Τετάρτη, 30 Νοεμβρίου 2016

"Τα γυάλινα μάτια των ψαριών" της Ειρήνης Παραδεισανού


Ένας μοναχικός σκαντζόχοιρος είμαι.
Μονάχα που
τ’ αγκάθια ανάποδα φυτρώνουν
και
σπαράσσουν τις σάρκες μου.[1]

Η Χριστίνα Λιναρδάκη έχει ήδη ασχοληθεί με την ποίηση της Ειρήνης Παραδεισανού σε παλιότερη ανάρτηση, είχε μάλιστα εκφράσει στο τέλος την ανυπομονησία της να δει πού θα οδηγούσε την ποιήτρια η έμπνευσή της. Τα γυάλινα μάτια των ψαριών έπεσαν στα δικά μου χέρια και το κείμενό μου θα είναι μια ιδιότυπη συζήτηση ανάμεσα στις δυο μας. 

Η πρώτη μου σκέψη είναι ότι είχα καιρό να συναντήσω μια ποιητική συλλογή που ξεφεύγει από το πλαίσιο της απτής πραγματικότητας και στήνεται σχεδόν ολοκληρωτικά εκτός ρεαλισμού. Το γεγονός αυτό είναι από μόνο του μια βίαιη πράξη απόσχισης, και όταν στην Ρητορική ένδεια ΙΙ το εγώ του αφηγητή βγαίνει σχεδόν από το ίδιο του το δέρμα για να σταθεί απέναντι στον εαυτό του με ό,τι αυτό συνεπάγεται, τότε γίνεται πλέον σαφές ότι η Ειρήνη Παραδεισανού δεν φοβάται να πάρει ρίσκα.

Τα πρώτα ποιήματα της συλλογής αφήνουν μια γεύση εφιάλτη. Υπάρχει εξαρχής μια απόσταση ανάμεσα στο εγώ και τον εαυτό του, και όταν λέω απόσταση εννοώ κενό: ένα τρομαχτικό, αγωνιώδες κενό, αδιαπέραστο από φως, χωρίς διαστάσεις και άρα χωρίς απτά όρια. Η Χριστίνα είχε μιλήσει για θεατρικότητα στην ποίηση της Παραδεισανού, και είχε δίκιο. Εγώ θα ήθελα να προσθέσω και κίνηση. Είναι κατά τη γνώμη μου δύσκολο εγχείρημα να πετύχει κανείς αίσθηση κίνησης με τον λόγο, σταθερό και κατ’ εξοχήν γαντζωμένο στα χαρτιά:

Τα μάτια του στάζουν φωτιά.
Γιγάντιες φτερούγες σκοτεινές
φυλλομετρούν
τις μέρες.[2]
 
Η ατμόσφαιρα εφιάλτη δεν αναφέρεται συγκεκριμένα, αλλά παράγεται κατευθείαν, χωρίς ενδιάμεσα στάδια. Η ποιήτρια παραθέτει μια ονειρική πραγματικότητα που συστέλλεται και διαστέλλεται συνεχώς και μέσα σ’ αυτήν τα πράγματα, τα γεγονότα και κάποιες φορές οι άνθρωποι αποκτούν απρόβλεπτες διαστάσεις. Και σ’ αυτό το σημείο εισέρχεται ο φόβος, όπως σε κάθε εφιάλτη. Υποβόσκων βέβαια, και για ακόμα μια φορά αποδεσμευμένος από τις λέξεις που θα μπορούσαν να τον ξορκίσουν, αλλά καταλυτικά παρών: 

Ο οισοφάγος μου
τρωτός
λάμπει στο σκοτάδι.
Τον καρφώνουν με σφυριά στην οθόνη
οι γιατροί με τις άσπρες νοσοκομειακές κραυγές.[3]

Υπάρχει σκληρή γραφή και βίαιη σκέψη, φαντάζομαι επειδή κινείται στα άκρα και στα τετελεσμένα, όμως ταυτόχρονα η Ειρήνη Παραδεισανού αναμετριέται με όσα βρίσκονται μπροστά της, και αυτό το κάνει με την γενναιότητα κάποιου που ξέρει εκ προοιμίου ότι είναι το αδύναμο μέρος της εξίσωσης. Η Χριστίνα είχε αναφέρει την αρχαιοελληνική επιρροή στη θεματολογία, κάτι που υπάρχει και εδώ χωρίς υπερβολές όμως, και όπως είχε παρατηρήσει τότε, η ποιήτρια ούτε σ’ αυτή τη δουλειά απέφυγε τον στόμφο, δύσκολο πράγμα, όντως. Προσωπικά τον είδα και εκτός… επιρρεπούς θεματολογίας, όπως εδώ:

Κύμα ταξίδευε στα περιστέρια της μιλιάς σου.[4]

Δεν είναι ο ίδιος άνθρωπος που γράφει, ή για να είμαι ακριβής δεν γράφει τα ίδια πράγματα, κάτι που μόνο θετικό θα μπορούσε να είναι, και η έμπνευση που είχε διαπιστώσει τότε η Χριστίνα είναι ισχυρά παρούσα. Είχε γράψει επίσης πως στην Ρητορική ένδεια η ποιήτρια δεν χρησιμοποιεί ούτε εγείρει συναίσθημα. Στα Γυάλινα μάτια των ψαριών συμβαίνει το πρώτο αλλά ευτυχώς όχι το δεύτερο. Και είναι γεγονός ότι η γλώσσα της όντως παλινδρομεί σε λόγιους τύπους που απομακρύνουν τον αναγνώστη από το κείμενο, αλλά δεν έχω τόσο ηχηρά παραδείγματα όσο αυτά που αναφέρει η Χριστίνα στην κριτική της. Βελτίωση και εδώ λοιπόν. 

Η ακρίβεια στην απόδοση του συναισθήματος και της συγκίνησης είναι για μένα ίσως ο πιο ισχυρός πυλώνας μετά την τεχνική (για να μην ξεχνιόμαστε) και η Ειρήνη Παραδεισανού εδώ την έχει επιτύχει, και μάλιστα η προσπάθειά της προς αυτή την κατεύθυνση είναι εμφανής. Επικεντρώθηκε εξίσου στο μήνυμα και στον αποδέκτη του, και έτσι δείχνει ότι τα σέβεται εξίσου και τα δύο. Πέρα από αυτό, βλέπω μια γενναιότητα στην παραδοχή των συντριπτικών συγκινήσεων, με άλλα λόγια δεν κάνει πίσω ούτε στην γραφή ούτε στις σκέψεις, αλλά κρύβεται και ταυτόχρονα εκτίθεται σε μια δυναμική ισορροπία προσωπικού βιώματος και εξωτερικού πλαισίου.

Το leitmotif των ματιών στην αρχή λειτουργεί καλά, χαράσσοντας πορεία και άξονες, αλλά από ένα σημείο και μετά ξεφτίζει και χάνει την ανατρεπτικότητά του για να γίνει ένα κλισέ που αναμασιέται. Ο ηθικοπλαστικός χαρακτήρας που συχνά συνοδεύει μια αρχαιοελληνική και βιβλική θεματολογία όπως εδώ, και παρόλο που είναι συγκαλυμμένος, λειτουργεί ανασταλτικά κατά τη γνώμη μου. 

Αν στην προηγούμενή της συλλογή η Ειρήνη είχε δώσει εξαιρετικά δείγματα γραφής όπως έλεγε τότε η Χριστίνα, τότε στα γυάλινα μάτια των ψαριών η εξέλιξη και η εδραίωση αυτής της γραφής είναι αναμφισβήτητο γεγονός. Τα ρίσκα που αναλαμβάνονται πετυχαίνουν, ο συνδυασμός ανάμεσα στο προσωπικό βίωμα και την όποια οικουμενικότητα αυτό αποκτά είναι ισορροπημένος, οι λέξεις βρίσκουν τον δρόμο τους προς τον αναγνώστη. Είναι η σειρά μου να περιμένω την εξέλιξη.  

ΑΤΙΤΛΟ
Μου μιλάτε και βουλιάζω ολοένα στα κύματα.
Με τραντάζετε μα σκάβω ξανά στα χωράφια του ήλιου
ως ανατέλλει στον γκρεμό των ματιών μου.

Είμαι το κύμα που ναυάγησε στην απόκρημνη γη
Κι ασθμαίνει τη στεγνή υγρή σταγόνα να φυλάξει.

Κι είναι η σταγόνα το δάκρυ
στο χείλι του αδέσποτου παιδιού
που ξεψυχά μπροστά στα μάτια μου.[5]

Κρις Λιβανίου


[1] «Μοναχικός σκαντζόχοιρος», στ. 14-19, σελ. 17.
[2] στ. 4-7, σελ. 17
[3] στ. 1-5, σελ. 18
[4] στ. 1, σελ. 49
[5] σελ. 41

Δευτέρα, 28 Νοεμβρίου 2016

"Διάλογοι με τον Αρχίλοχο" του Αντώνη Ζέρβα

Mια στάμνα, όταν είναι καινούρια, αφήνει το νερό να περάσει από τα τοιχώματά της, το συγκρατεί όμως όλο και καλύτερα όσο παλιώνει. Με τον ίδια ακριβώς τρόπο σε αυτή τη, δέκατη πέμπτη, συλλογή του ο Αντώνης Ζέρβας γίνεται πιο πολυεπίπεδος από ποτέ: έλκοντας από τον τρόπο του Αρχίλοχου ξεκινά να περιγράφει τη συνθήκη ενός σύγχρονου άντρα που στην ηλικία της ωριμότητας δεν υπολείπεται σε ορμές –το κάνει όμως με υποδόρια ειρωνεία και με αυτοσαρκασμό που οδηγούν εντέλει σε μια ανατομία της ανθρώπινης κατάστασης η οποία αφορά τους πάντες.

Διαπερνώντας την επιφάνεια και φθάνοντας μέχρι το βάθος της – βιωμένης ή ποθητής – εμπειρίας, ο Ζέρβας χρησιμοποιεί τα όσα νιώθει το ποιητικό του υποκείμενο ως εξέδρα κατάδυσης στη θάλασσα της ανθρώπινης φύσης για να αναδυθεί μετά από λίγο ξανά με μια συγκομιδή από καθολικά συμπεράσματα που διατυπώνονται σκωπτικά πολλές φορές, μα παραδίδονται με μεγάλη σοφία και σημαντική επίγνωση των όσων συνεπάγεται η ανθρώπινη συνθήκη:

Έτσι και το χειρότερο θα εναλλάσσσεται
με το καλύτερο, μες στην ατέρμονη τροπή
των ψευδαισθήσεων σε ψευδαισθήσεις.

Το βιβλίο χωρίζεται σε τρία μέρη. Στο πρώτο («Διάλογοι με τον Αρχίλοχο») που δίνει και τον τίτλο του στο βιβλίο, ο ποιητής δεν διαλέγεται απλώς με τον Αρχίλοχο, αλλά συνείρει το πνεύμα της ποίησής του τόσο έντονα που ο αναγνώστης μπαίνει πολλές φορές στον πειρασμό να μιλήσει για αντιμετάθεση των προσωπείων των δύο «συνομιλητών». Ας σημειωθεί, σε αυτό το σημείο, ότι ο Αρχίλοχος δεν έτυχε της αναγνώρισης των συγχρόνων του, αφενός λόγω του ότι ήταν ρίψασπις και αφετέρου επειδή αυτοϋπονομευόταν έντονα στην ποίησή του. Ανακαλώντας το γεγονός, ο Ζέρβας γράφει:

Κράτησε εαυτέ μου, κράτησε.
Το πρόβλημα δεν είναι οι εχθροί σου,
όπως για τον Αρχίλογο καλή του ώρα.
Αυτούς μπορείς να τους καταπαλέψεις,
αρκεί να πέφτουν πάνω σου ένας ένας.


Εκτός από δημιουργός του λόγιου ιάμβου και λάτρης της σάτιρας, ο Αρχίλοχος θεωρείται ο πρώτος ποιητής της Ευρώπης που έστρεψε το βλέμμα στον εσωτερικό κόσμο του ανθρώπου, αψηφώντας τη βαριά επική παράδοση της εποχής του. Πίστευε ότι ο άνθρωπος διαφεντεύεται από παντοδύναμες δυνάμεις τις οποίες πρέπει να προσπαθήσει να αντέξει όπως μπορεί, αφού δεν έχει άλλη επιλογή. Το ίδιο πνεύμα διατρέχει τη συλλογή του Αντώνη Ζέρβα – το ποιητικό υποκείμενο δεσμεύεται από τις επιθυμίες που ορθώνονται πανίσχυρες μέσα του, όμως δεν έχει άλλη επιλογή από το να τις υπομείνει στωικά:

Ρουφάω τον κόσμο με το καλαμάκι
μα η γρανίτα μες στα ροζ στενάζει.
Όλα τα ηρωικά, στενές φούστες και ψηλά τακούνια,
σαν τα δημοτικά αντιλαλούν πως είμαι γέρος.


Των «διαλόγων» έπονται άλλες δύο ενότητες, οι «Κατά τριάδες» και «Μονά και πάλι». Οι «τριάδες» λειτουργούν κάπως σαν intermezzo: η σατιρική διάθεση κοπάζει, οι στίχοι είναι πιο στοχαστικοί, πιο απαλοί (ωστόσο ιδιαίτερα επώδυνοι) και πιο τρυφεροί. Συναντάμε εδώ ποιήματα συγκινητικά, ακόμη και σπαρακτικά, που πραγματεύονται την ανάμνηση και την αμετάκλητη απουσία. Επαναφορά στην πρότερη καυστική διάθεση συνιστούν οι δύο τελευταίες τριάδες της ενότητας, Ζ και Η.

Στα «Μονά και πάλι» ο ποιητής αναλαμβάνει με περισσότερη σφοδρότητα τη σκωπτική διάθεση του πρώτου μέρους, χρωματίζει ωστόσο τα ποιήματά του και με τη μελαγχολική διάθεση του δεύτερου, σε μια κατακλείδα που δρα συνθετικά των δύο πρώτων ενοτήτων και που εμπλουτίζεται επιπλέον κατά τόπους με ομοιοκαταληξία.

Αριστοτέχνης του λόγου, ο Αντώνης Ζέρβας μπορεί με άνεση να σκηνοθετεί τις συλλογές του με όποιον τρόπο κρίνει πιο πρόσφορο, εν προκειμένω δανειζόμενος τη δομή ενός μουσικού σονέτου (τρία μέρη όπου το ενδιάμεσο διαφέρει αισθητά από τα άλλα δύο) και να παραμένει ταυτόχρονα σίγουρος για το άρτιο του αποτελέσματος. Το ίδιο σίγουροι μπορούμε να παραμένουμε και εμείς, οι αναγνώστες του, για το ότι πάντα θα μας επιφυλάσσει μια ποιητική περιπέτεια που θα διαφέρει από τις συνηθισμένες.

Χριστίνα Λιναρδάκη


Σημ.: Το κείμενο πρωτοδημοσιεύθηκε στη "Λέσχη ανάγνωσης Νοεμβρίου 2016" του vakxikon.gr

Παρασκευή, 25 Νοεμβρίου 2016

Σφηνάκια του Νοέμβρη




 "Ηλιάδα" του Ιάκωβου Θήρα Καραμολέγκου
            Σαρκώνεσαι τον άνθρωπο μπας και ταφείς θεός[1]

Ο πρώτος λόγος που επέλεξα την Ηλιάδα για το σφηνάκι μου γι αυτό τον μήνα είναι η θεματολογία της: ομολογώ δεν είχα ξαναπέσει μέχρι τώρα σε μια συλλογή με τόσο έντονο θρησκευτικό, θεολογικό και ενίοτε φιλοσοφικό χαρακτήρα. Δεν κρύβω ότι a priori δεν είναι του γούστου μου, επειδή ανάμεσα σε άλλους λόγους αισθάνομαι πως ό,τι αφορά την πίστη, την όποια πίστη, είναι μια βαθιά προσωπική υπόθεση και εκ των πραγμάτων δεν απευθύνεται με την ίδια ευκολία σε όλους. Κι όμως. Η συγκεκριμένη συλλογή έχει αρετές που αξίζει να προσέξει κανείς.

Καταρχάς το θρησκευτικό στοιχείο υποφώσκει χωρίς να «φωνάζει», τουλάχιστον στο πρώτο μισό της συλλογής. Κατά δεύτερον είναι μια ποίηση ταυτότητας, του ίδιου του ποιητή ως ανθρώπου αλλά και των Ελλήνων μέσα από την Ιστορία. Επικεντρώνεται στις ρίζες, στις απαρχές, και ψάχνει λιμάνι και άγκυρα στις ταραγμένες εποχές που ζούμε, αποφεύγοντας παρόλα αυτά να τις κατονομάσει ευθέως.

Υπάρχει ευθύτητα στον στίχο και απλότητα, αποφεύγονται με αρκετή μαεστρία οι υπεραπλοποιήσεις και η αισιοδοξία φαίνεται μονόδρομος. Η βιβλική προσέγγιση έχει αφήσει ένα ισχυρό αποτύπωμα, ειδικά όσο εξελίσσεται η συλλογή, οπότε τα ανάλογα κλισέ περί έρωτα, γυναικείας παρουσίας και συντροφικότητας δεν λείπουν, αλλά αυτό από μόνο του δείχνει να μην επηρρεάζει αρνητικά το σύνολο. Η θρησκευτικότητα μάλλον κλίνει στον μυστικισμό παρά στην θρησκοληψία, οπότε οι όποιες ισορροπίες τελικά διατηρούνται.

Κρις Λιβανίου


[1] στ. 16, σελ. 28


"Καρτ ποστάλ" του Κωνσταντίνου Γαλάνη

Η πρώτη ποιητική συλλογή του Κων. Γαλάνη πάσχει από το σύνδρομο του Ιανού: έχει δύο πρόσωπα. Το ένα είναι λυρικό, περιλαμβάνει ποιήματα απλά, που κυλούν αρμονικά με ωραία ροή και σαφή νοήματα. Το άλλο είναι ειρωνικό, αλλά πρόκειται για μια ειρωνεία απλωτή: σε ορισμένα ποιήματα αυτής της κατηγορίας υπάρχει ένας ρυθμός, σχεδόν μέτρο, που όμως δεν καταλήγει - εκεί που περιμένει κανείς τη ρίμα, το μέτρο μένει ξεκρέμαστο, σαν ξεκούρδιστο (είναι η ειρωνεία του μέτρου και της ρίμας) και σε άλλα ποιήματα υπάρχει ένας άκρατος βερμπαλισμός με σκέψεις δαιδαλώδεις που δεν βγάζουν νόημα ή είναι νέτα-σκέτα παράλογες (είναι η ειρωνεία των περισπούδαστων λέξεων). 

Το γεγονός ότι τα ποιήματα συνυπάρχουν, και μάλιστα ανάκατα, στην ίδια συλλογή δημιουργεί μια παράξενη αίσθηση στον αναγνώστη. Το αποτέλεσμα μπορεί να κριθεί μεταμοντέρνο, μπορεί όμως και να κριθεί αμφίβολο. Μοιάζει κάπως με δύο από τους στίχους του ποιήματος "Κοκκινοσκουφίτσα":

Αλμύρας λύκοι
αλλιώτεψαν τα παραμύθια.


"Ηλιοθεραπεία στο σούρουπο" του Τζέιμς Ράιτ (μτφρ. Μαρία Κατσοπούλου)

Πρόκειται για την ελληνική μετάφραση της πολύ ωραίας ανθολογίας του βραβευμένου με Πούλιτζερ (1972) Αμερικανού ποιητή James Wright (1927-1980). Η συλλογή περιλαμβάνει ποιήματα που αποτελούν έναν ύμνο της φύσης και άλλα που είναι περισσότερο μεταφυσικά. Σε πολλά ποιήματα, ο ποιητής βάζει τον άνθρωπο στο επίκεντρο και τη φύση να τον πλαισιώνει σαν το κάδρο ενός θαυμαστού πίνακα. Σε άλλα ποιήματα, αντίθετα, με επιμέλεια υφαίνει νοσταλγικές και ονειρικές σκηνές που μέσα τους τοποθετεί τον άνθρωπο:

Η πόλη γέρνει, να συναντήσει τη νύχτα,
Κι ακόμα, εκεί, η σιωπηλή γη
Αναπαύεται στις χαμένες απολαύσεις
Ώσπου να σηκωθεί ξανά και να γεμίσει το σκοτάδι
Με καταρράκτες και άσματα χελιδονιών.

Η μετάφραση της Μαρίας Κατσοπούλου είναι αρκετά καλή, παρουσιάζει ολισθήματα όμως σε λίγα σημεία.

Χριστίνα Λιναρδάκη






Τετάρτη, 23 Νοεμβρίου 2016

"Το 8ο αμάρτημα" της Αγγελικής Μαρίνου



Το 8ο αμάρτημα της Αγγελικής Μαρίνου είναι ένα αφήγημα στις σελίδες του οποίου κυκλοφορούν άνθρωποι με σάρκα και οστά, αλλά που ταυτόχρονα είναι γυμνοί από κάθε κοινοτοπία. Το ότι οι ήρωες έχουν μια αναμφισβήτητη μοναδικότητα ενώ την ίδια στιγμή είναι μορφές τόσο αναγνωρίσιμες και οικείες σε όλους, αποτελεί το πρώτο ενδιαφέρον παράδοξο αυτής της δουλειάς. Θα ακολουθήσουν κι άλλα. 

Γρήγορη γραφή και ευθεία αφήγηση, με τα βασικά συστατικά της επιτυχημένης πρόζας παρόντα, η Αγγελική Μαρίνου κάνει μια ενδιαφέρουσα απόπειρα να δει αν υπάρχει κάτι πίσω από όσους και όσα καθημερινά μας συμβαίνουν. Και ο αναγνώστης, στο τέλος κάθε κεφαλαίου, θέλει να δει τι θα γίνει παρακάτω σε μια ιστορία κατά τα φαινόμενα καθημερινή και συνηθισμένη. Αυτό είναι το δεύτερο ενδιαφέρον παράδοξο.
Η πιο ισχυρή μαγεία της πρόζας είναι κατά τη γνώμη μου όταν ο αντικειμενικός (εξωτερικός) και ο υποκειμενικός (ο χρόνος όπου ξετυλίγεται η πλοκή) χρόνος συμπίπτουν, κρατώντας τον αναγνώστη κλειδωμένο στις σελίδες του βιβλίου. Στο 8ο αμάρτημα ο αναγνώστης είναι «δέσμιος» μιας ιστορίας που βιάζεται να δηλώσει αυτοβιογραφική μόνο και μόνο για να βεβαιωθούμε όλοι πως ουδόλως είναι, μιας ιστορίας όπου το πρώτο ενικό αποδεικνύεται ότι μπορεί και να είναι μάσκα, και μιας υπόθεσης που παρόλο που αόριστα θυμίζει άλλες ανάλογες, μπορεί τελικά να είναι βαθιά προσωπική. Στο τέλος αποκαλύπτεται ότι ακόμα και το βασικό πρόσωπο του αφηγητή είναι ένας ήρωας όπως οι άλλοι. Ή μήπως όχι;

Η συγγραφέας κρατάει όλες τις απαραίτητες αποστάσεις στα συναισθήματα, στις πράξεις και στις σκέψεις που κάνουν όλοι, αλλά οι αποστάσεις αυτές βρίσκονται σε δυναμική ισορροπία που μεταβάλλεται κατ’ εικόνα των καταστάσεων. Η κινηματογραφική γραφή μπορεί μεν να αποδεικνύεται στεγνή κάποιες φορές, από την άλλη πλευρά όμως παρέχει την ευελιξία αυτού που λέμε «κάμερα στον ώμο» και την αμεσότητα της μη-επεξεργασμένης σκηνής.
Ο κατ’ επίφαση αυτοβιογραφικός χαρακτήρας του κειμένου με κάνει να αναρωτιέμαι ποια είναι η θέση του αφηγητή απέναντι σε όσα συμβαίνουν, απέναντι στα συναισθήματα των άλλων αλλά και τα δικά του, πώς προσεγγίζει αυτό που ο ίδιος πρώτα από όλους θεμελιώνει ως πραγματικότητα. Στην πορεία της ανάγνωσης φαίνεται ότι ο πραγματικός αφηγητής είναι η αδελφή του ήρωα, οι σκέψεις της εμφανίζονται άλλωστε με πλάγια γράμματα σαν σφήνες, και δηλώνει την παρουσία της προσθέτονταε ένα ακόμα Εγώ σ’ αυτό το κείμενο που είναι ήδη γραμμένο στο πρώτο ενικό. 

Ο αφηγητής, όποιος και αν είναι τελικά, ουδεμία πλάνην πλανάται παρόλα αυτά. Και όχι μόνο παραμένει νηφάλιος, για να μην πω αποστασιοποιημένος από όσα εκθέτει, αλλά έχει και την μαεστρία να αφηγείται μόνο όσα χρειάζονται στον αναγνώστη για να... φανταστεί τα υπόλοιπα μόνος του. Σαν να του δίνει τις τελείες, και να τον αφήνει μόνο του να τραβήξει τις γραμμές που τις ενώνουν, και η εικόνα, όταν αποκαλύπτεται, είναι ακριβής και χωρίς λάθη. Ο ίδιος κινείται σαν στο σπίτι του σε ένα δάσος καθρεφτών, και ο αναγνώστης θέλοντας και μη, τον αναζητεί χωρίς σταματημό. Για την ακρίβεια, θέλοντας. Και εκεί βρίσκεται κατά τη γνώμη μου το τρίτο ενδιαφέρον στοιχείο του 8ου αμαρτήματος.

Το κάθετο τέλος που δίνει η Αγγελική Μαρίνου στο αφήγημα αυτό, δημιουργεί κάποιες επιφυλάξεις, κυρίως μια αίσθηση ανολοκλήρωτου που σπάνια λειτουργεί θετικά στο σύνολο του έργου. Το τέλος είναι αυτό που σηματοδοτεί και την καταλυτική αλλαγή αφηγητή, που αποκαλύπτει, αν θέλουμε, ποιος κρυβόταν πίσω από την ιστορία και ακριβώς επειδή αυτό γίνεται στις τελευταίες σελίδες, αφήνει μια επίγευση αβεβαιότητας. 

Δεν ξέρω αν μπορεί κανείς να μιλήσει για «λογοτεχνία πόλης», φαντάζομαι πως όχι, όπως άλλωστε δεν υπάρχει «λογοτεχνία νησιού» ή «όρεων», και ευτυχώς. Δεν παύει παρόλα αυτά να μένει η αίσθηση μιας καθαρά ουρμπανιστικής ματιάς της συγγραφέα σε μια καθημερινότητα που ξεδιπλώνεται και ταυτόχρονα εξαντλείται εντός των τειχών. Το 8ο αμάρτημα έχει την ισχύ μιας κοφτερής ματιάς που επικεντρώνεται στην επιτακτικότητα της στιγμής, και αυτό το στοίχημα η Αγγελική Μαρίνου το έχει κερδίσει. 

Κρις Λιβανίου

Δευτέρα, 21 Νοεμβρίου 2016

"Χομχάχ" του Βάκη Λοϊζίδη

Ξεκίνησα με την προοπτική να συμπεριλάβω το Χομχάχ στα σφηνάκια του Νοέμβρη, αλλά καθώς το ξανάνοιξα θυμήθηκα τον ενθουσιασμό μου για την πληθώρα των απόψεων που περιέχει και αποφάσισα τελικά να του αφιερώσω ξεχωριστή ανάρτηση.

"Χομχάχ" είναι λέξη ανατολίτικης προέλευσης για την Τέχνη, όπως μαθαίνουμε στη σελ. 47 του βιβλίου. Είναι μια διευκρίνιση που μάλλον παρέλκει (έχουμε άλλωστε ολοκληρώσει την ανάγνωση της συλλογής, όταν τη συναντάμε), μολονότι ικανοποιεί την περιέργεια για την παράξενη λέξη του τίτλου, αφού όλο το βιβλίο είναι ένας διάλογος με την Τέχνη, στην οποία ο ποιητής απευθύνεται σε β΄ ενικό πρόσωπο από το πρώτο δίστιχο.

Το επόμενο δίστιχο αναφέρεται στο "καρκίνωμα της πρωτοτυπίας" και μεταφέρει μια γνωστή άποψη που ωστόσο αποτελεί ανάθεμα για τους καλλιτέχνες, αν και εδώ δηλώνεται ευθαρσώς: η αναζήτηση της πρωτοτυπίας είναι μάταιη, αφού παρθενογένεση στην τέχνη δεν υπάρχει. Αντίθετα, η προσπάθεια για πρωτοτυπία γεννά εξαμβλώματα που αναπτύσσονται στο σώμα της όπως ο καρκίνος.

Παρακάτω γίνεται λόγος για το "υπηρετικό προσωπικό" της Τέχνης, γι' αυτούς που τη διακονούν, όπως είναι η έκφραση - είναι προφανής ο σαρκασμός του ποιητή στην απεύθυνση. Λίγες γραμμές πιο κάτω ο ποιητής ειρωνεύεται την "εποχή της σερπατίνας", όπως ονομάζει την εποχή μας.

Η Τέχνη για κείνον είναι κάτι αγνό, που δεν χρειάζεται "μεσάζοντες" για να γίνει κατανοητή. Λέγοντας μεσάζοντες, ο Λοϊζίδης εννοεί τους θεωρητικούς ("που τάχα την εξυψώνουν, ενώ καταβροχθίζουν την ουσία της"), τους εμπόρους ("φανερούς υπεργολάβους") και τους επιμελητές (που "θανατώνουν άθελά τους το θέμα της έκθεσης"). Στο ίδιο πνεύμα, διατυπώνει και τον αφορισμό "η πολλή φιλοσοφία βλάπτει την τέχνη" - φυσικά, όπως σε κάθε αφορισμό που δεν επέχει (ακόμη κι αν διεκδικεί) θέση αξιώματος, ο αντίλογος είναι θεμιτός και προσωπικά θα είχα πολλά να αντιτάξω.

Στη σελίδα 17 (τα μικρά κείμενα, στην πλειονότητά τους αφορισμοί, δοσμένοι με αμιγώς ποιητική διάθεση, δεν έχουν τίτλους. Είναι μια τεχνική που δίνει την εντύπωση του συνεχούς, ρέοντος κειμένου, ομολογουμένως όμως δυσχεραίνει την παραπομπή), γίνεται νύξη στο θέμα της συνύπαρξης εικόνας και κειμένου ("καρτελάκι δίπλα στο έργο τέχνης") με τρόπο που η μία καθορίζει το άλλο και τούμπαλιν. Σχετικά έχουν γράψει πολλοί θεωρητικοί (Μπέρτζερ, Μπένγιαμιν, Μπαρτ για να αναφέρω ορισμένους) και η συζήτηση είναι εκτενής, όμως αυτό που πραγματικά ενδιαφέρει τον Λοϊζίδη είναι αφενός οι δεκάδες τρόποι με τους οποίους εμποδίζεται ή κατευθύνεται η πρόσληψη της καλλιτεχνικής έκφρασης και αφετέρου η μετατροπή της τέχνης συνολικά σε κάτι υποδεέστερο. Και τα δύο είναι θέματα που παρακολουθεί με λύπη, παρότι τα διατυπώνει με ειρωνεία, γιατί τον αφορούν άμεσα: άλλωστε είναι και ο ίδιος ζωγράφος.

Θίγονται κι άλλα θέματα, όπως εκείνο της απλότητας στην τέχνη (σε σχέση με το ναΐφ), εκείνο της διεθνούς αναγνώρισης του καλλιτέχνη, εκείνο της αντιγραφής ή εκείνο του κιτς, τα οποία θα βγούμε πολύ από τον δρόμο μας, αν καθίσω να αναλύσω, είναι ωστόσο εξαιρετικά ενδιαφέροντα για όσους έχουν προβεί στις σχετικές διερωτήσεις. Η διαπραγμάτευσή τους από τον ποιητή δείχνει βαθιά και ουσιαστική γνώση τους, από την οποία πηγάζει η προσωπική του άποψη.

Την άποψή του, μαζί με τις αγωνίες του, είναι που καταθέτει στο Χομχάχ ο Βάκης Λοϊζίδης και τις καταθέτει ντυμένες με τον μανδύα της ειρωνείας, η οποία πηγάζει από την επίγνωση της ματαιότητας που δημιουργεί το αναπόδραστο του κατεστημένου στην Τέχνη. Το κάνει όμως χωρίς να αποποιείται την παράλληλη ιδιότητά του του ποιητή και γι' αυτό ακριβώς θα ήθελα να του υπενθυμίσω ότι ίδιον των ποιητών είναι να εξακολουθούν να πιστεύουν στο όνειρο, ακόμη κι όταν είναι απόλυτα σίγουροι ότι πρόκειται για ουτοπία.

Χριστίνα Λιναρδάκη



Παρασκευή, 18 Νοεμβρίου 2016

"Περί λογοτεχνίας και απλών δαιμονίων: 60 χρόνια γραφής και ανάγνωσης" του Βασίλη Βασιλικού

Ο Βασίλης Βασιλικός δεν απαιτεί συστάσεις, είναι από τους ονομαστούς συγγραφείς της νεοελληνικής μεταπολεμικής πεζογραφίας. Συγγραφέας με διεθνή αναγνώριση, πληθωρική προσωπικότητα, με υπεύθυνο δημόσιο λόγο. Κύρια γνωρίσματα των έργων του είναι το αυτοβιογραφικό στοιχείο, ο πολιτικός και κοινωνικός προβληματισμός, το χιούμορ, η ειρωνεία καθώς και η υπέρβαση της καθιερωμένης αφηγηματικής γραφής, τόσο στο επίπεδο της ροής του λόγου όσο και στη χρονική συνοχή και στην διαμόρφωση των γεγονότων. Οι επιδράσεις του από την δημοσιογραφική και την κινηματογραφική γραφή είναι έκδηλες. «Περί Λογοτεχνίας και άλλων δαιμονίων», ο τίτλος και ο υπότιτλος «60 χρόνια γραφής και ανάγνωσης», ένα ογκώδες βιβλίο του Βασ. Βασιλικού με επιμέλεια, σχόλια και εισαγωγή των γνωστών μας δοκιμιογράφων Θ. Αγάθου και Αρ. Σαϊνη σε συνεργασία με τον συγγραφέα. Όπως μας μαρτυρεί ο τίτλος του έργου, είναι ένα αφιέρωμα στα 60 χρόνια δημιουργικής παρουσίας του συγγραφέα στο χώρο της λογοτεχνίας αλλά και στη δημόσια ζωή.

Ο Β. Βασιλικός, κατά παράφραση του τίτλου του γνωστού διηγήματος του Νοτιοαμερικανού Νομπελίστα Γ. Γκ. Μαρκές «Περί έρωτος και άλλων δαιμονίων» αναζητά τα δικά του δαιμόνια που τον οδήγησαν στην τέχνη του λόγου. Ας αφήσουμε καλύτερα τους ανθολόγους των έργων του Β. Βασιλικού να μας διηγηθούν στην μακροσκελή εισαγωγή του βιβλίου: «Γνωρίζουμε ότι τα δαιμόνια που βάζουν σε πειρασμούς κάθε τεχνίτη του λόγου μπορεί να είναι πολλά, κανένα όμως δεν ξεπερνά σε επινοήσεις, κόλπα και τεχνάσματα, την διαμεσολαβιτική σχέση της γλώσσας και της φαντασίας σε κάθε προσπάθεια αποτύπωσης της πραγματικότητας, της ιστορίας και του εαυτού».

Αυτά είναι και τα δαιμόνια του Β. Βασιλικού. Ο φυγόκεντρος, κομματιαστός, συχνά άναρχος και επιμελώς ατημέλητος τρόπος γραφής του, άλλοτε αγγιστρώνεται με διαθέσεις κοινωνικής καταγγελίας στην καυτή πραγματικότητα, άλλοτε αφήνεται στις διαθέσεις της στιγμής ή στις εισβολές του ονείρου, άλλοτε ακολουθεί συνειρμικά τη λειτουργία της μνήμης και τις μεταμορφώσεις της πρωτεϊκής προσωπικότητας που πολιορκεί εδώ και 60 χρόνια το ίδιο πυρηνικό κέντρο. Τι είναι πραγματικότητα; Τι είναι εαυτός; Τι είναι λογοτεχνία; Αυτά είναι τα ερωτήματα που ταλανίζουν τον συγγραφέα και επανέρχονται σαν δεσπόζοντα μοτίβα στην πεζογραφία του.

Όπως συνηθίζεται, σε αυτού του είδους έργα το βιβλίο ξεκινά από τα νεανικά κείμενα του συγγραφέα. Ως γνωστόν οι πρώτες δημοσιεύσεις του Β. Βασιλικού είναι το 1949 με ποιήματα στην εφημερίδα Μακεδονία της Θεσσαλονίκης. Το πρώτο κείμενο του τόμου, «Ο ποιητής και ο πεζογράφος», είναι ένας διάλογος – αντιπαράθεση ενός «ποιητή» με ένα «πεζογράφο». Η φαντασία και η πραγματικότητα της ζωής συγκρούονται στο διάλογο. Οι «ψηφίδες» (1952), το δεύτερο κείμενο της συλλογής, είναι προβληματισμοί γύρω από την Τέχνη και την δημιουργία.

Οι επιδράσεις από τον μεγάλο Γάλλο διηγηματογράφο Ζίντ είναι εμφανείς στην νεανική νουβέλα του Β. Βασιλικού: «Η διήγηση του Ιάσωνα», όπου διαλέγεται με τον «Θησέα» του Γάλλου συγγραφέα. Ο Γ. Θεοτοκάς αποτελεί κατά το Β. Βασιλικό τον μεγαλύτερο Έλληνα συγγραφέα στην εποχή του. Εμπιστεύεται σε αυτόν τα χειρόγραφα του μυθιστορήματος «Θύματα ειρήνης». Βαθύς γνώστης των έργων του Γ. Θεοτοκά, αφιερώνει μία διάλεξη για τον μεγάλο συγγραφέα της «Γενιάς του ’30» στην «Κίνηση νέων Θεσσαλονίκης» με το πρωτοποριακό για την εποχή του θέμα: «Ο Γ. Θεοτοκάς και η Ευρωπαϊκή ιδέα» (1955) ενώ δύο χρόνια πριν, έχει προβεί σε κριτική για τις τελευταίες παραγράφους του έργου του Γ. Θεοτοκά: «Δοκίμιο για την Αμερική». Το 1962 είναι νωπές οι μνήμες του από την παραμονή του στις ΗΠΑ, όπου σπούδασε τις τεχνικές κινηματογράφου και της τηλεόρασης. Δημοσιεύονται «Οι Μπήτνικς της Αμερικής», όπου αφηγούνται οι συνθήκες υπό τις οποίες γεννήθηκε και ανδρώθηκε αυτό το κίνημα των νέων στο χαοτικό μεταπολεμικό περιβάλλον των ΗΠΑ. Γίνεται ιδιαίτερη αναφορά στους ηγέτες αυτού του κινήματος, τον πολυδιαβασμένο συγγραφέα Κέρουακ, και τον πρωτοπόρο ποιητή Άλεν Γκινζμπεργκ. Η μυθολογία της Αμερικής, (1964) αποτελεί μία απομυθοποιητική εκδοχή του συγγραφέα για το «Αμερικανικό Όνειρο».

Οι δύο συνεντεύξεις που ακολουθούν, έχουν αντικείμενο την βράβευσή του με το «Λογοτεχνικό βραβείο των 12», για την πολυδιαβασμένη τριλογία «Το Φύλλο», «το Πηγάδι», «Το Αγγέλιασμα» (1962). Ο Β. Βασιλικός αποκαλύπτει στους συντάκτες των περιοδικών «Ταχυδρόμος» και «Επιθεώρηση Τέχνης» τις συνθήκες έμπνευσης της τριλογίας. Ο συγγραφέας θεωρεί τον εαυτό του απόφοιτο της «Λογοτεχνικής σχολής της Θεσσαλονίκης», εκφράζει την προτίμησή του για τον Παπαδιαμάντη έναντι του Καζαντζάκη, με τον συγγραφέα του «Ζορμπά» και της «Ασκητικής» θα αργήσει να συμφιλιωθεί. Αναφερόμενος στις πηγές έμπνευσης της τρίλογίας, υποστηρίζει ότι του άσκησαν γοητεία οι Γάλλοι υπαρξιστές Ζ. Π. Σαρτρ και ο Αλ. Καμύ. Η «Πανούκλα» του Καμύ, όπως ομολογεί ο ίδιος είναι η πηγή έμπνευσής του για τα «θύματα της Ειρήνης» (1956). Έχει ακόμη ένα σταθερό θαυμασμό για τους κορυφαίους συγγραφείς Κάφκα και Ντοστογιέφσκι. Κατατοπιστική για την πορεία του συγγραφέα είναι μία σύντομη συνέντευξη το 1964 στην εφημερίδα ΑΥΓΗ, στο αφιέρωμαάτης για τους νέους συγγραφείς, με τον τίτλο «Μιλήστε για το έργο σας και τα για τα μελλοντικά σας σχέδια».

Τον Β. Βασιλικό προβληματίζει σοβαρά η πορεία του μυθιστορήματος στην Ελλάδα, το μέλλον κατά το συγγραφέα, ανήκει σε δύο λογοτεχνικά είδη, την νουβέλα και την μαρτυρία, στη συνέντευξή του τονίζει: «με την έννοια της προσωπικής αφήγησης, του ρεπορτάζ, του ντοκουμέντου». Η στροφή αυτή αρχίζει να φαίνεται στην αφηγηματική γραμμή των πεζογραφημάτων της εποχής όπως οι «Φωτογραφίες» (1964), και το «Εντός των τειχών» (1966): αφηγήματα που προαναγγέλουν τον Β. Βασιλικό που έγινε διεθνώς γνωστός με την έκδοση του «Ζ».

Η συνέντευξη του στον Δ. Γκιώνη μας μεταφέρει στο καιρό του «Ζ», έτος 1966, όταν στην Θεσσαλονίκη δικάζονταν οι υπαίτιοι της δολοφονίας του βουλευτή της ΕΔΑ Γρ. Λαμπράκη. Η λογοκρισία της δικτατορίας μερικούς μήνες αργότερα, απαγορεύει την κυκλοφορία του «Ζ». Ο συγγραφέας αναγκάζεται να αυτοεξορισθεί στο εξωτερικό. Ο Β. Βασιλικός, όπως αναφέρουν οι κριτικοί του έργου, δικαιολογεί τον τίτλο του βιβλίου «Ζ, φανταστικό ντοκιμαντέρ ενός εγκλήματος» επιχειρώντας έναν συσχετισμό με τον χαρακτηρισμό «Μη μυθιστορηματικό μυθιστόρημα» που θεμελιώνει ο Αμερικανός συγγραφέας Τρούμαν Καπότε με το πολύκροτο έργο του «Εν ψυχρώ» (1966). Η διεθνής επιτυχία του «Ζ», χάρη και στην κινηματογραφική διασκευή του Κώστα Γαβρά (1969), ανεβάζει στα ύψη του όνομα του Β. Βασιλικού. Το σύντομο κείμενο «Το κιβώτιο» του Άρη Αλεξάνδρου (1973), αποτελεί μία δημοσίευση σε περιοδικό του Παρισιού, η ανάγνωση της οποίας έπεισε τον ονομαστό γαλλικό εκδοτικό οίκο Gallimard για την πρώτη έκδοση στα γαλλικά του βιβλίου του Αλεξάνδρου. Συγκεκριμένα αναφέρει: «πρόκειται για ένα μυθιστόρημα ενός ικανότατου πεζογράφου, εκτός από ποιητή και μεταφραστή από τα ρωσικά που γνωρίζαμε έως τώρα» και καταλήξει: Είναι ένα βιβλίο υγιεινό, κάνει καλό. Σαν το καθάρσιο». «Οι τρεις νέες ποιήτριες» (1976) ένα κείμενο που επικεντρώνεται σε τρείς νέες γυναικείες φωνές της «Γενιάς του 70», την Νατάσα Χατζηδάκη, την Βερενίκη Δαλακούρα και την Μαρία Κυρτζάκη.

«Ο άλλος Λόρκα» αναφέρεται όχι στο Λόρκα ως σύμβολο του αντιφασισμού, όπως έχει καθιερωθεί στην Ελλάδα, αλλά στο Ισπανό ποιητή και δραματουργό Λόρκα που “σαρκώνεται το ρόλο του θύματος, όχι γιατί ήθελε να αλλάξει τον κόσμο, αλλά γιατί προτίμησε να μην αλλάξει σε τίποτε την ευαισθησία του, που ήταν σε άμεση επαφή με τον τόπο και την εποχή του”. Στο «Γράμμα στον Ισμαήλ Κανταρέ» (1977) Αλβανό ομότεχνο του, γνωστό και έξω από τα σύνορα της χώρας του, ο Β. Βασιλικός τείνει χείρα φιλίας και συνεργασίας με τον ονομαστό συνάδελφό του της γειτονικής χώρας.


Δεν παραλείπει όμως να αναφερθεί και στην μεροληπτική και προκα­τειλημμένη αναφορά του Ι. Κανταρέ για τους Έλληνες, στο μυθιστόρημα του «Το χρονικό της πέτρινης πολιτείας», που εμπνέεται από την πόλη του Αργυροκάστρου. Η συνέντευξη του, στην Άντεια Φραντζή (περιοδικό ΑΗΤΙ, 1983) με τίτλο: «Βίωμα αποστασιοποιημένο και βίωμα ξεχασμένο» με αφορμή τα 30 χρόνια από την έκδοση του πρώτου μυθιστορήματος «Διήγηση του Ιάσωνα», είναι μία συζήτηση του συγγραφέα εφ’ όλης της ύλης. Ομιλεί για την ενασχόληση του με την ποίηση, το θέατρο, την μετατόπιση του από τους κύκλους της «Αστικής Αγγλοελληνικής Επιθεώρησης», στην συνεργασία του με θεωρητικούς και στοχαστές της Αριστεράς, αυτής που μεταπολιτευτικά θα ονομασθεί «Ανανεωτική». Ομολογεί για μία ακόμη φορά τις επιδράσεις του, στο ύφος από τους Ζιντ και Σαρτρ, καθώς και από τον Γάλλο Φλωμπέρ στο ογκώδες και αγαπημένο του μυθιστόρημα: «Γλαύκος Θρασάκης». Υποστηρίζει την ανάγκη δημιουργίας επαγγελματιών συγγραφέων στην Ελλάδα. Το 1984 δημοσιεύονται οι ραδιοφωνικές του συνομιλίες, με τον Μάνο Χατζηδάκι που μεταδόθηκαν το 1979 από το Γ’ πρόγραμμα.
 Ο συγγραφέας εδώ, επικεντρώνεται στις αλλαγές που προκάλεσε η κυριαρχία της κινηματογραφικής γλώσσας και της τηλεοπτικής εικόνας στην εξέλιξη του μυθιστορήματος. Τονίζει πως δεν υπάρχουν πρότυπα μεγάλων μυθιστορημάτων στην ελληνική λογοτεχνία. Από τους Έλληνες ομοτέχνους του, ξεχωρίζει τον Μυριβήλη και τον Παπαδιαμάντη για την γλώσσα τους. Τον ίδιο χρόνο σε συνέντευξη στον Μιχ. Μήτρα, ανοίγει την εργαλειοθήκη του συγγραφέα και εξομολογείται ότι στόχος του είναι η καθιέρωση και «δεύτερης γραφής» για όλα τα έργα του. Ο Γάλλος ελληνολάτρης Ζακ Λακριέρ, μεταφραστής των έργων του συγγραφέα στα Γαλλικά και φίλος του, έχει την τιμητική στο «χρονικό μιας οδοιπορίας». Τον θεωρεί όπως και τον Κίμωνα Φράϊερ μεταφραστή του Καζαντζάκη στα αγγλικά, ένα ειλικρινή φιλέλληνα, άριστο γνώστη της μεταπολεμικής ελληνικής πραγματικότητας, έναν ελληνιστή που με τις άψογες μεταφράσεις των ελλήνων λογοτεχνών έκανε γνωστή στο εξωτερικό την σχεδόν άγνωστη νεοελληνική λογοτεχνία.

Το 1985, απαλλαγμένος πλέον από τα καθήκοντα του Διευθυντή προγράμματος της ΕΡΤ (1981-84), επανέρχεται στην συγγραφική του δραστηριότητα με το κείμενο «ο συγγραφέας στην Ελλάδα». Τονίζει ότι η πολυσυζητημένη έμπνευση του συγγραφέα αποτελεί ένα μύθο και υποστηρίζει ότι η δημιουργία, δεν αποτελεί ιδιωτική υπόθεση αλλά έχει την ανάγκη κοινού. Στο «Αντρέας Καραντώνης, ο τελευταίος κριτικός πριν την εμφάνιση της σημειολογίας» (1986) κρίνει με επιείκεια τον κριτικό της γενιάς του ’30 και τον απαλλάσσει από τις διάφορες εις βάρος του κατηγορίες αριστερών κύκλων. Ο Γ. Καραντώνης όπως σωστά αναφέρει: «επίσημος κριτικός του Σεφερο-Ελυτικού κυκλώματος, «έριχνε μία γέφυρα προς την άλλη πλευρά, διαπιστώνοντας στο δίδυμο Βρεττάκου – Ρίτσου, το ίδιο, αν όχι μεγαλύτερο ποσοστό ταλέντου». Κατά τον Β. Βασιλικό το σπάνιο είδος κριτικού – συνδημιουργού όπως ο Γ. Καραντώνης, με εξαίρεση τον Π. Μπουλά και ίσως και τον Απ. Σαχίνη, απουσιάζει στην εποχή μας. Αποτίει φόρο τιμής στον δολοφονηθέντα πεζογράφο του «Τρίτου στεφανιού» Κ. Ταχτσή, σε άρθρο του (1988) τον χαρακτηρίζει: “εκφραστή της ίδιας πεζογραφικής γενιάς, που έδωσε με το τραγικό του τέλος το στίγμα της”. Η στροφή του στον ποιητικό λόγο στα χρόνια της δικτατορίας, ως εσωτερική ανάγκη για να δώσει το ψυχολογικό στίγμα στους φίλους και συμπατριώτες του, αναφέρεται στο κείμενο «πως έγραφα ποίηση» (1989). Θυμίζει στους αναγνώστες τον νεανικό του εαυτό, πριν τον κερδίσει η πεζογραφία. Στη συνέχεια γίνεται ένας σπάνιος λόγος για την σύνδεση της λογοτεχνίας με την έβδομη τέχνη. Ο συγγραφέας με την πολύχρονη εμπειρία του σε αυτούς τους χώρους, προτείνει στους σκηνοθέτες να διαβάζουν πολλή λογοτεχνία. «Υπάρχουν παλαιότεροι και σύγχρονοι Έλληνες και ξένοι συγγραφείς που μπορούν να πλουτίσουν τον χώρο της εμπειρίας σας».

Στο σημείωμα (περιοδικό, Λέξη 1991): «Λογοτεχνία: η δημοσιογραφία της επόμενης μέρας», εντοπίζει συγκλίσεις αλλά κυρίως αποκλίσεις μεταξύ αυτών των δύο ειδών του λόγου. Όπως επισημαίνει, «αν η ελληνική δημοσιογραφία υποφέρει, είναι από την παρεξήγηση αυτών συνόρων». «O μεγάλος Ρίτσος» γράφεται στα γαλλικά το 1992 και δημοσιεύεται στο περιοδικό «Η λέξη» (2004). Ο Β. Βασιλικός θεωρεί τον μεγάλο ποιητή της «Ρωμιοσύνης» συνέχεια και ισάξιο του Κ. Παλαμά, αλλά και ισότιμο με διεθνείς ποιητές – ποταμούς, όπως τους Νερούντα, Μαγιακόφσκυ, Λόρκα. Στο «Γιατί ξεχάσαμε τον Παλαμά» προτείνει, και σωστά, μια επανεκτίμηση του έργου του εθνικού ποιητή του «Δωδεκάλογου του γύφτου», και προβλέπει με αισιοδοξία ότι η νέα γενιά του διαδικτύου και των Μακ Ντόναλντ θα ριχθεί στον Κ. Παλαμά γιατί αυτός ο ποιητής είναι “ναρκωτικό”, δημιουργεί εξάρτηση. Στις «Έξι φανταστικές συνεντεύξεις» υποδύεται τον δημοσιογράφο και συζητά με ένα χαριτωμένο τρόπο, με ονομαστούς ποιητές και διηγηματογράφους της νεοελληνικής ιστορίας, προσπαθώντας να επικαιροποιήσει τα μηνύματα των έργων τους. Τα πρόσωπα της «συνέντευξης» είναι οι Ρήγας, Κάλβος, Βιζυηνός, Παλαμάς, Καβάφης και Καρυωτάκης. «Οι τέσσερις εποχές μιας φιλίας» (1994), είναι μία συγκινητική εξιστόρηση της καθοριστικής για την πορεία της φιλίας του Β. Βασιλικού με τον θεωρητικό της Αριστεράς Δ. Δεσποτίδη και  ιδρυτή του ιστορικού εκδοτικού οίκου «Θεμέλιο». Το αδημοσίευτο κείμενο «Διαβάζοντας» διαπραγμα­τεύεται την χρήση της γλώσσας στη λογοτεχνία της δεκαετίας του ’60. Προβληματίζεται για τα δυσδιάκριτα πλέον όρια μεταξύ γραπτού και προφορικού λόγου και αναγνωρίζει τα προτερήματα του πεζογράφου ως αφηγητή παραμυθά. Το συγγραφικό έργου του Αιγυπτιώτη Στρατή Τρίρκα είχε απασχολήσει τον Β. Βασιλικό. Όταν ήταν διευθυντής στην ΕΡΤ (1984), είχε εγκρίνει μία τηλεοπτική σειρά βασισμένη στην τριλογία του Τσίρκα. Στο «Νταρέλ και Τσίρκας αναπόφευκτες συγκρίσεις» (1996), ο συγγραφέας επιχειρεί μία σύγκριση ανάμεσα στην διεθνή αναγνώριση στα πεζογραφήματα «Αλεξανδρινό Κουαρτέτο» του Ντάρελ και «Ακυβέρνητες πολιτείες» του Σ. Τσίρκα. Η συμφιλίωση του Β. Βασιλικού με το έργο του Ν. Καζαντζάκη αναλύεται κατατοπιστικά στο μακροσκελές κείμενο «Είκοσι παράγραφοι για τον Καζαντζάκη».

Μία συμφιλίωση που άργησε να έλθει, ήλθε στα χρόνια της ωριμότητας, όταν ο συγγραφέας του «Ζ», ήταν αυτοεξόριστος στο εξωτερικό. Σε αυτό συνέβαλαν η διεθνής επιτυχία της «Οδύσσειας», καθώς και οι κινηματογραφικές μεταφορές των έργων του Ν. Καζαντζάκη.

Μια αναφορά στην εξομολογητική πεζογραφία του Γιώργου Ιωάννου της «σχολής» της Θεσσαλονίκης γίνεται στο σημείωμα «Γιώργος Ιωάννου» (2006). Ο συγγραφέας αναγνωρίζει στον Γ. Ιωάννου το χάρισμα να κάνει τέχνη τις «Ανείπωτες εμπειρίες» της καθημερινής ζωής. Μία τέχνη με τα πιο ταπεινά υλικά.

Οι τελευταίες σελίδες του τόμου, ανθολογούν δημοσιεύσεις του Β. Βασιλικού που σχετίζονται με την αστυνομική πλοκή και την παράδοση του νουάρ, ένα είδος που έχει αφήσει ανεξίτηλα ίχνη στην δημιουργία του συγγραφέα. Δημοσιεύεται επίσης ένας εντυπωσιακός πρόλογός του στην αστυνομική νουβέλα του Κ. Καλφόπουλου: «Καφέ – Λούκατς», καθώς και ένα κείμενο που αναλύει τις βασικές συνιστώσες των έργων του γενάρχη» του ελληνικού αστυνομικού μυθιστορήματος Γιάννη Μαρή. Αναρωτιέται και σωστά, αν θα υπάρξει στο μέλλον ένας νέος Μαρής που θα μετέτρεπε την τεχνολογία του διαδικτύου, των κινητών και της τηλεόρασης σε λογοτεχνία. Εκφράζει για αυτό τις αμφιβολίες του.

Εν κατακλείδι, πρόκειται για ένα βιβλίο – απάνθισμα μικρών και μεγάλων κειμένων που μας ξεναγούν στη πνευματική δημιουργία ενός ονομαστού νεοέλληνα συγγραφέα, Ελληνοκεντρικού και κοσμοπολίτη, ανήσυχου διανοούμενου. Χρήσιμο πλοηγίο, για όσους επιθυμούν μία έγκυρη γνώση για την μεταπολεμική λογοτεχνική και πνευματική ζωή του τόπου μας.



Λουκάς Θεοχαρόπουλος




Τετάρτη, 16 Νοεμβρίου 2016

"Συναμφότερα και λίγα μόνα" του Νίκου Δόικου



 
Κανένα πρωινό δεν συγχωρεί τον έρωτα της νύχτας[1]
 
Ξεκινήσα μ’ αυτόν τον στίχο για τον ίδιο λόγο που οι εφημερίδες χρησιμοποιούν αυτούς τους πηχυαίους τίτλους στην πρώτη σελίδα: επειδή άπαξ και ακουμπήσεις τα μάτια σου πάνω του, δύσκολα μπορείς να τον αγνοήσεις. Υπάρχει και ένας δεύτερος λόγος, η σχεδόν ολοκληρωτική (με έμφαση στο σχεδόν) απουσία του έρωτα από το σύνολο της ποιητικής συλλογής του Νίκου Δόικου, αλλά σ’ αυτό θα επανέλθω στην πορεία.

Κανένα πρωινό, λοιπόν, δεν συγχωρεί τον έρωτα της νύχτας, ο Νίκος Δόικος ακουμπάει μια προσεκτική ματιά στα ανθρώπινα συναισθήματα και πεπραγμένα, τόσο προσεκτική μάλιστα που φτάνει να γίνεται διακριτική και σχεδόν ευγενική, και αν δεν υπήρχε μια ανεπαίσθητη επίγευση ενός παλιωμένου κυνισμού, θα έλεγε κανείς ότι ο ποιητής γράφει αποστασιοποιημένος. Η επίγευση υπάρχει, και κανείς δεν μιλάει για αποστασιοποίηση. Πρόκειται για μια ποίηση που ξετυλίγεται με όλη της την άνεση σε εκτενή στίχο που συχνά δεν στερείται θεατρικότητας, ανθρωποκεντρική και ταυτόχρονα μια ποίηση του φανταστικού στοιχείου, βασισμένη σε ευαίσθητες και παράδοξες ισορροπίες ανάμεσα στο άτομο και στο σύμπαν που το περιβάλλει. 

Στα Συναμφότερα και λίγα μόνα, ο Νίκος Δόικος ψηλαφεί άυλα πράγματα, συναισθήματα και σκέψεις φυσικά, αλλά και πράγματα που συνήθως δεν μιλάνε, όπως οι πένες για παράδειγμα, και το κάνει όχι με διάθεση παιχνιδιού αλλά με την ανάγκη να αγγίξει τους συμβολισμούς που κάποιες φορές διακατέχουν όσα αναμετριώνται με την καθημερινή τριβή:

            Η πένα γράφει μόνη της,
μόνη κι ανεπίβλεπτη.

Κι ‘κειν’ η δυστυχής ιδέα
ντροπιασμένη, κατακόκκινη
τρύπωσε στο κοχύλι.[2]

Η συμπυκνωμένη σκέψη (και ακόμα περισσότερο η συμπυκνωμένη γραφή) είναι κάτι που δεν συναντά κανείς συχνά, οι άνθρωποι έχουν την τάση να ξετυλίγουν και να ξεδιπλώνονται με ευκολία. Μια από τις αρετές αυτής της συλλογής είναι η δημιουργία και η διατήρηση της ισορροπίας ανάμεσα στο εμφανές και το ελάχιστα κρυμμένο. Ο αναγνώστης αποκτά την επιθυμία να τραβήξει την κουρτίνα και να δει τι κρύβεται πίσω από τους στίχους, τις αλληλουχίες και τις σιωπές, και έχει ταυτόχρονα την εντύπωση ότι ο ποιητής θα είναι εκεί για να τον ξεναγήσει. Το εγώ που γράφει είναι ένας παρατηρητής τεκταινομένων με αναμνήσεις και με συναισθηματική εμπλοκή: τα δικά του κενά, η μοναξιά που ενδεχομένως να διαφαίνεται, αυτή η αίσθηση ότι ζει σε πεπερασμένο χρόνο, δεν αναφέρονται με λόγια αλλά αναπαράγεται με ακρίβεια η γεύση που αφήνουν, σαν να μην εκφράζονται, παρά μόνο να περιγράφονται οι συνθήκες που δεν μπορούν παρά να τα προκαλέσουν. 

Το γεγονός ότι δεν γίνεται να τοποθετηθεί η συλλογή σε κάποιο χρονικό πλαίσιο (όχι ότι θα ήταν απαραίτητο βέβαια), με κάνει να διερωτηθώ σχετικά με το επίκαιρο των ποιημάτων που την αποτελούν, και τους τρόπους που θα μπορούσε να επιτευχθεί αν παρακάμψει κανείς την οφθαλμοφανή θεματολογία της καθημερινότητας. Οι ισχυροί συμβολισμοί και η αλληγορική ματιά που ο ποιητής ακουμπάει στα πράγματα και τους ανθρώπους είναι το σημείο συνάντησης ανάμεσα σε τωρινές και μελλοντικές αναγνώσεις. Δεν είναι ότι απουσιάζει εντελώς το καθημερινό φορτίο της πραγματικότητας, αρχίζω πλέον να πιστεύω ότι δεν μπορεί παρά να κυκλοφορεί παντού. Είναι μάλλον το ότι σπανίως (και ελάχιστα) διαφαίνεται, ότι δεν διαφεντεύει τον χώρο: τα μάτια του ποιητή δείχνουν στραμμένα πίσω στην Ιστορία και την ταυτότητα, στις σταθερές όλων δηλαδή. Ο άνθρωπος στους στίχους του Νίκου Δόικου δεν απομονώνεται από το σημερινό γίγνεσθαι, το αντίθετο μάλιστα: αντιμετωπίζεται ως ένα σύνολο ιστορικών και προσωπικών εμπειρίων, και αυτό έχει ως αποτέλεσμα ένα είδος «μοντέρνου» ουμανισμού, πρωτότυπου και φρέσκου. 

Έγραψα στην αρχή ότι ο έρωτας είναι αν όχι απών, τουλάχιστον μια ελάχιστα θορυβώδης παράμετρος. Δεν αποτελεί κινητήριο δύναμη ούτε άξονα για το σύνολο της συλλογής, παρέχει μόνο τρυφερότητα και μια σταθερότητα σε έναν κόσμο που τελικά έχει τόσο λίγες. Υπολανθάνει και ενίοτε διαφαίνεται, εγκαθίσταται στις πίσω σκέψεις και διαγράφει την αχνή πορεία των μη-αναστρέψιμων αλλαγών. Φωτίζει επίσης ένα από τα καλύτερα ποιήματα αυτής της συλλογής:

Κοιλώματα της γης
Πλαγιάσαμε στα μυστικά κοιλώματα της γης
γιομάτα πλατανόφυλλα του Οκτώβρη,
πέτρινες φλέβες σκαλισμένες στις πλαγιές,
μαλαματένιο φόντα, ιδεογράμματα
γνωστά μόνο στους μύστες
των παλιών μας εξεγέρσεων.

Ψηλάφησες με δισταγμό στο στήθος μου
βαθιάν ουλή παλιάς πληγής
στο στέρνο χαραγμένη
και μάτωσες χωρίς να πληγωθείς.

Σύννεφο πέρασε μπροστά ‘πο το φεγγάρι
αρπάζοντας το φως του, καμαρώνοντας
τις φωτεινές ανταύγειες στις καμπύλες του,
τις φορτωμένες με ιδρώτα και βροχή.

Πόσες απρόσμενες βροχές
τότε που θέλαμε ήλιο
και πόσες άλλες αρνηθήκανε
τις λιτανείες και τα ξόρκια των αγρών
αφήνοντας λίγ’ άνθη ξηρασίας
ν’ απολογούνται για την στείρ’ απροθυμία τους.

Θα ‘ρθει καιρός και πάλι να πλαγιάσουμε
στα μυστικά κοιλώματα της γης
γιομάτα ελπίδες κι όνειρα της Άνοιξης,
κόκκινες φλέβες κεντημένες στις πλαγιές
σε σμαραγδένιο φόντα, τα ορμητικά πρωινά,
όταν με πάθος θα εφορμάνε τα παιδιά μας
χωρίς τους μύστες των παλιών μας εξεγέρσεων.[3]
Κρις Λιβανίου

[1] στ. 28, σελ. 90.
[2] στ. 18-22, σελ. 25.
[3] σελ. 87.