Πέμπτη, 31 Μαρτίου 2016

φάκελος "θέατρο του παραλόγου" - Το Θέατρο του Παραλόγου στη Μεγ. Βρετανία

Σε συνέχεια προηγούμενης εισαγωγικής ανάρτησης για το θέατρο του παραλόγου, δημοσιεύουμε σήμερα απόσπασμα από ένα άρθρο της Ελίνας Τραϊφόρου που είχε αρχικά δημοσιευθεί στο λογοτεχνικό περιοδικό Ομπρέλα:


Ένα από τα πιο πολυσυζητημένα και πολύμορφα ρεύματα του σύγχρονου θεάτρου, που αναπτύχθηκαν στο δεύτερο μισό του 20ού αιώνα, υπήρξε αδιαμφισβήτητα το Θέατρο του Παραλόγου. Αυτό το είδος θεάτρου ξεκίνησε από τη Γαλλία για να εξαπλωθεί και σε άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων και η Μεγάλη Βρετανία, αποτελώντας το αντιτιθέμενο ρεύμα στις καθιερωμένες θεατρικές νόρμες. Στην περίπτωση της Μεγάλης Βρετανίας, οι παλιοί σύνδεσμοι με την Αυτοκρατορία άρχισαν να χωλαίνουν, με αποτέλεσμα να εγκαταλειφθεί η απομονωτική θέση της χώρας, δίνοντας έτσι τη θέση της σε μια μεγαλύτερη ευρωπαϊκή οντότητα. Οι συγγραφείς του Θεάτρου του Παραλόγου είχαν ως εναρκτήριο μοχλό την επιθυμία να παρουσιάσουν με θεατρικούς κώδικες τόσο το φιλοσοφικό πλαίσιο όσο και το κοινωνικό γίγνεσθαι της εποχής τους. Παρ' ότι στο Θέατρο του Παραλόγου απουσιάζει το καθαρά πολιτικό μήνυμα, εν τούτοις η ανάπτυξη μιας νέας κουλτούρας που ερχόταν σε αντίθεση με την ελιτίστικη μειοψηφία, ήταν πλέον πραγματικότητα.

Σύμφωνα με ένα γενικό ιστορικό πλαίσιο, μετά τις τραυματικές εμπειρίες του Β'  Παγκόσμιου Πολέμου και την ανακάλυψη της πυρηνικής βόμβας, ο κόσμος οδηγήθηκε σε μια αμφισβήτηση αξιών ταρακουνώντας την ισχύ των καθιερωμένων και συμβατικών μορφών και ιδεολογιών. Έτσι τονίστηκε η αβεβαιότητα της ανθρώπινης ύπαρξης μπροστά στο βάρος ενός προσεχούς εφιάλτη, δίνοντας έμφαση σε μια κοινωνία ασύμφωνη με τη λογική.

Συνυφασμένα με το κοινωνικό γίγνεσθαι, είναι και τα σύγχρονα μεταπολεμικά φιλοσοφικά ρεύματα, όπως ο υπαρξισμός, τα οποία επίσης επηρέασαν τη δημιουργία του Θεάτρου του Παραλόγου. Πιο συγκεκριμένα, στο "Μύθο του Σισύφου" (1942) του Καμύ, περιγράφεται η ανθρώπινη ύπαρξη ως παράλογη και δίχως νόημα. Τα περισσότερα γραπτά του, εξάλλου, αναφέρονται στο δίλημμα του ατόμου, το οποίο πιστεύει ότι οι αξίες είναι σχετικές, αλλά θεωρεί αδύνατο να ζήσει δίχως ηθικές δεσμεύσεις. Ο Καμύ πιστεύει ότι η ανθρωπότητα πρέπει να παραιτηθεί από τη συνεχή ενασχόληση με τη λογική από τη στιγμή που ο κόσμος είναι παράλογος εκ φύσεως. Ο Σαρτρ, ακόμη στο έργο του "Ναυτία" (1938), μιλάει για τις ιδέες του παραλόγου, της αγωνίας και της αποστροφής. Ο Χάιντεγκερ έγραψε ότι η ανθρώπινη συνείδηση συναντά έναν παράλογο κόσμο - παράλογο γιατί βρίσκει τον εαυτό της στο σταυροδρόμι του Είναι και του Τίποτα, παραδομένη σε αμηχανία από μια ανθρώπινη ύπαρξη δίχως νόημα. Ας μην ξεχνάμε επίσης ότι ο Σόρεν Κίρκεγκορ, στις αρχές του 19ου αιώνα, περιέγραψε τη θρησκεία ως παράλογη, διότι δεν μπορεί να απαντηθεί με τις αρχές της λογικής. Αντίθετα βασίζεται σε αυτό που ο Κίρκεγκορ ονόμασε "άλμα πίστης".

Στο επίπεδο της αισθητικής-μορφολογικής σκοπιάς, κύρια έμφαση δίνεται στην αμφισβήτηση της γλώσσας ως μέσο επικοινωνίας, αλλά και σε μια γενικότερη απομυθοποίηση της κλασικής αφήγησης και του τρόπου παρουσίασής της. Το Θέατρο του Παραλόγου χρησιμοποιεί τον τυποποιημένο λόγο, όπως κλισέ, σλόγκαν και ειδικές διαλέκτους, ώστε να προκαλέσει παραμορφώσεις, γλωσσολογικές αποδομήσεις και να λειτουργήσει ως παρωδία. Διακωμωδώντας στερεότυπα λεκτικά μοντέλα, ένα τέτοιο θέατρο έχει ως στόχο να κάνει τους ανθρώπους να αντιληφθούν τη δυνατότητα υπέρβασης του καθημερινού λόγου, ώστε να επιτευχθεί μια αυθεντικότερη μορφή επικοινωνίας. Επιπρόσθετα, το Θέατρο του Παραλόγου ανατρέπει τη λογική, καθώς ενισχύει το ανεξήγητο και το απίθανο. Αρνείται τον ορθολογισμό, γιατί ο ορθολογιστικός τρόπος σκέψης, όπως η γλώσσα, αναφέρεται μόνο στην επιφάνεια των πραγμάτων. Η αποδόμηση από την άλλη μεριά, ανοίγεται προς το άπειρο και προσφέρει μια ζωτική ελευθερία, θεατρικά  ως πηγή θαυμαστής κωμωδίας. καθώς και ψυχολογικά ως πτυχή του υποσυνειδήτου. Στο θέμα της αφήγησης, δεν υπάρχει δραματική σύγκρουση από τη στιγμή που οι συγκρούσεις χάνουν το νόημά τους σε μια κατάσταση όπου η καθιερωμένη και εξωτερική πραγματικότητα δίνει τη θέση της σε εσωτερικές αναζητήσεις μέσω ποιητικών εικόνων.

