Δευτέρα, 19 Σεπτεμβρίου 2016

Συζήτηση με την ανθολόγο των ποιητών της Θεσσαλονίκης Βίκυ Παπαπροδρόμου

Χριστίνα Λιναρδάκη: Βίκυ, σε γνωρίζουμε όλοι από την ανθολόγηση των ποιητών της Θεσσαλονίκης του 20ού αι. και μέχρι τις μέρες μας που έχεις κάνει στο translatum.gr. Πώς ξεκίνησε αυτή η ιδέα; Και γιατί το translatum.gr;

Βίκυ Παπαπροδρόμου: Η ιδέα, Χριστίνα, γεννήθηκε σχεδόν απροσδόκητα. Στο ξεκίνημα του φόρουμ του Translatum όσα μέλη θέλαμε δημοσιεύαμε αγαπημένα μας ποιήματα. Εξαρχής είχαμε στο φόρουμ μία ενότητα με τον τίτλο Favourite Poetry όπου κάναμε όλες μαζί τις δημοσιεύσεις. Μιλάμε τώρα για τις αρχές του 2005.

Κάποια στιγμή διαπίστωσα ότι τα γραπτά Θεσσαλονικιών συγγραφέων είχαν γίνει περίπου 30 και ήταν, πώς να σου το πω, πολύ χύμα έτσι μεμονωμένα και ξεκάρφωτα μέσα στα πολλά. Ήδη ο σχεδόν ένας χρόνος εμπειρίας στο φόρουμ μάς είχε μάθει να βάζουμε τα πάντα σε τάξη γιατί τα θέματα ήταν πολλά και η επισκεψιμότητα μεγάλη, οπότε ανοίγαμε συνεχώς νέες ενότητες για να ανταποκριθούμε στις απαιτήσεις, πράγμα που συνεχίζουμε να κάνουμε ως σήμερα.

Ζήτησα, λοιπόν, από τον φίλο μου τον ιδιοκτήτη και διαχειριστή του Translatum, τον αδελφικό μου φίλο και συνάδελφο Σπύρο Δόικα, να μου ετοιμάσει μια χωριστή ενότητα για την ποίηση της Θεσσαλονίκης. Έτσι μια βραδιά και μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα απέκτησα μια εντελώς «δική μου» ενότητα για τους ποιητές της πατρίδας μου. Και άρχισα να ανασυντάσσω τα ήδη δημοσιευμένα γραπτά, ξεκινώντας από μερικά ποιήματα της Ζωής Καρέλλη με πρώτο και καλύτερο την «άνθρωπο» δημιουργώντας χωριστή υποενότητα για κάθε ποιητή και προσθέτοντας τις απαραίτητες πληροφορίες (συλλογή, έτος δημοσίευσης, πηγή δημοσίευσης αν δεν ήταν αυτό καθαυτό το βιβλίο).

Για ένα μεγάλο διάστημα προχωρούσα έτσι δημοσιεύοντας ποιήματα στις ήδη έτοιμες υποενότητες για να τις εμπλουτίσω και ανοίγοντας μερικές καινούριες σταδιακά. Ουσιαστικά προσπαθούσα να καλύψω το σχετικά ανεξερεύνητο πεδίο των παλαιότερων ποιητών της πόλης, άντε βαριά-βαριά ως την τρίτη μεταπολεμική γενιά, δηλαδή του ’70 (κατά τον Αλέξανδρο Αργυρίου).

Ως εκεί είχα να ασχοληθώ με περίπου 35-40 ποιητές και ήταν ευκολοκυβέρνητο το καράβι, αλλά μου λείπανε πολλές συλλογές από τις παλαιότερες. Ήταν ακόμα καλές οι εποχές, είχαμε όλοι μας περισσότερα χρήματα και έψαχνα μανιωδώς επί μια 5ετία σε παλαιοβιβλιοπωλεία ανά την Ελλάδα να βρω τα βιβλία που δεν είχα. Δεν μπορώ να πω, καλά τα κατάφερα κατά ένα μεγάλο ποσοστό. Αυτή τη στιγμή από τους παλαιότερους δεν μου λείπουν πάνω από 10 βιβλία που, ωστόσο, μάλλον θα δυσκολευτώ να βρω τελικά.

