Παρασκευή, 23 Δεκεμβρίου 2016

Χριστούγεννα σε Ανατολή και Δύση

Με αυτήν την ανάρτηση σας αποχαιρετούμε για την περίοδο των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς, αφού πρώτα σας δώσουμε ραντεβού για τις 9 Ιανουαρίου. Καλές γιορτές!!!


στίγμαΛόγου



ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΣΕ ΑΝΑΤΟΛΗ ΚΑΙ ΔΥΣΗ

Άστρον ήδη ανατέταλκεν εκ φυλής Ιούδα,
όπερ επιγνόντες βασιλείς κινήσεις ανατολών ποιούνται,
και φθάσαι επείγονται όπως θεάσωνται
Χριστόν εν Βηθλεέμ, σαρκί τικτόμενον

αναγγέλλει ένας καλοφωνικός ειρμός μελοποιημένος από τον Βαλάσιο Ιερέα, έναν από τους καταπληκτικούς βυζαντινούς μελωδούς. Τα Χριστούγεννα έγιναν αφορμή για την σύνθεση πολλών από τους ομορφότερους ύμνους σε Ανατολή και Δύση, καθώς οι πιστοί όλης της Ευρώπης ήθελαν να πανηγυρίσουν την έλευση του νεογέννητου που έφερνε ελπίδα μες τον παγωμένο χειμώνα ενώ στη διάρκεια των αιώνων ενσωματώθηκαν στο τελετουργικό των πανηγυρισμών μια σειρά από δοξασίες της προηγούμενης παγανιστικής εποχής.

Τα Χριστούγεννα γιορτάστηκαν πρώτη φορά στη Δύση, ενώ στην Ανατολή τα γενέθλια δεν θεωρούνταν σημαντικό γεγονός – μάλλον αρνητική σημασία είχαν, ειδικά αφού ο θεός δεν έχει αρχή και τέλος. Στην αρχή τα Χριστούγεννα γιορτάζονταν ταυτόχρονα με τα Φώτα, όμως σταδιακά κατά τα χρόνια των μεγάλων Πατέρων της εκκλησίας καθιερώθηκε ο εορτασμός στις 25 Δεκεμβρίου, ημερομηνία που συνέπιπτε με το χειμερινό ηλιοστάσιο στο ρωμαϊκό καλεντάρι.

Την εποχή των μεγάλων υμνογράφων της ορθόδοξης εκκλησίας όπως ο Ιωάννης ο Δαμασκηνός και ο ετεροθαλής αδερφός του Κοσμάς, επίσκοπος Μαγιουμά, γράφτηκαν μερικά από τα πιο εξαιρετικά κομμάτια της εκκλησιαστικής βυζαντινής ποίησης όπως το «Επεσκέψατο ημάς», το εξαποστειλάριον της γιορτής των Χριστουγέννων :

Επεσκεψατο ημάς
εξ ύψους ο Σωτήρ ημών,
ανατολή ανατολών,
και οι εν σκότει και σκιά,
εύρομεν την αλήθειαν·
και γαρ εκ της Παρθένου
ετέχθη ο Κύριος.

Στο ίδιο κλίμα και ο ύμνος της ενάτης ωδής:

Εξαίσιον δρόμον ορώντες οι μάγοι
ασυνήθους νέου αστέρος αρτιφαούς
ουρανίου υπερλάμποντος,
Χριστόν βασιλέα ετεκμήραντο
εν γη γεννηθέντα Βηβλεέμ
εις σωτηρίαν ημών.

Κι ένα ακόμα απόσπασμα από τον εσπερινό της Κυριακής πριν τα Χριστούγεννα:

...ευτρεπίζου σπήλαιον,
η Παρθένος εγγίζει του τεκείν.
Βηθλεέμ γη Ιούδα, τέρπου και αγάλλου,
ότι εκ σου ανατέταλκεν ο Κύριος ημών.
Ακούσατε όρη και βουνοί και τα περίχωρα της Ιουδαίας
ότι έρχεται Χριστός...

Στη υπόλοιπη Ευρώπη τα πράγματα εξελίχθηκαν λίγο διαφορετικά και τα Χριστούγεννα έγιναν η σημαντικότερη γιορτή, ενσωματώνοντας μια σειρά από παγανιστικές αρχαίες δοξασίες των λαών που ζούσαν για αιώνες σε χώρες παγωμένες, όπου η αρχή του τέλους του χειμώνα είχε πάντοτε μεταφυσικές παραμέτρους. Ο εορτασμός των Χριστουγέννων έγινε ένα από το πιο σημαντικά γεγονότα μετά τον ενθρονισμό του Καρλομάγνου την ημέρα αυτή το 800 μ.Χ. Ο καθαγιασμός του Βασιλιά Εδμόνδου του Μάρτυρα, που αρνήθηκε να αλλαξοπιστήσει κατά τις επιδρομές των Βίκινγκ, πραγματοποιήθηκε τα Χριστούγεννα του 855 μ.Χ., ενώ ο βασιλιάς Γουλιέλμος της Αγγλίας ανήλθε κι αυτός στο θρόνο του την 25η Δεκεμβρίου 1066, χαρίζοντας στην μέρα ακόμα περισσότερη αίγλη.

Οι πρώτοι ύμνοι της δυτικής εκκλησίας αποδίδουν την έκπληξη μπροστά στο κοσμοϊστορικό γεγονότος, μια προσευχή χριστουγεννιάτικη του έκτου αιώνα μ. Χ. με τον τίτλο Christ redeemer of all λέει:

Εκεί απ’ όπου προήλθαν ο ουρανός και τ’ αστέρια κι η άβυσσος της θάλασσας,
Κι η γη κι όλα όσα υπάρχουν μέσα σ αυτήν,
Όλα θα γαληνέψουν για να χαιρετήσουν υμνώντας
Την Έλευση σου Δημιουργέ...

ενώ σ ένα παραδοσιακό αντίφωνο της Παναγίας, το Alma Redemptoris Mater, που ψάλλεται στη Λειτουργία των Ωρών την περίοδο των γιορτών, εκφράζεται ο θαυμασμός προς την Παρθένο Μαρία:

Αγαπημένη μας Μητέρα του Λυτρωτή,
Πύλη του παραδείσου άστρο της θάλασσας,
Βοήθησε αυτούς που έχουν εκπέσει
Και παλεύουν να υψωθούν ξανά.
Εσύ που έφερες τον Δημιουργό σου,
Κι όμως έμεινες παρθένος όπως πριν μ’ όλη την  φύση ν’ απορεί.
Εσύ που δέχτηκες τον χαρμόσυνο χαιρετισμό του Γαβριήλ,
ελέησε εμάς του φτωχούς αμαρτωλούς.

Στα χρόνια του Μεσαίωνα, τα Χριστούγεννα αποτέλεσαν την πιο δημοφιλή γιορτή για τους λαούς της Ευρώπης κι οι εκκλησιαστικοί ύμνοι έγιναν κάλαντα που τραγουδιόνταν από χορωδίες και ομάδες παιδιών. Πολύ δημοφιλείς ήταν και οι συλλογές χριστουγεννιάτικων τραγουδιών, που κυκλοφορούσαν από μοναστήρι σε μοναστήρι και κατέληξαν να γίνουν γνωστά σε μια σειρά από χώρες, καθώς οι λαοί βαθμιαία μετέφραζαν τα λατινικά κείμενα στις γλώσσες τους, ιδίως στα γερμανικά,  μετά τη μεταρρύθμιση του Λούθηρου που συγκλόνισε την Ευρώπη. Ένα από τα πιο γνωστά χριστουγεννιάτικα κάλαντα αυτής της περιόδου που τραγουδιέται μέχρι σήμερα σε πολλές χώρες είναι το πανηγυρικό Gaudete (χαρείτε):

Χαρείτε! Χαρείτε!
Ο Χριστός γεννιέται εκ της Παρθένου Μαρία.  Χαρείτε!
Ο κόσμος έγινε καινούριος από τον Βασιλιά Χριστό.
Οι σφραγισμένη πύλη του Ιεζεκιήλ έχει ανοίξει διάπλατα
Η λύτρωση ήρθε, από κει που το φως έχει ανατείλει…
Ευλογημένος ο θεός : ευχές στον Βασιλιά μας...