Καθώς η Βρετανία προσπαθούσε να ορθοποδήσει μετά την πτώση της Αυτοκρατορίας της, δύο θεατρικές εισβολές πραγματοποιήθηκαν, η μια από το Επικό Θέατρο του Μπρεχτ και η άλλη από το Θέατρο του Παραλόγου. Στις αρχές της δημιουργίας εναλλακτικών μορφών θεάτρου, στη δεκαετία του ' 60, τα δύο αυτά είδη θεάτρου καθόρισαν το ρόλο τους ως αντιτιθέμενα ρεύματα εναντίον της κυριαρχίας του νατουραλισμού. Εκείνη την περίοδο ο νατουραλισμός βρισκόταν στο ζενίθ του λόγω της ανάπτυξης της τηλεόρασης και του κινηματογράφου παρουσιάζοντας δραματικές παραστάσεις. Παρόλα αυτά, το Θέατρο του Παραλόγου, σε αντίθεση με το Επικό Θέατρο, υιοθετήθηκε πολύ πιο εύκολα από το Βρετανικό  Θέατρο, καθώς αυτό έφερνε μια επιμονή σε ένα κατά κύριο λόγο μη πολιτικό περιεχόμενο, μια δύναμη επαρκή στο να σοκάρει, η οποία παρουσιάστηκε ως ένα καινούριο στοιχείο αξιοποίησης, και την εναλλαγή πολλών θεατρικών παραστάσεων με μικρό κόστος και διανομή ρόλων, πράγμα το οποίο αποδείχθηκε δελεαστικό ακόμα και στους πιο δειλούς για καινοτομία διοργανωτές. Για τους σύγχρονους θεατές, το Θέατρο του Παραλόγου προσέφερε τη συγκίνηση του καινούριου και ευρωπαϊκού, μέσα σε ένα αναγνωρίσιμο μεσοαστικό πλαίσιο.

(...) Παρ' ότι το Θέατρο του Παραλόγου στη Βρετανία δεν ήταν ο εναρκτήριος λίθος αυτού του κινήματος, πολλά τρανταχτά ονόματα, όπως ο Χάρολντ Πίντερ, συνέδεσαν το όνομά τους με αυτό. Οι πρώτες απόπειρες τέτοιων έργων ήρθαν από το εξωτερικό από τον Μπέκετ, Ιονέσκο και Ζενέ και ακολούθησαν παραστάσεις έργων Βρετανών συγγραφέων που όμως αρχικά απέτυχαν. Όμως ένα τέτοιο γεγονός δεν αποκαρδίωσε τους Βρετανούς συγγραφείς αλλά τους ώθησε να ενεργήσουν σε μαζικό επίπεδο, κάνοντας λόγο για μια νέα τάση, την "κωμωδία της απειλής", η οποία έφτασε στο απόγειό της τη δεκαετία του '60. Αν και το Θέατρο του Παραλόγου αποφεύγει τα στενά πολιτιστικά πλαίσια, αυτό δεν το κάνει ανούσιο. Όπως λέει και ο Ντ. Τέρνερ μιλώντας για το έργο του: "Φυσικά και είναι παράλογο, αλλά εξαρτάται από ποια σκοπιά το βλέπει κανείς. Εγώ το βλέπω από πολλές σκοπιές συγχρόνως. Δέχομαι το παράδοξο και νομίζω ότι έτσι αναγνωρίζω την αλήθεια σχετικά με τον εαυτό μου και τον κόσμο...".

Ελίνα Τραϊφόρου
Ποιήτρια-Σκηνοθέτις

Τετάρτη, 30 Μαρτίου 2016

"Γραφείον ο φόβος" της Σταυρούλας Σκαλίδη



Ιδού ένα αστυνομικό μυθιστόρημα. 

Και θα ξεκινήσω ανάποδα, θα πω εκ προοιμίου ότι είναι ένα πολύ ενδιαφέρον εγχείρημα. Από τεχνικής άποψης τα πράγματα είναι απλά: τα εργαλεία αφήγησης είναι όλα εδώ, ο γραμμικός χρόνος και η αποδόμησή του, τα χρονικά επιρρήματα, η στακάτη γραφή, η διάχυτη αγωνία αλληλοσυμπληρώνονται σε μια χορογραφία λέξεων που δεν ξεφεύγει ούτε χιλιοστό από την πορεία. Το πιο ενδιαφέρον σημείο ωστόσο είναι οι πρωταγωνιστές. Άνθρωποι καθημερινοί, τόσο οικείοι που δεν θυμίζουν ήρωες παρόλο που τελικά είναι, άνθρωποι στα μέτρα και στα σταθμά μιας πραγματικότητας που αναγνωρίζουμε όλοι. Θα έλεγε κανείς ότι η συγγραφέας κοιτάζει γύρω της και περιγράφει αυτά που βλέπει, διυλίζοντάς τα στην φαντασία της για να τους δώσει αυτή τη γνώριμη μυθιστορηματική μαγεία, και δίνοντάς τους την ευκαιρία να γίνουν το φόντο για τις περιπέτειες ηρώων και αναγνωστών σε ίσες αναλογίες. 

Αν το βασικό στοιχείο ενός αστυνομικού έργου είναι η πλοκή, τότε η Σταυρούλα Σκαλίδη κατάφερε να δημιουργήσει ένα κείμενο που δεν αφήνει τον αναγνώστη να φύγει μέχρι να φτάσει στην τελευταία σελίδα: το κρατάει δέσμιο του τόσο βασανιστικού «τι θα γίνει μετά». Οι χαρακτήρες της δεν έχουν ανάγκη να είναι αληθοφανείς γιατί κατά ένα περίεργο τρόπο κανείς δεν αμφιβάλλει για την ύπαρξή τους, ο αναγνώστης τους ακολουθεί στους μαιάνδρους των καταστάσεων και των κινδύνων, των ενοχών και των ανασφαλειών τους χωρίς δισταγμούς και χωρίς δεύτερες σκέψεις. Υπάρχει ρυθμός στην αφήγηση και μια πραγματική ατμόσφαιρα φιλμ νουάρ στην Αθήνα που ζούμε και ξέρουμε όλοι, καθώς και μια τρυφερότητα και μια ευγένεια για να μην χάνει κανείς την ελπίδα ότι μπορεί στο τέλος τα πράγματα να γίνουν καλύτερα. 