Ο πρώτος από τους ενεργούς δημιουργούς της πόλης που επικοινώνησε μαζί μου διαδικτυακά αφού γράφτηκε μέλος στο Translatum ήταν ο Τόλης Νικηφόρου. Ήταν γύρω στα μισά του 2009. Ο Τόλης προθυμοποιήθηκε αμέσως να μου δώσει μια συγκεντρωτική του έκδοση που δεν είχα (ενώ τον είχα ήδη συμπεριλάβει στην ανθολογία) και με έφερε σε επαφή με αρκετούς από τους ποιητές της πόλης ζητώντας τους να με βοηθήσουν με τη σειρά τους. Παράλληλα, μου σύστησε και πολλούς –κυρίως νεότερους συγγραφείς– με των οποίων το έργο δεν είχα ασχοληθεί ακόμη. Έτσι τα πράγματα άρχισαν να τρέχουν με ταχύτατους ρυθμούς και το καράβι έγινε μεγάλο και δυσκίνητο, οπότε τώρα πια μάλλον αργώ να το κουμαντάρω αφού πέρασε κι ένα μικρό διάστημα κατά το οποίο ομολογώ ότι με φόβισε ο όγκος του, αφού στην περίοδο που συνεργαστήκαμε με τον Τόλη (για ένα χρόνο περίπου) οι ποιητές της ανθολογίας υπερδιπλασιάστηκαν και φτάσανε τους 80+ αντί των 35-40 τους οποίους είχα κατά νου και στων οποίων την ανθολόγηση δεν είχα προλάβει να προχωρήσω ικανοποιητικά. Δεν πειράζει, όμως. Κανέναν δεν έβλαψε ποτέ η ενασχόληση με την τέχνη, πόσο μάλλον εμένα που την τραβούσε ο οργανισμός μου αυτή την κακουχία.

Από την εποχή της συνεργασίας με τον Τόλη, κρατώ τις κατά στιγμές πολύτιμες συζητήσεις μας για την ποίηση της Θεσσαλονίκης, τη γνωριμία με πολλούς συγγραφείς της πόλης και μισή βιβλιοθήκη φωτοτυπίες συλλογών που δεν είχα και μου τις δάνεισε για να μπορέσω να προχωρήσω.

Από την προσωπική επαφή με τους ποιητές αποκόμισα το μεγαλύτερο δυνατό όφελος για κάθε άνθρωπο, δηλαδή μερικούς καρδιακούς φίλους (φίλους ζωής, όπως συνηθίζω να τους λέω). Και επειδή για τους φίλους μας είμαστε περήφανοι, τους καμαρώνουμε και δεν τους κρύβουμε, ας τους αναφέρω. Είναι οι: Ορέστης Αλεξάκης, Σταύρος Ζαφειρίου, Κατερίνα Καριζώνη, Μαρία Κέντρου-Αγαθοπούλου, Μαρία Κουγιουμτζή, Χλόη Κουτσουμπέλη, Μαρία Κυρτζάκη, Ευτυχία Λουκίδου, Αλεξάνδρα Μπακονίκα, Μελίτα Τόκα-Καραχάλιου (με αλφαβητική σειρά γιατί οι φίλοι δεν επιδέχονται άλλη σειρά ιεράρχησης). Σ’ αυτούς να προσθέσω τον παλιό μου φίλο Θανάση Γεωργιάδη, τον οποίο ξαναβρήκα στα ποιητικά στέκια μετά από χρόνια και μερικά άτομα που γνώρισα αργότερα στους ίδιους χώρους και ταιριάξανε αμέσως τα χνώτα μας, δηλαδή τη Φανή Αθανασιάδου, τη Χρυσούλα Βακιρτζή, τη Βίκυ Καπλάνη, τον Ανδρέα Καρακόκκινο, τη Βάσω Μπρατάκη, τη Μαρία Πισιώτη και τη Σοφία Στρέζου.