Για το τέλος, ένα από τα πιο αγαπημένα ουαλικά τραγούδια: το wassail από την περιοχή του Gower. Μιλά για την ομάδα των τραγουδιστών που γυρνούν από πόρτα σε πόρτα, προσφέροντας το παραδοσιακό ποτό wassail σ’ ένα κύπελλο και ζητώντας κέρασμα:

Ένα wassail ένα wassail σ’ ολόκληρη την πόλη
Η κούπα μας είναι άσπρη κι η μπύρα μας καφετιά
Το wassail μας είναι φτιαγμένο από καλό πιοτό και γλύκισμα
από μοσχοκάρυδο κανέλα και πιπερόριζα το καλύτερο που υπάρχει

Το wassail μας είναι φτιαγμένο από το πιο φίνο δέντρο
Και γι’ αυτό καλοί μου γείτονες θα πιούμε στην υγειά σας
Κι εσείς που εκτός των άλλων έχετε τα πιο καλά μήλα στη γη
Παρακαλούμε αφήστε μας να μπούμε, παγώνουμε έξω απ’ την πόρτα σας

Ενώ εμείς οι φτωχοί τραγουδιστάδες στεκόμαστε έξω στο βούρκο
Έλα όμορφη κοπέλα με την ασημένια καρφίτσα κι άνοιξε μας
Ρίξε κανένα ασημένιο νομισματάκι στο κύπελο μας
Κι αν είμαστε ζωντανοί και του χρόνου
Ίσως ξανάρθουμε στην πόρτα σας

Ξέρουμε απ’ το φεγγάρι ότι δεν είμαστε τόσο κοντά
Και ξέρουμε απ’ τον ουρανό ότι δεν είμαστε τόσο ψηλά
Και ξέρουμε από τ’ αστέρια ότι δεν είμαστε τόσο μακριά
Και ξέρουμε απ’ την  γη ότι πατούμε γερά στα πόδια μας

Μακάρι οι μηλιές σας να ευδοκιμήσουν
Για νάχουμε μηλίτη και του χρόνου όταν ξαναρθούμε
Και να δεκαπλασιαστούν τα βαρέλια σας
Για νάχουμε να πίνουμε και την άλλη χρονιά

Οι δίκαιοι κι οι άρρωστοι κι οι αδύναμοι κι οι φτωχοί
Κι οι φυλακισμένοι κι οι δούλοι
Κι οι ελεύθεροι ας χαρούν,
Γιατί ο λυτρωτής γεννήθηκε.


Απόστολος Σπυράκης



Τετάρτη, 21 Δεκεμβρίου 2016

"Άλκηστις" της Στέργιας Κάββαλου



Ήθελα να κλείσω τις αναρτήσεις μου για το 2016 με ένα κείμενο περσινό, θέατρο για την ακρίβεια. Με την δουλειά της Στέργιας Κάββαλου έχω ασχοληθεί ξανά στο παρελθόν, έχει γράψει το Φαμιλιάλ, το ξανακοίταξα για να δω αν μπορώ να μπω στο κλίμα, μου αρέσει ακόμα το ίδιο. 

Η Άλκηστις είναι ένας μονόλογος λοιπόν. Ένας μονόλογος μοντέρνος και καθημερινός, σχεδόν συχνός, και αυτή η έλλειψη πρωτοτυπίας θα είναι και το μόνο στοιχείο που θα του προσάψω. Η γρήγορη και σκληρή γραφή που έκανε την πιο ισχυρή εντύπωση στο Φαμιλιάλ είναι κι εδώ παρούσα, και δίνει ένα κείμενο που καρφώνει το βιβλίο στα χέρια του αναγνώστη μέχρι την τελευταία λέξη. Ο μονόλογος ως «είδος» συμβάλλει σ’ αυτό, δεν αντιλέγω, από την άλλη μεριά όμως είναι εξίσου εύκολο να γίνει βαρετός. Και αν κάτι δεν είναι η Άλκηστις, αυτό είναι βαρετή. 

Η Στέργια Κάββαλου γράφει για να ακουστούν πράγματα και για να μαντέψει ο αναγνώστης/θεατής άλλα τόσα, τα οποία πρώτα νιώθει στο δέρμα του και μετά τα συνειδητοποιεί το μυαλό του. Τις απουσίες για παράδειγμα. Η ηρωίδα αναφέρει ανθρώπους, τους εντάσσει στην πυκνή καθημερινότητα που συγκροτεί και συγκρατεί τη ζωή της, τους περιγράφει, μιλάει για το τι κάνουν και πώς είναι, σε ποιον μοιάζουν, δύο από αυτούς είναι και τα παιδιά της άλλωστε, αλλά αυτοί πουθενά. Ο θεατής και ο αναγνώστης ακούνε την σιωπή. Η μοναξιά λοιπόν, είναι το πρώτο στοιχείο. Μέχρι την στιγμή που η ηρωίδα, εκεί που περιπλανιέται στους μαιάνδρους των σκέψεων και των αναμνήσεων, της πραγματικότητας και της φαντασίας, συναντάει και κάποιον άλλον. Ο εαυτός της είναι μόνο, αλλά η συνάντησή της μαζί του είναι τόσο έντονη και αποκαλυπτική που είναι σαν να έπεσε πάνω της μετεωρίτης. 

Η αποχή και η αποστασιοποίηση κάνουν θριαμβευτική είσοδο και κερδίζουν τις εντυπώσεις, αποδεικνύονται ωστόσο πλασματικές. Μπορεί η ηρωίδα να «απέχει» από ό,τι την αποτέλεσε και την αποτελεί ακόμα, αλλά από την στιγμή που αρχίζει ο εσωτερικός διάλογος με την γειτόνισσα, με την οποία έχει μία φανταστική συνομιλία ορμώμενη από μια υποθετική αφορμή, η επιφάνεια της σκέψης της χάνει και τις τελευταίες άγκυρες που την συγκρατούσαν στην πραγματικότητα και ο μονόλογος αποκτά διακυμάνσεις και απρόβλεπτες εναλλαγές. Και εκεί που νομίζει ο θεατής ότι η συγγραφέας παρουσιάζει τις αποτυχίες, τα κενά και τις ελλείψεις που συγκέντρωσε η πρωταγωνίστριά της στην μέχρι τώρα ζωή της, αυτό που βλέπει στην πραγματικότητα είναι όλες της οι νίκες, να ξεδιπλώνονται η μία μετά την άλλη. Και το τι της κόστισαν επίσης.
Ο μονόλογος, όπως συχνά συμβαίνει, είναι μια πορεία. Ο ήρωας ξεκινάει από ένα σημείο, συνήθως στο παρόν του, και καταλήγει σε ένα άλλο, άγνωστο στην αρχή της περιπέτειας. Η πορεία εδώ είναι μοναχική χωρίς αμφιβολία, είναι η γυναίκα μαζί με τις σκέψεις της. Σκέψεις που αποδιώχνει από συνήθεια, αλλά που ελλείψει διαφυγής (έχει κλειστεί έξω από το σπίτι και περιμένει μέχρι κάποιο από τα παιδιά της να έρθει με τα κλειδιά της σωτηρίας) και ένεκα των συνθηκών αναγκάζεται να αντιμετωπίσει. Και αυτές την κατακλύζουν από παντού, παρελθόν και παρόν εξίσου, και δεν έχει άλλη επιλογή παρά να κολυμπήσει με το ρεύμα, και μετά τους λέει κάτι σαν για στάσου γιατί παράγινε, και αφού τις κοιτάξει στις πραγματικές τους διαστάσεις, σπανίως τόσο καταστροφικές όσο στην φαντασία της, τις παίρνει μαζί της και φεύγει. Όπως περίπου παίρνουμε και όλα όσα τελικά μας αποτελούν, όλα αυτά των οποίων είμαστε το αποτέλεσμα. 

