαρ δόξα Κυρίου επί σε ανέτειλε.
Χόρευε νυν και αγάλλου, Σιών συ δε αγνή τερπου θεοτόκε…

Οι έξοχοι αυτοί ύμνοι αποδίδονται στον Ιωάννη τον Δαμασκηνό, διανοούμενο και θεολόγο εξαιρετικά υψηλής παιδείας, που κατά τους ειδικούς είχε γνώση των μετρικών συστημάτων και των δομών που χρησιμοποιούσαν οι αρχαίοι ποιητές. Σ’ αυτές τις ωδές χρησιμοποιεί στοιχεία των προφητειών του Ησαΐα, τα οποία συνθέτει με τρόπο που απηχούν τη Σαπφώ και τον Αρχίλοχο. Κατά την παράδοση, οι "καταβασίες" αυτές παρουσιάστηκαν στο εκκλησιαστικό κοινό μέσα από μια διαδικασία ακρόασης για την επιλογή του καλύτερου ύμνου, διαδικασία που συνηθιζόταν εκείνη την εποχή, και σκόρπισαν ενθουσιασμό απίστευτο όταν ακούστηκαν πρώτη φορά.

Σύμφωνα με το τυπικό της Μεγάλης Εβδομάδας, που διαμορφώθηκε στη διάρκεια των αιώνων μέσα από άπειρες τροποποιήσεις, οι ακολουθίες ξεκινούσαν από την Κυριακή των Βαΐων. Στο δοξαστικό της ημέρας περιγράφεται μια εικόνα θαυμάσια, παρμένη από το ευαγγέλιο του Ιωάννη :

Προ εξ ημερων του Πάσχα ήλθεν Ιησούς εις Βηθανίαν·
και προσήλθον αυτώ οι μαθηταί αυτού λέγοντες αυτώ· 
Κύριε, πού θέλεις ετοιμάσωμεν σοι φαγείν το Πάσχα; 
ο δε απέστειλεν αυτούς · Απέλθετε εις την απέναντι κώμην και
ευρήσεται άνθρωπον κεράμιον ύδατος βαστάζοντα· ακολουθήσατε 
αυτω και τω οικοδεσπότη είπατε· Ο διδάσκαλος λέγει, προς σε 
ποιώ το Πάσχα μετά των μαθητών μου.

Το βυζαντινό τυπικό σε γενικές γραμμές τηρείται μέχρι σήμερα. Τη Μεγάλη Δευτέρα, σύμφωνα με το συναξάρι, γίνεται μνεία της παραβολής των δέκα παρθένων και υπογραμμίζεται το γεγονός της εγρήγορσης και της προνοητικότητας, ώστε να μείνουν οι πιστοί μαζί με τον νυμφίο Χριστό, ψάλλεται δε το θαυμάσιο στιχηρό:

Eν ταις λαμπρότησι των αγίων σου πώς εισελεύσομαι ο
ανάξιος; εάν γαρ τολμήσω συνεισελθείν εις τον νυμφώνα,
ο χιτών με ελέγχει, ότι ουκ έστι του γάμου, και δέσμιος
εκβαλούμαι υπό των αγγέλων. Καθάρισον, Κύριε, τον ρύπον
της ψυχής μου και σώσον με ως φιλάνθρωπος.

Για το βράδυ της Μεγάλης Πέμπτης έχει γραφτεί η πιο δύσκολη και πιο σύνθετη ακολουθία όπου συντελείται η κορύφωση του δράματος μ’ εκείνο το φοβερό:

Σήμερον κρεμάται επί ξύλου ο εν ύδασι
την γην κρεμάσας…
Ψευδή πορφύραν περιβάλλεται 
ο περιβάλλων τον ουρανόν εν νεφέλαις…
Ήλοις προσηλώθη ο
νυμφίος της εκκλησίας..

Και το εξίσου μεγαλειώδες και συνταρακτικό με την εκπληκτική κατάληξη:

Εξέδυσάν με τα ιμάτιά μου και ενέδυσάν με χλαμύδα κοκκίνην· έθηκαν επί την
κεφαλήν μου στέφανον εξ ακανθών και επί την δεξιάν μου χείρα έδωκαν κάλαμον, 
ίνα συντρίψω αυτούς ως σκεύη κεραμέως.

Ακολουθεί μια πτώση, μια περισυλλογή κι ένας θρήνος που χαρακτηρίζουν την Μεγάλη Παρασκευή, κατά την οποία ψάλλονται μερικά από τα ωραιότερα κομμάτια της ορθόδοξης λατρείας, όπως αυτό που προέρχεται από τον εσπερινό της ημέρας:

Πάσα η κτίσις ηλοιούτο φόβω θεωρούσα σε εν σταυρώ κρεμαμενον, 
Χριστέ· ο ήλιος εσκοτίζετο και γης τα θεμέλια συνεταράττετο· 
τα πάντα συνέπασχον τω τα πάντα κτίσαντι...

Η αποκαθήλωση του σώματος του Χριστού είναι μια από τις πιο συγκλονιστικές στιγμές της χριστιανικής θρησκείας, γεγονός που φαίνεται σ’ αυτό το απόστιχο:

Ότε εκ του ξύλου σε νεκρόν ο Αριμαθαίας καθείλε, την των απάντων ζωήν,
σμύρνη και σινδόνι σε, Χριστέ, εκήδευσε· και τω πόθω ηπείγετο καρδία και χείλει,
σώμα το ακήρατόν σου περιπτύξασθαι…

Το χαρακτηριστικό αυτών των στιγμών είναι η έκπληξη ολόκληρης της φύσης από το απόκοσμο γεγονός του θανάτου του Ιησού, έκπληξη που μπορεί να δει κανείς στα λεγόμενα "ευλογητάρια" που ψάλλονται το βράδυ της μεγάλης Παρασκευής με πιο χαρακτηριστικό το πρώτο:

Των αγγέλων ο δήμος κατεπλάγη, ορών σε εν νεκροίς λογισθέντα, του θανατου
δε, Σωτήρ την ισχύν καθελόντα και συν εαυτώ τον Αδάμ εγείραντα και εξ Άδου
πάντας ελευθερώσαντα.