Η γραφή της Σταυρούλας Σκαλίδη έχει το θάρρος να είναι προσωπική: δεν υπάρχουν κλισέ, ούτε πεπατημένες, αλλά υπάρχουν αναγνωρίσιμα σημεία και αναφορές, και πάνω από όλα υπάρχει η αίσθηση της πραγματικότητας όπως την αντιλαμβάνεται ο ήρωας. Η γενναιότητά του είναι αυτή του καθημερινού ανθρώπου, που φοβάται αλλά εντάσσει τον φόβο του στη ζωή του και πορεύεται μαζί του χωρίς πολλές κουβέντες και κυρίως χωρίς άλλοθι. Ταυτόχρονα η συγγραφέας πετυχαίνει να εδραιώσει μια ισορροπία ανάμεσα σε όλες τις αισθήσεις, τόσο για τους ήρωες όσο και για τον αναγνώστη: η ακοή, καμία έκπληξη εδώ, αλλά και η όσφρηση, η αφή, η αγωνία. Τα αντικειμενικά δεδομένα μπλέκονται με τις προσωπικές αναγνώσεις και το ένστικτο, και το αποτέλεσμα είναι μια ιστορία άρτια και στιβαρή, που ισορροπεί χωρίς δυσκολίες ανάμεσα στα συμβαίνοντα και στους κινδύνους των συνεπειών τους.

Σ’ αυτό το τόσο οικείο περιβάλλον της αφήγησης, ο αναγνώστης γλιστράει μέσα του και χάνεται στην –χαμένη- ιδιότητα του ακροατή. Μιας ιστορίας που έχει αρχίσει να πιστεύει από τις πρώτες λέξεις. Και κυρίως από τις πρώτες σιωπές. 

Κρις Λιβανίου

Τρίτη, 29 Μαρτίου 2016

Τέχνη, κριτική και ΜΑΓΥΑ στο διαδίκτυο (Β΄ μέρος)

«Η ομορφιά είναι επιφανειακή αλλά η ασχήμια έχει βάθος» 
(Νεοελληνικό ευφυολόγημα)

«Ίσως υπάρχουν γυναίκες που υποπτεύονται ότι δεν είναι ωραίαι, 
αλλά δεν υπάρχει ποιητής, που να μην έχει τη βεβαιότητα ότι είναι μεγάλος» 
(Ξενόπουλος Γρηγόριος)



ΔΕΥΤΕΡΟ ΜΕΡΟΣ

Στο πρώτο μέρος αυτού του κειμένου αναφέρθηκα στην αναγκαιότητα της τέχνης και άλλων αγαθών, «μη απολύτως αναγκαίων» για την επιβίωση του ανθρώπου· τέτοια είναι η αγάπη, τα χάδια, τα γλυκόλογα και η άσκηση, μέσω της παιδείας, της αισθητικής απόλαυσης έργων τέχνης αλλά και σωμάτων.

Αναφέρθηκα επίσης στο ότι πολλές φορές μπαίνουμε στον πειρασμό να μετατρέψουμε το αυθαίρετο, υποκειμενικό και ταυτολογικό «μου αρέσει επειδή μου αρέσει» σε κάτι πιο αντικειμενικό, μετρήσιμο και τεκμηριωμένο θεωρητικά. Να βρούμε δηλαδή τα κριτήρια με τα οποία μετράμε τις προσωπικές μας αισθητικές επιλογές.

Τα κριτήρια με τα οποία εγώ αποφασίζω αν μου αρέσει ή δεν μου αρέσει ένα έργο τέχνης, ένα σώμα ή πρόσωπο είναι ―θα το έχετε ήδη καταλάβει― τόσο αυθαίρετα, αναγκαστικά και υποκειμενικά, όσο και η επιλογή ρούχων, χρωμάτων και ερωτικών συντρόφων. Απολύτως μη μετρήσιμα δηλαδή.

Αυτά τα κριτήρια έχουν αλλάξει αρκετά από την εποχή που ήμουν μωρό και ―όπως είπα και στην αρχή του Πρώτου Μέρους― υπήρχε μόνο το «μ’ αρέσει» (περνάω καλά και χαμογελάω) και το «δεν μ’ αρέσει» (περνάω χάλια και κλαίω και ουρλιάζω). Έχουν γίνει πιο πολύπλοκα και πιο αντιφατικά παρ’ όλη την προσπάθεια εκλογίκευσής τους μέσω μιας παιδείας που έχει πάρα πολύ προσπαθήσει να παίξει τον ρόλο ενός ιδεολογικού «κηδεμόνα» (με την ορθοπαιδική έννοια του όρου, κάτι σαν «κορσές») σε σχέση με το τι επιλέγω και τι απορρίπτω.

Πρώτη λοιπόν, για μένα, έρχεται η άμεση σωματική επίδραση που έχει πάνω μου ή μέσα μου το έργο τέχνης ή το σώμα. Τα βάζω δίπλα δίπλα αυτά ―έργο τέχνης και σώμα― γιατί είναι παρόμοια η συγκίνηση που δέχομαι από τη μορφή τους. Είναι κάτι σαν συντονισμός των δικών μου ιδιοσυχνοτήτων με το ερέθισμα που δέχομαι.

Γράφοντας «ιδιοσυχνότητα» αναφέρομαι σ’ αυτό που πολλοί ονομάζουν «προσλαμβάνουσες παραστάσεις» και είναι κάτι που ―μάλλον― ξεκίνησε να χτίζεται μέσα μου από τη βρεφική μου ηλικία, για να μην πω την εμβρυϊκή μου περίοδο, καθώς δεν ξέρω ή δεν θυμάμαι πόσες φορές είχε ακούσει η μαμά μου, κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης της σε μένα, την 9η του Μπετόβεν, αν είχε παρακολουθήσει πιο χαρωπά μια ταινία με πρωταγωνιστή τον Ντάνυ Καίυ, τον Τζην Κέλλυ ή τον Βασίλη Αυλωνίτη, αν διάβαζε φωναχτά ποιήματα του Καβάφη, του Βάρναλη, του Σολωμού, του Πολέμη ή του Δροσίνη, αν έτρωγε κέικ σοκολάτας με τσάι, τσουρέκι με γάλα ή προτιμούσε σουτζουκάκια σμυρνέικα και γαλακτομπούρεκο ως επιδόρπιο.