Με όλους αυτούς, όπως και με τον Γιάννη Καρατζόγλου, τον Ντίνο Χριστιανόπουλο, τον Πάνο Πίστα (Π. Σωτηρίου), έχουμε περάσει ώρες ατέλειωτες συζητώντας για την ποίηση και όχι μόνο.

Και, εν συντομία, απαντώ στο δεύτερο σκέλος του ερωτήματος. Γιατί στο Translatum; Εκεί γεννήθηκε και έγινε πράξη η αρχική κεντρική ιδέα και δεν συντρέχει ο παραμικρός λόγος να μετακομίσει αλλού η ανθολογία. Πού αλλού θα βρούμε καλύτερη στέγη και καλύτερο οικοδεσπότη; Για τον Σπύρο τον Δόικα όλα αυτά που λέμε τέχνη και καλλιέργεια του νου και της ψυχής είναι τρόπος ζωής και πιστεύω πως αυτό τα λέει όλα.

Χ.Λ.: Με ποια κριτήρια γίνεται η ανθολόγηση; Ανθολογείς όλους τους ποιητές της Θεσσαλονίκης ανεξαιρέτως; Για παράδειγμα, αν κάποιος έχει εκδώσει μόνο ένα βιβλίο θα ανθολογηθεί και αυτός; Είναι πολλή δουλειά!

Β.Π.: Στην αρχή είπα ν’ ακολουθήσω το τυπικό σκεπτικό οιασδήποτε γενικής ανθολογίας, δηλαδή να επιλέξω τον «αφρό» των βιβλίων που έχω στις βιβλιοθήκες μου. Ωστόσο, αφού πρώτα πέρασα από τα σαράντα κύματα ωσότου βρω τι πραγματικά ήθελα να κάνω και πώς θα είναι πρακτικά εφαρμόσιμο, θα σου απαντήσω κατηγορηματικά και ρητά ότι ανθολογώ με μοναδικό κριτήριο τον αναγνώστη. Και εξηγώ: ο φιλομαθής αναγνώστης θα πάρει κάποια στιγμή ορισμένα από τα βιβλία που ανθολογώ και, αν εγώ έχω επιλέξει 3-5 αξιοπρεπή, καλούτσικα, καλά ή άριστα ποιήματα, θα σχηματίσει για τη συλλογή και τον συγγραφέα μια άλφα άποψη που, κατά τη γνώμη μου, θα είναι απατηλή. Η τέχνη αυτή είναι ρευστή και οι απόψεις μας για τα πονήματα των ποιητών είναι απολύτως υποκειμενικές. Συνήθως σε μια συλλογή υπάρχουν ανισοϋψή, καταπώς τα λέω, ποιήματα. Δεν θα ’πρεπε (αφού κατά τη γνώμη μου ο συγγραφέας πρέπει να αυτολογοκρίνεται και να επιλέγει αυστηρά τι θα δημοσιοποιήσει και τι όχι γιατί αλλιώς είναι απλός γραφιάς και όχι συγγραφέας), αλλά έτσι συμβαίνει και ας μην το πολυαναλύσουμε τώρα. Οπότε, αν εγώ του δώσω του αναγνώστη δείγμα λαμπρό από μια συλλογή και τα υπόλοιπα γραπτά είναι περίπου για τα μπάζα (επίσης συμβαίνει τακτικά και δεν ζητώ συγγνώμη για την έκφραση), τότε τον παραπλανώ και καθόλου δεν το θέλω. Παραπλανώντας τον αναγνώστη με φύκια και μεταξωτές κορδέλες και μεγάλα λόγια, τον διώχνουμε από τη λογοτεχνία αντί να τον φέρουμε κοντά της, όπερ ολέθριο ειδικά στην εποχή μας που κυριαρχείται από την αμάθεια και την υποκουλτούρα (αμιγώς αλληλοσυνδεόμενα φαινόμενα).