Με τρόπο εξαιρετικά παραστατικό απεικονίζονται αυτές ο στιγμές και στο τροπάριο που αποδίδεται στον Γεώργιο Ακροπολίτη, έναν από τους πιο μορφωμένους διανοούμενους της εποχής του ύστερου Βυζαντίου που κατέλιπε, εκτός των άλλων, σπουδαίο ιστορικό έργο. Το τροπάριο όπου δραματοποιείται η έκκληση του Ιωσήφ από την Αριμαθαία προς τον Πιλάτο ψάλλεται σε πολλές περιοχές μέχρι σήμερα κατά την περιφορά του Επιταφίου:

Τον ήλιον κρύψαντα τας ιδίας ακτίνας και το καταπέτασμα του ναού διαρραγέν 
τω του Σωτήρος θανάτω, ο Ιωσήφ θεασάμενος, προσήλθε τω Πιλατω 
και καθικετεύει, λέγων· δος μοι τούτον τον ξένον, τον εκ βρέφους ως ξένον ξενωθέντα εν
κόσμω· δος μοι τούτον τον ξένον, ον ομόφυλοι μισούντες, θανατούσιν ως ξένον·
δος μοι τούτον τον ξένον, ον ξενίζομαι βλέπων του θανάτου το ξένον· δος μοι τούτον
τον ξένον, όστις είδε ξενίζειν τους πτωχούς και τους ξένους· δος μοι τούτον τον ξένον,
ον Εβραίοι τω φθόνω αποξένωσαν κόσμω· δος μοι τούτον τον ξένον, ίνα κρύψω εν
τάφω, ος ως ξένος ουκ έχει την κεφαλήν πού κλίνη...

Το πρωινό του Μεγάλου Σαββάτου ίσως είναι η πιο παράξενη φάση της Μεγάλης Εβδομάδας, καθώς ο Χριστός κατεβαίνει στον Άδη, όμως παντού πλανιέται η παρουσία του, κάτι που φαίνεται με πολύ ωραίο τρόπο σ’ αυτό το κομμάτι το οποίο ψάλλεται αντί χερουβικού:

Σιγησάτω πάσα σαρξ βροτεία και στήτω μετά φόβου και τρόμου και μηδέν γήινον
εν αυτή λογιζέσθω· ο γαρ Βασιλεύς των βασιλευόντων και Κύριος των κυριευόντων 
προσέρχεται σφαγιασθήναι… Προηγούνται δε τούτου οι χοροί των αγγέλων μετά πάσης αρχής 
και εξουσίας, τα πολυόμματα Χερουβείμ και τα εξαπτέρυγα Σεραφείμ τας όψεις καλύπτοντα...

Η γιορτή του Πάσχα εξακολουθεί να είναι η πιο μεγάλη πανήγυρις των ορθόδοξων της Ανατολής και, αν τη μελετήσει κανείς σε βάθος, μπορεί αν βρει ίχνη των παλιών εποχών, τότε που μεσουρανούσε η αυτοκρατορία των Ρωμιών. Η Κυριακή του Πάσχα ήταν, κατά τους Βυζαντινούς, η λαμπρότερη μέρα του χρόνου. Στο παλάτι λάμβανε χώρα μεγαλοπρεπής τελετή στο επιβλητικότατο των διαμερισμάτων, το Χρυσοτρίκλινο, όπου τοποθετούταν η χρυσή τράπεζα και το πενταπύργιο, ένα είδος μπουφέ με πέντε πυργίσκους στον οποίο τοποθετούνταν τα πολύτιμα βασιλικά κοσμήματα και στέμματα. Κατά την πέμπτη μέρα μετά το Πάσχα προσκαλούνταν στο τραπέζι ο πατριάρχης μαζί με τους μητροπολίτες και τους πρεσβυτέρους του παλατιού, καθώς και τους ηγουμένους δώδεκα μοναστηριών. Μέχρι την Κυριακή της Πεντηκοστής οι ναοί αντηχούσαν από τους στίχους που θυμίζουν αρχαίους παιάνες:

Αύτη η μέρα ην εποίησεν ο Κύριος αγαλιασώμεθα και ευφρανθώμεν εν αυτή.
Αναστήτω ο Θεός, και διασκορπισθήτωσαν οι εχθροί αυτού και φυγέτωσαν από προσώπου 
αυτού, οι μισούντες αυτόν.  Ως εκλείπει καπνός εκλιπέτωσαν, ως τήκεται κηρός από προσώπου πυρός.


Απόστολος Σπυράκης


Πηγές: 
1. Φαίδων Κουκουλές "Βυζαντινών Βίος και Πολιτισμός".
2. http://vizantinaistorika.blogspot.gr/2014/04/blog-post_5994.html
3. http://analogion.com/forum/showthread.php?t=31533


Καλό Πάσχα! Καλή Ανάσταση! Ραντεβού στις 24 Απριλίου.


Τετάρτη, 5 Απριλίου 2017

"Η Μετακόμιση" της Φωτεινής Τσαλίκογλου



Η μνήμη, οι μνήμες, το μνημονικό, οι μαίανδροι και οι απρόβλεπτες πορείες είναι το πρωτογενές υλικό της Μετακόμισης της Φωτεινής Τσαλίκογλου. Η πρώτη προσέγγιση θα μπορούσε να ήταν ότι πρόκειται για ένα ταξίδι από το παρελθόν της ηλικιωμένης πλέον ηρωίδας στο παρόν και το άμεσο μέλλον που της επιφυλάσσει η μετακόμισή της στο γηροκομείο, όμως γρήγορα τα πράγματα χάνουν την γραμμική τους πορεία. 

Σε αρχικό στάδιο άνοιας, το μυαλό και οι αναμνήσεις της κυρίας Ευρυδίκης κινούνται σε απρόβλεπτες τροχιές και πιθανότατα σε αντισυμβατικές πραγματικότητες. Το αντικείμενο του μυθιστορήματος είναι όχι να τις «τακτοποιήσει» σε περισσότερο αποδεκτά πλαίσια, αλλά μάλλον να τις χαϊδέψει για να τις αποχαιρετήσει και να προσπαθήσει να δει αν υπάρχει κάποια ζωή, οποιαδήποτε ζωή, μακριά τους. Είναι ένα σχεδόν επικίνδυνο εγχείρημα, γιατί τα όρια, όταν δεν ελέγχονται πλήρως από το μυαλό, τείνουν να κάνουν τα δικά τους. 

