Παρασκευή, 21 Ιουλίου 2017

Σφηνάκια Ιουλίου και καλό καλοκαίρι

"Ρου" της Μαριαλένας Σπυροπούλου


Στην αρχή τράβηξε το ενδιαφέρον μου ο τίτλος, δεν μπορούσα να τον καταλάβω, έτσι ξεκίνησε το διάβασμα. Ρου είναι το όνομα και πιο συγκεκριμένα το υποκοριστικό της ηρωίδας, παραπέμπει όμως ταυτόχρονα και στη ροή της ζωής της, που μετά από ένα ισχυρό σεισμό θα δεχτεί ένα τσουνάμι αλλαγών, τη μία πιο τρομακτική από την άλλη και θα προσπαθήσει να ισορροπήσει.

Υπάρχει αποσπασματικότητα, ειδικά στο πρώτο μισό του βιβλίου, που δεν αφήνει να εδραιωθούν οι βάσεις της κατανόησης του κειμένου, όμως όταν αυτό στη συνέχεια βελτιώνεται, η πλοκή και η κινηματογραφική ματιά της ηρωίδας κερδίζουν τον αναγνώστη, εξάπτοντάς του την περιέργεια και το κυριότερο την συμπάθεια και την κατανόηση.

Η Μαριαλένα Σπυροπούλου δημιουργεί μια ατμόσφαιρα φιλμ νουάρ στις κομβικές σκηνές μέσω του φωτισμού των συναισθημάτων αλλά και της αποσπασματικής αφήγησης: φωτίζει αρχικά τις γενικές γραμμές της ιστορίας και επανέρχεται αργότερα για να δώσει τις λεπτομέρειες ακριβώς την στιγμή που θα παίξουν τον καταλυτικό τους ρόλο. Τα γεγονότα δεν είναι απόλυτα πιστά στην χρονολογική τους σειρά, μετακινούνται λίγο μπρος-πίσω αυθύπαρκτα σχεδόν, για να επιτρέψουν στον αναγνώστη μια πιο σφαιρική προσέγγιση, για να του δώσουν μια συνολική –αν και συχνά διακεκομμένη- εικόνα των κινήτρων και των συμπεριφορών.

Για την ηρωίδα που αναγκάζεται ξαφνικά να επιβιώσει σε μια εντελώς καινούρια πραγματικότητα, τα ερεθίσματα της πρωτεύουσας θα αποδειχτούν ταυτόχρονα εφαλτήριο και πηγή αγωνίας. Θα επιχειρήσει να βρει τον εαυτό που θέλοντας και μη έμεινε στο νησί αλλά και την καινούρια εκδοχή του, αυτή μιας γενναίας γυναίκας, έτοιμης να μπει ξανά στην αρένα. Και αυτή τη φορά με τον αέρα του νικητή: οι παλιοι λογαριασμοί έχουν κλείσει.

Κρις Λιβανίου



"Το ξένο φως" του Χρήστου Μαρτίνη

Τα πιο ενδιαφέροντα πράγματα συμβαίνουν στον χώρο ανάμεσα. Ανάμεσα στη ζωή και τον θάνατο, το δόσιμο και την απάρνηση, το φως και το σκοτάδι. Στον χώρο ανάμεσα τοποθετεί τη συλλογή του και ο Χρήστος Μαρτίνης, ο οποίος επιστρέφει ολοένα στον ήλιο, που περιγράφεται διαδοχικά ως βαρύτατος, παράλυτος, σφαγιασμένος και απάνθρωπος. Άλλωστε το φως του δεν είναι εγγενές της Γης, είναι ξένο, όπως λέει και ο τίτλος της συλλογής. Είναι κάτι ξένο που φοράει τον μανδύα του οικείου, όπως το σώμα μας που δεν είναι παρά ένα σύνολο από στοιχεία τα οποία μπορούν να αφαιρεθούν με την ίδια ευκολία που αποσυναρμολογείται ένα μηχάνημα. Το σώμα είναι κάτι άλλο, κάτι ξένο από την ύπαρξη, κάτι που ο ποιητής δεν αισθάνεται δικό του και αυτό σε μία συλλογή όπου το ζήτημα της ιδιοκτησίας ανάγεται σε προσδιοριστικό στοιχείο ταυτότητας. 

Εκπληκτικό στο τέλος το παράρτημα «του καταραμένου» που δανείζεται από τα δημοτικά τραγούδια για να αφηγηθεί, με συγκλονιστικό τρόπο, έναν παλιό θρύλο της Αρκαδίας.




"Οδοιπόρος μιας εποχής" του Διονύση Κ. Μαγκλιβέρα

Στο νέο του βιβλίο που, όπως και τα προηγούμενα περιέχει δοκίμια με προβληματισμούς γύρω από μείζονα και ελάσσονα θέματα της ζωής των Ελλήνων, ο Διονύσης Μαγκλιβέρας αναπτύσσει τις σκέψεις του σε τρεις θεματικές ενότητες με τίτλους "στον κόσμο των πολιτών", "ο άνθρωπος κι ο χώρος" και "θέματα λογοτεχνίας".

Από την πρώτη ενότητα δεν λείπουν οι αναφορές στην εποχή των μνημονίων, στη μετάβαση από τον υπαρκτό σοσιαλισμό στον υπαρκτό καπιταλισμό, στην έλλειψη αξιοκρατίας και τη συνακόλουθη φαλκίδευση που υφίσταται η επαγγελματική σταδιοδρομία των Ελλήνων, αλλά και την έλλειψη συνέπειας, ενώ αίσθηση προκαλούν τρία δοκίμια περί λόγου και σιωπής. Στη δεύτερη ενότητα, ο συγγραφέας ασχολείται με πιο φιλοσοφικά ζητήματα, όπως αυτό της απώλειας, οι ανθρώπινες σχέσεις, η ερήμωση κεντρικών αθηναϊκών δρόμων που αντανακλά μια άλλου είδους ερήμωση κ.ο.κ. Η τρίτη ενότητα επιχειρεί απαντήσεις σε ερωτήματα όπως "τι είναι λογοτεχνία", "τι είναι συγγραφέας", "τι είναι δοκίμιο", αλλά και τι συνιστά ορθή λογοτεχνική κριτική.

Το μεγάλο ατού του βιβλίου είναι η γλώσσα του, απλή, βατή και κατανοητή, αλλά ταυτόχρονα γλαφυρή και ελκυστική.