Αυτά τα λέω επειδή πρώτα διαισθάνομαι ή νιώθω κάτι από το κείμενο που διαβάζω, από τη μουσική που ακούω, από την εικόνα που βλέπω ή από το πρόσωπο-σώμα που κοιτάζω. Αυτό το «κάτι», που μπορεί να ονομαστεί συγκίνηση ή συντονισμός, ερεθίζει μνήμες, φορτία παιδείας, στοιχεία ανατροφής, κατάλοιπα βιωμάτων ευχαρίστησης αλλά και πόνου που έχουν κατασταλάξει μέσα μου και έχουν καταφέρει να μεταλλαχθούν σε αισθητικά κριτήρια που κάθε απόπειρα ορισμού τους καταλήγει σε μια ταυτολογία ή στη, σχεδόν πάντα αποτυχημένη, μεταγραφή ενός όρου (π.χ. ωραίο, όμορφο, βαθύ) σε μια πολύπλοκη διατύπωση που αδυνατεί να μειώσει την άγνοιά μου για το «καθαυτό» ωραίο ή όμορφο.

Έχει να κάνει και με μια γρήγορη απόφαση κατάταξης σε μια κλίμακα αξιών τής οποίας τις λογικές διεργασίες δεν προλαβαίνω να συνειδητοποιήσω, όπως δεν μπορώ να συνειδητοποιήσω ή να ελέγξω ποιες ακριβώς εντολές δίνει ο εγκέφαλός μου στα πόδια μου όταν περπατάω και σκέφτομαι διάφορα πράγματα. Όποτε έχω επιχειρήσει να σκεφτώ πώς ακριβώς περπατάω, έχω κινδυνέψει να πέσω.

Τη συγκίνηση ή τον συντονισμό ακολουθεί η αισθητική απόλαυση του περιεχομένου και των εννοιών του έργου τέχνης ή του παρατηρούμενου σώματος, που αγγίζουν τις βιωμένες ή φαντασιωμένες εμπειρίες μου, τις προσλαμβάνουσες παραστάσεις και τις μνήμες μου είτε αυτές είναι καθαρά ζωικές και γενετήσιες είτε άλλες που αναφέρονται σε ακαθόριστες μνήμες περί του πόσο αγαπητός, ερωτεύσιμος, επιθυμητός ή απεχθής και ανεπιθύμητος (έμπρακτα ή κατά δήλωση του άλλου προσώπου) έχω υπάρξει και τι έχω καταφέρει να κάνω κι εγώ για τους άλλους με στόχο να είμαι αποδεκτός και να συμμετέχω στον κόσμο τους σαν κάποιος που τους ενθαρρύνει με αλήθεια και αγάπη στην αγάπη και παίρνει σαν αντάλλαγμα αγάπη, ενθάρρυνση και αποδοχή με ενσυναίσθηση.

Επειδή όλες αυτές οι σκέψεις που καταγράφω έχουν πάρα πολύ «τζόγο» και μπορεί να ακούγονται απολύτως αστήρικτες ―όπως και είναι― θα φέρω σαν (προσωπικό μου) παράδειγμα το ποίημα «Ιθάκη» του Κ. Π. Καβάφη σε συσχετισμό με τις φωτογραφίες της Ρωσίδας χορεύτριας και πρώτης μπαλαρίνας στην Opera Comique, Μόνας Πάεβα, που ποζάρισε γυμνή στον Παρθενώνα για την Ελληνίδα φωτογράφο Νelly's.

Και το ποίημα του Καβάφη και οι φωτογραφίες της Nelly’s έχουν για μένα τόσο ισχυρά συναλλαγματικά αποθέματα από συλλογικές ιστορικές μνήμες εικόνων, λέξεων και ερωτικών συνειρμών και μου φανερώνουν τη βαθιά γνώση των εκφραστικών μέσων των δημιουργών τους, που ―κατά τη δική μου «παιδεία»― με οδήγησαν στη δημιουργία ή στο εφεύρημα της λέξης ΜΑΓΥΑ* που πλέον αποτελεί τη μοναδική μονάδα μέτρησης για το τι μου αρέσει και τι όχι.

Καταλήγω δηλαδή στην απόφαση ότι υπάρχουν έρχα τέχνης όπως και πρόσωπα ή σώματα που μου προσφέρουν πάρα πολλές ΜΑΓΥΑ* και με κάνουν να χαίρομαι περισσότερο κι από έναν χορτάτο γάτο που λιάζεται και δέχεται διακριτικά χάδια από ένα παιδί που τον αγαπάει, και κάποια άλλα που μου δίνουν από μηδενικές μέχρι και αρνητικές ΜΑΓΥΑ*.

Η μέτρηση σε ΜΑΓΥΑ* των έργων τέχνης και των προσώπων ή σωμάτων που καταναλώνω, μερικές φορές εξαρτάται κι από άλλες παραμέτρους που δεν σχετίζονται μόνο με το κρινόμενο έργο (τέχνης ή ανθρώπινης υπόστασης) αλλά κι από τη δική μου «νευροφυσιολογική» κατάσταση. Θα έλεγα «ψυχική» κατάσταση (που για πολλές και πολλούς είναι πιο κατανοητή λέξη) αλλά τείνω περισσότερο σε σωματικούς/φυσιολογικούς όρους παρά σε θρησκευτικούς, όταν θέλω να μιλήσω για τη λειτουργία της σκέψης, του εγκεφάλου και του όλου σώματός μου.

Για να γίνω πιο σαφής (πράγμα σχεδόν αδύνατον, επειδή είναι ιστορικά αποδεδειγμένο ότι κάθε απόπειρα διασαφήνισης αμφιλεγόμενων εννοιών οδηγεί σε αιρέσεις και σχίσματα) θα δηλώσω ότι μου αρέσει πολύ να βλέπω υπόλευκα και κάπως λερωμένα κτίρια ―όπως πολλές Αθηναϊκές πολυκατοικίες― φωτισμένα με το φως του δύοντος ηλίου, που τους δίνει ένα πορτοκαλοκίτρινο χρώμα, καθώς προβάλλονται σ’ έναν γκριζομόβ συννεφιασμένον ορίζοντα προς τη μεριά της ανατολής. Ένα τέτοιο τοπίο μού προκαλεί μεγάλη συγκίνηση χωρίς να ξέρω γιατί. Κι αν τύχει να βρεθώ μαζί με έναν άνθρωπο ή μ’ ένα ποίημα μπροστά σε μια τέτοιαν εικόνα, η κρίση μου γίνεται αυτομάτως πιο ευνοϊκή και οι ΜΑΓΥΑ* μου αυξάνονται ραγδαία. Αυτό για μένα παραμένει ένα άλυτο αίνιγμα αισθητικής απόλαυσης που την πηγή του, τα αίτιά του ή την αφορμή του αγνοώ. Αν αντέξει ο άνθρωπος ή το ποίημα κάτω και από διαφορετικές συνθήκες, τότε η κρίση μου γίνεται πιο σταθερή αλλά είμαι ήδη θετικά προκατειλημμένος κι αυτό επίσης είναι κάτι που αδυνατώ να το αλλάξω ή να το ερμηνεύσω αντικειμενικά.

Όπως άλυτο μυστήριο παραμένει για μένα και το ζήτημα της επιλογής και της συναρμογής των λέξεων, των φράσεων και των ενοτήτων, δηλαδή η δομή ενός έργου του λόγου. Ποίημα, διήγημα, παραμύθι, χρονογράφημα, μυθιστόρημα. Όλα τα έργα του λόγου… Αλλά και για ένα πρόσωπο ή για ένα σώμα μού είναι ακόμα πιο μυστηριακή η έλξη που μπορεί να μου προκαλέσει όταν μάλιστα οι «λέξεις» και οι «φράσεις» του δεν ακουμπάνε ― με την τοπολογική έννοια― πάνω σε «εγκεκριμένα» ιστορικά πρότυπα καλλονής. Αυτά που γράφω είναι ίσως σαφή για ένα ποίημα ή ένα μυθιστόρημα· αλλά για ένα σώμα; Ποιες είναι οι λέξεις, οι φράσεις και τα κεφάλαια ενός προσώπου ή ενός σώματος; Ντυμένου ή γυμνού.

Εδώ ας αυτοσχεδιάσει η αναγνώστρια και ο αναγνώστης μου.

Όπως μιλάμε για το σώμα ενός ποιήματος, ας δούμε και το ανθρώπινο σώμα ως ένα ποίημα και τότε θα αρχίσουμε να μετράμε πολλές λέξεις και φράσεις. Που δεν έχει και τόση σημασία πόσον ωραίες, όμορφες ή άρτιες είναι μεμονωμένα αλλά το κατά πόσο συνταιριάζονται αρμονικά, συμμετρικά, ρυθμικά σ’ ένα σύνολο που προκαλεί ευχαρίστηση ή και έξαρση, ανάλογη με εκείνη της γενετήσιας ορμής, στον αναγνώστη/θεατή.  Νομίζω ότι όλες και όλοι έχουμε κατά καιρούς συναντήσει μια μάλλον άσχημη μύτη όμορφα βαλμένη σ’ ένα ελκυστικό και απολύτως ερωτεύσιμο πρόσωπο.

Ένα άλλο κριτήριο για το πόσες ΜΑΓΥΑ* θα μετρηθούν τελικά στην απλωμένη, σαν ζητιάνου, παλάμη της αισθητικής προσδοκίας μου, είναι η ηθική του έργου τέχνης, του προσώπου ή του σώματος. Κι εδώ είναι που φωλιάζουν κατά δεκάδες τα μαύρα φίδια της απροσδιοριστίας και της ασάφειας. Γιατί όσο δύσκολο μου είναι να ορίσω τι είναι ωραίο, αρμονικό και όμορφο, άλλο τόσο πρακτικά αδύνατον είναι να ονομάσω κάτι «ηθικό» ή «ανήθικο». Είτε έργο τέχνης είτε σώμα.

Έχει ειπωθεί ότι «Η αισθητική είναι η ηθική του μέλλοντος».

Η δογματική και αναπόδεικτη αυτή φράση, που δεν ξέρω με σιγουριά να πω ποιος, πότε και γιατί την είπε, υπογραμμίζει μέσα μου την ανικανότητά μου να μιλήσω με, έστω και δειλή, βεβαιότητα και για την αισθητική αλλά και για το μέλλον. Άρα; Πώς και πού να στηρίξω οποιαδήποτε κρίση και κριτική μου για ένα έργο τέχνης, πρόσωπο ή σώμα; Πώς να δικαιλογήσω τις ΜΑΓΥΑ* που εισπράττω ή χάνω κάθε φορά;

Οπότε, ως ανάξιος ερασιτέχνης κριτικός, καταφεύγω ―άλλη μια φορά― σε μια σειρά από ταυτολογίες. Κι επειδή η θετική ταυτολογία «μ’ αρέσει αυτό που μου αρέσει» είναι κομψή και απολύτως ταιριαστή με τα αισθητικά πιστεύω μου, θα ασχοληθώ με την άλλη πλευρά. Αυτή που μου γυρνάει τα άντερα.

Και ορίζω ως αντιαισθητικό, ρηχό, κακόγουστο, απωθητικό, παράλογο και ανήθικο για μένα, το έργο τέχνης, σώμα ή πρόσωπο που είναι ψεύτικο, ματαιόδοξο, δίχως αυτογνωσία, αίσθηση μέτρου και αιδημοσύνη, αρπακολλατζίδικο, άξεστο, αντιγραμμένο (το κλεμμένο δεν με ενοχλεί καθόλου, αν έχει βρει άξια θέση), απαίδευτο, ανελλήνιστο, αδιάβαστο, μνησίκακο, αβασάνιστο, μισαλλόδοξο, άρρυθμο, φτηνιάρικο, άνευρο, κοινότοπο, ανερμάτιστο, πορνικό αλλά όχι ερωτικό, ανακόλουθο, στρατευμένο, φανατικό και ―πάνω απ’ όλα!― δήθεν.

Αυτό ειδικά το τελευταίο, το «δήθεν», είναι κάτι που δεν μπορεί να πει τίποτα περισσότερο απ’ όσα μπορεί να πει για κάποιον η φράση «αυτός είναι ένας κλέφτης, ψεύτης, υποκριτής, αμόρφωτος και γεμάτος λίγδες, σκατά και μύξες άθλιος τύπος που παριστάνει τον σπουδαίο, τον καθαρό, τον μορφωμένο και τον έντιμο» αν δεν συνοδεύεται από χειροπιαστές αποδείξεις όλων των κατηγοριών που αποδίδονται στο συγκεκριμένο πρόσωπο.