Η τρυφερότητα της συγγραφέα επικεντρώνεται στο πώς η ζωή της κυρίας Ευρυδίκης φυραίνει και γλιστρά ανάμεσα από τα δάχτυλά της, στις προσπάθειες που καταβάλει για να κρατηθεί από ό,τι την οριοθέτησε σαν άνθρωπο και κατά κάποιο τρόπο της εξασφάλισε την επιβίωση. Η αγωνιώδης αφήγηση είναι σε αρμονία με το θέμα και με την συνολική κατάσταση του κεντρικού προσώπου, η αίσθηση που αποκόμισα είναι ενός ανθρώπου που σταδιακά εξαχνώνεται.
Στα αρνητικά θα κατατάξω κάποια τυπογραφικά (αρκετά για να αφήσουν την ενοχλητική αίσθηση ότι έλειπε η απαιτούμενη προσοχή στην λεπτομέρεια) και τον μεγάλο αριθμό κεφαλαίων (το κείμενο χωρίζεται σε κεφάλαια με την μορφή ωρών). Κατά τη γνώμη μου αντί να ενισχύσουν την δομή του κειμένου συνολικά, πέρασαν στο άλλο άκρο με αποτέλεσμα να το κατακερματίσουν. Παρόλα αυτά η γραφή της Φωτεινής Τσαλίκογλου πετυχαίνει να αποδώσει με ακρίβεια τις διακυμάνσεις και κυρίως να αγγίξει τις ανατροπές, που είναι και το βασικό στοιχείο του βιβλίου. Και δεν αναφέρομαι απαραίτητα στις ηχηρές και εκτυφλωτικές αλλά περισσότερο στις άλλες, αυτές που συμβαίνουν κάθε μέρα. Το να πεθαίνει η αδελφή σου από αδέσποτη σφαίρα στο τέλος του Εμφυλίου. Το να βλέπεις τη ζωή σου να προχωράει ερήμην σου. Το να πηγαίνεις ένα σύντομο ταξίδι αναψυχής στην Πόλη και να γυρίζεις με ένα νεογέννητο στην αγκαλιά και να γίνεται η κόρη σου για πάντα. Ανατροπές. Μικροί λόξυγγες στην κατ’ επίφαση στρωτή πορεία της αναπνοής. 

Αυτές οι άηχες ανατροπές που τα σημάδεψαν όλα, κυνηγούσαν την πλέον γηραιά ηρωίδα σε όλη τη διάρκεια της ζωής της, είχαν τον απόλυτο έλεγχο και οριοθετούσαν κάθε έκφανση. Η τελική ανατροπή όμως θα είναι δική της: κοντοστέκεται για να κοιτάξει το παρελθόν της χωρίς υπεκφυγές, κατατρομαγμένη βέβαια μπροστά στην εικόνα του κενού, αλλά με ευθεία ματιά απέναντι στα γεγονότα. Στο τέλος, πριν φύγει για το γηροκομείο, παίρνει ένα άδειο τετράδιο για να γράψει ό,τι της απομένει να ζήσει. Αυτό θα είναι το τρίτο και τελευταίο βιβλίο που θα την ακολουθήσει: η τελευταία ανατροπή είναι ένας άγνωστος δρόμος, ανοιχτός μπροστά της. 

Κρις Λιβανίου

Δευτέρα, 3 Απριλίου 2017

"Γράμμα στην πατρίδα" του Τανέρ Μπαϊμπάρς

Ο Τουρκοκύπριος ποιητής Τανέρ Μπαϊμπάρς γεννήθηκε το 1936 στη Λευκωσία, μετανάστευσε στη Μ. Βρετανία σε ηλικία 20 ετών και αργότερα στη Γαλλία, όπου και πέθανε το 2010. Δεν επέστρεψε ποτέ στην Κύπρο για να ζήσει και έτσι το νησί όπου γεννήθηκε παρέμεινε η για πάντα χαμένη του πατρίδα. Οι μετεγκαταστάσεις του καθόρισαν το γλωσσικό του ιδίωμα, το οποίο δεν είναι ενιαίο. Ξεκίνησε να γράφει στα τουρκικά, στη συνέχεια έγραψε στα αγγλικά και έπειτα στα γαλλικά, για να υιοθετήσει εντέλει πολυγλωσσικά σχήματα έκφρασης που αντικατόπτρισαν το παζλ της γεωγραφίας της ζωής του.

Η μεταφράστριά του, ποιήτρια Αγγελική Δημουλή, εξ αφορμής αυτής της πολυγλωσσίας, μιλά στην εισαγωγή για «πολιτισμικό υβριδισμό», θα μπορούσαμε ωστόσο να μιλήσουμε και για «κοσμοπολιτισμό» της ποίησής του, καθώς τo γλωσσικό είναι απλώς ένα μέρος των πολυπολιτισμικών στοιχείων που επικαλείται ο ποιητής. Αυτό που έχει μεγαλύτερη σημασία είναι ότι στα ποιήματά του συντελείται μια ταλάντωση ανάμεσα στην οικειοποίηση του Άλλου, σε ένα έργο που – ακριβώς λόγω των πολλών γλωσσών και πολιτισμικών αναφορών που χρησιμοποιεί ο ποιητής – ανοικειώνει παράξενα τον αναγνώστη. Και είναι ακριβώς εκεί, ανάμεσα στην ανοικείωση και την οικειοποίηση, όπου κτίζονται οι πολλαπλές ταυτότητες (ή η κατακερματισμένη μία) που υιοθετεί ο ποιητής για τον εαυτό του. Εκεί επίσης δομείται και ο καθολικός χαρακτήρας της απεύθυνσης της ποίησής του: πρόκειται για ποίηση που αντιστέκεται στους χαρακτηρισμούς εντοπιότητας και απευθύνεται σε όλους τους αναγνώστες, Έλληνες, Τούρκους ή Ευρωπαίους. Τα θέματά της είναι πανανθρώπινα.

Σημαντικό στοιχείο της ανθολογίας και νήμα που συνδέει τα επιμέρους μέρη μεταξύ τους σε ένα λειτουργικό σύνολο είναι η μνήμη. Περασμένες αυτούσιες μέσα στην καθημερινή εμπειρία που περιγράφει στην ποίησή του ο Μπαϊμπάρς, οι μνήμες υφαίνουν έναν ισχυρό ιστό που, χωρίς να καθορίζει τον ποιητή, αποτελεί καίριο σημείο αναφοράς της απάτριδος ζωής του.

Εκατόν τριάντα ποιήματα είναι η πλούσια συγκομιδή της ανθολόγησης σε αυτό το βιβλίο, το οποίο χωρίζεται σε τρεις ενότητες: στην πρώτη κυριαρχεί το θέμα του ταξιδιού σε αντιδιαστολή προς τη στατικότητα της παραμονής σε έναν τόπο. Εδώ συναντάμε και τη θεματική της νοσταλγίας της πατρίδας της παιδικής ηλικίας, που συνιστά επαναλαμβανόμενο μοτίβο στο έργο του ποιητή. Στη δεύτερη ενότητα, η παιδικότητα αναδεικνύεται σε κυρίαρχο στοιχείο, πότε σε μια αυτοβιογραφική κίνηση και πότε με απεύθυνση την κόρη του ποιητή. Στην τρίτη και τελευταία ενότητα, τον πρώτο λόγο έχει η καθημερινότητα – αν και μισά περίπου από τα ποιήματα που την απαρτίζουν συνθέτουν ένα ενιαίο ποίημα με τίτλο «21 χριστουγεννιάτικες μέρες».