Έτσι, από πέρυσι άλλαξα τελείως το σκεπτικό παρουσίασης του ποιητικού έργου κάθε ποιητή. Αν έχω τα άπαντά του και ανάλογα με το μέγεθος κάθε συλλογής, παρουσιάζω 10-15 ποιήματα από κάθε βιβλίο. Αυτό αυξάνει τον όγκο της δουλειάς μου, αλλά δεν με πειράζει γιατί θεωρώ τον τρόπο αυτό πιο δίκαιο για τον αναγνώστη και ενδεχομένως και για τον ποιητή. Δημοσιεύω και ποιήματα που εμένα προσωπικά δεν μου αρέσουν αν κρίνω ότι είναι ενδεικτικά του ύφους και του τρόπου γραφής ενός ποιητή, οπότε ο αναγνώστης έχει τον χώρο και τον χρόνο που χρειάζεται για να βγάλει τα δικά του συμπεράσματα. Εξάλλου, είπαμε ότι η γνώμη μας για μια συλλογή είναι απολύτως υποκειμενική και ενδέχεται ό,τι δεν αρέσει σ’ εμένα να είναι το ιδανικό για κάποιον άλλο αφενός και αφετέρου ποια είμαι εγώ που θα επιβάλλω στον αναγνώστη τι να του αρέσει και τι όχι; Ανθολόγος είμαι κι όχι διαμορφωτής της κοινής γνώμης.

Ως προς το τελευταίο σκέλος της ερώτησης, θα σου πω ότι ήδη έχω στην ανθολογία μου μερικούς ποιητές που έχουν δημοσιεύσει μόνο μία συλλογή όλη κι όλη. Εκεί, κακά τα ψέματα, υπεισέρχεται η απολύτως προσωπική μου άποψη για το αν αξίζει να ασχοληθώ με την εν λόγω συλλογή ή όχι. Συνήθως, πάντως, εντάσσω ανενδοίαστα στην ανθολογία τον ποιητή αν είναι ένας σημαντικός άνθρωπος των γραμμάτων και των τεχνών ή οιουδήποτε άλλου χώρου και, συν τοις άλλοις εξέδωσε και μία ποιητική συλλογή (έστω και ήσσονος ποιητικής αξίας κατά τη γνώμη των ομοτέχνων του ή άλλων κακοθελητών). Κι αυτό γιατί δεν έχουμε πολλούς άλλους τρόπους για να τιμήσουμε τους σημαντικούς ανθρώπους του τόπου μας και αυτό για μένα έχει πρωταρχική σημασία. Αλλιώς τι αξία έχει μια ανθολογία που θα είναι σαν τόσες και τόσες άλλες; Δεν με φοβίζει ο πρόσθετος κόπος που θα χρειαστεί να καταβάλω, αλλά τρέμω στην ιδέα και μόνο ότι μπορεί να κάνω, έστω και άθελά μου, μια τέτοια αδικία ή παράλειψη. Αναφέρομαι, βέβαια, στους παλαιότερους και μη εν ζωή ποιητές που δεν είχαν ούτε τηλεοράσεις ούτε προσωπικά ιστολόγια ούτε Facebook για να παρουσιάσουν τα πονήματά τους.

Χ.Λ.:  Η σχέση σου, με την ποίηση γενικά, ποια είναι; Θέλω να πω, γράφεις κι εσύ; Έγραφες παλιά;

Στις μέρες μας είναι, φευ, πολλοί αυτοί που βαφτίζουν το παραλήρημά τους ποίηση (όπως το λέει η φίλη μου η Ιφιγένεια Σιαφάκα και πολύ μου αρέσει) και βαυκαλίζονται με την ιδέα ότι θα γίνουν διάσημοι και τιτάνες της λογοτεχνίας. Ανάγκη από αυτόκλητους ποιητές δεν έχουμε. Είναι ένα φαινόμενο που δεν θα αντιμετωπίσω κι ούτε καν θα ασχοληθώ μαζί του, γιατί ουδόλως με αφορά. Τώρα, αν αύριο εμφανιστεί ο νέος Καβάφης ή η νέα Σαπφώ, είμαι σίγουρη ότι θα το πληροφορηθούμε όλοι μας αμέσως. Αν μάλιστα συμβεί αυτά τα άτομα να είναι συμπατριώτες μου, ανεξαρτήτως ηλικίας, φύλου, θρησκεύματος, σεξουαλικού προσανατολισμού, εθνικότητας κ.λπ., με περισσή χαρά και με το ανάλογο καμάρι θα τους συμπεριλάβω αυτοστιγμεί στην ανθολογία μου. J