Έτσι κι εγώ, με απολύτως αυθαίρετα και υποκειμενικά κριτήρια, δηλώνω ότι πάνω απ’ όλα απεχθάνομαι τους ψεύτες, τους υποκριτές και τους «δηθενιστές». Αυτούς δηλαδή που ο έφηβος ήρωας του Σάλιντζερ (ή η μεταφράστριά του) στο βιβλίο «Ο φύλακας στη σίκαλη» (ή με όποιον άλλον τίτλο το θέλετε) αποκαλούσε με βδελυγμία «Ιμιτασιόν».

Επομένως, για να μου γυρνάει τα άντερα ένα έργο τέχνης, ένα πρόσωπο ή σώμα θα πρέπει να έχει πάνω του απλωμένη, από πάνω ως κάτω σαν σημαία, την «αφοβιά» (ή το θράσος) του συνειδητού ψεύδους και της ψευδούς συνειδητότητας. Υπάρχουν βέβαια πολλά «ψεύτικα» σώματα που μπορούν να διεγείρουν πρόσκαιρα τις αισθήσεις μου. Αλλά αρκεί μια δεύτερη ματιά για να τα απορρίψω. Κάτι ανάλογο μπορεί να συμβεί και με ένα έργο τέχνης. Αρκετές φορές, στο παρελθόν, έχω παρασυρθεί από ψιμυθιωμένα έργα που μετά από χρόνια, όταν ξέφτισαν μέσα μου τα βερνίκια, τα φτιασίδια και τα κοκκινάδια τους, φάνηκε η ανεπάρκειά τους και έχασα μέσα σε μια στιγμή όλες τις ΜΑΓΥΑ* που ―νόμιζα ότι― μου είχαν χαρίσει.

Αυτό όμως που αρκετές φορές μού δημιουργεί μια χλωμή και ιδιοτελή θλίψη, καθώς διατρέχω πολλές σελίδες και τόπους του διαδικτύου, είναι η πίστη αρκετών ότι η ευκολία της «αυτοέκδοσης», της «αυτοπροώθησης» και της «εκθεσιμότητας», στις σημερινές εποχές της διαδικτυακής ανοχής, μπορεί να αποτελέσει ικανό άλλοθι για όσες και όσους επιχειρούν να «βάψουν αβγά» χωρίς τη γνώση της τεχνικής του βαψίματος ή της παρασκευής και χρήσης της κατάλληλης βαφής.

Χρησιμοποίησα τη λέξη «ιδιοτελής» για τη θλίψη μου, επειδή μου αρέσει να διαβάζω και να βλέπω πράγματα που να μου αρέσουν ακόμα κι όταν ζηλεύω τα αποτελέσματα και τις ικανότητες των δημιουργών ή κατόχων τους.

Το ότι ένα σύγχρονο λογοτεχνικό έργο μπορεί να μου προκαλέσει συγκίνηση ανάλογη με ένα έργο του Παπαδιαμάντη, του Ντίκενς ή του Τολστόι δεν σημαίνει ότι θα ζηλέψω περισσότερο τον σύγχρονο δημιουργό του από τον συγγραφέα που δεν ζει πια μαζί μας. Αλλά ούτε και λιγότερο.

Έχω πολλές φορές διαβάσει και ξαναδιαβάσει ζηλευτές σελίδες, πασχίζοντας να αποκρυπτογραφήσω αυτό που ζήλεψα με σκοπό να το κατακτήσω για λογαριασμό μου. Έχω αποστηθίσει φράσεις με σκοπό να τις κλέψω και να τις χώσω κάποια στιγμή ―παραφράζοντάς τες, κάπως― σε μια ταιριαστή σ’ αυτές δική μου σελίδα. Και δεν ντρέπομαι καθόλου να τα λέω και να τα γράφω όλα αυτά. Άλλωστε, αντιγράφοντας έμαθα να γράφω όταν ήμουνα μικρός. Έτσι και τώρα: διαβάζοντας μαθαίνω και να γράφω και να διαβάζω και να μαθαίνω και να κρίνω.

Γνωρίζω ότι θα υπάρξουν αρκετές και αρκετοί που διαβάζοντας αυτές τις γραμμές θα σκεφτούν άσχημα για μένα. Τις και τους ευχαριστώ που έφτασαν μέχρι εδώ γιατί δείχνει πείσμα, αντοχή και υπομονή η πράξη τους. Αλλά αν τύχει και σκεφτούν άσχημα για τη φλύαρη απόπειρά μου να δώσω ένα περίγραμμα κάπως πιο ευρύ και πιο βαθύ από ένα ξερό «μ’ αρέσει ό,τι μου αρέσει» στην κρίση και στην κριτική μου για τα έργα τέχνης, τα πρόσωπα και τα σώματα γύρω μου και για όσα καλά, κακά ή αχαρακτήριστα παράγονται, αναπαράγονται και διαδίδονται στο διαδίκτυο, θα τους παραπέμψω στο ρητό του Τάγματος της Περικνημίδος: 
Honi soit qui mal y pense = Nτροπή σε αυτόν που σκέφτεται άσχημα.

Και θα το πάω ακόμα παραπέρα: Ντροπή σ’ αυτές και σ’ αυτούς που όχι μόνο σκέφτονται άσχημα αλλά και γράφουν και εκφράζονται και εκτίθενται άσχημα.

Δεν φταίω μόνον εγώ που οι ΜΑΓΥΑ* μου είναι τόσο ακραία υποκειμενικές, απαιτητικές και θρασύτατες. Έτσι με μεγάλωσαν οι δικοί μου αλλά έτσι με μάθανε και μερικοί πολύ διαβασμένοι φίλοι μου και δάσκαλοί μου.

Πολλοί από αυτούς μπορεί να μη ζουν πια, αλλά με συντροφεύουν πάντα και σπάνια τους αποχωρίζομαι. Και είναι πολλοί από αυτούς που ακόμα μου χαρίζουν απλόχερα πολλές ΜΑΓΥΑ* για να μετράω και τα δικά τους έργα αλλά και τις δικές μου προσπάθειες.



-----------

*ΜΑΓΥΑ // Μ.Α.Γ.Υ.Α. = Μονάδα Αισθητικά Γόνιμης Υποκειμενικής Απόλαυσης, αυθαίρετο, υποκειμενικό και ελαστικό μέτρο για την αισθητική αξιολόγηση των έργων της τέχνης και της φύσης φτιαγμένο από εμένα για προσωπική χρήση.