Είναι το δεύτερο βιβλίο τουρκοκυπριακής ποίησης που δημοσιεύουν οι εκδόσεις Βακχικόν. Είναι σημαντικό να έρθει το ελληνικό κοινό σε επαφή με τη λογοτεχνική δημιουργία της άλλης πλευράς – μιας πλευράς που αποδεικνύεται εξίσου ανθρώπινη και ευαίσθητη με τη δική μας.

Ακολουθεί ένα απόσπασμα από το ομότιτλο με τη συλλογή ποίημα «Γράμμα στην πατρίδα»:

«Αγαπητέ πατέρα, ρωτάς στο γράμμα σου
γιατί τόσο καιρό δεν έγραψα ούτε λέξη.
Σε σένα δεν μπορώ να εξομολογηθώ
περισσότερα απ’ όσα μπορώ ν’ αντέξω.

[...]

Νοσταλγός;
Δεν είμαι γιατί ποτέ δεν είχα ένα σπίτι
αλλά δεν είσαι εσύ υπεύθυνος γι’ αυτό.
Ακόμα θυμάμαι τη θάλασσα και το βουνό
μαζί, τη νύχτα τελείως χωριστά,
και το χώρο μεταξύ τους το λίκνο μου.
Δεν πρέπει να έχω παρεκτροπές σ’ ένα γράμμα
Σταματάω λοιπόν να ζω σ’ αυτό το ξένο παρελθόν.
Επί του παρόντος, εννοώ ακριβώς τώρα,
η καλοκαιρινή βροχή χτυπάει τα παραθυρόφυλλα
και ένας ματαιόδοξος ήλιος αντανακλάται στον καθρέφτη.
Πολύ, πολύ περίεργο.
Παρόλα αυτά πρέπει να έχω αναμμένη φωτιά τον Ιούνιο
έχει τόσο κρύο
αν και δεν πάει κάτι στραβά με την ισημερία.

[...]

Δυστυχής;
Πατέρα είσαι επίμονος.
Είπα ότι δεν είμαι δυστυχισμένος
αν και ξέρω ότι θα ξέθαβα τη δυστυχία
σε κάθε τι
αν το άγγιζα».
Χριστίνα Λιναρδάκη



Σημ.: Το κείμενο πρωτοδημοσιεύθηκε στις 6.3.2017 στο frear.gr.

Παρασκευή, 31 Μαρτίου 2017

Σφηνάκια του Μάρτη

"Οροσειρές του εαυτού" του Σπύρου Χαλβαντζή

Ποιήματα γραμμένα με πεζή διάθεση και πεζά με ποιητική διάθεση, δεκαπέντε εν συνόλω κείμενα συναπαρτίζουν τη συλλογή του Σπύρου Χαλβαντζή. Όπως έχω ξαναπεί δεν θέλω να είμαι αυστηρή με τις πρώτες συλλογές, αλλά εδώ έχουμε ένα υβρίδιο πεζολογήματος και ποίησης έμπλεο οργής που δεν μοιάζει να πατάει σταθερά.

Στο αυτάκι του βιβλίου διαβάζουμε ότι ο κ. Χαλβαντζής έχει σπουδάσει φιλοσοφία και είναι κάτι που φαίνεται: τη γραφή του χαρακτηρίζει ένα διακριτό φιλοσοφικό υπόστρωμα. Δεν ξέρω αν ο φιλοσοφικός στοχασμός ευθύνεται για τη διάχυτη ματαίωση της ύπαρξης που αποτυπώνεται στη συλλογή του ή αν είναι η ποιητική άδεια που τον ωθεί να γράφει όπως γράφει, ωστόσο ο κ. Χαλβαντζής μας παραδίδει τα αισθήματα του ποιητικού του υποκειμένου με ιδιαίτερα εμφατικό τρόπο, σκιαγραφώντας έναν κόσμο που η ύπαρξή του και μόνο αναιρεί την ίδια του τη χρησιμότητα. Ενδιαφέρον βιβλίο από πλευράς υπαρξιακών ερωτημάτων που ωστόσο δεν καταφέρνει να γίνει εξίσου ενδιαφέρον από πλευράς ποιητικότητας.



"Τζαίημς Τζόυς / Βιρτζίνια Γουλφ / Γιώργος Χειμωνάς: Ψηλαφώντας τη νεωτερικότητα" της Λένας Κωνσταντέλλου

Να και μία συνοίκηση στα σφηνάκια αυτού του μήνα, αυτή τη φορά δύο κορυφαίων νεωτεριστών του 20ού αιώνα, της ιδεαλίστριας Βιρτζίνιας Γουλφ και του ρεαλιστή Τζαίημς Τζόυς, που εισήγαγαν το επονομαζόμενο "ρεύμα της συνείδησης". Στον αντίποδα, ο δικός μας Γιώργος Χειμωνάς που με την "άξεστη", όπως την αποκαλεί ο ίδιος, γραφή του σημείωσε βαθιά τομή στην ελληνική λογοτεχνία.

Με τη γνωστή της σχολαστικότητα, η Λένα Κωνσταντέλλου ενορχηστρώνει αυτή την ενδιαφέρουσα συνοίκηση, η οποία παρορμήθηκε από τον θαυμασμό της για τους τρεις δημιουργούς. Ένα βιβλίο αναφοράς στο οποίο συγκεντρώνονται βιογραφικά στοιχεία, σημειώσεις για βασικά έργα καθενός από τους δημιουργούς, εκτενής βιβλιογραφία, ενώ δεν λείπει και η απόπειρα σύνδεσης του έργου των τριών μέσω της ανίχνευσης εκλεκτικών συγγενειών.

Χριστίνα Λιναρδάκη



 "Οι Εγκλωβισμένοι" του Δημήτρη Οικονόμου

Ο Δημήτρης Οικονόμου με τους Εγκλωβισμένους έγραψε ένα μυθιστόρημα (όχι παραπάνω εκτενές από όσο χρειαζόταν, του το αναγνωρίζω αυτό), που εντάσσεται τέλεια σε κάτι που θα μπορούσε κανείς να αποκαλέσει «καθημερινή λογοτεχνία της κρίσης» ελλείψει ακριβέστερης περιγραφής. Σε ένα κάδρο της Αθήνας του σήμερα, ο συγγραφέας περιγράφει τις ζωές πέντε καθημερινών και τόσο αναγνωρίσιμων ανθρώπων στην προσπάθειά τους να κάνουν το καλύτερο που οι συνθήκες, οι καταστάσεις και η προσωπική τους ισχύ τους επιτρέπουν. Δεν είναι η πρωτοτυπία που κερδίζει τον αναγνώστη, είναι σίγουρο αυτό. Υπάρχει όμως μια οικειότητα που στηρίζεται στο «τωρινό» και στο ότι οι περισσότεροι από μας έχουν συναντήσει κάποιον ή κάποιους από αυτούς τους πέντε: αυτό είναι το σημείο συνάντησης όλων, του αναγνώστη, του συγγραφέα και των ηρώων.