Η Άλκηστις μέχρι να αρχίσει αυτόν τον τυχαίο μονόλογο έψαχνε να βρει το είδωλό της στους καθρέφτες των άλλων ανθρώπων. Του πρώην συζύγου, των παιδιών της, των εραστών, της επαγγελματικής ανέλιξης που διαφαίνεται στο background: κάτι του τύπου «πείτε μου τι βλέπετε μπροστά σας, για να το δω κι εγώ». Στο τέλος του μονολόγου έχει συντελεστεί το ακριβώς αντίθετο: «είμαι έτσι, είμαι όλα αυτά, και αυτά θα δείτε αν με κοιτάξετε». Βλέπει τις ρωγμές ενός όλου αλλά δεν οριοθετείται από αυτές. Και ενώ πριν στρίμωχνε όσες συγκινήσεις μπορούσε σε όσο χώρο της άφηναν διαθέσιμο τα κενά της, στο τέλος βλέπει την μεγάλη εικόνα, το αποτύπωμα που αφήνει ο εαυτός της ως ένα σύνολο που μπορεί μεν να έχει ρωγμές αλλά παραμένει ενιαίο. 

Η Κάββαλου έχει έναν ρεαλισμό στην γραφή που σου σπάει τα κόκκαλα ένα-ένα και μια τρυφερότητα που τα ξανακολλάει όλα από την αρχή. Όλη η ανθρωπιά της ηρωίδας, η ευθραυστότητα, η απτή, γήινη πλευρά της υπάρχουν χάρη σ’ αυτή την αξεπέραστη τρυφερότητα, τον καταλύτη των πάντων και την βάση για κάθε μία επόμενη μέρα που θα ξημερώσει.
Και το λέω αυτό για να καταλήξω εκεί που ήθελα από την πρώτη στιγμή που ξεκίνησα αυτή την ανάρτηση, στην πανίσχυρη και πανταχού παρούσα ποιητικότητα που συστέλλει και διαστέλλει το σύμπαν κατά το δοκούν:

            Πλένει κανένας άλλος τους δρόμους εκτός από τη βροχή;[1]

Εννοείται. Το βλέμμα της ηρωίδας που τους χαϊδεύει.

Κρις Λιβανίου


[1] σελ. 29.

Δευτέρα, 19 Δεκεμβρίου 2016

"Γκρόζνι" του Γιάζρα Χαλίντ


«Ποίηση σημαίνει επίθεση»



Πολλές φορές μας δημιουργείται η εντύπωση ότι η ποίηση είναι ένα χαρτογραφημένο τοπίο. Περιλαμβάνει δύο σκέλη: το λυρικό και το μη λυρικό και δύο αισθητικές κατηγορίες: του ωραίου και του υψηλού - αυτό είναι όλο. Διαβάζοντας μια συλλογή μπορεί κάποιος σχετικά εύκολα να την κατατάξει σε κάποιο από τα σκέλη ή σε κάποια από τις αισθητικές κατηγορίες, ενώ υπάρχουν και συλλογές που προσπαθούν ένα μεταμοντέρνο αποτέλεσμα και περιέχουν δείγματα απ’ όλα τα παραπάνω, ενίοτε με αμφίβολο αποτέλεσμα.

Το Γκρόζνι, όμως, είναι πραγματικά διαφορετικό. Το Γκρόζνι δεν θέλησε ποτέ να ενταχθεί σε κάποια συμβατική κατηγορία ποίησης, αυτό που θέλησε εξαρχής ήταν να δώσει μια γροθιά στο στομάχι. Και τα κατάφερε μια χαρά. Τα ποιήματα συνιστούν όχι μόνο επίθεση στις βολεμένες ζωές και την αδράνεια, αλλά και ένα επαναστατικό μανιφέστο: 

Μη λυπηθείτε την ειρήνη -
σπάστε την στο ξύλο,
ποδοπατήστε την, 
διαπομπεύστε την,
πάρτε της τα παιδιά,
γκρεμίστε τα κρεματόριά της,
ελευθερώστε τις δούλες της. 
[…] 
Πυρπολήστε! Πυρπολήστε!
Το πρωινό ξύπνημα,
τα ΑΤΜ,
όλα τα σχολεία (ναι, όλα τα σχολεία)- 
τα βιβλία ιστορίας, 
τις ταμπέλες που γράφουν προς ομόνοια,
την εθνική συνοχή».

Οι αναγνώστες του Τεφλόν ξέρουν την ποίησή του από τα τεύχη του περιοδικού. Οι υπόλοιποι ίσως πιαστούν εξ απίνης.

Μα ποιος είναι τέλος πάντων αυτός ο Γιάζρα Χαλίντ; Το ιστολόγιό του δεν είναι πολύ κατατοπιστικό. Πιο διαφωτιστικό είναι το κείμενο που δημοσιεύεται στο thecricket.gr  και μας απαλλάσσει από ανούσια ερωτήματα του τύπου: Είναι Τσετσένος; Είναι Μουσουλμάνος; Βασικά, όπως ομολογεί ο ίδιος στο πρώτο-πρώτο ποίημα του Γκρόζνι, είναι ο Παναγιώτης. Ο Παναγιώτης που θέλησε «να ξεπλύνει από πάνω του την ντροπή του λευκού αρσενικού», της μονάδας δηλαδή πάνω στην οποία έχει κτιστεί ολόκληρος ο δυτικός πολιτισμός. Αφαιρώντας την ταυτότητα με την οποία γεννήθηκε και αντικαθιστώντας τη με μια μάσκα, τον Γιάζρα Χαλίντ (Jazra Khaleed), νιώθει ελεύθερος να μιλήσει. Και αυτό που λέει, ενοχλεί: «Μα πιο πολύ, πιο πολύ, αυτό που σε πονάει/ άνθρωπε,/ ανθρωπούλη,/ ανθρωπάκι,/ είναι ότι ζυγίστηκε και βρέθηκε αχαμνή η βία σου» την ίδια στιγμή που αλλού μιλάει για τον «ιμπεριαλισμό των μικροαστών».

Ένα φτύσιμο καταπρόσωπο, αυτή είναι η ποίησή του. Η κραυγή του ανέργου, του στερημένου από ευκαιρίες, του αδικημένου, του μετανάστη:

«Δώστε μου έναν άνθρωπο να με βοηθήσει
καθώς μπαίνω και βγαίνω απ’ τα χέρια μου,
καθώς μου πέφτουν τα παντελόνια
ή πατάω τα κορδόνια της ετερότητάς μου».


Σημείο των καιρών αυτή η ποίηση; Αναπόφευκτη κατάληξη; Μένει να διαπιστωθεί. Μα μέχρι να γίνει αυτό ο Γιάζρα θα γράφει, θα διαβάζεται, θα μεταφράζεται (δεν είναι τυχαίο που περιλαμβάνεται στην αγγλική ανθολογία ελληνικής ποίησης Austerity Measures: The New Greek Poetry) και θα προσπαθεί να γίνει η τύψη για την ενοχή, η φωνή της συνείδησης, ο λόγος του δικαίου:

«Περιμένω μια επανάσταση να με εφεύρει –
ποθώ τη γλώσσα του ταξικού ανταγωνισμού,
μια γλώσσα που ‘χει γευτεί την εξέγερση.
Καμία λέξη δε θα μείνει αιχμάλωτη πίσω –
αναζητώ ένα πέρασμα».


Ο Γιάζρα δεν φοβάται να μιλήσει. Δεν φοβάται να ενοχλήσει. Δεν επιδιώκει να τον συμπαθήσουν. Είναι θυμωμένος. Επιδιώκει την επανάσταση που θα φέρει έναν καλύτερο κόσμο. Εγώ πάλι πιστεύω ότι, παρά το τρομακτικό του προσωπείο, δεν είναι παρά ένας ονειροπόλος.


Χριστίνα Λιναρδάκη


Jazra Khaleed &λ ΑΜΠΕΡούκ - Δώστε μου έναν άνθρωπο

Παρασκευή, 16 Δεκεμβρίου 2016

Η σύγχρονη ελληνική πεζογραφία απέναντι στην τρομοκρατία


Η έννοια της δημόσιας σφαίρας, από την αρχική συζήτηση του Χάμπερμας και τις επεξεργασίες που την ακολούθησαν προκειμένου να περιγράψουν τη σύνθετη εμπορευματοποιημένη λειτουργία της στη σύγχρονη μιντιακή και ηλεκτρονική μας εποχή, έχει διαμορφωθεί ως ένας χώρος όπου το ιδιωτικό αποκτά βαρύτητα για το δημόσιο· μια δημόσια συζήτηση ιδιωτών που επηρεάζει, συνδιαμορφώνει, μέσα σε ένα αγωνιστικό πλαίσιο, το πολιτικό με την ευρεία έννοια. Θα μπορούσε να πει κανείς, όπως το κάνει ο γνωστός συγγραφέας Ντον Ντελίλο, ότι η τρομοκρατία είναι ένα είδος θεαματικής συνεισφοράς στη σύγχρονη κορεσμένη δημόσια σφαίρα, μια ακραία προσπάθεια να θέσει κανείς το ζήτημα της ριζοσπαστικής κοινωνικής αλλαγής και να στρέψει την κοινή γνώμη προς την κατεύθυνσή της, αμφισβητώντας την εξουσία του κατεστημένου. Όπως υποστηρίζουν άλλωστε και πολλοί σύγχρονοι κοινωνικοί και πολιτικοί αναλυτές, οι τρομοκρατικές ενέργειες είναι κατά ένα μέρος ένας τρόπος να δοθεί σημασία στις προκηρύξεις που τις συνοδεύουν, σκεπτικό που υπόκειται εξάλλου στη συζήτηση για την απαγόρευση της δημοσίευσής τους από τα ΜΜΕ. Ο Ντελίλο βρίσκει επίσης ότι υπάρχει μια βαθιά αφηγηματική δομή στις τρομοκρατικές ενέργειες, και ότι εισχωρούν στις συνειδήσεις και τις μεταβάλλουν με τον τρόπο που φιλοδοξούσαν παλαιότερα να το κάνουν οι λογοτέχνες. Μπορεί βεβαίως να προσθέσει κανείς, επίσης, ότι αμφότερα λειτουργούν (και) συμβολικά. Δεν θέλω να τραβήξω τον παραλληλισμό πολύ μακριά, αλλά μ’ αυτά θέλω να πω ότι τα λογοτεχνικά έργα που με απασχολούν δεν βρίσκονται, όσον αφορά τη συμμετοχή τους στη δημόσια σφαίρα, σε ένα επίπεδο διαφορετικό από εκείνο της τρομοκρατικής δράσης [...] την οποία θα μπορούσε κανείς να πει ότι απλώς «αναπαριστούν», αλλά ότι την αντιπαλεύουν και την ανταγωνίζονται στο ίδιο πεδίο, την ίδια χρονική περίοδο, διεκδικώντας τις ίδιες συνειδήσεις.

Ασφαλώς πολλά μένουν να εξεταστούν και να ειπωθούν για τους τρόπους και τις διαμεσολαβήσεις μέσω των οποίων η σύγχρονη λογοτεχνία συμμετέχει στη δημόσια σφαίρα στην Ελλάδα (και το παρόν κείμενο είναι φυσικά μια απ’ αυτές τις διαμεσολαβήσεις), ειδικά όταν πρόκειται για τρέχοντα πολιτικά ζητήματα όπως αυτό. Μπορεί όμως κανείς να θεωρήσει , χωρίς ίσως μεγάλο περιθώριο λάθους, πως τα έργα που συζητούνται εδώ δειγματοληπτικά, γραμμένα στην πλειονότητά τους από συγγραφείς που βρέθηκαν στον ευρύτερο αριστερό χώρο, απευθύνονται εν πολλοίς (και) στο ίδιο πολιτικά ευαισθητοποιημένο κοινό το οποίο φιλοδοξούν από την πλευρά τους να ριζοσπαστικοποιήσουν οι τρομοκρατικές ενέργειες. Δεν εννοώ μ’ αυτό πως οι περιοχές απεύθυνσης ή δυνητικής επίδρασης των δύο ταυτίζονται στην ολότητά τους, αλλά ότι υπάρχει μολοντούτο μια κοινή περιοχή, την όποια διεκδικούν εξίσου.

Αναστασία Νάτσινα




Σημ.: Απόσπασμα από ομότιτλο, υπομνηματισμένο κείμενο που δημοσιεύθηκε στο τεύχος 1869 (Ιουνίου 2016) του περιοδικού Νέα Εστία. Η Αναστασία Νάτσινα είναι Επίκουρη Καθηγήτρια Νεοελληνικών Σπουδών στο Τμήμα Φιλολογίας του Παν/μίου Κρήτης. Τα βιβλία που αναφέρει στη συνέχεια του κειμένου της είναι: η Απόπειρα του Αλέξανδρου Κοτζιά (1964), Το θολάμι του Νίκου Κάσδαγλη (1987), Το πέμπτο γένος και Ο άνθρωπος που ξεχάστηκε του Δημήτρη Νόλλα (1988 και 1989), Οι πολίτες της σιωπής της Νένης Ευθυμιάδη (1993), Ο μυστικός Νοέμβρης του Μίμη Ανδρουλάκη (1996), Το σπίτι και το κελί του Χρήστου Χωμενίδη (2005) και Η μανία με την άνοιξη του Άρη Μαραγκόπουλου (2006).

Τετάρτη, 14 Δεκεμβρίου 2016

"Φωνήεντα σε περίπτερο" της Ελένης Αρτεμίου-Φωτιάδου



 
            Αποθέτω την τέφρα της μέρας
Στα πιο ακριβά κρύσταλλα της νύχτας
Οι νεκροί αξίζουν τις τιμές
Των ζωντανών ονείρων μας[1]

Τα Φωνήεντα σε περίπτερο είναι μια ιδιαίτερα εκτενής συλλογή, ξεπερνάει τα 100 ποιήματα. Το αναφέρω αυτό από την αρχή επειδή είναι ταυτόχρονα ένα θετικό στοιχείο και ένα μειονέκτημα. Η ευκαιρία που δίνει στον εαυτό της η ποιήτρια να ξετυλίξει σκέψεις, γραφή, και προσωπική μυθολογία βλάπτεται από τα επαναλαμβανόμενα μοτίβα που εκ των πραγμάτων συναντά κανείς σε μια συλλογή ανάλογης έκτασης. Ο ποιητικός λόγος της Ελένης Αρτεμίου-Φωτιάδου είναι συμπυκνωμένος και δεν αφήνει τίποτα στην τύχη, από την άλλη μεριά όμως βρισκόμαστε απέναντι σε μια ποίηση κατά μια έννοια στατική, χωρίς κίνηση και εναλλαγές. Υπάρχει ισορροπία και η γραφή της είναι γενικά λεία χωρίς μεταπτώσεις, τα leitmotifs της νύχτας, του φεγγαριού, του χρόνου, των χεριών παίζουν με επιτυχία τον ρόλο των θεματικών αξόνων. Δεν είναι πρωτότυπα αλλά παρέχουν ενότητα και εξασφαλίζουν μια συνολική οπτική. Η αίσθηση στατικότητας που ανέφερα και πριν έγκειται κυρίως στην στάση της ίδιας της ποιήτριας απέναντι στα γεγονότα και στα ποιήματα που προέκυψαν από αυτά. Πάντως επιλέγει να μην τοποθετεί εαυτόν ενεργά απέναντι στα πράγματα, αν και η παθητικότητα δείχνει να εντάσσεται σε ένα πλαίσιο όπου όλα είναι κλειδωμένα στο παρελθόν. 

Το πιο έντονο στοιχείο, αυτό που είναι καταλυτικά παρόν στην αρχή τουλάχιστον της ανάγνωσης είναι η λέξη: ως πρωτεύον εργαλείο επικοινωνίας, ως σύμβολο φέρον μαγικές ιδιότητες, ως βασικό συστατικό της προσωπικής μυθολογίας της ποιήτριας. Όπως και στην προηγούμενή της συλλογή που είχα κοιτάξει πριν κάποιο καιρό, την Διμερή συμφωνία, υπάρχει ακρίβεια στην έκφραση και στην απόδοση, αυτό το στοιχείο είναι και εδώ χαρακτηριστικό και μάλιστα εξελίσσεται κατά τη γνώμη μου στην πιο μεγάλη αρετή αυτής της δουλειάς.
Σε αντίθεση με ό,τι είχα διαβάσει από την ίδια παλιότερα, εδώ είδα την δημιουργία μιας συγκεκριμένης ατμόσφαιρας: χωρίς φως, με το κρύο να υπολανθάνει (περισσότερο σαν αίσθηση παρά σαν κυριολεκτική παρουσία), με μια κατακρημνισμένη και διαρρηγμένη ενότητα του εγώ, και μια αίσθηση κενού στο στόμα ελάχιστα συγκαλυμμένη. Ακόμα και τις φορές που φαίνεται να υπάρχει ελπίδα, αυτή στοιχειοθετείται ως απάντηση μιας εν δυνάμει καταστροφής. 

Μια πιο σφαιρική ματιά θα έδειχνε μια πολύ συχνά αλληγορική ποίηση, επικεντρωμένη στους συμβολισμούς της (και κλείνοντας τον αναγνώστη απ’ έξω όταν αυτοί γίνονται πολύ προσωπικοί), που αυτό που χάνει από την έλλειψη πρωτοτυπίας το κερδίζει χωρίς αμφιβολία από την ειλικρίνεια και την ένταση που αυτή επιφέρει. Ακόμα και όταν δεν λέει πρωτότυπα πράγματα, η ευθεία ματιά και η γενναιότητα να εκθέσει όσα την καθιστούν ευάλωτη, παράγουν στίχους όπου μπορεί κανείς να ακουμπήσει τις σκέψεις του. Το εγώ που κινείται στους στίχους της Ελένης Αρτεμίου-Φωτιάδου βρίσκεται σε μια μετέωρη στιγμή της πορείας του, και προσπαθεί να εντοπίσει το στίγμα του, το περίγραμμα και τα όριά του. Το όποιο μέλλον θα έχει μετέπειτα, εξαρτάται από αυτή την συγκεκριμένη πορεία αναζήτησης. Και δεν είναι εγωκεντρική η ποίηση, επειδή μεταξύ άλλων το πολύ ισχυρό πρώτο ενικό επικεντρώνεται στα κενά και τις ρωγμές με όλο το θάρρος που διαθέτει. Εκεί έγκειται κατά την γνώμη μου και το σημείο ταύτισης του αναγνώστη. Ό,τι συμβαίνει στους στίχους των Φωνήεντων σε περίπτερο δεν συμβαίνει σε μια απτή πραγματικότητα αλλά σε άλλες παράλληλες: του ονείρου, του εφιάλτη, της φαντασίας. Το εγώ κοιτάζει μεν τον εαυτό του, αλλά αυτό που βλέπει τελικά είναι ένα παραμορφωμένο είδωλο, όπως όλοι μας λίγο ή πολύ. Αυτό είναι ένα δεύτερο σημείο ταύτισης με τον αναγνώστη. 

Ο έρωτας ανήκει κι αυτός στο παρελθόν, το τετελεσμένο και το απρόσιτο, αλλά δεν είναι καθαγιασμένος από την απόσταση, το αντίθετο: είναι αυτή η χρονική απόσταση που τον καθιστά αντικείμενο παρατήρησης από την ποιήτρια, ένα αντικείμενο απογυμνωμένο από τον φόβο της συναισθηματικής εμπλοκής. Το δεύτερο ενικό του Άλλου έχει υποστηρικτικό ρόλο σε αυτή την τόσο προσωπική τελικά αναζήτηση, δεν έχει ξεκάθαρη ατομική ταυτότητα, δεν μπορεί –πλέον- να επηρεάσει.

Υπάρχει τελικά ένα είδος εσωτερικής εξέλιξης στην συλλογή. Ξεκινάει με την αναγνώριση της απώλειας ως μη-αμφισβητήσιμη πραγματικότητα, συνεχίζει σε μια απόπειρα να την αποδεχτεί ως τέτοια και να την εντάξει σε ό,τι στέκεται ακόμα όρθιο, και καταλήγει σε απόπειρες να την αφήσει πίσω. Τέλος, εγκαθίσταται η συνειδητοποίηση, η παραδοχή έστω, ότι καμία απάντηση στις ερωτήσεις δεν θα φέρει ανατροπή σε παρόν και μέλλον. Υπό αυτό το πρίσμα, τα Φωνήεντα σε περίπτερο διαγράφουν μια ολοκληρωμένη πορεία, και στο τέλος τους δεν αφήνουν ανοιχτές υποθέσεις για κανέναν, ούτε για την ποιήτρια, ούτε και για τον αναγνώστη. 

Κάποια ποιήματα που τράβηξαν την προσοχή μου:

ΒΕΛΌΝΙ ΚΑΙ ΔΑΚΤΥΛΗΘΡΑ ΣΙΔΕΡΟ[2]
Βελόνι παίρνω μες στη νύχτα
φέγγει σαν λύχνο παλιό
το μυστικό φεγγάρι μου
Ράβω αγάπες που ξηλώθηκαν
φόδρες που υποχώρησαν
και με αφήσανε γυμνή
στα βλέμματα τα’ αχόρταγα
αρσενικών ωρών
που σπέρνανε μα δε γεννούσαν μέλλον
Βελόνι παίρνω και δαχτυλήθρα σίδερο
από ορυχείο που έσκαψα
βαθιά μέσα στη νύχτα
δίχως το φως από τα μάτια τους

Μόνο σκοτάδι να φωτίζει
να απογεμίσει χρώματα
ζωή να μεγαλώσει

ΗΛΙΚΙΩΜΕΝΕΣ ΣΤΕΓΕΣ[3]
Γερνούν τα σπίτια
Οι τοίχοι τους γεμάτοι ρυτίδες
Τα κεραμίδια κάτασπρα
διάτρητα από μνήμες
Οι πόρτες παραβιασμένες
Ορθάνοιχτες σαν παραδομένες οδοντοστοιχίες
στην τερηδόνα της απόγνωσης
Μέσα ανήμπορες οι λέξεις
Αφηρημένα ουσιαστικά σε πτώση ονομαστική
Η έλλειψη… η παράλειψη


Κρις Λιβανίου

[1] «Κρύσταλλα της νύχτας», σελ. 69.
[2] σελ. 81.
[3] σελ. 17.

Δευτέρα, 12 Δεκεμβρίου 2016

"Αρλεκίνος" του Γιώργου Λίλλη

Είναι περίπου τρεις μήνες που ο Αρλεκίνος περιμένει υπομονετικά να διαβαστεί. Χαίρομαι όμως τόσο πολύ που τον διάβασα κι ας άργησα λιγάκι... Έξι ποιήματα, αυτή είναι όλη η συλλογή. Των ποιημάτων προηγείται η ασπρόμαυρη φωτογραφία ενός πουκαμίσου ριγμένου κατάχαμα, πάνω στο χορτάρι. Ριγμένο έτσι κι αδειανό, το πουκάμισο συνείρει τον γνωστό στίχο του Σεφέρη.

Ο Γιώργος Λίλλης, σε συνέντευξή του στο fractalart, αναφέρεται στην κλασική ποίηση των μεγάλων έργων του παρελθόντος και στην «ιαματική ομορφιά της» που απάδει του σύγχρονου ποιητικού λόγου. Ο Αρλεκίνος συνοψίζει την προσπάθεια του ποιητή να θυμίσει τη μεγαλειώδη αυτή πτυχή – σε αυτό συνηγορούν, εκτός από το πουκάμισο στην αρχή του βιβλίου, και οι εναρκτήριες λέξεις «Άκουσέ με», οι οποίες σε αρκετές κριτικές που διάβασα θεωρείται, όχι άδικα, ότι συνιστούν απάντηση στη μνημειώδη αναρώτηση του Ελύτη «μ’ ακούς;».

Ηχώ των μεγάλων κλασικών στον Αρλεκίνο, λοιπόν, ηχώ παραμυθιών επίσης (πρίγκιπες και νάνοι, ροδάνι που γυρίζει κ.ά.), αλλά και ηχώ επική, με μια απεύθυνση που εντάσσεται στην αισθητική κατηγορία του υψηλού («Ξέρω πως αναμετρήθηκες και πληγώθηκες/Εκεί που έπεσες/αγριολούλουδα φύτρωσαν») και αφορά κυρίως τον ρυθμό, που είναι πολύ προσεκτικά δουλεμένος.

Γιατί όμως Αρλεκίνος; Γιατί ένας γελωτοποιός, ένας μικρός διάβολος (όπως σημαίνει η λέξη) που φοράει μάσκες; Γιατί ένα πουκάμισο αδειανό στην αρχή του βιβλίου; Ίσως επειδή όλα είναι ψευδαίσθηση, ο κόσμος που περιβάλλει, ο ιστορίες που μας διηγείται ο εαυτός μας, οι μεγάλες παραμυθητικές αφηγήσεις με τις οποίες μεγαλώσαμε (θρησκεία, πολιτική, φιλοσοφία). Ο Λίλλης τα προσεγγίζει όλα αυτά όχι απλώς με σκεπτικισμό, αλλά με σαφή διάθεση να απαλλαγεί από το βάρος τους. Να απεκδυθεί τα προσχήματα κάθε είδους, τα ενδύματα, τις μάσκες και τους ρόλους, και να μείνει γυμνός μπροστά στην αλήθεια («Αλλάζω μορφές, για να μην προδώσω το αληθινό μου πρόσωπο»). Το αν το καταφέρνει, μόνο ο ίδιος το γνωρίζει, όμως ο Αρλεκίνος είναι το ποιητικό ιστορικό αυτής του της προσπάθειας. Γραμμένος σαν λυρικό ερωτικό ποίημα, αποκαλύπτει τον έρωτα του ποιητή για τη ζωή και την ποίηση, μέσα από μικρές, αριστοτεχνικές ιστορίες της μισής σελίδας που βυθίζουν τον αναγνώστη στη συγκίνηση:

«Πώς μπορείς
να προστατεύεσαι μέσα στη γυάλινη, την τόσο
εύθραυστη
περιβολή σου;
Ένα θαύμα σε μικρογραφία, δοσμένο σε νεράιδες αλλά ποτέ
σε αρλεκίνους.»

Η αλήθεια είναι ότι ο αναγνώστης σε αυτό το βιβλίο νιώθει πως ο ταχυδρόμος (γιατί ο ποιητής το δηλώνει ξεκάθαρα: «θα παραμείνω απλά ένας ταχυδρόμος, ποτέ ο αποστολέας/Ούτε καν ένας τυχαίος παραλήπτης») τον σκέφτηκε και τον σεβάστηκε πολύ: ο λόγος είναι τόσο προσεγμένος, τα νοήματα τόσο βαθιά και η σοφία τόπους-τόπους τόσο πυκνή, που ο αναγνώστης ακουμπά πάνω τους με εμπιστοσύνη και αφήνεται να τον ταξιδέψουν πάνω στα φτερά τους.

Ο καλλιτέχνης, διάβαζα νωρίτερα σήμερα, μιλά συνήθως μέσα από τον ταραγμένο του εαυτό. Κάποιοι μιλούν και μέσα από την αγάπη τους για τον κόσμο. Δεν μπορούμε να κατηγορήσουμε εκείνους που κλίνουν προς τη δεύτερη επιλογή. Οπωσδήποτε δεν μπορούμε να το κάνουμε και για τον Γιώργο Λίλλη.


Χριστίνα Λιναρδάκη

Παρασκευή, 9 Δεκεμβρίου 2016

Φιλοσοφία και ποίηση

Πολλοί μελετητές της αρχαίας ελληνικής φιλοσοφίας, έχουν φτάσει στο σημείο να θεωρούν την ποίηση ως κάτι το ευτελές, ή το ανάξιο λόγου και αυτή η παρεξήγηση έχει ξεκινήσει από τον Πλάτωνα, που εξορίζει τους ποιητές από την Πολιτεία του. Σύμφωνα με τον Πλάτωνα, ο ποιητής λειτουργεί ως μιμητής και αντιγράφει τα αισθητά πράγματα, δηλαδή τα είδωλα των ιδεών. Άρα δημιουργεί παραπλανητικές αποτυπώσεις του κόσμου. Επιπλέον, η ποίηση εξάπτει τα πάθη των ανθρώπων με το συγκινησιακό της περιεχόμενο. Ο Πλάτωνας χαρακτηρίζει τους ποιητές ως «τρίτους από της Αληθείας». Δηλαδή, με απλά λόγια, ο Πλάτωνας χαρακτηρίζει την ποίηση ως μια απάτη και θεωρεί τους ποιητές, ανθρώπους πονηρούς, που μπορούν να εξαπατήσουν και να παρασύρουν. Στην πραγματικότητα, ο Πλάτωνας γνώριζε την τεράστια δύναμη της ποίησης, που μπορούσε να ξεσηκώσει και να οδηγήσει τα πλήθη σε ανεξέλεγκτες καταστάσεις και ανατροπές. Χαρακτηριστικό είναι ένα παράδειγμα από την αρχαία Ελλάδα: Κάποτε οι Σπαρτιάτες είχαν να πολεμήσουν με έναν πολυάριθμο και δύσκολο εχθρό, γύρεψαν βοήθεια από τους Αθηναίους. Οι Αθηναίοι τους έστειλαν έναν χωλό ποιητή. Τον Τυρταίο. Κι όμως! Ο Τυρταίος έγραψε ποιήματα, που ξεσήκωσαν τους Σπαρτιάτες και τελικά, κατάφεραν να νικήσουν.

Είναι, όμως, η φιλοσοφία εχθρός της ποίησης;

Ας δούμε πρώτα, πως αντιμετωπίζει η ποίηση τη φιλοσοφία: Δεν χρειάζεται να ανατρέξουμε πολύ μακριά. Οι περισσότεροι ποιητές χρησιμοποιούν τη φιλοσοφία στους στίχους τους. Ένας από τους πιο φιλοσοφημένους ποιητές είναι ο Καβάφης. Πόση φιλοσοφία υπάρχει στο στίχο: «Η Ιθάκη σ’ έδωσε τ’ ωραίο ταξίδι» ή στους στίχους: «Εδώ που έφθασες, λίγο δεν είναι· / τόσο που έκαμες, μεγάλη δόξα»;

Πολλοί ποιητές, έγραψαν ποιήματα, που αναφέρονται στα μεγάλα υπαρξιακά ερωτήματα του ανθρώπου. Ένα από αυτά τα ερωτήματα έχει να κάνει με το θάνατο. Τι είναι ο θάνατος και πώς τον αντιμετωπίζουμε; Μια από τις πιο καταλυτικές απαντήσεις, για την αντιμετώπιση του θανάτου έδωσε ο ποιητής Λάμπρος Πορφύρας, όπου στο ποίημα «Πιε στου γιαλού τη σκοτεινή ταβέρνα το κρασί σου», γράφει: «Πιέτο, η ψυχή σου αξένοιαστη τόσο πολύ να γίνει / που αν έρθ’ η μοίρα σου η κακιά, να της χαμογελάσεις, / καημοί καινούργιοι αν έρθουνε, μαζί σου ας πιουν κι εκείνοι, / κι αν έρθει ο Χάρος, ήσυχα κι αυτόν να τον κεράσεις».