Χριστίνα Λιναρδάκη



Και μετά από αυτά τα τελευταία καλοκαιρινά σφηνάκια, το στίγμαΛόγου κλείνει για διακοπές! Καλές βουτιές σε όλους και θα τα πούμε ξανά εδώ στις 10 Σεπτεμβρίου!




Τετάρτη, 19 Ιουλίου 2017

"Τείχη βουνό" του Γιάννη Πετράκη

Ποίηση. Ή μήπως όχι; Τα Τείχη βουνό, η τρίτη συλλογή του Γιάννη Πετράκη, αποτελείται από 55 μικρά κείμενα που αξιώνουν ποιητικό ρόλο και αυτό γιατί είναι γραμμένα με αυθεντική ποιητική διάθεση. Θα μπορούσαν επίσης να θεωρηθούν μικρά δοκίμια ή φιλοσοφικοί στοχασμοί, τόσο ευθύβολοι είναι οι αφορισμοί με τους οποίους καταλήγουν τα περισσότερα, μετά τη βάσανο στην οποία τα έχει υποβάλει ο ποιητής, με την αιχμηρότητά του και το ευθύβολο του συλλογισμού του.

Αυτά που τον απασχολούν στη συλλογή είναι η φρικαλεότητα του κόσμου στον οποίο ζούμε (όταν το κυρίως πιάτο θα σερβίρεται στο ετήσιο δείπνο της λέσχης Μπίλντερμπεργκ, στην άλλη όχθη της ζωής δισεκατομμύρια υπάρξεις θα πλαγιάζουν νηστικές), η γελοιότητα που διέπει την ύπαρξή μας (στιχάκια οι άνθρωποι [...] που ομοιοκαταληκτούν στο χώμα) και η γενικότερη παραδοξότητα την οποία αναπαράγουμε σαν να ήταν μια υπόθεση που δεν μας αφορά (όλβιοι εμείς κάθε πρωί ξυπνάμε με τη γεύση του λωτού στο στόμα).

Ο  κοινωνικός προβληματισμός είναι ένας από τους δύο βασικούς θεματικούς άξονες της συλλογής και παραδίδεται στον αναγνώστη με δύο τρόπους: μέσα από την ποιητικότητα και μέσα από το χιούμορ. Όσον αφορά τον πρώτο, κρίνεται απολύτως επιτυχημένος (Καυσαέρια πληρώνουν τα πνευμόνια της πόλης [...] Ο πολιτισμός μετράει το μπόι του σε οκτάνια [...] Οι αφέντες αποδίδουν μονοξείδιο του γελοίου στο "Χάλκινο γένος" ή στο "Συστατικά": Κάθε μεγαλόπρεπη πολιτεία χρειάζεται τα περιστέρια στις πλατείες της να ραμφίζουν τα άγχη της [...] χρειάζεται και τριγύρω βουνά, να περιορίζουν κάπως την κηλίδα της στο στερέωμα). Όσον αφορά τον δεύτερο, είναι αρκετές οι περιπτώσεις που το χιούμορ δεν καταφέρνει να μεταλλαχθεί σε ειρωνεία ή σαρκασμό, παράγοντας ένα αμφίβολο αποτέλεσμα (αχόρταγα κατάπινε μυστικά κι απόκρυφα και μεγάλωνε [...] Μια τεράστια κλειδαρότρυπα τώρα στη μέση του έρημου τοπίου, που κανένα κλειδί δεν μπορεί να ξεκλειδώσει τα μυστικά της. Μια κλειδαρότρυπα που υποφέρει από δυσπεψία και μοναξιά).

Ο δεύτερος βασικός θεματικός άξονας είναι ο ψυχισμός του ανθρώπου σε έναν κόσμο που τον μάχεται και τον καταργεί, σε έναν κόσμο όπου ο άνθρωπος όχι μόνο νιώθει, αλλά και αποδεικνύεται πολύ λίγος. Εδώ ο Γιάννης Πετράκης δίνει ωραία λυρικά δείγματα:

Επούλωση
Έμεινα πάλι συντροφιά με τα ολοπόρφυρα σύννεφα του δειλινού. Βαμβάκι με ιώδιο στις πληγές άλλης μιας μέρας.

Ο γέρος
Γέρος πια, παραδομένος στις ορέξεις του χρόνου, στης ύπαρξής του την τελευταία διαδρομή, κι έπεφταν τα δάκρυα από τις τρύπιες τσέπες της ψυχής του σαν βότσαλα, αποσιωπητικά γεμίζοντας την τελευταία παράγραφο της ζωής του.

Πότε δαγκώνοντας και πότε με τρυφερότητα, ο Γιάννης Πετράκης μας ξεναγεί με εντιμότητα σε μια εκδοχή της ζωής την οποία βάζουμε συνήθως στην άκρη γιατί έτσι βολεύει, μια εκδοχή που τον πληγώνει και την ελαφροπερπατά, μη διστάζοντας ωστόσο να πατήσει δυνατά πάνω στις συμφορές και τα δεινά της. Τα Τείχη βουνό του είναι μια συλλογή που θα σας κάνει να περάσετε τόσο δύσκολα διαβάζοντάς την, όσο δύσκολο θα είναι να μείνετε αδιάφοροι στα μηνύματά της.

Χριστίνα Λιναρδάκη

Δευτέρα, 17 Ιουλίου 2017

"Πάνω σε μια χορδή" του Χρήστου Τουμανίδη και "Τετρακτύς - Η τετραλογία του ταξιδευτή" του Κώστα Στεφανόπουλου

Σπανίως γράφω για δύο ποιητές σε μία ανάρτηση, ελλείψει όμως χρόνου, απουσία της Κρις Λιβανίου, η οποία έφυγε νωρίτερα για διακοπές, και καθώς πλησιάζει απειλητικά το τέλος σεζόν για το στίγμαΛόγου, αποφάσισα να το κάνω άλλη μια φορά. Ελπίζω να με συγχωρήσουν οι ποιητές και να το χαρούν οι αναγνώστες.