Κωστής Α. Μακρής

18 Μαρτίου 2016



(Όχι ότι ήταν απαραίτητη η παράθεση του ποιήματος, αλλά έτσι, για τη χαρά της ανάγνωσης, Κ.Α.Μ.)



Ιθάκη
(Κ. Π. Καβάφης)

Σα βγεις στον πηγαιμό για την Ιθάκη,
να εύχεσαι νάναι μακρύς ο δρόμος,
γεμάτος περιπέτειες, γεμάτος γνώσεις.
Τους Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας,
τον θυμωμένο Ποσειδώνα μη φοβάσαι,
τέτοια στον δρόμο σου ποτέ σου δεν θα βρεις,
αν μέν’ η σκέψις σου υψηλή, αν εκλεκτή
συγκίνησις το πνεύμα και το σώμα σου αγγίζει.
Τους Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας,
τον άγριο Ποσειδώνα δεν θα συναντήσεις,
αν δεν τους κουβανείς μες στην ψυχή σου,
αν η ψυχή σου δεν τους στήνει εμπρός σου.

Να εύχεσαι νάναι μακρύς ο δρόμος.
Πολλά τα καλοκαιρινά πρωιά να είναι
που με τι ευχαρίστησι, με τι χαρά
θα μπαίνεις σε λιμένας πρωτοειδωμένους·
να σταματήσεις σ’ εμπορεία Φοινικικά,
και τες καλές πραγμάτειες ν’ αποκτήσεις,
σεντέφια και κοράλλια, κεχριμπάρια κ’ έβενους,
και ηδονικά μυρωδικά κάθε λογής,
όσο μπορείς πιο άφθονα ηδονικά μυρωδικά·
σε πόλεις Aιγυπτιακές πολλές να πας,
να μάθεις και να μάθεις απ’ τους σπουδασμένους.

Πάντα στον νου σου νάχεις την Ιθάκη.
Το φθάσιμον εκεί είν’ ο προορισμός σου.
Aλλά μη βιάζεις το ταξείδι διόλου.
Καλλίτερα χρόνια πολλά να διαρκέσει·
και γέρος πια ν’ αράξεις στο νησί,
πλούσιος με όσα κέρδισες στον δρόμο,
μη προσδοκώντας πλούτη να σε δώσει η Ιθάκη.

Η Ιθάκη σ’ έδωσε τ’ ωραίο ταξείδι.
Χωρίς αυτήν δεν θάβγαινες στον δρόμο.
Άλλα δεν έχει να σε δώσει πια.

Κι αν πτωχική την βρεις, η Ιθάκη δεν σε γέλασε.
Έτσι σοφός που έγινες, με τόση πείρα,
ήδη θα το κατάλαβες η Ιθάκες τι σημαίνουν.

(Από τα Ποιήματα 1897-1933, Ίκαρος 1984)

Δευτέρα, 28 Μαρτίου 2016

Συνέντευξη με την Κατερίνα Βοσκαρίδου από τις εκδόσεις Τεχνοδρόμιον της Κύπρου

Με αφορμή τη συνέντευξη με τον Κύπριο εκδότη Βάσο Πτωχόπουλο την περασμένη εβδομάδα, πήραμε συνέντευξη και από την επικεφαλής ενός μικρού κυπριακού εκδοτικού οίκου, του "Τεχνοδρόμιου", σε μια προσπάθεια διερεύνησης του σύγχρονου εκδοτικού τοπίου στην Κύπρο.

Χριστίνα Λιναρδάκη: κα Βοσκαρίδου, διευθύνετε το «Τεχνοδρόμιο», έναν μικρό εκδοτικό οίκο στη Λεμεσό, που προέκυψε από ό,τι έχω καταλάβει σαν οικογενειακή υπόθεση. Θα θέλατε να μας πείτε πώς και πότε ξεκινήσατε;

Κατερίνα Βοσκαρίδου: Τα 2012  μια ομάδα φιλόμουσων και φιλότεχνων Λεμεσιανών ιδρύσαμε στη Λεμεσό το «Κέντρο Λόγου και Τεχνών Τεχνοδρόμιο». Έναν οργανισμό με δράση πρωτίστως γύρω από τα καλλιτεχνικά θέματα. Το μεράκι μας περίσσευε κι έτσι γρήγορα καταφέραμε να έχει ο οργανισμός στο ενεργητικό του μια σειρά εκδηλώσεων και δράσεων σημαντική για το καλλιτεχνικό γίγνεσθαι της πόλης, αλλά και της Κύπρου γενικότερα. Καθώς τα μέλη είχαν πολλές και διαφορετικές καλλιτεχνικές αφετηρίες ο σκοπός ήταν να δημιουργηθεί ένα πεδίο δημιουργικής έκφρασης σε όλες τις εκφάνσεις της τέχνης, που να δίνει σε καλλιτέχνες Κύπριους και μη την ευκαιρία να παρουσιάζουν το έργο τους, να εμβαθύνουμε μέσω της έρευνας σε ζητήματα πολιτισμού και στο ρόλο που έχει η τέχνη στην καθημερινότητά μας, όχι ως ένα αποκομμένο γεγονός της ανθρώπινης ζωής. Η δραστηριοποίηση αυτή είχε ως φυσικό επακόλουθο και την ενασχόληση με τις εκδόσεις.
Το Τεχνοδρόμιο έθεσε δε υπό την προστασία και διαχείρισή του το Μουσείο Το Πλουμιστό Ψωμί, το στήσιμο του οποίου υπήρξε αρχικά μια οικογενειακή υπόθεση. Αυτή τη στιγμή ο φιλόξενος χώρος του Μουσείου δίνει στέγη στις πλείστες δραστηριότητές μας.

Χ.Λ.: Τι ακριβώς είναι το Μουσείο Πλουμιστού Ψωμιού;

Κ.Β.: Είναι ένα λαογραφικό μουσείο. Στεγάζει μια συλλογή από διακοσμημένα παραδοσιακά πλουμιστά ψωμιά τα σχέδια των οποίων περισυνέλεξε η μητέρα μου, Δωρίτα Βοσκαρίδου μετά από πολυετή έρευνα και τα αναπαράστησε μέσω του θείου δώρου που λέγεται ζυμάρι, αποτυπώνοντας όλα τα σχέδια, τα σύμβολα, τις ιστορίες του λαού μας που χάνονται στο βάθος των αιώνων και είναι συνυφασμένα με τον πολιτισμό μας. Αυτή τη στιγμή, υπό τη διεύθυνση της ίδιας δέχεται καθημερινά δεκάδες επισκέπτες που έχουν την ευκαιρία να γνωρίσουν μια τέχνη που τείνει να εκλείψει παρά την σημαντικότατη πολιτισμική της αξία.