Φυσικά, υπάρχει και η κοινωνική διάσταση της φιλοσοφίας, που αντανακλάται στην ποίηση. Η κοινωνική ποίηση αντέδρασε εναντίον της φιλοσοφικής θεωρίας ενός θεολογικού ντετερμινισμού. Με απλά λόγια, η κοινωνική ποίηση, ήρθε σε αντίθεση με τη θεωρία, ότι, οτιδήποτε συμβαίνει είναι αιτία ενός μεγάλου θεϊκού σχεδίου και άρα όλες οι κοινωνικές αδικίες γίνονται για το γενικό καλό. Η κοινωνική ποίηση, που κακώς χαρακτηρίστηκε «στρατευμένη», γιατί ήταν πάντα πέρα από κόμματα και πολιτικές σκοπιμότητες, κατορθώνει να διαλύσει τις όποιες θεολογικές ντετερμινιστικές αυταπάτες. Η καυστική σάτιρα του Βάρναλη, η κρυστάλλινη διαύγεια των στίχων του Αναγνωστάκη, η χειμαρρώδης πλημμυρίδα των στίχων της Γώγου είναι μόνο μερικά από τα παραδείγματα ποίησης, που υποστήριξε την δημιουργία μιας κοινωνίας, που δεν θα υπάρχει η εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο. Μια φιλοσοφία χειροπιαστή, που ξέφυγε από το αφηρημένο επέκεινα και στάθηκε στο συγκεκριμένο τώρα.

Ας δούμε, τώρα πως η φιλοσοφία αντιμετώπισε την ποίηση πέρα από τον Πλάτωνα, που παραθέσαμε πιο πάνω. Ο γάλλος φιλόσοφος Joseph Joubert (Τζόζεφ Ζουμπέρ), γράφει: «Δεν θα βρεις την ποίηση πουθενά, αν δεν κουβαλάς λίγη μαζί σου». Ο άγγλος ποιητής και φιλόσοφος Samuel Taylor Coleridge είναι ακόμα πιο κατηγορηματικός: «Ποτέ κανένας δεν υπήρξε μεγάλος ποιητής χωρίς συγχρόνως να είναι ένας βαθυστόχαστος φιλόσοφος», ενώ για την ποίηση γράφει ότι είναι: «Οι καλύτερες λέξεις τοποθετημένες στην καλύτερη σειρά.» Ο Βολταίρος έχει γράψει ότι η ποίηση είναι η μουσική της ψυχής. Ο Ζαν Πολ Σαρτρ έχει γράψει πως: «Ποιητής είναι αυτός που τον εξόρισαν από την παιδική ηλικία». Άρα, ο ποιητής ψάχνει τη χαμένη του παιδική αθωότητα και άρα η ποίηση δεν εξαπατά, ούτε παρασέρνει. Ίσα-ίσα, η ποίηση μπορεί να ξεσκεπάσει αλήθειες, που είναι έντεχνα κρυμμένες.

Αλλά αξίζει να δούμε πως και οι ίδιοι οι αρχαίοι φιλόσοφοι εκφράστηκαν για την ποίηση. «Η ποίηση είναι ευγενέστερη και πιο φιλοσοφημένη από την ιστορία», γράφει ο Αριστοτέλης, ενώ ο ίδιος ο Πλάτωνας χαρακτηρίζει την ποίηση: «πράγμα ανάλαφρο, ιερό και φτερωτό». Αυτόν τον τελευταίο χαρακτηρισμό της ποίησης από τον Πλάτωνα δεν τον γνωρίζουν πολλοί και ίσως να είναι σκόπιμο το ότι δεν έχει διαδοθεί, όπως η ιδεαλιστική προσέγγιση της Πολιτείας, που αναφέραμε στην αρχή αυτού του κειμένου.

Όμως, ενώ η φιλοσοφία και η ποίηση, μπορούν να συναντηθούν με πολύ απλούς, αλλά βαθυστόχαστους στίχους, στην σύγχρονη ποίηση έχει επικρατήσει μια τάση, που για να κατανοήσει ο αναγνώστης τους σύγχρονους ποιητές, θα πρέπει να έχει εντρυφήσει στη φιλοσοφία του Kierkegaard (Κίρκεγκορ), του Heidegger (Χάιντεγκερ), του Derrida και των κακέκτυπών τους στην Ελλάδα. Την παραπάνω τάση ενθαρρύνει, διαφημίζοντάς την το κρατικοδίαιτο εκδοτομιντιακό κατεστημένο.

Συμπερασματικά, η ποίηση και η φιλοσοφία δεν είναι αντίθετες και εχθρικές η μια με την άλλη, αλλά μπορεί να ενυπάρχει η μια στην άλλη, όπως αποδείξαμε και πιο πάνω. Πόσο μάλλον, που πολλοί σπουδαίοι ποιητές ήταν και φιλόσοφοι, που είτε εκφράστηκαν φιλοσοφικά στους στίχους τους, είτε μας άφησαν και φιλοσοφικά συγγράμματα εκτός από τις ποιητικές τους συλλογές.



Θεοχάρης Παπαδόπουλος


Σημ.: Το παραπάνω αποτελεί κείμενο ομιλίας, που διαβάστηκε σε εκδήλωση του Διεθνούς Πολιτιστικού Κέντρου «Ανάδρασις» για την παγκόσμια ημέρα της φιλοσοφίας, στις 20/11/2016.

Τετάρτη, 7 Δεκεμβρίου 2016

"Διηγήσεις πόλεων" του Σταύρου Σταμπόγλη




Γεύση στην άκρη των λέξεων[1]

Έχω συναντήσει ποίηση που είναι φτιαγμένη για να ακούγεται, άλλη να τραγουδιέται, ακόμα και ποίηση που είναι μια σειρά από σκηνοθετικές εντολές. Στις Διηγήσεις πόλεων του Σταύρου Σταμπόγλη βρήκα μια ποίηση που ζωγραφίζεται. Κάπως σαν να σχηματοποιεί την φαντασία, σαν να τραβάει γραμμές για να περικλείει τις σκέψεις, αφήνοντας παράλληλα μια αίσθηση φροντίδας και συγκατάνευσης. 

Δεν είναι η πρώτη φορά που διαβάζω στίχους του Σταύρου Σταμπόγλη, και έτσι μπορώ να ξέρω ότι είναι ένας ποιητής που στήνει ένα ολοκληρωμένο σύμπαν από την αρχή και μένει πιστός σ’ αυτό μέχρι το τέλος. Όχι ότι δεν υπάρχουν επιρροές (και έντονες μάλιστα) από άλλους, θα το ξανασυζητήσουμε αυτό πιο κάτω, αλλά σε γενικές γραμμές η εικόνα που ιχνογραφείται από τους στίχους του παραμένει ενιαία και συνολικά λειτουργική. Μια πρώτη ματιά δείχνει δύο στοιχεία: καταρχάς μια ποίηση με θεμελιώδη άξονα την φύση και την παραδοχή της ως ανεξάρτητη οντότητα ως προς τον άνθρωπο, και δεύτερον μια σχεδόν παντελή απουσία άλλης ματιάς πλην αυτής του ποιητή. Η φύση εμφανίζεται εξ’ ολοκλήρου ως αυτόνομη πραγματικότητα και κατ’ επέκταση ως σταθερή αξία σε έναν κόσμο που σίγουρα δεν έχει πια αρκετές. Ο ποιητής την παρατηρεί σε μια σχέση χωρίς παρεμβάσεις από τρίτους.

Υπάρχει επίσης παρουσία και των πέντε αισθήσεων, και μάλιστα ισορροπημένα: στην έκρηξη των χρωμάτων έρχεται να προστεθεί η «φασαρία» της φύσης, το άγγιγμα στα πράγματα και στις σκέψεις. Η γεύση των λέξεων μαζί με τις μυρωδιές συμπληρώνει την συνολική εικόνα μιας πραγματικότητας που εναλλάσσεται αέναα. Το ότι βάζει σε πρώτο πλάνο τα «μη-ομιλούντα» στοιχεία, του προσφέρει μια διαφυγή από τον σκληρό ρεαλισμό της εικόνας, μια διέξοδο προς τη μαγεία της ατομικής, σχεδόν μυστικιστικής προσέγγισης.
Η απουσία σαφούς χρονικού πλαισίου που θα λειτουργούσε σαν «μπούσουλας» υπερτονίζει την λεπτομερή αναφορά στις τοποθεσίες ανά την Ελλάδα, σημείο-κλειδί για την προσωπική μυθολογία του ποιητή, και δίνει ταυτόχρονα μερικά από τα λιγότερο αφηγηματικά ποιήματα που έχω συναντήσει τελευταία. Ο χρόνος συνήθως παγώνει μέσα από την απώλεια, την ανάμνηση και τελικά την νοσταλγία, και βγάζει τον αναγνώστη από τα γνώριμα μονοπάτια της γραμμικής αφηγηματικής σειράς. Το ενδιαφέρον εδώ είναι ότι τα κείμενα του Σταμπόγλη στις Διηγήσεις πόλεων, όπως άλλωστε και στο Με την πλάτη στο παρόν[2] κινούνται στα όρια ανάμεσα στην ποίηση και την πρόζα, πρόκειται δηλαδή για κείμενα όπου ο ποιητικός λόγος δεν εδραιώνεται στην μορφή αλλά περισσότερο στο ύφος. Η φιλοσοφική διάσταση που συνάντησα εδώ δεν υπήρχε τόσο έντονα στις προηγούμενες δουλειές του, ο ποιητής αναζητεί ξεκάθαρα την θέση του απέναντι στα συμβαίνοντα, για να αποστασιοποιηθεί τελικά από ό,τι ξεπερνάει τα όρια του προσωπικού του περιγράμματος: 

Τις νύχτες αναρωτιέμαι αν στέκομαι κόμβος μοναξιάς ή είμαι κάτι από λέξεις σε κορεσμένη έννοια.[3]

Το δεύτερο στοιχείο που σηματοδοτεί τις Διηγήσεις πόλεων και κατά τη γνώμη μου το πιο ενδιαφέρον, είναι το ότι πρόκειται για ποίηση που ενώ δεν είναι μοντέρνα και καθημερινή, είναι καταλυτικά επίκαιρη:

            Και η Αθήνα μια πόλη με ρούχο εισαγωγής σε ντόπιους ήλιους.[4]

Η υπερσυμπύκνωση της σκέψης και η εξαιρετική κατά τη γνώμη μου απόδοσή της σε παραδείγματα όπως εδώ, είναι αυτό που στις Διηγήσεις πόλεων κερδίζει τις εντυπώσεις και πάει τον αναγνώστη μερικά βήματα πιο πέρα. Παρόλο που απουσιάζουν τα γεγονότα αυτά καθαυτά (μη-αφηγηματική ποίηση όπως είπαμε πιο πάνω), το συναίσθημα και η συγκίνηση είναι παρόντα με όλο τους το συνθλιπτικό βάρος. Οι στίχοι είναι επίκαιροι κατά τη γνώμη μου επειδή ενώ αποσιωπούνται οι αιτίες των προβλημάτων που κάθε φορά αλλάζουν ανάλογα με τις συνθήκες και τις καταστάσεις, η δυναμική έγκειται στις συνέπειές τους που από την άλλη, είναι μια… σταθερή αξία με τα γνωστά σε όλους καταστροφικά αποτελέσματα. 

Θα ήθελα η επιρροή του Ελύτη να ήταν λιγότερο εμφανής, είναι γεγονός. Η σκιά του βαραίνει τους στίχους του Σταμπόγλη σε αρκετές περιπτώσεις, αλλά όταν αποστασιοποιείται από τις πηγές της έμπνευσής του, βλέπω κάποιον με απολύτως διακριτή και στιβαρή γραφή. Μια γραφή στακάτη και περιεκτική για παράδειγμα, χωρίς κενά:

Και τα ηφαίστεια˙ λέξεις ζωντανές να υποφέρουν στο θαλάμι τους. Αίσθηση καρτερίας χωρίς κοψιά συντριβής.[5]
 
Ο Σταμπόγλης βρίσκει την εξαιρετικά εύθραυστη ισορροπία ανάμεσα στην καταλυτική ύλη του σώματος και το άυλο, ανεπαίσθητο πλησίασμα της φύσης και την συντηρεί πλησιάζοντας μεταξύ τους αντιθέσεις και απομακρυσμένες έννοιες, όχι «πυροτεχνηματοειδώς» για να κερδίσει τις εντυπώσεις αλλά με το βλέμμα σ’ αυτό που έλεγα πριν, στο «πάμε ένα βήμα πιο ‘κει». Δεν λείπει η διαύγεια της σκέψης, ούτε είναι απογυμνωμένη από τον κυνισμό που συνήθως την ακολουθεί σε ανάλογες περιπτώσεις, αλλά από την άλλη μεριά ο ποιητής τηρεί τις αποστάσεις και, ελλείψει εμπάθειας, κερδίζει την «αντικειμενικότητα» που χρειάζεται: 

Αλλά υπάρχουν χίλιες λογικές ανήμπορες να κρύψουν ετούτο το γεγονός, ότι η επιδημία κέρδους δεν αναγνωρίζεται ως πανδημία εγκλήματος.[6]

Ομολογώ ότι τις φορές που η συμβολιστική προσέγγιση του Σταμπόγλη έγινε απόλυτα συνολική και δεν άφησε χαραμάδες και κλειδιά κατανόησης στα χέρια του αναγνώστη, το κείμενο βάρυνε ανεπανόρθωτα. Η κατανόηση, η πλήρης μάλιστα κατανόηση, είναι καλώς ή κακώς ο μόνος δίαυλος επικοινωνίας που είναι σημαντικό να παραμένει ανοιχτός. Δεν πιστεύω ότι υπάρχουν σημαντικά πράγματα που πρέπει να παραμένουν σε σκοτεινές περιοχές γιατί η συνεννόηση δέχεται ισχυρό πλήγμα. Ο Σταύρος Σταμπόγλης βγαίνει από την ποιητική πεπατημένη, δεν το αμφισβητώ αυτό. Δεν βγαίνει από την δική του πεπατημένη όμως, και είναι κρίμα. Αυτό που περιμένω από εκείνον πλέον δεν είναι μια καλή ποίηση (που σε πολλές περιπτώσεις είναι εξαιρετική) γιατί αυτό το θεωρώ δεδομένο. Περιμένω να πάρει ρίσκα και να βγει από τις σκιές όσων τον επηρέασαν, μπορεί και οφείλει να είναι το πρότυπο του εαυτού του. 

Κρις Λιβανίου


[1] σελ. 13
[2] Σταύρος Σταμπόγλης, Με την πλάτη στο παρόν, εκδ. Κέδρος, Αθήνα, 2014.
[3] σελ. 43.
[4] σελ. 23.
[5] σελ. 25.
[6] σελ. 36.