"Πάνω σε μια χορδή" του Χρήστου Τουμανίδη

Πιστός στην πολύ μικρή φόρμα ο Χρήστος Τουμανίδης, που θεωρείται κορυφαίος ειδικός του χαϊκού στην Ελλάδα, προτιμά να αποκαλεί τα ποιήματά του δεκαπεντασύλλαβα μονόστιχα. Στο Πάνω σε μια χορδή παρουσιάζει 63 τέτοια μονόστιχα, τα οποία συνοδεύονται από έξι σχέδια της Ευθυμίας Ζάχου. Ας σημειωθεί ωστόσο ότι τα μονόστιχα που συμπεριλαμβάνονται στη συγκεκριμένη συλλογή όντως έλκουν από την ελληνική παράδοση και κατά καιρούς θυμίζουν δημοτικά τραγούδια, κυρίως λόγω της θεματικής τους και της διαπραγμάτευσής της. Επομένως ορθώς επιμένει να αποκαλεί δεκαπεντασύλλαβα μονόστιχα τα συγκεκριμένα.

Σημαντικός είναι ο τρόπος παρουσίασης των μονόστιχων: σε κάθε σελίδα παρουσιάζονται δύο, τα οποία δρουν συμπληρωματικά, δηλαδή το ένα επηρεάζει την κατανόηση του άλλου, με αποτέλεσμα να εδραιώνεται ένας άτυπος διάλογος μεταξύ τους. Ένα παράδειγμα:

11: Η Φωτεινή μου, μες στο φως, ολοένα σκοτεινιάζει…
12: Ξημέρωμα στη Λιθαριά και βράδυ στην Αθήνα.


Ή

13: Πάνω στην πέτρα, ένα πουλί κατάργησε τον χρόνο.
14: Κάπου μακριά ο κεραυνός απόθεσε τ’ αυγά του.


Ερημιά, ελπίδα, ομορφιά, φως, ελευθερία είναι μερικά μόνο από τα θέματα στα οποία στάθηκε η ευαισθησία του Χρήστου Τουμανίδη σε αυτή την τρυφερή συλλογή, με την οποία καταφέρνει για άλλη μια φορά να συγκινήσει τον αναγνώστη.


"Τετρακτύς - Η τετραλογία του ταξιδευτή" του Κώστα Στεφανόπουλου

Με το τέταρτο βιβλίο «λόγος δ΄: ως επί πτερύγων αετού» κλείνει την τετραλογία του ταξιδευτή ο εκδότης του λογοτεχνικού περιοδικού νέα σκέψη και γνωστός ποιητής Κώστας Στεφανόπουλος. Το ποιητικό ιδίωμα του κ. Στεφανόπουλου εντάσσεται υφολογικά σε παλαιότερη γενιά ποιητών, ωστόσο διατηρεί ατόφια την ποιότητά του, χωρίς να διαπραγματεύεται το περιεχόμενο.

Το ταξίδι είναι κεντρικό στην τετραλογία, είναι μια φιλοσοφία και ένας τρόπος ζωής που αντανακλά το μεγαλύτερο στοίχημα όλων: την αναζήτηση της αλήθειας, στην ύπαρξη της οποίας ο ποιητής πιστεύει ακράδαντα. Ο ταξιδευτής στην πορεία γίνεται αλχημιστής, δηλαδή παρατηρητής της πραγματικότητας, την οποία τέμνει στα συστατικά της για να τα μετουσιώσει στη συνέχεια, να τα μετασχηματίσει σε αυτό που έχει αξία: την επίγνωση. Την επίγνωση που με την έλευσή της φέρνει την τελείωση. Το κάνει αυτό με εφόδια την υπερβατικότητα, το χριστιανικό ήθος και την αρετή.

Από τους ψηλούς γκρεμούς από τους οποίους ατενίζουμε τη σημερινή πραγματικότητα στη ζωή και στην ποίηση, βλέπουμε το ποιητικό αποτέλεσμα της Τετρακτύος με ειλικρινή συμπάθεια.

Χριστίνα Λιναρδάκη

Ένα ποίημα από τη συλλογή:

Στου φεγγαριού τ’ ακρογιάλι

Απαλό μελτέμι φέρνει
Τους νυκτόβιους θορύβους
Που συντροφεύουν κι απόψε
Τ’ ανεκπλήρωτα όνειρα
Αυτών που αντιστέκονται.

Κι όμως, δεν είμαστε μόνοι·
Στο πέρασμα των αγγέλων,
Η μαγεία του έρωτα
Στιγμιαία, αιωρείται
Φωτίζοντας το σκοτάδι
Στους ναυαγούς των ονείρων.

Μια υπόσχεση καλπάζει
Στο ολόλευκο άλογο
Των παιδικών μας ονείρων,
Ο χρόνος αλλάζει τον κόσμο
Και χωρίς την εξουσία·
Κι αυτό, πιστώνεται στη ζωή.




Παρασκευή, 14 Ιουλίου 2017

Ένα απρόσμενο Νόμπελ σε έναν σπουδαίο τραγουδοποιό που σημάδεψε μία εποχή




Στον άνεμο πετάει

(μετάφραση: Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης)


Πόσους δρόμους πρέπει ένας άντρας ν’ ακολουθήσει
Προτού σαν άντρα μπορεί κανείς να τον ορίσει;
Σε πόσες θάλασσες πρέπει ένα περιστέρι λευκό να αρμενίσει 
Προτού στην άμμο πάει γλυκά για να καθίσει; 
Ναι, και πόσες φορές θα βροντήσουν τα κανόνια 
Προτού τα θάψουμε για πάντα μες στα χιόνια; 
Η απάντηση, φίλε μου, σαλεύει και σκιρτάει 
Η απάντηση, φίλε μου, στον άνεμο πετάει.


BOB DYLAN, “Blowin’ in the Wind”

Ο Μπομπ Ντίλαν (πραγματικό όνομα Ρόμπερτ Άλλεν Ζίμμερμαν), γεννήθηκε το 1941 στο Ντούλονθ της Μινεσότα των ΗΠΑ. Από μικρή ηλικία καταπιάστηκε με την ποίηση και την μουσική. Έχει λάβει 13 φορές το βραβείο Grammy. Έχει επίσης τιμηθεί με  Όσκαρ και Χρυσή σφαίρα. Στο βιογραφικό του καταγράφεται ένα βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας το 2016, απρόσμενο και για τον ίδιο. Η ύψιστη διάκριση των «αθανάτων» της Σουηδικής Ακαδημίας για τον κόσμο των γραμμάτων, προκάλεσε μεγάλη έκπληξη. Η πλειονότητα των ανθρώπων των γραμμάτων, της τέχνης, των μέσων κοινωνικής δικτύωσης συμφώνησε ότι η απονομή του Νόμπελ στον Ντίλαν ήταν μια από τις δικαιότερες επιλογές. Δεν έλειψαν όμως και οι αντιπαραθέσεις από μερικούς που καταλογίζουν ότι η Σουηδική Ακαδημία ξέφυγε κατά πολύ από τον «κλασικό κανόνα» ίσως για πρώτη φορά στην ιστορία του 115χρονου θεσμού των Νόμπελ λογοτεχνίας. Προφανώς το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας 2016 είναι μια στροφή στην «νεωτερικότητα», αλλά όμως φανερώνει και την καταλυτική επίδραση ενός ποιητή της εποχής μας που, μέσα από την μουσική του, διαμόρφωσε τη σύγχρονη αγγλοσαξονική, και όχι μονάχα, κουλτούρα.