Στα παρελθόν έγραψα σπάνια μερικά μικρά πεζά (μη χαρακτηρίσιμου και ταξινομήσιμου είδους) που δεν θυμάμαι πού μπορεί να τα έχω κρύψει. Ας μείνουν εκεί που είναι. Τα δε ποιήματα που έχω γράψει όλα μου τα χρόνια ανέρχονται στον συνταρακτικό αριθμό 3. Το πρώτο που έγραψα τα πρώτα φοιτητικά μου χρόνια ήταν πολύ καλό (το λέω με βάση τη σημερινή μου κρίση), αλλά χάθηκε το χειρόγραφο και όταν το συνειδητοποίησα δεν το θυμόμουν πια. Το δεύτερο είναι καλό με προοπτική να γίνει αριστούργημα, αλλά εδώ και χρόνια πασχίζω να βρω ένα σωστό ρήμα σε μια φράση του επιλόγου του και δεν το βρίσκω οπότε το αφήνω στο μούσκιο επ’ αόριστον, ίσως και για πάντα. Το τρίτο και πιο φλύαρο παρά τις περικοπές που του έχω κατά καιρούς κάνει είναι δημοσιευμένο σε ένα ιστολόγιο του Σπύρου γιατί του άρεσε πολύ. Χαλάλι του…

Πάντως, αυτή την κοσμοθεωρία μου πρόλαβαν και την διατύπωσαν άριστα παλαιότεροι ποιητές (κυρίως ο Αναγνωστάκης κι η Καρέλλη) και αυτό σημαίνει ότι η λογοτεχνία είναι σίγουρα κερδισμένη όσο την απαλλάσσω από την περιττή και ασήμαντη παρουσία μου. Αυτό εμμέσως απαντά και στην ερώτησή σου για το πολυπληθές των ποιητών στις μέρες μας. Αν δεν έχουμε κάτι ενδιαφέρον και πρωτότυπο να πούμε, ας σωπάσουμε και ας διαβάσουμε ό,τι σημαντικό είπαν τόσοι άλλοι διεθνώς πριν από μας για μας ώστε να μη σπάσουμε την αλυσίδα της παράδοσης με την οποία είναι άρρηκτα δεμένη κάθε μορφή τέχνης.

Χ.Λ.:
 Οι σπουδές σου τι αφορούν;

Β.Π.: Σπούδασα αγγλική φιλολογία στο Αριστοτέλειο.

Χ.Λ.:  Ξέρω ότι βιοπορίζεσαι ως ελεύθερη μεταφράστρια. Τι κείμενα μεταφράζεις; Έχεις μεταφράσει ποίηση; Αν όχι, θα σε ενδιέφερε να μεταφράσεις;

Β.Π.: Κάνω «εμπορική» μετάφραση, πώς λέμε εμπορικό τραγούδι ή εμπορικό θέατρο; J Δηλαδή μεταφράζω κείμενα εταιρειών, π.χ. εγχειρίδια, εμπορικές πολιτικές και κώδικες δεοντολογίας, τουριστικά κείμενα, έντυπα για τρόφιμα και ποτά και πολλά άλλα. Τρέφω μια έμφυτη αντιπάθεια στα οικονομικά και στα νομικά κείμενα και έχω πλήρη άγνοια σε ό,τι αφορά τα ιατρικά κείμενα, οπότε αρνούμαι πεισματικά να μεταφράσω κείμενα αυτών των κατηγοριών.

Δεν έχω μεταφράσει ποίηση και δεν μ’ ενδιαφέρει να το κάνω γενικά. Όλα μου τα χρόνια δεν είναι πάνω από 2-3 τα ποιήματα που μου κέντρισαν το ενδιαφέρον να τα μεταφράσω και αυτό ήταν όλο. Όμως έχει τύχει να μεταφράσω τραγούδια για κάποια μεταφραστικά γραφεία του εξωτερικού στο παρελθόν και πολύ μου άρεσε.