Έχω σοβαρές ενστάσεις για το ύφος της γραφής, οι αναγνωστικές προτιμήσεις του συγγραφέα εμποτίζουν την σκέψη του σε τέτοιο βαθμό που δεν αφήνουν την παραμικρή χαραμάδα για την δική του φωνή, αν έχει. Το αποτέλεσμα είναι ένα κείμενο δύσκαμπτο και κλεισμένο στον εαυτό του, προστατευμένο πίσω από ένα θέμα που «είναι δύσκολο να μην δουλέψει» τόσο οικείο που είναι, και γραμμένο σε ένα ύφος που έχει δώσει εξαιρετικά αποτελέσματα σε άλλες πένες στο παρελθόν.

Η φωνή του Οικονόμου μπορεί να είναι κάπου εκεί κρυμμένη και να έχει ενδιαφέροντα πράγματα να πει, άλλωστε ο συγγραφέας δεν στερείται καθόλου δομημένου λόγου ούτε αφηγηματικής ικανότητας. Μένει να αποδειχτεί στο μέλλον αν θα βρει το θάρρος να την αναζητήσει και να την αφήσει να ακουστεί.


Κρις Λιβανίου

Τετάρτη, 29 Μαρτίου 2017

Μνήμη Μίλτου Σαχτούρη

(12 χρόνια σήμερα από την εκδημία του)

«Το ποίημα το ξενυχτάς όπως τον νεκρό» έγραφε ο Σαχτούρης. Και πώς να κοιμηθείς χωρίς να διακινδυνεύσεις να μείνεις για πάντα παγιδευμένος στη χώρα του ονείρου.

Γραφή εκρηκτική, αυτόματη, λέξεις προσεγμένες στην λεπτομέρεια που κόβουν σαν ξυράφι. Δεν μπορείς να διαβάσεις Σαχτούρη και να μη γεμίσουν τα χέρια σου αίματα. Εικόνες αλιευμένες κατευθείαν από το μαύρο πηγάδι του ασυνειδήτου.

Ο ποιητής κουβαλάει στις πλάτες του το βάρος του άγχους, της βάρβαρης ανθρώπινης ματαιότητας και γίνεται απολογητής των συνειδητών και ασυνείδητων ενοχών της.

Ο Μίλτος Σαχτούρης γεννήθηκε στις 29 Ιουλίου 1919 στην Αθήνα, δισέγγονος του ναυάρχου Γιώργη Σαχτούρη, αγωνιστή του 1821. Θα εγκαταλείψει τις σπουδές του στη Νομική σχολή το 1944 και θα αφιερωθεί αποκλειστικά στην ποίηση.

Αρχικά γίνεται περίγελος από τους ποιητές της γενιάς του 1930, φαινόμενο συνηθισμένο για όλους τους πρωτοπόρους που σπάνε τα καλούπια του καθιερωμένου και καλλιτεχνικά «ηθικού».

Σημαδεμένος από τις εμπειρίες της κατοχής και της μεταπολεμικής περιόδου, θα γοητευτεί από τον υπερρεαλισμό χωρίς όμως να αφομοιωθεί αποκλειστικά από το ρεύμα. Διατηρεί μια μοναδική ατομική ταυτότητα με δική του σφραγίδα και υπογραφή. Δεν επηρεάζεται αλλά επηρεάζει τα ποιητικά ρεύματα, μέχρι τις ημέρες μας.

Δεν εργάστηκε ποτέ, βιοποριζόταν πουλώντας την πατρική περιουσία, και έγραφε συνεχώς ημέρα και νύχτα. «Οι καθαρόαιμοι ποιητές δεν μπορούν να κάνουν τίποτε άλλο», ανέφερε σε συνέντευξή του. «Με κατατρώει αυτή η ποίηση», επαναλάμβανε συχνά.

Το 1952 εκδίδεται η ποιητική του συλλογή Με το πρόσωπο στον τοίχο, η οποία θα πουλήσει πέντε αντίτυπα.

Οι εντυπώσεις από τα ποιήματα του Σαχτούρη κινούνται στα άκρα, ανατριχιάζουν το σώμα και η ψυχή συναισθανόμενη τα νοήματα που μεταφέρει, ενώ κάποιοι πανικοβάλλονται όπως εάν αντίκριζαν τον ίδιο τον Αντίχριστο και το βάζουν στα πόδια.

Τα ποιήματά του είναι  πίνακες σουρεαλιστικοί και εξπρεσιονιστικοί ταυτόχρονα μέσα σε ομίχλη παραισθήσεων. Ως ταλαντούχος σκηνοθέτης καθοδηγεί τις λέξεις με μαεστρία, δεν περισσεύει τίποτα και τίποτα δεν απουσιάζει, κάθε του ποίημα μία αποκάλυψη.

Τα ποιήματα του Σαχτούρη αρνούνται να ερμηνευτούν. Ολόκληρη η ποίησή του μια διαρκής ερωτική πράξη.

Ο ίδιος δεν παντρεύτηκε ποτέ. Απεβίωσε στις 29 Μαρτίου 2005 σε μία ενοικιαζόμενη γκαρσονιέρα στην Κυψέλη, «την ώρα που τα ρολόγια σήμαναν θάνατο».

Κοιμήσου γλυκά χωρίς όνειρα πια, τρελέ, θεότρελε, αγαπημένε λαγέ.


[O τρελός λαγός]


Γύριζε στους δρόμους ο τρελός λαγός
γύριζε στους δρόμους
ξέφευγε απ' τα σύρματα ο τρελός λαγός
έπεφτε στις λάσπες

Φέγγαν τα χαράματα ο τρελός λαγός
άνοιγε η νύχτα
στάζαν αίμα οι καρδιές ο τρελός λαγός
έφεγγε ο κόσμος

Bούρκωναν τα μάτια του ο τρελός λαγός
πρήσκονταν η γλώσσα
βόγγαε μαύρο έντομο ο τρελός λαγός
θάνατος στο στόμα

Το σύνολο των ποιημάτων του έχει συγκεντρωθεί στο βιβλίο ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΑΠΑΝΤΑ (1945-1998) Μίλτος Σαχτούρης, εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ 2014.

Στον ποιητή Μίλτο Σαχτούρη έχουν απονεμηθεί τα παρακάτω βραβεία:

1962: Β΄ Κρατικό Βραβείο Ποίησης για τη συλλογή του Τα Στίγματα
1987: Α΄ Κρατικό Βραβείο ποίησης: για την ποιητική συλλογή Εκτοπλάσματα
2003: Μεγάλο Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας.