Αξίζει να σημειωθεί η διαφορετική άποψη έγκριτου μουσικοκριτικού πρωινής αθηναϊκής εφημερίδας για τη βράβευση του Μπομπ Ντίλαν: «Του αξίζει κάθε τιμή για την τέχνη της τραγουδοποιίας και εάν υπήρχε Νόμπελ Μουσικής θα έπρεπε να του είχε δοθεί εδώ και πολλά χρόνια. Είμαι επιφυλακτικός για το Νόμπελ Λογοτεχνίας, το οποίο υπάρχει για να βραβεύει μια άλλη εξίσου επίπονη και δημιουργική τέχνη που ο Μπόμπ Ντίλαν ποτέ δεν εξάσκησε».

Το «φαινόμενο Μπόμπ Ντίλαν» αναλύει διεξοδικά και με νηφαλιότητα σε βιβλίο του ο ποιητής και συγγραφέας Γιώργος Ίκαρος Μπαμπασάκης (εκδόσεις Μεταίχμιο). Το έργο αυτό εξετάζει πτυχές του βίου και εκφάνσεις της τέχνης του μεγάλου δημιουργού, ενώ ρίχνει φως σε γνωστές και άγνωστες πτυχές της ζωής του. Υποστηρίζει ότι ο Ντίλαν είναι ένας σημαντικός χρονικογράφος του 20ου αιώνα επιχειρεί τολμηρές συσχετίσεις με σπουδαίες προσωπικότητες όπως ο Άλλεν Γκίνσμπεργκ και Χένρυ Μίλερ. Το βιβλίο κοσμείται από μαυρόασπρες φωτογραφίες και ένα έγχρωμο ένθετο με εξώφυλλα δίσκων που υπογράφει η φωτογράφος Μάριλη Ζάρκου. Η γνωριμία του Μπαμπασάκη με τον Ντίλαν έρχεται από μακριά, ήδη από την παιδική ηλικία του συγγραφέα. Μαθητής αγοράζει το πρώτο άλμπουμ Desire, ένας δίσκος που του άλλαξε τη ζωή.

Ο θρύλος που δημιουργήθηκε γύρω από το όνομά του οφείλεται κατά κύριο λόγο σε εκείνο που ο Orson Welles ονομάζει «χαρακτήρα». Είναι μια έννοια που υπερβαίνει το ταλέντο. Ο αέρας και η γοητεία που αποκτά ένα πρόσωπο μέσα από τον τρόπο ζωής του, μέσα από τις αποφάσεις του, μέσα από το πώς αντιμετωπίζει την κοινωνία όπου κινείται. Αλλά και ο βίος του υπήρξε ζωντανός και πολυτάραχος. Το όνομά του συνδέθηκε στενά με πολιτικές κινητοποιήσεις, εξεγέρσεις, αλλά και με σκάνδαλα και συμβιβασμούς. Μια προσωπικότητα που σημάδεψε κρίσιμες στιγμές της σύγχρονης ιστορίας. Ο Ντίλαν, όπως τονίζει ο Μπαμπασάκης στο βιβλίο του, είναι ένας ποιητής, επηρεασμένος από τους μεγάλους συμβολιστές ποιητές (Μπώντλαιρ, Ρεμπώ, αλλά κυρίως από τον Τ.Σ. Έλιοτ). Η δύναμη των στίχων του, η μαγεία της μουσικής αλλά και η ζωγραφική του μετουσιώνουν τον γύρω κόσμο του σε καθαρή ποίηση.

Είναι αλήθεια πως ο Ντίλαν άλλαξε τη ζωή χιλιάδων ανδρών και γυναικών τη δεκαετία του ’60 αλλά και τις επόμενες δεκαετίες. Είναι κάτι περισσότερο από εκφραστής της εποχής μας. Και ασφαλώς είναι κάτι περισσότερο από θρυλικός τραγουδοποιός. Ο Μπόμπ Ντίλαν είναι ποιητής, είναι η φωνή των καιρών μας.

Τελειώνοντας το μικρό αφιέρωμα στη βράβευση του Μπόμπ Ντίλαν, ας θυμηθούμε παλαιότερη δήλωση του φίλου του μεγάλου Αμερικανού ποιητή Αρτσιμπάλντ ΜακΛίς (1892-1982) για το έργο του Ντίλαν: «θα αποτελέσει την λυδία λίθο για τις επόμενες γενιές, ο Ντίλαν είναι ένας μεταπολεμικός ποιητής της εποχής του σιδήρου, έχει κληρονομήσει κάτι μεταφυσικό από περασμένες εποχές».

Λουκάς Θεοχαρόπουλος

Τετάρτη, 12 Ιουλίου 2017

"Όλα μπορούν να συμβούν μ' ένα άγγιγμα" της Μαρίας Κουγιουμτζή



Τα συναισθήματα που μου προκάλεσε η συλλογή διηγημάτων Όλα μπορούν να συμβούν μ’ ένα άγγιγμα είναι ανάμεικτα, και μάλιστα σε ίσες δόσεις. Όταν τελείωσα την ανάγνωση των πρώτων δύο, είχα αποφασίσει να μην γράψω γι αυτήν, αλλά επειδή από καθαρή «επαγγελματική διαστροφή» δεν αφήνω βιβλίο στη μέση, στην πορεία τα πράγματα άλλαξαν. Και ευτυχώς που συνέχισα το διάβασμα γιατί έτσι είδα κείμενα πολύ ενδιαφέροντα δίπλα σε άλλα αδιάφορα εντελώς, κείμενα σε έντονη γραφή και με καταλυτική εσωτερική ενέργεια δίπλα σε κάποια άλλα για τα οποία δεν μπόρεσα να βρω τον παραμικρό λόγο ύπαρξης. Και αναρωτιέμαι: Πώς γίνεται ένας άνθρωπος να γράφει ένα διήγημα σαν το «Ένα ακόμα βράδυ στο δρόμο»[1] και μετά ένα άλλο όπως το «Οι παίχτες»[2] που στερείται όλων των θετικών στοιχείων που έχουν διαφανεί πρωτύτερα; Μέγα μυστήριο. 