Η μετάφραση είναι αυτό που λατρεύω από μαθήτρια ακόμα και απολαμβάνω κάθε στιγμή της ό,τι κείμενο κι αν χρειαστεί να μεταφράσω (αρκεί να κατέχω ικανοποιητικά το θέμα του). Είναι επίπονη δουλειά, αλλά μου αρέσει. Είναι χρονοβόρα, αλλά μου αρέσει. Απαιτεί ασκητική ζωή κατά εποχές, αλλά κι αυτό μου αρέσει. Κοντολογίς είναι αυτό που θέλω να κάνω ως επάγγελμα όσο ζω. Και απ’ αυτό περιμένω να ζήσω. Οι λογοτεχνικές μεταφράσεις είναι αυστηρά υποαμειβόμενες και στις μέρες μας δεν έχουμε περιθώρια για τέτοιες πολυτέλειες. Ξέρεις πολύ καλά ότι κανείς δεν μπορεί να πληρώσει την εφορία με λέξεις ούτε να την παραπέμψει στους εκδότες μας εξουσιοδοτώντας τους να καλύψουν τα χρέη μας.

Χ.Λ.: Διαθέτεις κάποιο ενεργό δικό σου blog; Είδα το όνομά σου σε δύο, για να είμαι ειλικρινής, το ένα είναι το http://greek-translation-wings.blogspot.gr/ (μαζί με την Ελένη Μπέη;) και το άλλο το http://thepoetsiloved.blogspot.gr

Β.Π.: Ναι, αυτά τα δύο είναι τα βασικά. Κάποια στιγμή έκανα και μερικά επί μέρους για κάθε ποιητή χωριστά (για μερικούς από τους παλαιότερους και όχι μόνο Θεσσαλονικιούς), αλλά είναι πολλή δουλειά και δεν προλαβαίνω, οπότε τα έχω αφήσει για λίγο στην ησυχία τους. Θα δούμε πώς θα τα χειριστώ στο μέλλον. Κι αυτά τα δυο που ανέφερες δεν τα προσέχω όσο θα ήθελα, μα δεν γίνεται αλλιώς.

Χ.Λ.: Θεσσαλονίκη, το κέντρο του κόσμου;

Β.Π.:  Καθόλου μάλιστα. Η Θεσσαλονίκη είναι μια από τις ομορφότερες πόλεις της ηπείρου μας, είναι η πατρίδα μου, την αγαπώ πολύ, σε μερικές γωνιές της ξέρω κάθε λιθαράκι της, αλλά ως εκεί. Ξέρεις, Χριστίνα, από μικρή ένιωθα έντονα ότι είμαι πολίτης του κόσμου κι όχι μονάχα μιας πόλης. Όσο έχω περιθώριο, θέλω να το ζήσω στην πράξη αυτό το συναίσθημα. Η δε Αθήνα, όπου ζω εδώ και 7 χρόνια, είναι μια πόλη που αγαπούσα από μικρή και από τότε είχα μάθει να βλέπω τις τόσες ομορφιές της, αυτές που δεν θέλουν ή δεν ξέρουν να βλέπουν οι πολλοί. Η Θεσσαλονίκη δεν είναι τίποτε άλλο παρά η αρχική μου αφετηρία, μια μικρή γωνιά μιας μικρής χώρας ενός μικρού πλανήτη που δεν είναι παρά μια τοσοδούλα γειτονιά του σύμπαντος. Οπότε, κατά τη γνώμη μου, περιθώρια για αστείους και στείρους τοπικισμούς δεν έχουμε στην έτσι κι αλλιώς σύντομη παρουσία μας στο σύμπαν και, ως εκ τούτου, τους έχω αποκηρύξει προ καιρού.

Χ.Λ.: Σε ευχαριστώ πολύ, Βίκυ!

Β.Π.: Κι εγώ, Χριστίνα μου. Σ’ ευχαριστώ και για το ενδιαφέρον σου και για τις ερωτήσεις σου και για τη φιλοξενία σου και, κυρίως, για τη φιλία μας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου