Δευτέρα, 31 Οκτωβρίου 2016

«Χωματουργικά» του Δημήτρη Πέτρου

Τρία χρόνια μετά την Α΄ Παθολογική του, ο Δημήτρης Πέτρου επιστρέφει με τα Χωματουργικά. Όπως υποδηλώνει ο τίτλος, το βιβλίο ασχολείται με ανασκαφές, επιχωματώσεις, διανοίξεις. Μόνο που όλες αυτές οι εργασίες αφορούν το εσωτερικό τοπίο του ποιητή – κι ας επικαλείται ο ίδιος στα ποιήματά του το εξωτερικό: οι ίδιοι του οι στίχοι τον διαψεύδουν.

«Όλα αρχίζουν με μια άρνηση», λέει στην αρχή του βιβλίου και παρακάτω μας μιλά για «μια μετατόπιση μικρή/ μια ρήξη» που μπορεί να σε προσγειώσει σε αστικό δασάκι με ένα περίστροφο στο χέρι. «Τι διάολο,/ μια φορά ζει ο άνθρωπος/ σκέφτηκα/ και όρμησα με τα μούτρα/ στον διπλανό», γράφει στο επόμενο ποίημα, προκαλώντας ανατριχίλα στον αναγνώστη. Ο κόσμος γύρω ωστόσο παραμένει αμέτοχος σε όλα αυτά, αθώος πάντα: «στην επαρχία/ οι δρόμοι άσπροι απ’ τα βαμβάκια».

Αναπάντεχες συμφράσεις, όπως «υπάρχει αυτή η μέρα/ που κάποτε θα ξεχαστεί/ και μια άλλη,/ που θα καίγεται αδιάκοπα/στο μακρινό μέλλον» ή αλλού «φέρνεις το μαρσάρισμα/ των πεθαμένων/ στη φωνή σου-/ αδικείς τον εαυτό σου». 

Έσω χωματουργικά. Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι ο Πέτρου δεν σκηνογραφεί, ίσα-ίσα το κάνει κατά κόρον: κατεδαφίζει, ανοίγει ορύγματα (ενίοτε χαρακώματα) ή υψώνει φράγματα. Στο τέλος  όμως μένει πάντα ανυπεράσπιστος ο ίδιος: «και πίσω απ’ τα μαντριά/ ο λύκος λιποτάκτης». Η άνωθεν βοήθεια αποδεικνύεται φρούδα ελπίδα: «απόκοσμη σιωπή/ ακούγεται μόνο/ ο ήχος των από μηχανής θεών/ και οι αιφνίδιες πτώσεις». Μετά τις χωματουργικές εργασίες και τις αλλαγές που επιφέρουν, ο κόσμος δεν είναι ποτέ πια ο ίδιος.

Το βιβλίο περιέχει 25 μόλις ποιήματα και έχει πολύ μικρό σχήμα. Κρίμα, θα ήθελα να ήταν μεγαλύτερο, θα ήθελα να είχε κι άλλο.


Χριστίνα Λιναρδάκη

Πέμπτη, 27 Οκτωβρίου 2016

"Ο Ιππότης των 100 προσευχών", πρωτοδημοσιευόμενο κείμενο του Απόστολου Σπυράκη

«Φεύγω για την Αθήνα, δεν ξέρω πότε θα γυρίσω», του είχε πει, έτσι στο άσχετο, είχαν μαλώσει λίγο βέβαια αλλά όχι τίποτα σημαντικό, κάτι την είχε πιάσει τελευταία, φερόταν αλλοπρόσαλλα. Έμεινε μόνος, ήταν Σαββατοκύριακο, δεν ήξερε τι να κάνει, τον έπιασε μια μελαγχολία απίστευτη, αυτά τα ξαφνικά που του έκανε πάντα τον σκότωναν, εκεί που νόμιζε ότι όλα πήγαιναν καλά κι ότι μπορούσε να χαλαρώσει λίγο, εκεί σαν να τον περίμενε αυτή, κάτι θα του έκανε και θα τον έριχνε στα τάρταρα κι άντε να βγεις από κει κάτω.

Έπρεπε κάτι να κάνει, κάπως να περάσει την ώρα μέχρι να του φύγει εκείνο το ασήκωτο βάρος από μέσα του, ήθελε να της τηλεφωνήσει αλλά ό,τι και να έκανε εκείνη δεν θα άλλαζε γνώμη, την ήξερε, αποφάσισε να πάει να δει τον πατέρα του στο νοσοκομείο, ο γέρος δεν ήταν καλά εδώ και καιρό, το αλτσχάιμερ προχωρούσε καλπάζοντας, μετά το εγκεφαλικό ήταν στα τελευταία του, το μυαλό του πρέπει να είχε γίνει κόσκινο. Τον βρήκε να κοιμάται σ έναν έρημο θάλαμο, στον τοίχο απέναντι του μια τηλεόραση έπαιζε ένα έργο, δυο στρατοί συγκρούονταν μέσα σε μια κόλαση από σκόνη, κανείς έβλεπε εκείνο το έργο, αλλά οι πολεμιστές και οι στρατοί συνέχιζαν να πολεμούν σα να ήταν στον δικό τους κόσμο και δεν έδιναν δεκάρα για το τι γίνεται τριγύρω. Διόρθωσε λίγο τα σεντόνια που κρέμονταν και περίμενε τον πατέρα του να ξυπνήσει. Μετά από λίγο μπήκαν στο θάλαμο δυο γυναίκες που πρόσεχαν μια γριά κοκκαλιάρα μέναν ορό στο χέρι καρφωμένο, μιλούσαν ψιθυριστά, η μια απ’ αυτές φορούσε τρία δαχτυλίδια στο ένα της χέρι κι είχε τα μαλλιά της βαμμένα κάπως παρδαλά. Οι δυο γυναίκες βολεύτηκαν σε κάτι καρέκλες σε μια γωνιά του δωματίου κι άρχισαν να λένε για το χωριό τους που είχε πολύ υγρασία, ήταν πίσω από κάποιο βουνό σε μια κοιλάδα που είχε το δικό της μικροκλίμα κι όλη την ώρα μια ομίχλη σκέπαζε σαν κουβέρτα εκείνο το μέρος.

Άκουγε την περίεργη γυναίκα με τα τρία δαχτυλίδια και προσπαθούσε να φανταστεί το σκεπασμένο απ’ την υγρασία χωριό όταν εκείνη τον πήρε τηλέφωνοΤι κάνεις;», αυτή ήταν η στάνταρ τακτική της, να τον ψαρεύει για να δει αν του λείπει, κι αν τον έχει αναστατώσει, κι αν τυραννιέται, αν τον πείραξε που έφυγε, αν υποφέρει (αυτό ήταν το καλύτερο της). «Όλα καλά» της είπε, δεν ήθελε να παραδεχτεί ότι τον είχε κάνει κομμάτια, «Πότε γυρίζεις;» - «A, δεν ξέρω, πολύ ήρεμο σε βρίσκω» του είπε αυτή κι έκλεισε γρήγορα το τηλέφωνο. «Θε μου, μια στιγμή ακόμα δεν μπορούσε να περιμένει σκέφτηκε μέσα του, έστω κι αυτή η μικρή συνομιλία όμως τον είχε κάνει να νιώσει καλύτερα.

Τη νύχτα κοιμήθηκε στο νοσοκομείο, η παρουσία κάποιων ανθρώπων ακόμα κι αν δεν του λέγανε τίποτα μετρίαζε κάπως την αγωνία του, ο πατέρας του ξύπνησε μια στιγμή, τον κοίταξε περίεργα σαν να έλεγε «ποιος στο διάβολο είσαι συ!» κι ύστερα ξανακύλησε στο λήθαργο του. Δοκίμασε να ξαπλώσει σ ένα άδειο κρεβάτι που βρήκε, απ’ το παράθυρο έβλεπε τα φύλλα των δέντρων που πήγαιναν πέρα δώθε, ένας αέρας είχε αρχίσει να φυσά. Όπως δεν μπορούσε να ησυχάσει, άκουγε τις γυναίκες που κάθονταν στη γωνιά του θαλάμου να μιλούν σιγανά, εκείνη με τα τρία δαχτυλίδια έλεγε κάτι για τα παλιά σπίτια, φαινόταν να ξέρει ένα σωρό πράγματα σχετικά, μιλούσε για στέγες, θεμέλια, πατώματα, για κάποιο παλιό διώροφο με τοίχους πολύ χοντρούς, καμωμένους από πέτρα κι ένα μίγμα λάσπης πολύ δυνατό, όλα τα σπίτια σ εκείνο το χωριό με την ομίχλη την ίδια κατασκευή είχανε, ήταν πετρόκτιστα. Οι κάτοικοι εκεί πέρα είχαν φήμη ότι ήταν καλοί λιθοξόοι, πετράδες, το βουνό εκεί κοντά έβγαζε μια πέτρα εξαιρετικής ποιότητας, γρανίτη ή κάτι τέτοιο που δεν καταλάβαινε τίποτα, λέγανε ότι τα κτίσματα που έφτιαχναν μ’ εκείνη την πέτρα ήταν πολύ δροσερά το καλοκαίρι και πολύ ζεστά το χειμώνα επειδή οι χοντροί τοίχοι ήταν το τέλειο μονωτικό, βέβαια ήταν παγωμένα τις κρύες μέρες γιατί ο βοριάς όταν φυσούσε έμπαινε απ’ τα πατώματα και τα παράθυρα που δεν μπορούσαν να τα σφραγίσουν καλά. Πολλές φορές έφτιαχναν το στάβλο κάτω από το σπίτι επειδή τα ζώα έστελναν τη ζέστη προς τα πάνω κι έτσι είχαν μια πηγή θερμότητας, γιατί μόνο το τζάκι τι να σου κάνει. Ολόκληρη εκείνη η περιοχή που σκεπαζόντανε απ’ την ομίχλη είχε κτίσματα παλιά, ερείπια από πύργους και κάστρα έβλεπες παντού, μάλιστα λέγανε ότι παρόλο που εκείνα τα παλιά κάστρα ήταν χτισμένα με λάσπη πρωτόγονη δεν μπορούσες να χώσεις ούτε βελόνα μέσα τους, τόσο σφιχτά καμωμένα ήτανε. Του άρεσε πολύ εκείνη η συζήτηση, έκανε την ώρα να περνά ήσυχα στον σκοτεινό θάλαμο και τον βοηθούσε να ξεχαστεί, σηκώθηκε μια στιγμή να δει πως είναι ο πατέρας του από δίπλα, τα μάτια του γέρου ήταν ανοιχτά, φαινόταν συγκεντρωμένος σα να αφουγκράζονταν κάτι, ίσως είχε ακούσει κι εκείνος τη συζήτηση και την είχε βρει ενδιαφέρουσα…

Ξημερώματα έφυγε από κει, την ώρα που οι πρωινές νοσοκόμες χασμουριόνταν, όλη νύχτα εκείνες οι γυναίκες δεν είχαν σταματήσει να μιλούν, από ένα σημείο και μετά λέγανε για κάτι κοπάδια ζώων που τα βοσκούσαν έξω απ’ την πόλη, παλιά που δεν υπήρχαν πολλοί δρόμοι κι οι άντρες τους κοιμόταν στο ύπαιθρο. Στην αυλή του νοσοκομείου, όπως ήταν ζαλισμένος απ’ τις νυχτερινές διηγήσεις, ακόμα δεν μπορούσε να βρει το αμάξι του, εκείνες τις μέρες του το είχε φέρει ένα φίλος απ’ το εξωτερικό και δεν το είχε συνηθίσει ακόμα, γύρευε το παλιό, τελικά το βρήκε. Όπως οδηγούσε, δοκίμασε να βάλει μουσική για να ξυπνήσει, παίζοντας με τα κουμπιά είδε ότι μέσα στη θήκη υπήρχε ένα σι ντι που δεν ήταν δικό του, πώς είχε βρεθεί εκεί μέσα, ο προηγούμενος ιδιοκτήτης θα το είχε ξεχάσει, τι να άκουγε άραγε;

Του έριξε μια ματιά, ήταν κάπως ασυνήθιστα γυαλιστερό, σε μια γωνιά με πολύ λεπτά γράμματα ήταν κάτι γραμμένο που δεν μπορούσε να καταλάβει. Δεν είχε ξαναδεί κάτι τέτοιο, το ψηλάφισε λίγο, και μετά το έσπρωξε στο μηχάνημα, στα ηχεία ακούστηκε πρώτα κάτι σαν βουητό κι ύστερα ένας ήχος περίεργος, ολότελα διαφορετικός απ’ ότι είχε ακούσει ποτέ, ένα πράγμα υπέροχο ξεχύθηκε πλημμυρίζοντας το αυτοκίνητο. Πρέπει να ήταν κάποια παλιά μελωδία από κείνες τις μεσαιωνικές, τις βγαλμένες από τους πανύψηλους ναούς με τις κόγχες τις πολύ ψηλές και τα γλυπτά που αναπαριστούν αγγέλους και δαίμονες της κόλασης, ένας ήχος βγαλμένος από μοναστήρια χτισμένα πάνω σε γκρεμούς που αψηφούν το κενό και τη βαρύτητα, αυτόν τον ήχο όμως τον είχαν ξαναπεράσει με κάποιον τρόπο, τον είχαν φρεσκάρει, η εγγραφή έμοιαζε τέλεια, ο ήχος φιλτραρισμένος φοβερά, οι πρώτες, οι δεύτερες, οι τρίτες, οι τέταρτες φωνές, οι αντιφωνίες, οι αντιστίξεις, η ροή, το συνταίριασμα, όλα ήταν άψογα, αιθέρια! Άνοιξε λίγο την ένταση και τα ηχεία άρχισαν να τρίζουν στα μπάσα, το είχαν κάνει πολύ ωραίο ρε φίλε, έβαλε το μηχάνημα στο τέρμα, οι οδηγοί από δίπλα τον κοίταζαν περίεργα, δεκάρα δεν έδινε, το μόνο που ήθελε ήταν να συγκεντρωθεί σ’ εκείνο τον ήχο που διείσδυε μέχρι βαθιά στο μυαλό του καθαρίζοντας από μέσα του όλο το άγχος, τις έγνοιες, τις αγωνίες, τις σκοτούρες κι όλη τη σαβούρα που είχε μαζευτεί.

Στην αρχή δεν το κατάλαβε, όμως καθώς έπαιζε η μουσική ένιωθε ότι κάτι συνέβαινε, κάτι είχε αλλάξει γύρω, τα δέντρα, τα περιστέρια που ξάπλωναν στο γρασίδι, τα αγόρια που έτρεχαν πίσω απ’ τις μπάλες στα πάρκα, τον ήλιο, τα φύλλα που όσο περνούσε ο καιρός όλο και πιο κίτρινα γίνονταν, όλα άλλαζαν, γίνονταν πιο όμορφα. Όλα του φαίνονταν φρέσκα, καινούρια, ένα σωρό πράγματα που άλλοτε τον άφηναν αδιάφορο έμοιαζαν να αποκτούν άλλη διάσταση, ένας σκύλος σε μια μάντρα με αμάξια σμπαραλιασμένα, διαλυμένα, που καθόταν μόνος του και κανείς δε νοιάζονταν για κείνον, μια γυναίκα που είχε σταματήσει το αμάξι της και τάιζε το μωρό της στην άκρη του δρόμου, τα κορίτσια με τις ζακετούλες και τα μπλουζάκια που είχαν πάνω τους ζωγραφισμένα σχέδια παράξενα και φορούσαν στα δάχτυλα τους δαχτυλίδια ασημένια, στα δικαστήρια που πήγε για μια υπόθεση, μια μπανανιά που είχαν φυτέψει είχε ψηλώσει τόσο που θύμιζε την φασολιά του Τζακ στο παραμύθι, έμοιαζε ότι θα έφτανε μέχρι τον ουρανό.

Γυρνώντας στο σπίτι άνοιξε τον υπολογιστή μήπως βρει καμιά πληροφορία για κείνη τη μελωδία, κάτι ανάλογο, κάτι που να της έμοιαζε, οτιδήποτε, δεν μπόρεσε να βρει τίποτα, τηλεφώνησε σ’ αυτόν του που είχε φέρει το αμάξι από το εξωτερικό κι εκείνος του είπε μια πιθανή χώρα προέλευσης αλλά αυτό δεν τον βοηθούσε. Φώναξε τους φίλους του και τους έβαλε να την ακούσουν, τους άρεσε αλλά δεν καταλάβαιναν την τρέλα του, την πήγε σε κάποιον ειδικό που είχε ένα μαγαζί υπόγειο με κασετόφωνα κι άλλα παλιά μηχανήματα, τζουκ μποξ, γραμμόφωνα και κάτι άλλα ακόμα πιο παλιά, όμως κι εκείνος έδειχνε απορημένος, το μόνο που μπορούσε να του πει ήταν ότι εκείνα τα μικρούτσικα γραμματάκια στη γωνιά του δίσκου σήμαιναν «Ο ιππότης των εκατό προσευχών».

Διάφορα τρελά περνούσαν απ’ το μυαλό του, μπορεί κάποιος να είχε αφήσει το δισκάκι επίτηδες στο αμάξι γιατί ήθελε να τον βοηθήσει, ίσως εκείνη η μουσική να είχε ιδιότητες παράξενες, να ήταν κάτι μαγικό, να μπορούσε να θεραπεύσει αρρώστιες όπως η μελαγχολία ή η κατάθλιψη, μπορεί ρε φίλε στο τέλος κάποιος να τα είχε σχεδιάσει έτσι ώστε τις μέρες που εκείνη τον είχε αφήσει μόνο να έχει κάτι να ασχοληθεί για να μη τρελαθεί, πού ξέρεις! Και βέβαια υπήρχε η πιθανότητα εκείνη να το είχε αφήσει στο αυτοκίνητο έτσι αλλοπρόσαλλη που ήταν, τη μια τον χαντάκωνε και την άλλη τον ανέβαζε στα ουράνια, καλά, αν είχε συμβεί αυτό θα ήταν ό,τι πιο υπέροχο του έχει κάνει...

Όλη η μέρα του πέρασε δίχως να το καταλάβει, τελικά εκείνη δεν άργησε να γυρίσει, το άλλο πρωί εμφανίστηκε χαμογελαστή και παιχνιδιάρα σα να μην έτρεχε τίποτε, πάντα έτσι έκανε, έπρεπε κάποια στιγμή να την καταλάβει. Όταν συναντήθηκαν τον κοίταξε κάπως περίεργα, έπιασε το χέρι του κι αυτός αισθάνθηκε όλο το σώμα του να τρέμει, «κάτι έχεις εσύ, τι έκανες, βρήκες καμιά παλιά γκόμενα, έλα πες μου τώρα, δεν σε έχω ξαναδεί έτσι, κάπως ομόρφυνες, κάτι άλλαξες!». Δεν μπορούσε να της μιλήσει, μονάχα την κοίταγε και του φαινόταν η πιο όμορφη γυναίκα που υπήρχε, ένιωθε σα να ταξίδευε σε μια άλλη διάσταση, σα να κολυμπούσε σε μια τεράστια μπανιέρα με ζεστό νερό κι ότι αν άγγιζε οτιδήποτε γύρω του θα έλιωνε μέσα στα χέρια του...

Απόστολος Σπυράκης

Τετάρτη, 26 Οκτωβρίου 2016

"Το κόκκινο κασκόλ" του Γιώργου Δουατζή



Στο Κόκκινο κασκόλ ο Γιώργος Δουατζής εκθέτει σε 67 ποιήματα μια αναζήτηση. Η συλλογή είναι εκτενής, η αναζήτηση επίσης. Η ποίηση ως μέσο έκφρασης και έκθεσης, αλλά ταυτόχρονα και ως εμπόδιό τους, ως αυθύπαρκτη κατά ένα τρόπο πραγματικότητα με την οποία ο ποιητής αναμετριέται και προσδιορίζεται, αυτοί είναι οι άξονες στους οποίους κινείται η συλλογή αυτή. 

Παράλληλα με την αναζήτηση που τον οδηγεί να εντοπίσει, ή τουλάχιστον να επιχειρήσει να εντοπίσει τις λέξεις εκείνες που θα αποδώσουν και θα «παγώσουν» το ακριβές συναίσθημα και την ριπή της σκέψης, υπάρχει και μια αναζήτηση σε τεχνικό επίπεδο που δίνει ως αποτέλεσμα μια ποίηση ελαστικών ορίων και με ευέλικτη μορφή. Υπάρχει μια αντισυμβατικότητα στον συνδυασμό ποίησης και πρόζας στο ίδιο κείμενο, μια κατά ένα τρόπο προσπάθεια επέκτασης των ορίων στα οποία κινείται ο ποιητικός λόγος, και παρόλο που ο Γιώργος Δουατζής δεν είναι ο πρώτος που επιχειρεί κάτι τέτοιο (θα έλεγα μάλιστα ότι τείνει να γίνει μια άτυπη «μόδα»), είναι γεγονός ότι δεν στερείται ενδιαφέροντος. 

Δεν είμαι σίγουρη ότι λύνει άλλα προβλήματα, όπως για παράδειγμα αυτό της παράδοξης εσωστρέφειας που κλείνει πόρτες αντί να τις ανοίγει, αλλά αυτή ευέλικτη μορφή είναι ένα ισχυρό θετικό στοιχείο. Στο Κόκκινο κασκόλ διαβάζει κανείς μια επίκαιρη ποίηση, είναι όμως κι αυτό σημείο των καιρών, αλλά και την αποτύπωση μιας πορείας προς μια πιθανή διέξοδο. Λογοτεχνική, εκφραστική, πολιτική ίσως κάποιες φορές. Το πρόβλημα για μένα είναι ότι σ’ αυτή την πορεία ο Γιώργος Δουατζής είναι κατά βάση μόνος, οι στίχοι του είναι κατά μια έννοια ένα προσωπικό στοίχημα εξόδου. Καθώς δοκιμάζει να ανιχνεύσει πού θα τον βγάλει η αναζήτηση έκφρασης συναισθημάτων και τεκταινομένων, εισβάλλουν στους στίχους του προσωπικοί συμβολισμοί εκ των πραγμάτων ανοίκειοι στον αναγνώστη. Συχνά γίνεται στους στίχους του παρατηρητής του ίδιου του εαυτού του, και το εννοώ αυτό με την καθαρά σκηνοθετική έννοια: το έργο που παίζεται έχει τον ίδιο πρωταγωνιστή και σκηνοθέτη. Ίσως να καταγράφει το ίχνος του για να μην χάνεται, έτσι τρομακτική και διαφανής που είναι η καθημερινότητα για όλους ή τουλάχιστον τους περισσότερους, όμως έτσι κλειδώνεται σε –αναγκαστικά- φορεμένα κλισέ που αφορούν ένα τοπίο λίγο-πολύ γνωστό.
Χωρίς την όποια υπέρβαση όμως, η πραγματικότητα πριν και μετά την ποίηση είναι η ίδια, και άρα η συλλογή… ατελέσφορη, για τον αναγνώστη έστω, που μπορεί να έχει ανάγκη να ακουμπήσει την σκέψη του σε ένα στίχο που θα αγγίξει την ψυχή του, όπως είχε γράψει κάπου ή κάπως έτσι η Χριστίνα η Λιναρδάκη πριν από καιρό. 

Η φωτογράφιση ή η απεικόνιση της πραγματικότητας έχει το προνόμιο να μιλάει στους σύγχρονούς της ανθρώπους με μια αμεσότητα που δεν έχει ανάγκη «ιστορικού» πλαισίου. Όταν ο Γιώργος Δουατζής γράφει:
με τους αδαείς που βυθίζουν τα παιδιά μας στην άγνοια
με τους ασελγούς πειραματιστές στο σώμα της Παιδείας[1]

όλοι γνωρίζουν τι εννοεί και για τι πράγμα μιλάει, χωρίς να χρειάζονται περαιτέρω εξηγήσεις. Το πρόβλημα που προκύπτει είναι σαφώς τα κλισέ. Είναι δύσκολο, αν όχι αδύνατο να μιλήσει κανείς για πράγματα που ακούμε στις ειδήσεις κάθε μέρα με φρέσκο λεξιλόγιο και κυρίως με καινούριο «ιδεολόγιο». Εκεί προκύπτει η ανάγκη για την υπέρβαση, για την λέξη, τον συνδυασμό εκείνο που θα μας πάει όλους ένα βήμα πιο πέρα, που θα μας σπρώξει λίγο πιο κει. Η υπέρβαση που θα έθετε τις σκέψεις του αναγνώστη σε κίνηση είναι αυτό που λείπει από Το κόκκινο κασκόλ

Στους στίχους του Γιώργου Δουατζή, που πατάνε γερά στη γη, δεν υπάρχει αμφιβολία γι αυτό, λείπει ο φρέσκος αέρας. Αυτός που θα είναι αρκετά δυνατός για να τα σηκώσει όλα, να τα τινάξει από τα ξανά-ακουσμένα πράγματα και να τα αφήσει εκτεθειμένα στα μάτια μας στις πραγματικές τους, γυμνές διαστάσεις. Μπορεί αυτό που να λείπει στην πραγματικότητα που μας κυνηγάει όλους να είναι τελικά αυτό, η πιθανότητα και η δυνατότητα μιας εξιλέωσης.

Περίπατος[2]

Κι έτσι που με παιδεύουν οι λέξεις
πώς να ντυθεί το ποίημα
για τον νυχτερινό του περίπατο
πώς να ανθίσει η ετοιμόρροπη βουκαμβίλια
και πώς να σταματήσω το χρόνο
που αραιώνει συνεχώς άδειος από γεγονότα

Τρέχουν τα τραγούδια
από ψυχή σε ψυχή
για να γίνει ίσκιος ο πόνος
και να μπορεί όσο υπάρχω
να με ακολουθεί
από τραγούδι σε τραγούδι
μήπως κι έτσι πυκνώσει ο χρόνος

Τότε πιο καθαρός από καθαρός ο λόγος μου
για να μπορέσει να συναντηθεί με τον άλλο
και να μην πέσει στο απόλυτο κενό

Κρις Λιβανίου

[1] στ. 10-11, σελ. 10.
[2] σελ. 13.

Δευτέρα, 24 Οκτωβρίου 2016

Μεταμοντέρνες σκέψεις


Ο αγαπητός Αντώνης Ζέρβας έδωσε μια φωτισμένη ομιλία περί μοντερνισμού σε εκδήλωση της Πανελλήνιας Ένωσης Φιλολόγων που πραγματοποιήθηκε στη Στοά του Βιβλίου στις 28 και 29 Σεπτεμβρίου. Η ομιλία του ήταν εξαιρετική, με πολλές δυνητικές προεκτάσεις, τόσες που θα ήταν πραγματικά δύσκολο να αναμετρηθώ μαζί της και να τη σχολιάσω, όπως μου πρότεινε. Εξάλλου συμφωνώ με τις απόψεις του περί μοντερνισμού, ένα θέμα που γνωρίζει πολύ καλά ο ίδιος και μπορεί να ασκήσει κριτική επ' αυτού, όπως και κάνει. Θα ήθελα όμως να σταθώ σε ένα σημείο στο οποίο μίλησε για τον μεταμοντερνισμό, επειδή είναι ένα αντικείμενο που είχα ξεκινήσει να μελετώ όταν ήμουν ακόμη στο Πανεπιστήμιο και με ενδιαφέρει. Είπε λοιπόν ο Α. Ζέρβας:
«Σήμερα μιλάμε για μεταμοντερνισμό και αναφερόμαστε στην περίοδο που αρχίζει γύρω στη δεκαετία του ’70 και συνεχίζεται κακήν κακώς έως τις μέρες μας με χαρακτηριστικό γνώρισμα ότι όλα είναι αποδεκτά και απολύτως σχετικά. Δίδεται υπερβολική έμφαση στην τεχνολογία και την κοινωνική συμμετοχή στην Τέχνη, ενώ τα ίδια τα έργα από πνευματικής απόψεως είναι ως επί το πλείστον νηπιακού επιπέδου. Η λέξη μεταμοντέρνος δεν απαντά καν στο Λεξικό Μπαμπινιώτη».
Στην αρχή της ομιλίας του επισήμανε και το πρόβλημα, το οποίο έδωσε τα έναυσμα για την κριτική του: «η μεγάλη παράδοση των γραπτών κειμένων», είπε, «παύει πλέον να αποτελεί πηγή του αυτοκαθορισμού μας». Χωρίς αυτήν μένουμε ενεοί, ξεκρέμαστοι και άδειοι, θα μπορούσε να είχε πει περαιτέρω. Μοιάζει να θεωρεί τον μεταμοντερνισμό συνώνυμο του ρηχού και του τυχαίου, θα υποστηρίξω όμως πως μόνο κάτι τέτοιο δεν είναι.

Πατέρας της λέξης που δεν απαντά, του μεταμοντερνισμού (παρεμπιπτόντως το ΛΚΝ τη λημματογραφεί κανονικά), είναι ο Γάλλος φιλόσοφος Ζαν-Φρανσουά Λυοτάρ (Jean-François Lyotard), ο οποίος είπε ότι ο μεταμοντερνισμός απορρίπτει τις «μεγάλες αφηγήσεις» της πρόοδου και της τελειοποιησιμοτητας και υποστηρίζει το ενδεχομενικό και το μεταβατικό: «Απλοποιώντας υπερβολικά, μπορούμε να ορίσμουμε το μεταμοντέρνο ως τη δυσπιστία απέναντι στις μετααφηγήσεις».

Πρόκειται, ουσιαστικά, για δυσπιστία απέναντι στο μοντέρνο. Ο μεταμοντερνισμός φέρνει το τέλος της μονάδας (του εγώ) και της ψυχοπαθολογίας του (η υποκειμενικότητα παύει να είναι αυτοδύναμο πεδίο και συνάμα κλειστή περιοχή που αποκόπτει τον εαυτό από τον κόσμο γύρω και τον καταδικάζει στη μοναχικότητα), γεγονός που έχει μια σοβαρή παρενέργεια: το ύφος, με την έννοια του μοναδικού προσωπικού χαρακτηριστικού, φθάνει στο τέλος του.

Επιπλέον, τα μεταμοντέρνα κείμενα ακυρώνουν την πανταχού παρουσία ενός παντογνώστη αφηγητή, την ίδια ώρα που τα όρια ανάμεσα στα λογοτεχνικά είδη θολώνουν: ένα έργο είναι μυθιστόρημα ή ποίημα (βλ. π.χ. The Monkey’s Mask της Ντόροθι Πόρτερ), μυθιστόρημα ή συλλογή διηγημάτων (Lives of Girls and Women της βραβευμένης με Όσκαρ λογοτεχνίας Άλις Μανρό), μυθιστόρημα ή ιστορία (Shame του Σαλμάν Ρουσντί), μυθιστόρημα ή βιογραφία (Kepler του Τζων Μπάνβιλ); Δεν καθίσταται σαφές.

Όπως διατείνεται η Λίντα Χάτσιον (Linda Hutcheon, Theorizing the Postmodern: Towards a Poetics, 1988), η πιο ριζοσπαστική υπέρβαση ορίων αφορά τα όρια ανάμεσα στη μυθοπλασία και τη μη μυθοπλασία – κατ’ επέκταση ανάμεσα στην τέχνη και τη ζωή. Αυτό που λέει η Χάτσιον είναι ότι χρησιμοποιούνται τεχνικές που σκοπό έχουν να συνειδητοποιήσουμε εμείς οι αναγνώστες τις προσδοκίες μας και την αφελή μας εμπιστοσύνη σε μία κάθαρση ή ένα τέλος, το οποίο όμως δεν έρχεται ποτέ.

Τα μεταμοντέρνα κείμενα λειτουργούν επίσης ως ιδιάζουσες παρωδίες στη διακειμενική σχέση τους με τις παραδόσεις και τις συμβάσεις των εμπλεκόμενων ειδών. Απουσία τέλους, δεν υπάρχει προσδοκία ή επίκληση οποιασδήποτε συνέχειας κάτω από την κατακερματισμένη ηχώ του κειμένου. Αυτή η έλλειψη προσδοκίας, αυτή η ασυνέχεια εντέλει είναι στη ρίζα της ειρωνική, καθώς ενσωματώνει αλλά ταυτόχρονα αμφισβητεί αυτό που παρωδεί.

Γράφει η Χάτσιον γι’ αυτή την παραδοξική δομή: «Το κέντρο δεν αντέχει πια. Και από μια αποκεντρωμένη προοπτική, το “περιθωριακό” και αυτό που θα ονομάσω “εκ-κεντρικό” (είτε αφορά την τάξη, τη φυλή και το φύλο είτε τον σεξουαλικό προσανατολισμό και την εθνικότητα) αποκτά μια νέα σημασία υπό το φως της σιωπηρής αναγνώρισης ότι η κουλτούρα μας δεν είναι στ’ αλήθεια ο ομοιογενής μονόλιθος (δηλαδή μεσοαστική, αντρική, ετεροφυλοφιλική, λευκή, δυτική) που είχαμε υποθέσει». Ο κόσμος σείεται συθέμελα.

Αυτός είναι ο μεταμοντερνισμός: η καθολική αμφισβήτηση του κόσμου όπως τον ξέρουμε. Και η ιστορία, την οποία ως κοινωνική συναίνεση ο ίδιος απορρίπτει, έχει αποδείξει επανειλημμένως ότι τέτοιου είδους ρωγμές στο συνεχές είναι που εγγυώνται την πρόοδο του κόσμου.


Χριστίνα Λιναρδάκη




Παρασκευή, 21 Οκτωβρίου 2016

Προσεγγίζοντας την ποίηση της περιφέρειας (προμελέτη)

Η κριτική και η μελέτη των μεταπολεμικών ποιητών συνήθως μένει εγκλωβισμένη στα δύο μεγαλύτερα αστικά κέντρα της χώρας και τις μεταξύ τους -σημαντικές- διαφορές• από τη μια η ποίηση της Θεσσαλονίκης και από την άλλη της Αθήνας, όπως διαμορφώθηκαν ως δύο ρεύματα από εκπροσώπους τους που επιδρούν έως σήμερα σε νεώτερους δημιουργούς. Ωστόσο, λίγες είναι οι κριτικές ματιές σε ποιητές που διαβιούν σε αστικά κέντρα της υπαίθρου.

Μακριά από τα εκδοτικά κέντρα και τις συναναστροφές με ομοτέχνους οι ποιητές των μικρών και μεσαίων αστικών κέντρων διαμόρφωσαν το δικό τους προσωπικό ύφος• συχνά απόμακρα από τις επιρροές των δύο κυρίαρχων ρευμάτων απορρόφησαν ό,τι τους συγκίνησε και εισήγαγαν τη δική τους ανεξάρτητη ποιητική οπτική που στερεώθηκε στην υποδομή του ατομικού βιώματος. Μεταξύ πόλεως και φύσης διαμόρφωσαν μία ιδιαίτερη γραφή που διακρίνεται εύκολα από τις κυρίαρχες τάσεις.

Έτσι, αποκαλύπτεται μία ομάδα ποιητών (που ακόμα δεν μελετήθηκε ως ομάδα λόγω ακριβώς της μη συλλογικής καλλιτεχνικής έκφρασής τους) με κοινά χαρακτηριστικά και κυρίαρχη τη βιωματική και αβίαστη εικαστική/φυσιολατρική προσέγγισή τους και τη στενή εμπειρική σύνδεση με το χώρο και τα πρόσωπα, που απέχει σημαντικά από την αστική ποίηση, παρά ορισμένα κοινά ποιοτικά στοιχεία που εκ των πραγμάτων εντοπίζουμε.

Ένας αξιοπρόσεκτος πλούτος φυσικών παραστάσεων (χλωρίδα και πανίδα) εμπλουτίζουν την εικαστική τους, χωρίς βέβαια να εκλείπουν οι κοινωνικές παραστάσεις. Το λυρικό στοιχείο διαποτίζει τη στιχουργική τους αναδύοντας μία νότα αισιοδοξίας που πηγάζει από τη φωτεινότητα των εξωτερικών χώρων με ελεγειακά συχνά χαρακτηριστικά. Ζώντας τόσο κοντά στην ύπαιθρο οι δημιουργοί -μακριά από την αστική απομόνωση και το μουντό περιβάλλον- έχουν πλούσιες εικόνες φύσης. Για παράδειγμα, η ποιητική της Κυριακής Λυμπέρη(1) αναδίνει μία νότα αισιοδοξίας μέσα από έναν φυσιολατρικό αισθησιασμό.

Ας μην παραβλέπουμε όμως πως οι ποιητές των περιφερειακών άστεων, κινούμενοι μεταξύ φύσης και πόλης, ενσωματώνουν το φυσικό περιβάλλον στη στιχουργική τους με έναν ιδιαίτερο εμπειρικό τρόπο. Δεν είναι τυχαία η απουσία της κυρίαρχης αστικής εικόνας• αντίθετα, διακρίνεται ένας προσανατολισμός προς το "ανθρώπινο" στοιχείο της πόλης, εκείνο που χάθηκε μέσα στην αλλοτρίωση των μεγαλουπόλεων.

Εκφράζεται η αγωνία της αστικής περιφέρειας, καθώς πασχίζει να ισορροπήσει μεταξύ της "ανάπτυξης" του πολύβοου αστικού κέντρου και της "πράσινης" υπαίθρου, τονίζοντας με την προβολή των ανοιχτών και φωτεινών χώρων μία ειδυλλιακή οπτική της ζωής σε μία πόλη πολύ κοντά στην καρδιά της φύσης. Χαρακτηριστική είναι η εικαστική του Τάκη Γκόντη(2) η οποία συχνά μοιάζει σαν θέα από ένα παράθυρο που δραπετεύει απ’ τον αστικό ιστό και την αλλοτρίωση της πόλης, γεμάτη χρώματα και ήχους με μία αίσθηση λυρικότητας χωρίς όμως να εγκλωβίζεται το κοινωνικό ή υπαρξιακό μήνυμα.

Αν και το φυσικό στοιχείο συχνά εκτίθεται μέσα από μία νεορομαντική διάσταση, ουσιαστικά αναδεικνύεται ένα ασυνείδητο όραμα "ειρηνικής" συνύπαρξης του "ανθρώπινου" με το "φυσικό", σε αντιδιαστολή προς την αντιπεριβαλλοντική εκμετάλλευση των φυσικών πόρων και την καταστροφή από τις ανθρωπογενείς παρεμβάσεις.

Ωστόσο, τούτο το όραμα είναι, όπως είπαμε, μάλλον ασυνείδητο και σαφώς όχι μία συλλογική έκφραση, αφού δεν αμφισβητούνται οι κυρίαρχες ενέργειες ή δομές του αστικού κόσμου και της τουριστικής εκμετάλλευσης. Περισσότερο αναδεικνύεται -αθροιστικά- μία αειφορική εμπειρία που σκοινοβατεί στο ρομαντικής θέασης μεσογειακό πρότυπο ισορροπίας ατόμου-κοινωνίας και φύσης-πολιτισμού/οικονομίας.

Χώροι και πρόσωπα εμφανίζονται πολύ οικεία. Το φυσικό περιβάλλον με την ιστορική ανθρώπινη παρουσία και παρέμβαση ενσωματώνεται αβίαστα. Δεν εκτίθενται ως ένα "αξιοθέατο" που γεννά συναισθήματα με τον τρόπο που καταγράφεται κριτικά σε έναν ποιητή της πόλης ο οποίος επισκέπτεται ένα δάσος ή ένα τουριστικό σημείο• για τον δημιουργό του άστεως πρόκειται απλά για μία εξωτερική εικόνα που στιγμιαία εισέρχεται στο εσωτερικό και λειτουργεί ως αφορμή για να υπογραμμιστεί η τσιμεντοποίηση της πόλης, η απομάκρυνση από το φυσικό περιβάλλον ή ως κοινωνικός σχολιασμός.

Καταγράφεται μία ισχυρή εσωτερική/γενετική σχέση ανάμεσα στον άνθρωπο και το περιβάλλον όπως η βιωματική σχέση που αναπτύσσει ο άνθρωπος της υπαίθρου -και του μικρού ή μεσαίου αστικού χώρου- με το φυσικό περιβάλλον και τα ανθρώπινα δημιουργήματα με τα δικά τους ιδιαίτερα ιστορικά ή πολιτισμικά χαρακτηριστικά. Χαρακτηριστική είναι η εσωτερικευμένη σχέση της Λίλιαν Μπουράνη(3) με τον αρχαίο πολιτισμό και την τοπική ιστορία της πόλης καταγωγής. Η Χαρά Ναούμ(4) αποκαλύπτει μία άλλη οπτική σύνδεση του ανθρώπου με τη φύση μέσα τα ιστορικά μνημεία και τις ανθρωπογενείς παρεμβάσεις με την διαχρονική αξιοποίηση των αγαθών της γης.

Η ποίηση της περιφέρειας -αν και λιγότερο κοινωνική, με την έννοια της ανάδειξης κοινωνικών προβλημάτων- διακρίνεται από μία αυθόρμητη φωτεινότητα και από συνθέσεις στον ανοιχτό χώρο. Η απόστασή της από την "κοινωνική αναζήτηση" ερμηνεύεται εύκολα από την απουσία έντονων κοινωνικών αντιθέσεων στην ύπαιθρο σε αντίθεση με τα μεγάλα αστικά κέντρα. Στις πόλεις οι κοινωνικές ανισότητες εκ των πραγμάτων είναι εντονότερες και η ποιητική προβολή τους πηγάζει από τη βιωματική ανάγκη εξωτερίκευσή τους από το δημιουργό.

Ας υπογραμμίσουμε παρενθετικά ότι γράφοντας για απόσταση από την κοινωνική αναζήτηση, δεν παραβλέπουμε ούτε την ενσωμάτωση κοινωνικών παραστάσεων ούτε και την κοινωνική κριτική και αγωνία πολλών ποιητών, ειδικά μέσα στις σύγχρονες συνθήκες. Άλλωστε δεν είναι λίγες φορές που η κοινωνική και πολιτική κριτική εμφανίζεται στην ποιητική της περιφέρειας. Εξάλλου, η ίδια η κοινωνία τροφοδοτεί τις αγωνίες των ποιητών, γεννά αγωνίες και φόβους που τους μετατρέπουν σε τέχνη.

Τη βιωμένη επαφή με το φυσικό περιβάλλον μεταφέρει μέσα από πολύχρωμες ανταύγειες και η Μαρία Σκουρολιάκου(5) ανασταίνοντας έναν θολό και σκοτεινό κόσμο μέσα από τα απλά και καθημερινά χωρίς όμως να παραβλέπει τις σκούρες αποχρώσεις με σαφείς κοινωνικές αναφορές. Ανάλογο ύφος με ποιήματα κοινωνικής αντανάκλασης εντοπίζεται και στην ποίηση της Ελένης Δημητριάδου-Εφραιμίδου(6), με μία ευαίσθητη έμφαση στις μεταναστευτικές και προσφυγικές ροές πέρα από φυλές και φύλο και κριτική για τον τρόπο ζωής στις μικρότερες πόλεις. Αναλόγως κοινωνική κριτική ασκεί και ο Βαλάντης Βορδός(7).

Η ποιητική όμως της περιφέρειας δεν παύει να είναι ανθρωποκεντρική. Ο Άλλος είναι πολύ κοντινός, όχι μία απρόσωπη παράσταση ή εμπειρία. Διακρίνεται μία ιδιαίτερη οικειότητα με τα πρόσωπα που περιβάλλουν τον ποιητή φέρνοντάς τον σε αντίθεση με την ατομοκεντρική και απρόσωπη αστική ποίηση. Χαρακτηριστικά, στην ποίηση του Βορδού πλήθος κοινωνικών βιωμάτων, κοινών στις επαρχιακές πόλεις και την περιφέρεια, ενσωματώνονται στην ποιητική του υπογραμμίζοντας το προσωπικό αίσθημα μοναξιάς, κοινωνικής απομόνωσης ή ακόμα και της συμφιλίωσης με την ιδέα του θάνατο οικείων προσώπων.

Αξίζει να σημειώσουμε ότι σε ποιητές από τα μεγάλα αστικά κέντρα σπάνια τα πρόσωπα είναι τόσο οικεία• ακόμα κι όταν διαφαίνεται μία ξεχωριστή σχέση, τούτη τίθεται κάτω από το σκοπό του τελικού μηνύματος(8).

Οφείλουμε, επιλογικά, να υπογραμμίσουμε ότι η "ποίηση της περιφέρειας" δεν αποτελεί κάποιο καλλιτεχνικό ρεύμα με κοινά στιχουργικά γνωρίσματα. Ενίοτε κυριαρχεί εκφραστικά η προφορικότητα κι άλλες φορές ένας λόγος πλουσιότερος και πιο περιγραφικός με επιδίωξη τη λυρική διατύπωση.

Εξάλλου, δεν ακολουθούν όλοι οι ποιητές της περιφέρειας το φυσιολατρικό "πρότυπο". Άλλωστε, παραδοσιακά -και στατιστικά- η ποιητική παραγωγή από την περιφέρεια είναι ποσοτικά πιο περιορισμένη. Έτσι, οι επιρροές από τα μεγάλα αστικά κέντρα είναι ακόμα πολύ ισχυρές και δημιουργοί είτε μετακινούνται προς τα άστη εκφράζοντας τις νέες πια ανάγκες του χώρου διαμονής είτε γράφουν κάτω από την καταλυτική επίδραση της αστικής ποίησης.

Παρά το ότι όμως οι ποιοτικές διαφορές είναι σημαντικές, τούτο δεν ακυρώνει την ανάγκη κριτικής προσέγγισης της εκτός τειχών ποίησης με τα φυσιολατρικά στοιχεία της και τη στενότητα των διαπροσωπικών σχέσεων -ακόμα κι αν είναι επικίνδυνη κριτικά η ένταξή τους σε μία ομάδα, ακριβώς λόγω των ποιοτικών διαφορών και της απουσίας μίας συλλογικής ποιητικής συνείδησης. Μακριά από επαφές και άμεσες επιρροές από άλλους καλλιτέχνες(9) διαμόρφωσαν ένα προσωπικό ύφος συνδυάζοντας προσωπικά χαρακτηριστικά με κυρίαρχες -σε εθνικό επίπεδο- ποιητικές τάσεις και ρεύματα. Συνέδεσαν τις δικές τους κοινωνικές παραστάσεις κι εμπειρίες με τον περιβάλλοντα χώρο, το πλούσιο ελληνικό τοπίο.

Δήμος Χλωπτσιούδης



Σημειώσεις:
1. Κυριακή Λυμπέρη, Ζητήματα ύψους, (τυπωθήτω, 2015).
2. Τάκης Γκόντης, παντομίμα (Γαβριηλίδης, 2015) και κολιμπρί (Γαβριηλίδης, 2012).
3. Λίλιαν Μπουράνη, ερώματα, Μανδραγόρας, 2012.
4. Χαρά Ναούμ, τα βράδια πίσω απ’ τα πουλιά, Μανδραγόρας 2015.
5. Μαρία Σκουρολιάκου, Χρώμα αύριο, (Λαμιακός Τύπος, 2015).
6. Ελένη Δημητριάδου-Εφραιμίδου, Δωριείς και Ξυλοκόποι, (Γαβριηλίδης, 2014).
7. Βαλάντης Βορδός, η ηλικία της παραδοχής, poema 2014.
8. π.χ. η Χαρά Χρηστάρα (παρουσίες απουσίες, Μανδραγόρας, 2014) παρουσιάζει ονομαστικά τον μανάβη της γειτονιάς, το Σταύρο, αλλά για να εκφράσει την υποστήριξή της και την οικειότητά της στον συνοικιακό επαγγελματία σε καιρό κρίσης.
9. Αξίζει να σημειώσουμε παρενθετικά ότι παρά την ύπαρξη λογοτεχνικών κύκλων στις πόλεις της περιφέρειας και περιοδικών, δεν κατάφεραν να ξεπεράσουν τις κυρίαρχες εθνικές τάσεις και να αντιτείνουν μία άλλη ποιητική πρόταση, όπως παρατηρήθηκε σε άλλες χώρες με μεγαλύτερο πληθυσμό στην περιφέρειά τους και μία πιο αποκεντρωμένη κουλτούρα. Στόχος των περισσότερων ήταν να φέρουν σε επαφή το κοινό τους ακριβώς με την εθνική ποίηση και με αξιόλογους ποιητές από τα αστικά κέντρα.

* Το κείμενο πρωτοδημοσιεύθηκε στο τεύχος αρ. 34 του περιοδικού vakxikon.gr.

Τετάρτη, 19 Οκτωβρίου 2016

"Χυμένο κόκκινο" του Γιάννη Αλεξανδρόπουλου



 
Λες κι αυτό το χώμα δεν μπορεί
χωρίς ιδρώτα, πόνο κι αίμα
Οδός αφανισμού ονείρων[1]

Θα ξεκινήσω από το τέλος γιατί δεν υπάρχει κανένας λόγος να χάνουμε όλοι τον χρόνο μας: πρόκειται για μια εξαιρετική συλλογή. Από αυτές που θα ήθελα να συναντώ πιο συχνά, και μου θυμίζουν τι ακριβώς είναι αυτό που λέμε μια εύστοχη ποίηση. Στα 29 ποιήματα του Χυμένου κόκκινου, ο Γιάννης Αλεξανδρόπουλος κάνει μια επιτυχημένη προσπάθεια όχι περιγραφής, αλλά απόδοσης αυτής της πραγματικότητας που ταλανίζει όλους μας με τον έναν ή τον άλλο τρόπο: υπερ-επίκαιρη θεματολογία λοιπόν, τωρινές λέξεις, χτεσινές, σημερινές κι αυριανές εικόνες, σε ένα κοκτέιλ με βασικό συστατικό τον άνθρωπο.
Αν θέλει κανείς να επικεντρωθεί περισσότερο στα τεχνικά στοιχεία, θα έλεγε ότι ο ενεστώτας της αμεσότητας και της διαρκούς πρόκλησης είναι ένα βασικό σημείο σε όλη την συλλογή, όπως επίσης και το κοινωνικοποιημένο «εμείς» σε αντιδιαστολή με το «εγώ» της ατομικότητας. Το «εσύ» του Άλλου, του έρωτα, εμφανίζεται στην πορεία της συλλογής και όχι από την αρχή, σε ένα σημείο όπου συντελείται μια εμφανής στροφή προς μια καταλυτική ανθρωποκεντρικότητα. 
Ξεκάθαρη γλώσσα, κατανοητή σύνταξη, λογική και ειρμός, χειρουργική ακρίβεια στις λέξεις και τα συναισθήματα, αυτά είναι τα εκ πρώτης όψεως χαρακτηριστικά του συνόλου των ποιημάτων. Είναι μια συλλογή με συνοχή θεματική, δομική και στιλιστική, και δείχνει μια γραφή γεμάτη συναίσθημα και συγκίνηση αλλά απαλλαγμένη ταυτόχρονα από κάθε φιοριτούρα.
Ξεκίνησα με αυτούς τους στίχους επειδή είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα μιας γραφής που πάει κατευθείαν στο στόχο, χωρίς απαραίτητα να περνάει από τη μανιέρα της «φωτογραφημένης» επικαιρότητας. Αντίθετα, ο ποιητής μπαίνει σε ένα παιχνίδι με την Ιστορία, με τις τότε έννοιες των λέξεων και τις τότε πραγματικότητες, σε μια προσπάθεια να εντάξει κάπου αυτά που συμβαίνουν μπροστά στα μάτια του, να τους δώσει ένα πλαίσιο που να τα ξεπερνάει ώστε να τα εξετάσει σε πιο ρεαλιστικές διαστάσεις.
Συνολικά οι στίχοι του Αλεξανδρόπουλου κινούνται στα νερά της πολιτικοποιημένης ποίησης, μπορεί και της στρατευμένης ακόμα, χωρίς όμως να «πνίγονται», πετυχαίνοντας να διατηρήσουν αλώβητη την συναισθηματικότητα του εύθραυστου ανθρώπινου στοιχείου.  

Μια χώρα-καράβι που απομακρύνεται
ψάχνει την τύχη της σ’ άλλο γιαλό
Με μια ιδέα τυλιγμένη η γύμνια της
σπρώχνεται στο βάθος του ορίζοντα
Η πατρίδα μας
Μια χιλιοειπωμένη ιστορία ματωμένης κολώνας[2]

Από αυτό το σημείο και μετά αρχίζει να εδραιώνεται η ουμανιστική χροιά του ανθρώπινου στοιχείου στο Χυμένο κόκκινο: ο άνθρωπος εμφανίζεται ως αυτή η σταθερή αξία που κινείται εκτός χρηματοοικονομικών ορίων, όπως για παράδειγμα εδώ:

Εμείς, οι μικροί τυφώνες της ζωής
Τα χαλίκια των δευτερολέπτων σπάμε[3]

Παράλληλα με ένα παιχνίδι με τις αισθήσεις, την όραση και την αφή, χτίζεται σταδιακά η εικόνα του ανθρώπου σε αντιδιαστολή με την πραγματικότητα που τον ξεπερνάει. Το άτομο, με υπερτονισμένη την ουμανιστική του διάσταση, σκιαγραφείται αντιμέτωπο με ένα κατεστημένο που σαν να διογκώθηκε και να ξεπέρασε τα όριά του για να καταλήξει μοναδικός ρυθμιστής των πάντων. Ο δε έρωτας, ηχηρά απών στην αρχή, εμφανίζεται και εδραιώνεται στην συνέχεια σαν το θεμελιώδες στοιχείο που είναι: άγριος, αψύς και τελειωμένος. 

Αναρωτιέμαι πώς να στο πω;
Ν’ ανέβω στην καρέκλα να στο φωνάξω
Αναρωτιέμαι πώς να στο πω
όταν η κλεψύδρα του χρόνου μετράει στιγμές μακριά σου
όταν ο θυμός χαστουκίζει τις μνήμες μας
Αναρωτιέμαι πώς να στο πω
όταν γρατζουνώ την όρασή μου
και σε θολό κάτοπτρο σε ψάχνω
Αναρωτιέμαι πώς να στο πω
όταν η σκέψη μου σκαλί-σκαλί ιδροκοπά για να σε συναντήσει
Αναρωτιέμαι...
Ίσως σαν τον παλιό, καλό, τον πρώτο μας καιρό
Σ’ ένα χαρτί λευκό
στίγμα το στίγμα
κουκίδα την κουκίδα
ν’ αφήσω τη λέξη μου αυτή
Μαρία σ’ αγαπώ[4]

Ο ποιητής τον παγιώνει στον χρόνο. Τον ακινητοποιεί, σχεδόν τον ταριχεύει, για να μπορεί να τον επισκέπτεται και να τον πενθεί. Αναφέρω το συγκεκριμένο ποίημα γιατί αισθάνομαι ότι αντλεί την δύναμή του από την απεικόνιση σε λέξεις αυτού που λέμε «ουρλιάζω σε κενό αέρος», έναν από τους πιο συνήθεις εφιάλτες. Τον εφιάλτη του να μην μπορεί κανείς να επικοινωνήσει τα συναισθήματα, τις σκέψεις και τις ανάγκες στον Άλλον, να του έχει τελειώσει ο χρόνος.
Η ποίηση του Γιάννη Αλεξανδρόπουλου στο Χυμένο κόκκινο είναι το αποτύπωμα της προσπάθειας για επιβίωση, για εκείνη την συνάντηση με τον Άλλο που θα ξαναδώσει τις ευκαιρίες και θα επανενώσει τα σπασμένα κομμάτια της ζωής που είδε τις ισορροπίες της να διαλύονται στη δίνη της κρίσης. Είναι η ποίηση της «μη-παράδοσης», αλλά και της αναζήτησης της καινούριας ταυτότητας που θα εξασφαλίσει την συνέχεια, οι στίχοι του σκιαγραφούν την προσπάθεια να κοιτάξει και να κοιταχτεί τελικά ευθέως.  

Κρις Λιβανίου



[1] στ. 3-5, σελ.11
[2] σελ. 16
[3] στ. 3-4, σελ. 19
[4] σελ. 21