Το πρώτο στοιχείο που διαφεντεύει το σύνολο της συλλογής: η βία, η βιαιότητα στις λέξεις και στις συνθήκες που μας περιβάλλουν όλους, ακόμα και στις σκέψεις. Πρόκειται όμως για βία που η συγγραφέας δεν φοβάται ούτε να αντικρύσει ούτε να εκθέσει στα μάτια του αναγνώστη, είναι μια βία της καθημερινότητας, υπαρκτή, αμείλικτη και πλήρως συνηθισμένη. Βιαιότητα της κάθε μέρας, αυτή που τελικά συνηθίζουμε, ακυρώνοτας έτσι την ίδια της την δύναμη. Κατά συνέπεια δεν την μετατρέπει σε μελόδραμα ίσα ίσα για να δρέψει έντονες αντιδράσεις εκ μέρους του αναγνώστη αλλά την αφήνει εκεί να κείτεται μπροστα στα μάτια του, κι εκείνος ας την κάνει ό,τι θέλει. Εκείνη την προσπερνάει και φεύγει. 

Μου έκανε εντύπωση το γεγονός ότι πρόκειται για ένα βιβλίο που συγκεντρώνει κείμενα που κινούνται στα άκρα, όλα γραμμένα από τον ίδιο άνθρωπο. Η δομή τους, η έκταση, η εξέλιξη είναι άρτιες τόσο στα καλά όσο και στα λιγότερο καλά κείμενα, η τεχνική δηλαδή είναι παρούσα και δεν αφήνει κενά και απογοητεύσεις. Κατά τη γνώμη μου η πρωτοτυπία δεν έγκειται στη θεματολογία, ούτε καν στις ιδιαιτερότητες της γραφής, αλλά στον τρόπο που η πραγματικότητα καταλαμβάνει το χώρο, και χρίζει εαυτόν σημείο αναφοράς. Οι σχέσεις των ανθρώπων δείχνουν χτισμένες πάνω στο δίπτυχο «σύγκρουση-αναδίπλωση» χωρίς περιθώρια απόδρασης από αυτόν τον φαύλο κύκλο και σε μια αέναη προσπάθεια επιβολής έστω και στο τέλος, έστω και όταν είναι όλα οριστικά χαμένα. Συγκρούονται με τις λέξεις αλλά και με τα συμβαίνοντα, συγκρούονται με τα σώματά τους γυμνά κι εκτεθειμένα, συγκρούονται και με τον ίδιο τους τον εαυτό, με τις πιο βαθιές τους σκέψεις. 

Η επιτυχία της Μαρίας Κουγιουμτζή έγκειται ίσως εκεί, στο ότι οι άνθρωποι που βλέπει και αποτυπώνει στα κείμενά της μπορεί να μην έχουν αυταπάτες αλλά ταυτόχρονα δεν έχουν και αναστολές: προχωρούν σε ευθείες πορείες και επιβιώνουν σε μια πραγματικότητα που δεν κάνει τίποτα για τους βοηθήσει. 

Κρις Λιβανίου


[1] σελ. 83
[2] σελ. 165

Δευτέρα, 10 Ιουλίου 2017

«Περασμένη χώρα» της Βικτώριας Κουκουμά

Η Περασμένη Χώρα της Βικτώριας Κουκουμά είναι μια συλλογή που ξεκινά από τον επίλογο (έτσι ονομάζεται το εναρκτήριο ποίημα) και διαβάζεται με όλους τους πιθανούς τρόπους (από το τέλος προς την αρχή, από την αρχή προς το τέλος, από τη μέση προς οπουδήποτε) χωρίς να αλλάζει η ατμόσφαιρά της και η αίσθηση που δημιουργείται στον αναγνώστη. Σήμερα οι περισσότερες συλλογές που γράφονται είναι προϊόντα προσεγμένης «σκηνοθεσίας», έτσι η ικανότητα αναπαραγωγής της ίδιας αίσθησης παντού και η δυνατότητα ανάγνωσης των ποιημάτων προς όλες τις κατευθύνσεις με το ίδιο αποτέλεσμα είναι δυνατά σημεία.

Σε αυτό το πρώτο της βιβλίο, η Κουκουμά καταπιάνεται κυρίως με ό,τι δεν λέγεται, ή μάλλον με ό,τι δεν μπορεί να λεχθεί: με εκείνο που οι λέξεις δεν αρκούν όχι να το περιγράψουν, αλλά ούτε καν να το ονοματίσουν – κι έτσι μένει ανείπωτο. Όχι από συστολή ή κάποιο άλλο αίτιο, αλλά επειδή, μολονότι φαίνεται κοντινό και οικείο, είναι τόσο μακρινό και θολό που μένει απροσπέλαστο και εντέλει άγνωστο. Ο εαυτός δεν είναι μόνο το όριο ανάμεσα στον μέσα και τον έξω κόσμο, είναι το παρατηρητήριο, η βίγλα, από όπου ταμπουρωμένο το ποιητικό υποκείμενο παρατηρεί και τον έναν και τον άλλον κόσμο και τους βλέπει θαμπά:

Περνάω σύνορα
Πηγαίνω κι έρχομαι εκτός γραμματικής
    Αλλού
                Κάπου
                            Πουθενά


Το ποιητικό υποκείμενο και τα άλλα πρόσωπα που ζουν ανώνυμα στη συλλογή και που εμφανίζονται σαν συλλογικότητες πράγματι πηγαίνουν, προχωρούν. Προς «έναν τόπο, κάπου,/κι όλο να σκεπάζουμε τον ήλιο του μεσημεριού/με μια ελπίδα θαμπή, πως κάπου θα έχουμε φτάσει». Προχωρούν γυμνά, χωρίς προφύλαξη, «μόνο πόδια βουβά/να σέρνουν την αλήθεια». Γυμνά μπροστά στον κόσμο, την απώλεια, την έλλειψη, τον θάνατο, «απροστάτευτοι μπροστά στην ευτυχία», βαθιά ανέτοιμα για όλα, «στη μέση ενός χειμώνα/που δεν καταλάβαινε από σκεπάσματα». Προχωρούν από έναν κόσμο στον οποίο δεν ανήκουν («βουβές αξιώσεις ύπαρξης/εκεί όπου δεν ανήκω») προς έναν κόσμο δυστοπικό ή προς μια ουτοπία, έναν κόσμο που μένει άφατος, α-περίγραπτος, έναν χώρο που μόνο διαισθητικά ξέρουμε την ύπαρξή του, που μπορεί τελικά να είναι απλώς οφθαλμαπάτη.

Και σ’ αυτό που δεν ξέρουμε, από την εδώ πλευρά του άρρητου δηλαδή, ρυθμιστής είναι η μνήμη «σε κείνο το παλιό πηγάδι/της συνάντησης των αιώνων» και βασιλιάς η σιωπή, «με κοίταζε η σιωπή των κοριτσιών/καθώς ταξίδευε πίσω μου». Από την εκεί πλευρά, «η μνήμη της φωνής», οι λέξεις. Όπου αρθρώνονται, οι λέξεις είναι υπερβατικές, αψηφούν τους φυσικούς νόμους, ανήκουν σε άλλη διάσταση, «πλανώνται χωρίς πτώση/στο άπειρο». Και δεν είναι οι άνθρωποι που μιλούν: είναι οι τόποι, είναι π.χ. «η θάλασσα που θέλει να μιλήσει». Οι άνθρωποι (μέσα σε αυτούς και το ποιητικό υποκείμενο) μόνο ακούν, αφουγκράζονται: «ακούω/τις σκιές που ζουν». Κάπου-κάπου γράφουν κάτι:

Σ’ ένα χαρτί μόνο έχουμε σπρώξει
Λίγα βήματα
Στο φως.


Όμως ο αναγνώστης έχει την αίσθηση πως βρίσκονται πάντοτε σε απόσταση. Σε απόσταση από τη ζωή, σε απόσταση από την πραγματικότητα, σε απόσταση από την αλήθεια, «σκεπασμένοι από το φως των χιλιομέτρων».

Πουθενά δεν υπάρχει ο τόπος
Μόνο τα λόγια του γυρνάνε πετώντας γύρω μας
Καθώς πηγαίνουμε
Κι εκείνο που θα δούμε
Βρισκόταν πάντα εκεί.


Στην Περασμένη χώρα της Βικτώριας Κουκουμά, οι άνθρωποι προχωρούν προς μια ζωή που νομίζουν να έχουν αφήσει πίσω τους, για να διαπιστώσουν πως τους έχει προ πολλού προσπεράσει.

Χριστίνα Λιναρδάκη

Παρασκευή, 7 Ιουλίου 2017

Κοχύλια του πελάγου - η ποίηση του Αλκαίου

Τα’ χω χαμένα με τη λύσσα των ανέμων
σωστή ανταρσία, κύμα από δω κυλιέται,
κύμα από κει, κι εμείς στη μέση
του μαύρου καραβιού πάμε κι ερχόμαστε,

σε τρικυμία μεγάλη παραδέρνοντας ·
ως τους αρμούς των καταρτιών η πλήμμυρα,
κουρελιασμένα τα πανιά, κι απάνω τους
οι σχισματιές θεόρατες, λασκάρανε
και τα σκοινιά…


Κύμα το κύμα απ’ τον αγέρα ορμάει και πάλι,
πολύ θα μας παιδέψει να τ’ αδειάσομε
κουβά- κουβά, που στο καράβι μέσα μπούκαρε…

Γρηγοράτε να πα ν’ ασφαλιστούμε
σ’ ένα λιμιώνα απανεμιάς ας δράμομε…


Σ’ αυτό τα απόσπασμα από ποίημα του Αλκαίου απεικονίζεται τη μάχη του αρχαίου ανθρώπου με τη φύση όπως συμβαίνει και στο παρακάτω όπου περιγράφονται σκηνές που θυμίζουν την πάλη του Οδυσσέα με τα κύματα:

Φουντάραν όλο το φορτίο, γιατί δεν άντεξε
το σκάφος τέτοιο σάλο στ’ ανοιχτά που πλέανε ·

κύμα βουερό χίμηξε απάνω και το χτύπησε
και με την άγρια τρικυμία και το δρολάπι
δεν μπορεί τώρα να τα βάλει, πάρα σ’ άφαντες
ξέρες έπεσε απάνω κι έγινε κομμάτια…


Η αγάπη του ποιητή για το θαλασσινό στοιχείο φαίνεται και στο παρακάτω κομμάτι που σώθηκε μέσα στη φθορά των αιώνων:

Της πέτρας και της θάλασσας, παιδί της αφρισμένης
τον νου μαγεύεις των παιδιών, κοχύλι του πελάγου.


Όμως δεν ήταν μόνο η θάλασσα που συγκινούσε τον Αλκαίο, στο "Τραγούδι του Έβρου" περιγράφει με απαράμιλλη ζωντάνια το ποτάμι που κατά τους μελετητές θα πρέπει να είχε δει από κοντά σε κάποιο από τα ταξίδι του:

Έβρο, είσαι το ομορφότερο ποτάμι,
όπως χύνεσαι περνώντας τον Αίμο στην πορφυρένια θάλασσα,
μες στη θρακιώτικη κατεβασιά σου με λαμπρούς
κρουνούς αφρίζοντας,

πάρα πολλές παρθένες και σε σένα τρέχουνε,
το δέρμα των χυτών μηριών τους με απαλότατα
δάχτυλα να δροσίσουν τα δικά σου απάνω τους
σαν λάδι μαλακά
νερά σου χύνοντας.

Σ’ αυτό εδώ το σπάραγμα μιλά για κάποια άγνωστα πουλιά που αντίκρισε και του προκάλεσαν εντύπωση φοβερή:

Τι πουλιά είναι αυτά που από του ωκεανού φτάσαν τα πέρατα,
με παρδαλές τις τραχηλιές κοκκινοπούλια ανοιχτοφτέρουγα;