Βαγγέλης Αλεξόπουλος




Δευτέρα, 27 Μαρτίου 2017

"9 ώρες στα Εξάρχεια" (διηγήματα, συλλογικό)

Εννέα διηγήματα, εννέα διαφορετικές ματιές για μία περιοχή που είναι το σημείο αναφοράς για όλες: τα Εξάρχεια.  Ένα βιβλίο που αποδεικνύει ότι η περιοχή του βιώματος, η περιοχή της ανάμνησης, της εικασίας και του απολογισμού μπορούν να είναι πολλαπλάσιες της γεωγραφικής περιοχής σε έκταση.

"Οι άνθρωποι είμαστε οι ιστορίες μας", γράφει ο Βαγγέλης Προβιάς στο διήγημά του και οι ιστορίες του βιβλίου εν προκειμένω, ενώ είναι ενδιαφέρουσες σε κυμαινόμενο βαθμό, είναι τόσο αποκλίνουσες που προκαλούν στον αναγνώστη δέος για τη δύναμη της πολυφωνίας και τις πολλές και διαφορετικές αποκρίσεις που μπορεί να προκαλέσει το κάλεσμα γύρω από μια ιδέα.

"Γυμνάζουν τα βάρη", γράφει στο διήγημά της η Μαρουσώ Αθανασίου και εν προκειμένω το βάρος που γυμνάζει είναι το κουτί με τον ετοιμοθάνατο σκύλο της. Ιστορίες έρωτα και αγάπης, ιστορίες επιτυχίας και αποτυχίας συνθέτουν ένα παστίς ιδεών, στιγμών και εμπειριών που μαγεύει ως προς το πολυσχιδές της ανθρώπινης εμπειρίας.

"Η πραγματικότητα απέναντί της είναι ένας παγωμένος χείμαρρος", γράφει ο Βαγγέλης Σωτήρης και μας δείχνει τη φευγαλέα στιγμή που το παρελθόν έρχεται ορμητικό να συναντήσει το παρόν μια κοπέλλας για να κάνει την αναδίπλωση αμέσως μετά και να διαλυθεί στα εξ ων συνετέθη: φωτογραφίες, σκόρπιες αναμνήσεις και κατάλοιπα των αισθήσεων που κυνηγούν πεισματικά εκείνον ή εκείνη που επιμένει να θυμάται.

Στο βιβλίο συμμετέχουν, με αλφαβητική σειρά, οι: Μαρουσώ Αθανασίου ("Τι σημαίνει έχουμε;"), Τζούλια Γκανάσου ("Μαύρο πρόβατο"), Χρήστος Δασκαλάκης ("Το αγόρι που έλεγε ναι!"), Αλέξανδρος Διονυσόπουλος ("Ένα αλλιώτικο μνημείο"), Τάσος Ελένας ("Πέτρος"), Αλέξανδρος Κεφαλάς ("Hermes baby"), Νέστορας Πουλάκος ("Μια αλκοολική περιπέτεια στην Αθήνα"), Βαγγέλης Προβιάς ("Ο άγνωστος άντρας") και Βαγγέλης Σωτήρης ("Ναταλία").

Είναι όλοι νέοι, έως 40 περίπου ετών, και κομίζουν τη δική τους φρέσκια ματιά στα λογοτεχνικά πράγματα, αντανακλώντας μια ανανεωμένη αντίληψη της σύγχρονης πραγματικότητας. Χωρίς ταμπού, χωρίς προκαταλήψεις, αλλά με περισσή ευαισθησία και ευθύτητα στη γραφή τους.

Μολονότι δεν κατέχουν όλοι τον ίδιο βαθμό δεξιοτεχνίας ούτε τον ίδιο βαθμό πρωτοτυπίας (προσωπικά ωστόσο ξεχώρισα ιδιαίτερα τα "Ναταλία", "Τι σημαίνει έχουμε;" και "Ο άγνωστος άντρας"), το αποτέλεσμα είναι από ενδιαφέρον μέχρι ικανοποιητικό και οπωσδήποτε αξιανάγνωστο.


Χριστίνα Λιναρδάκη


Παρασκευή, 24 Μαρτίου 2017

Στις κοραλένιες οροσειρές της γης (μερικά ακόμη τραγούδια και μια αφήγηση των Ινδιάνων)

Πού θα κοιμηθούμε εσύ κι εγώ;
Στο στραμμένο προς τα κάτω οδοντωτό χείλος τ’ουρανού
Εγώ κι εσύ θα κοιμηθούμε

Έτσι λέει ένα από τα τραγούδια της φυλής Wintu από τη βόρεια Καλιφόρνια, της οποίας ο μικρός πληθυσμός φαίνεται ότι ήταν εξαιρετικά ταλαντούχος. Σ’ ένα άλλο τραγούδι μιλά η κόκκινη αλεπού (Γάου):

Απάνω στην πετροσειρά ανατολικά πηγαίνω.
Πάνω στο δρόμο το λευκό ο Γάου εγώ πηγαίνω μα ζευτά.
Ο Γάου εγώ σφυράω πάνω στων αστεριών το δρόμο.

Ενώ αυτό το τραγούδι αναφέρεται στον πολικό αστέρα :

Της γης ο τόπος που ένα γύρο βλέπετε,
τα σκόρπια αστέρια μες τον ουρανό που βλέπετε,
όλα τους είναι των μαλλιών μου ο τόπος.

Η ποίηση και οι μύθοι των ινδιάνων είναι μερικά από τα ελάχιστα ίχνη πολιτισμού των ιθαγενών πληθυσμών της Αμερικής που επιβίωσαν μετά την εισβολή των αποίκων, η οποία σάρωσε τα πάντα στο πέρασμα της. Ο ερχομός των λευκών αποίκων σήμανε και το τέλος του πολιτισμού των Ινδιάνων που συρρικνώθηκαν σχεδόν μέχρις εξαφανίσεως. Από τα τραγούδια που επιβίωσαν παίρνουμε μια γεύση του τρόπου σκέψης τους,  επί παραδείγματι ένα κυνηγετικό τραγούδι των  Απάτσι αναφέρει:

Στο νότο,
στις άσπρες του όστρακου οροσειρές της γης,
όπου είναι ώριμος κάθε καρπός,
θ’ απαντηθούμε οι δυο μας.
Στις κοραλλένιες πέρα οροσειρές της γης...
Εκεί που οι ώριμοι καρποί ευωδιάζουν
οι δυο θ’ απαντηθούμε.

Οι ιθαγενείς της Αμερικής αναζητούν παντού την πνευματικότητα, όλα τα στοιχεία της φύσης,τα φυτά, τα ζώα, τα αστέρια, όλα αντιμετωπίζονται ως ζωντανοί οργανισμοί που απαρτίζουν το σύμπαν μες στο οποίο κινείται ο άνθρωπος. Το "Τραγούδι του ελαφιού", ένα δείγμα αυτού του τρόπου σκέψης, προέρχεται από την φυλή των Papago :

Έρχομαι εδώ.
Στη γη έπεσα :
το τόξο που τεντώθηκε με ζάλισε.
Έρχομαι εδώ.
Στο βουνό γλίστρησα:
Το βέλος που βούιξε με ζάλισε.

Η φαντασία των Ινδιάνων ήταν πλούσια και τολμηρή και έπλαθε εικόνες, παραστάσεις και ήχους  εντελώς πρωτότυπους, όπως μπορεί να διαπιστώσει κανείς στο παρακάτω κομμάτι :

Νύχτα

Τη νύχτα πέφτει βροχή.
Κοίταξε στην άκρη της γης
υπάρχει ένας ήχος σα ρωγμή·
υπάρχει ένας ήχος σα πέσιμο.
Εκεί κάτω βροντάει ακόμα σιγανά.
Ακόμα τρέμει.

Το μεταφυσικό στοιχείο κυριαρχεί στην ποίηση των τραγουδιών, κάτι  που μπορεί να  νιώσει κανείς σ’ ένα τραγούδι πάλι από την φυλή των Γουίντου:

Τα Πνεύματα

Πάνω στη μυθική σκέπη της γης
τα πνεύματα αιωρούνται και πέφτουν.
Τα πνεύματα αιωρούνται και πέφτουν στην είσοδο.
Τα λουλούδια γέρνουν βαριά στους μίσχους τους.

Οι Ινδιάνοι ποτέ δεν ξέχασαν τους αρχηγούς τους που χάθηκαν κατά τις συγκρούσεις με τους λευκούς αποίκους κι έπλασαν τους δικούς  τους θρύλους, όπως αυτός των Ινδιάνων Araucanian που αφορά  το φάντασμα  του Cauplikan, ενός  αρχηγού που βασανίστηκε και θανατώθηκε από τους Ισπανούς:

Ποιος είναι αυτός 
σαν την τίγρη
που το φάντασμα του
καβαλικεύει τον άνεμο ; 
Όταν τον βλέπουν οι βελανιδιές
Όταν τον βλέπουν οι άνθρωποι
μιλάνε με  ψιθυριστές  φωνές
και λένε:
"κοίτα αδερφέ,
  να το φάντασμα του Caupolican".  

Η ίδια ποιητική ατμόσφαιρα είναι διάχυτη  στους μύθους και τις αφηγήσεις των ινδιάνων.  Παρακάτω παρατίθεται  ένα  απόσπασμα που δείχνει  την αντίληψη τους για τον κόσμο και τη φύση καθώς και την καθαρή τους ματιά απέναντι σε ό,τι τους περιέβαλε.  Η αφήγηση ανήκει στον  αρχηγό με το όνομα Πολλά-πετυχημένα-χτυπήματα.

Η θεραπεία του τραυματισμένου πολεμιστή

Η μάχη είχε τελειώσει , αλλά ο Λύκος, ένας καλός άντρας, ήταν ξαπλωμένος στο χιόνι, μέσα σ’ ένα κύκλο από αίμα κι οι καρδιές μας ήταν στο πλευρό του.

Τον σηκώσαμε επάνω και βγάλαμε το αίμα από το στόμα του. "Προσπάθησε να τον σώσεις" είπε Το-άλογο-με-τη-χοντρή-κοιλιά στο θείο μου, τον Παίρνει-πολλά, έναν από τους σοφούς μας, καθώς έβγαζε ένα ωραίο περιδέραιο από τον λαιμό του και το πέρναγε γύρω από τον δικό μου (δεν συνηθιζόταν να δίνουνε την αμοιβή απευθείας στον θεραπευτή για τις υπηρεσίες του).

"Θα προσπαθήσω. Δεν πρέπει  ν αφήνουμε το σώμα του στη χώρα των Πεκούνι", είπε ο Παίρνει-πολλά, βγάζοντας ένα μικρό σακουλάκι από δέρμα αρσενικού ζώου από το πουκάμισό του.

Το μυαλό του Λύκου λειτουργούσε ακόμα, αλλά ήταν σχεδόν νεκρός. Η σφαίρα τον είχε βρει στο στήθος κι έτρεχε αίμα από το στόμα και τη μύτη του, όταν ο Παίρνει-πολλά άνοιξε το σακουλάκι του κι έβγαλε μια πρέζα απ’ Το-λουλούδι-που-δεν-τρώει-ο-βούβαλος και λίγο από ένα άλλο λουλούδι που δεν το ήξερα. Τα μάσηξε στο στόμα του και, πηγαίνοντας κατά κει που φύσαγε ο άνεμος, το φύσηξε πάνω στο στήθος του Λύκου. Περπάτησε ύστερα ένα τέταρτο γύρω του κάνοντας το ίδιο, ύστερα μισό γύρο, ύστερα τρία τέταρτα, μασώντας κάθε φορά ένα μέρος από τα δυο λουλούδια και φυσώντας τα πάνω στο Λύκο που ήταν ξαπλωμένος με την πλάτη και τα μάτια ανοιχτά. Ήξερα πως καταλάβαινε ό,τι γινόταν και έλπιζα μ’ όλη μου τη καρδιά πως θα γιατρευόταν....

Έκανα ένα βήμα μπροστά να τον βοηθήσω, αλλά ο Παίρνει-πολλά μου έκανε νόημα να μείνω ακίνητος και συνέχισε να οπισθοχωρεί με τα μάτια του τώρα καρφωμένα στα θολά μάτια του πληγωμένου άντρα, που γινόταν όλο και πιο φωτεινότερα , καθώς τεντωνόταν πάλι και πάλι, ώσπου στάθηκε αβέβαια στα πόδια του χωρίς βοήθεια.

Περπατούσαν αργά σε κύκλο, όταν ο Παίρνει-πολλά, χωρίς να κοιτάξει προς το μέρος μας, είπε: "Άνοιξε το πουκάμισό του". Όταν το έκανα, άκουσα την ανάσα του να σφυρίζει μεσ’ από την τρύπα που είχε ανοίξει η σφαίρα στο στήθος του. Έκανα πίσω και ο Παίρνει-πολλά, στέκοντας λίγο μπροστά απ’ αυτόν, είπε στο Λύκο να τεντώσει το κορμί του. Όταν το έκανε, μαύρο αίμα ξεπήδησε από την τρύπα στο χιόνι. Όταν έτρεξε κόκκινο αίμα, ο θείος μου το σταμάτησε με τα λουλούδια από το σακούλι του.

Ο Λύκος περπάτησε μόνος του ανάμεσά μας. "Είμαι καλά", είπε και οι καρδιές μας άρχισαν να τραγουδούν.

Απόστολος Σπυράκης




Σημ.: Oι μεταφράσεις είναι του Σωκράτη Σκαρτσή από τις εκδόσεις Καστανιώτη και της Ειρήνης Βρη από τις εκδόσεις Οδός Πανός.Το αφήγημα είναι από τις εκδόσεις Πρωτοπόρος, πάλι σε μετάφραση του Σκαρτσή.

Τετάρτη, 22 Μαρτίου 2017

"Κωλοδουλειά" του Γιάννη Μαυριτσάκη




Το μόνο που επιθυμώ είναι η ησυχία μου αλλά η ησυχία είναι τάφος και η ώρα μου ακόμα δεν έχει έρθει. Μέχρι τότε κάτι πρέπει να επιδιώκω.[1]
 
Ένα θεατρικό έργο γεμάτο εκπλήξεις, αυτό είναι η Κωλοδουλειά του Γιάννη Μαυριτσάκη. Ένας μονόλογος, (ή έστω κατ’ επίφαση διάλογος, δεδομένου η δεύτερη φωνή που ακούγεται προέρχεται από μηχάνημα) που κινείται μεταξύ ενδόμυχων σκέψεων και εκφερόμενων λέξεων σε μια παράδοξη ισορροπία ονείρου. 

Ένα κείμενο σκοτεινό και βίαιο στις λέξεις, ή μάλλον ακριβέστερα στις σκέψεις που γεννιούνται και αποκτούν περίγραμμα σε μια ομίχλη επανάληψης, η Κωλοδουλειά φαίνεται αρκετά νωρίς ότι θα οδηγήσει τον αναγνώστη-θεατή σε δρόμους που συνήθως έχουμε την τάση να αποφεύγουμε. Υπάρχει βία στις εικόνες και ακόμα περισσότερο στις επιθυμίες και πιο συγκεκριμένα στις ζωτικές, και όχι τυχαία: ο συγγραφέας επικεντρώνεται στην τροφή του σώματος μέσω του φαγητού και της σεξουαλικής επαφής. Τόσο η μία ανάγκη όσο και η άλλη συναντιούνται σε ένα κοινό φάσμα που οριοθετείται από το τρίπτυχο ταχύτητα/αποτελεσματικότητα/αποδοτικότητα. Τόσο το φαγητό όσο και το σεξ απεικονίζονται σαν εισβολή στο σώμα που ένω αναγνωρίζει την βιαιότητα, κατά μια έννοια την αποδέχεται και κατά μια άλλη οριακά την αποζητά: τότε η παθογένεια αλλάζει ροπή και οι σχέσεις ισχύος αντιστρέφονται. 

Ο παραλληλισμός ανάμεσα στην πείνα για γρήγορο φαγητό και την πείνα για γρήγορο και αποτελεσματικό σεξ είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρων γιατί μεταξύ άλλων λειτουργεί σε περισσότερα από ένα επίπεδα: σε ένα ταχυφαγείο οι ανάγκες του σώματος καλύπτονται όσο πιο γρήγορα γίνεται αλλιώς η αποδοτικότητα δέχεται πλήγμα. Σ’ αυτό το σημείο εισβάλλει μια σεξουαλικότητα «στοχευμένη», απογυμνωμένη από ανθρώπινη επαφή, μια σεξουαλικότητα με γάντια όπως αυτά που είναι υποχρεωμένη να φοράει η βοηθός όταν αγγίζει τρόφιμα, και οι δύο «πείνες» συναντιούνται για να διαγράψουν παραλληλες πορείες. 

Η απουσία συμβατικών σκηνικών επεξηγήσεων (δεν υπάρχουν κοψίματα με σκηνές και πράξεις) αναγκάζει τον θεατρικό χώρο και χρόνο σε μια μη-αναμενόμενη «διαρρύθμιση» που όμως λειτουργεί πολύ καλά. Από την πρώτη λέξη μέχρι την τελευταία, το κείμενο κινείται σε απόλυτα άκρα σαν ένα εκκρεμές χωρίς τριβή: μέσα στο όνειρο ή πιο σωστά μέσα στον εφιάλτη, η ηρωίδα καλείται να δώσει όνομα σε πράγματα που κινούνται ανάμεσα στην πραγματικότητα της κάθε μέρας και στο παράλληλο σύμπαν των ενδόμυχων σκέψεων. Το εξωτερικό περιβάλλον είναι κλειστό και αποκομμένο από τους άλλους ανθρώπους (πράγμα παράδοξο και σίγουρα ευφυές αν σκεφτεί κανείς ότι το σκηνικό είναι ένα φαστφουντάδικο), όπου όλοι κατασπαράζουν αλλήλους, όχι μέχρι να μείνει μόνο ένας όπως νομίζουν, αλλά τελικά μέχρι να μην μείνει κανείς. 

Τα όρια του χρόνου, του χώρου και της πραγματικότητας ρευστοποιούνται και το συναίσθημα της αγωνίας εγκαθίσταται για την ηρωίδα αλλά και για τον θεατή, συντριπτικό και αδυσώπητο. Δεν θα χαλαρώσει μέχρι το τέλος, αντίθετα, πριν το πάρει κανείς χαμπάρι θα μετατραπεί σε μια αίσθηση εγκλωβισμού που έχει όλα τα χαρακτηριστικά του τετελεσμένου. Η βοηθός αλλά και όσοι άλλοι αναφέρονται στο κείμενο, από συναδέλφους μέχρι πελάτες, είναι καταδικασμένοι να επιστρέφουν ξανά και ξανά στον τόπο του εγκλήματος χωρίς καμία δυνατότητα διαφυγής. Η επανάληψη των κινήσεων στη δουλειά και των σκέψεων που ξετυλίγονται στο μυαλό της ηρωίδας σαν σπιράλ είναι τόσο ακριβής που κατορθώνει να μηδενίσει τον χρόνο γιατί –έστω και συμβολικά- καταλύει τα σημεία εκείνα που θα οριοθετούσαν το πέρασμά του: όπως συχνά συμβαίνει στους εφιάλτες, ο χρόνος παγώνει, και μαζί του παγώνει και η όποια αντίδραση θα μπορούσε να έχει το άτομο, το σπιράλ των σκέψεων γίνεται σπιράλ του χωρόχρονου χωρίς αρχή και τέλος. Η αποδοτικότητα και η αποτελεσματικότητα στην παροχή των υπηρεσιών κέρδισαν τον αγώνα. 

Κρις Λιβανίου

ΥΓ. Η εξαιρετική εισαγωγή του Γιώργου Πεφάνη θα άξιζε ξεχωριστή ανάρτηση. Ας όψεται η έλλειψη χρόνου που στο τέλος θα μας φάει όλους ζωντανούς.


[1] σελ. 31.