Από τα λίγα στοιχεία που μας έχουν σωθεί γνωρίζουμε ότι ο ποιητής έζησε στη Λέσβο σε μια εποχή κατά την οποία το νησί διένυε περίοδο ακμής, γεγονόςπου εξηγεί και την εμφάνιση ποιητών όπως ο Τέρπανδρος και ο Αρίων και κατόπιν ο Αλκαίος και η Σαπφώ που φαίνεται ότι έζησαν το ίδιο χρονικό διάστημα, μάλιστα σώζεται κι ένα ποίημα με έναν διάλογο ανάμεσά τους. Οι κάτοικοι των νησιών του Αιγαίου, ειδικά αυτών που είναι πολύ κοντά στη Μικρά Ασία, είχαν από πάντα στενές επαφές με τους πολιτισμούς που αναπτύχθηκαν στην Ανατολή και αποτέλεσαν την κοιτίδα του παγκόσμιου πολιτισμού. Η περίοδος δημιουργίας του Αλκαίου σφραγίστηκε από τους κοινωνικούς αγώνες που έλαβαν χώρα στο νησί της Λέσβου και ο ποιητής εξαιτίας της αριστοκρατικής καταγωγής του βρέθηκε στο επίκεντρο της διαπάλης του εξελίχθηκε. Αναγκάστηκε να ζήσει για χρόνια στην εξορία υπηρετώντας όπως και ο Αρχίλοχος ως μισθοφόρος και το πολεμικό στοιχείο είναι έντονο στα λεγόμενα "στασιωτικά" του ποιήματα όπως "Η αίθουσα των όπλων" που φέρνει στο νου ομηρικές περιγραφές:

Το μέγα δώμα αστράφτει από το χάλκωμα
κι είν΄ όλη καταστόλιστη ως απάνω η στέγη,
έτοιμη για τη μάχη, με τα κράνη ολόλαμπρα
απ’ τα λοφία στην κορφή ολόλευκες
τις αλογίσιες φούντες νεύοντας,
της κεφαλής τ’ αντρός αγλάισμα, κι ολόγυρα
ριγμένα στους πασσάλους να τους κρύβουν χάλκινα
γυαλιστερά αντικνήμια, της πικρής σαγίτας η άμυνα.
Ντυμένοι με λινάρι της χρονιάς οι θώρακες
κι οι κουφωτές ασπίδες καταγής σωρεύονται
εκεί χαλκιδικά σπαθιά, εκεί πάμπολλα
κοντά αναζώσματα, αλαφροί χιτώνες.
Να τ’ αντιβλέψεις δε μπορείς, αφού όλοι είμαστε
Ξεσηκωμένοι τώρα επί ποδός πολέμου.


Καλωσορίζοντας τον αδερφό του Αντιμενίδα,  που επέστρεφε από ταξίδι μακρινό όπου είχε πάει να ενισχύσει τον θρυλικό βασιλιά της Βαβυλώνας Ναβουχοδονόσορα στις εκστρατείες που κατέληξαν στην αιχμαλωσία της Ιερουσαλήμ τον Μάρτιο του 597 π.Χ., ο ποιητής έγραψε:

Από της γης τα πέρατα ήρθες, φιλντισένια
λαβή χρυσόδετη είχε το ξίφος σου…
Πολεμώντας με τους Βαβυλωνίους που ΄ναι τα σπίτια τους
με τετραπίθαμα λιθάρια στεγασμένα·
μεγάλη αντραγαθία εκεί αντραγάθησες,
πολεμιστή θεόρατον σκοτώνοντας
που μια παλάμη τού ΄λειπε για να ΄χει
πέντε βασιλικούς πήχες παράστημα.


Για τον Αλκαίο που πήρε μέρος σε μάχες φονικές και ήξερε από πόλεμο αυτό που προστατεύει μια πόλη δεν είναι τα τείχη της:

Ούτε κάστρα καλόχτιστα, ούτε κάστρων
αγκωνάρια καλά αρμολογημένα,
στενά για τα καρτέρια ή τα καρνάγια
της πολιτείας, μον’ άντρες της χρειάζονται
παραστάτες της να ΄ναι χεροδύναμοι.


Ήξερε όμως ο ποιητής πώς ν’ αντιμετωπίζει τις κακοτυχίες της ζωής, για παράδειγμα τον χειμώνα που έπεφτε δριμύς εκείνα τα χρόνια :

Ο Δίας βρέχει, βαρυχειμωνιά στα ουράνια,
κρούσταλλα των νερών τα κατεβάσματα
… εδώ κι εκεί


Βάλε τον κάτω το χειμώνα, σώριασε
ξύλα στη φωτιά, κι άσε να τρέξει αλόγιστα
μελί κρασί στις κούπες, κι έτσι ανάλαφρα
στα μαξιλάρια το κεφάλι ανάγειρε.


Κι όσο για το καλοκαίρι που βασάνιζε από την αρχαιότητα τους ανθρώπους αυτού εδώ του τόπου,  ειδικά την εποχή των κυνικών καυμάτων, ο Αλκαίος έχει τη λύση:

Μούσκεψε τα πνευμόνια σου με κρασί,
τώρα που πήγε ψηλά το αστέρι,
και η εποχή είναι σκληρή, κι όλα διψούν μες τη κάψα…
όταν απλώνεται το φλογερό καλοκαίρι και ξεραίνει ένα γύρο τα πάντα…
ο χρυσός θάμνος ανθεί ·
τώρα οι γυναίκες είναι χειρότερα παρά ποτέ,
και οι άντρες αδύναμοι,
γιατί ο Σείριος τους στραγγίζει κεφάλια και γόνατα…
Ας πίνομε, γιατί κι ο Σείριος τώρα μεσουράνησε.



Απόστολος Σπυράκης



Βιβλιογραφία:

  • Γιαννης Δάλλας, "Αρχαίοι Λυρικοί, μέρος Β΄, Μελικοί", Εκδόσεις ΑΓΡΑ.
  • Σωτήρης Κακίσης, "Αλκαίος, τα ποιήματα", Εκδόσεις της Εστίας.
  • C. M. Bowra, "Αρχαία ελληνική λυρική ποίηση", Εκδόσεις του Μορφωτικού Ιδρύματος της Εθνικής Τραπέζης, μετάφραση Ι. Ν. Καζάζης.

Τετάρτη, 5 Ιουλίου 2017

"Λίγες και μία νύχτες" του Ισίδωρου Ζουργού



Στον συγκεκριμένο συγγραφέα έχω μια ελαφριά αδυναμία μετά την Αηδονόπιτα που είχε γράψει πριν κάποια χρόνια, μια αδυναμία που συνήθως μεταφράζεται σε μια ανυπομονησία να φτάσει η σειρά του βιβλίου για να το διαβάσω. Όταν είχα γράψει την παρουσίαση της Αηδονόπιτας για την Ομπρέλα κάποια χρόνια πριν, είχα εκφράσει στον Μάκη τον Αποστολάτο τον θαυμασμό μου για το βιβλίο, τον οποίο δεν είχε συμμεριστεί ιδιαίτερα. Πάνε τόσα χρόνια που έχουμε κάνει αυτή τη συζήτηση, και αρκετά που έχει πεθάνει και δεν μπορούμε να την ξαναπιάσουμε από εκεί που την είχαμε αφήσει, αλλά έχουν ένα τρόπο οι επιφυλάξεις του να με ακολουθούν ακόμα. Μισοχαμογελώντας. 

Όλος αυτός ο πρόλογος για να πω ότι το Λίγες και μία νύχτες δεν είναι ένα κακό μυθιστόρημα, τουναντίον. Είναι καταρχάς εκτενές, ιστορικό σε ένα μεγάλο βαθμό, με ισχυρές κοινωνικές λαβές και πολιτιστικά στοιχεία μιας εποχής που έχει πια χαθεί στη μνήμη, και διαβάζεται παραπάνω από ευχάριστα. Στο μυαλό μου ο Αποστολάτος συνεχίζει να χαμογελάει διακριτικά. Η ενδελεχής έρευνα που έχει κάνει ο συγγραφέας είναι φανερή σε κάθε σελίδα, με αποτέλεσμα τα γεγονότα που διαδραματίζονται και το ευρύ ιστορικό πλαίσιο που καλύπτει το μεγαλύτερο μέρος του προηγούμενου αιώνα να βρίσκονται σε αρμονία. Παρόλη την έκτασή του, δεν υπάρχουν λάθη στην δομή του κειμένου ούτε ανισορροπίες, η ανάγνωση κυλάει απρόσκοπτα. 

Το ένα από τα δύο πράγματα που απόλαυσα προσωπικά στο συγκεκριμένο βιβλίο είναι το γεγονός ότι λόγω θεματικής και γεωγραφικής συγγένειας, στις σελίδες του ξανασυνάντησα ήρωες από το Ο θείος Αβραάμ μένει πάντα εδώ της Έλενας Χουζούρη (εδώ) που είχα διαβάσει και παρουσιάσει στο στίγμαΛόγου πρόσφατα, αλλά και από τον Έλληνα γιατρό (εδώ) της Καρολίνας Μέρμηγκα που είναι ένα από εκείνα τα κείμενα που δεν ξεχνάει κανείς εύκολα. Συγγραφείς και πλάσματα της φαντασίας και της –όποιας– πραγματικότητας συναντιούνται σε μια κοινή γη, την Θεσσαλονίκη, και το καθένα από αυτά διεκδικεί το δικό του μερίδιο στην ιστορία και τον αέρα της.

Το δεύτερο στοιχείο που με ξάφνιασε ευχάριστα είναι η εμφάνιση του Βασίλι Κάρλοβιτς Γιούγκερμαν στο έργο. Μαζί με τον Μιχάλη Καραμάνο που μνημονεύεται σε κάποια σημεία, χάρη στην πένα του Ζουργού ο Βάσιας βγαίνει στην σκηνή για ένα encore, κάνει μια τελευταία θεαματική είσοδο σε μια ιστορία, ακριβώς όπως το συνήθιζε στην πένα του Καραγάτση. Τα βιβλία που συνομιλούν μεταξύ τους είναι φαντασίωση αρκετών συγγραφέων καθώς και πολλών αναγνωστών (εμού συμπεριλαμβανομένης), και εδώ ο Ζουργός έχει καταφέρει να συμπεριλάβει στο δικό του μυθιστόρημα στοιχεία από άλλες γραφές και άλλες εποχές χωρίς να τις αφομοιώσει, ούτε να τις εξιδανικεύσει αλλά χαρίζοντάς τους μια θέση στην ιστορία του. Στο τέλος θα βγουν όλοι κερδισμένοι. 

Έλειψε το στοιχείο του αιφνιδιασμού, της αναπάντεχης περιπέτειας, αυτό είναι κατά τη γνώμη μου το μείζον αρνητικό στοιχείο στις Λίγες και μία νύχτες. Μια στρωτή γραφή που συνδυάζεται και ακόμα χειρότερα που ευθυγραμμίζεται με μία εξίσου στρωτή πλοκή μπορεί να δημιουργήσει ένα παράδοξο βάρος. Οι ήρωες παρόλα αυτά στέκονται γερά στα πόδια τους και ακολουθούν το πεπρωμένο τους χωρίς αξιοσημείωτες εσωτερικές διακυμάνσεις, και φτάνουν έτσι στο τέλος του προορισμού τους έχοντας επιτύχει να νικήσουν την αδράνεια της γραμμένης σελίδας: κατά τη γνώμη μου αυτό είναι μια ηχηρή νίκη. 

Η πλέον ενδιαφέρουσα και ίσως η μόνη ουσιαστική ανατροπή του έργου κρύβεται στο μόνο μέρος που δεν θα περίμενε κανείς: στο κομμάτι εκείνο της ιστορίας που διαδραματίζεται στο παρόν. Στο κομμάτι που δείχνει να είναι το πλέον προβλέψιμο και λείο, ο Ζουργός διαλέγει την κατάλληλη στιγμή για να ανάψει το φως και να επιτρέψει στον αναγνώστη αλλά και στον κατ’ εξοχήν ακροατή του έργου, τον Ορέστη, να δουν τα πράγματα όπως ήταν από την αρχή της αφήγησης, χωρίς σκιές. Η πρόσμιξη της μυθοπλαστικής φαντασίας με τη πραγματικότητα έστω και την μυθιστορηματική είναι εξαιρετικά επιτυχημένη, σ’ αυτά τα λίγα δευτερόλεπτα της απόλυτης έκπληξης τα όρια εξαφανίζονται για να δώσουν την θέση τους στην αυθεντική μαγεία μιας καλής ιστορίας και ο συγγραφέας επιτυγχάνει τον στόχο: το ενδιαφέρον και το ξάφνιασμα του αναγνώστη του στον μέγιστο βαθμό.

Για να τελειώσω όπως άρχισα, είμαι αναγκασμένη να αναγνωρίσω στον Μάκη Αποστολάτο ότι είχε δίκιο. Η Αηδονόπιτα μπορεί να είναι πραγματικά πολύ καλή χωρίς αυτό να σημαίνει ότι και τα υπόλοιπα έργα του Ισίδωρου Ζουργού είναι εξίσου. Θα επιμείνω παρόλα αυτά ότι διαβάζονται ευχάριστα και τουλάχιστον το Λίγες και μία νύχτες αναδίνει αυτό το γνώριμο άρωμα μιας πόλης που διασχίζει αγέρωχη την Ιστορία. 

Κρις Λιβανίου