Χ.Λ.: Μιλήστε μας λίγο για σας. Πώς βρεθήκατε στο πηδάλιο των εκδόσεων;

Κ.Β.: Δική μου αφετηρία στον κόσμο των τεχνών υπήρξε πρώτα η λογοτεχνία και στη συνέχεια το θέατρο, που οδήγησε και στη δεύτερη μου σπουδή αυτή των Θεατρικών Σπουδών (πρώτη είναι η Φαρμακευτική). Είναι δυο μεγάλες μου αγάπες η λογοτεχνία και το θέατρο. Δυο δρόμοι που βέβαια ακολουθώντας τους κανείς συνειδητοποιεί πως το ταξίδι της αναζήτησης, όποιο δρόμο και να πάρεις θα σε οδηγήσει τελικά σε αυτό που αρχικά έψαχνες. Εγώ έψαχνα το νόημα των πραγμάτων. Η ανάγνωση βιβλίων μου έδινε μεγάλη ικανοποίηση βεβαίως αλλά αποζητούσα και κάποιου είδους αποκωδικοποίηση. Αυτό με έσπρωξε στη δημιουργία της πρώτης σύγχρονης Λέσχης Ανάγνωσης στη Λεμεσό κατά το πρότυπο που εκείνα τα χρόνια προωθούσε το ΕΚΕΒΙ, το «Πυρείον» τον Απρίλιο του 2007 που είχε σκοπό να αναβιώσει τη χαμένη συνήθεια των λογοτεχνικών ομάδων της Λεμεσού παλαιότερων χρόνων. Οι σπουδές και η ενασχόληση με το θέατρο, όπου οι τέχνες συναντώνται και διαχέονται μου άνοιξε νέους ορίζοντες. Μέσα από τη δράση μου στο Τεχνοδρόμιο έθεσα ως στόχο να κάνω πράγματα για να φέρνω κοντά τους ανθρώπους. Με σαγηνεύει πολλές φορές η μοναχική πορεία σπουδαίων καλλιτεχνών, αλλά το μοίρασμα που αναδεικνύει την πολιτική διάσταση της τέχνης είναι αυτό που με αναζωογονεί. Η τέχνη για την κοινωνία των ανθρώπων. Αυτά τα ενδιαφέροντά μου ήταν που με οδήγησαν κατά κάποιο τρόπο να ασχοληθώ περαιτέρω με το κομμάτι των εκδόσεων και να συντονίζω αυτές τις δράσεις, αν και στην ομάδα μας δεν υπάρχει αρχηγός στο πηδάλιο. Κωπηλατούμε ομαδικώς.

Χ.Λ.: Και  ποιο είναι το όραμά σας;

Κ.Β.: Να μπορώ τόσο σε προσωπικό επίπεδο όσο και μέσω του οργανισμού μας να ενισχύσω αυτό που ονομάζεται «συλλογική διάσταση». Ο προφορικός λόγος να μεταδίδεται, κάτι που μας οδήγησε και στη δημιουργία του Φεστιβάλ Παραμυθιού και στη λειτουργία παραρτήματος της Σχολής Αφηγηματικής Τέχνης της Αθήνας στη Λεμεσό σε συνεργασία με το Κέντρο Μελέτης και Διάδοσης Μύθων και Παραμυθιών, τα βιβλία να διαβάζονται, προς τούτο προσεγγίζουμε με πολυδιάστατο τρόπο το θέμα της φιλαναγνωσίας και υλοποιούμε σχετικά προγράμματα, οι συγγραφείς να διαβάζονται και να ακούγονται, για αυτό και μια σημαντική δραστηριότητά μας είναι οι βιβλιοπαρουσιάσεις, οι συζητήσεις με συγγραφείς, σχετικές διαλέξεις και άλλα, τα παιδιά να ασχολούνται με την τέχνη και τα βιβλία. Πάρα πολλές δραστηριότητές μας απευθύνονται στα παιδιά με μια προσέγγιση που συνδυάζει την επιστημονικότητα αλλά και την πρόθεσή μας να τους εμφυσήσουμε το πάθος για τη ζωή και την τέχνη, η κοινωνία μας δε χρειάζεται άλλους αδιάφορους και απαθείς ανθρώπους. Το σύνθημά μας άλλωστε είναι: Μοιραστείτε το πάθος σας για τις τέχνες!

Χ.Λ.: Τι είδους εκδόσεις σας ενδιαφέρουν και υποστηρίζετε;

Κ.Β.: Ξεκινήσαμε με δύο ποιητικά έργα της Στέλλας Βοσκαρίδου-Οικονόμου, το «Αναγέλαστα» στην κυπριακή διάλεκτο και το «Φόβ, υπογλώσσιο νυχτερινό», που απέσπασαν πολύ καλά σχόλια. Έπονται μια βιογραφία, διηγήματα, παραμύθια και ένα μυθιστόρημα. Καθώς είμαστε στην αρχή της εκδοτικής μας πορείας η ταυτότητά μας προκύπτει κυρίως από τη δράση του οργανισμού. Μας ενδιαφέρει λοιπόν να εκδώσουμε τόσο λογοτεχνικά έργα όσο και δοκίμια σχετικά με τη λαογραφία, την ιστορία, τα παραμύθια και τις εικαστικές τέχνες που είναι το αντικείμενο με το οποίο καταπιανόμαστε.

Χ.Λ.: Και ποια είναι η διαδικασία για την έκδοση ενός βιβλίου; Κατ’ αρχάς, συμμετέχουν οι συγγραφείς στο κόστος της έκδοσης;

Κ.Β.: Δεχόμαστε προτάσεις προς αξιολόγηση. Μια επιτροπή αναλαμβάνει το ρόλο αυτό και προχωρούμε αναλόγως. Επιλέγουμε τους συνεργάτες μας ώστε να έχουμε ένα αισθητικά υψηλό αποτέλεσμα. Το μέγεθος του οργανισμού δεν επιτρέπει προς το παρόν την εξολοκλήρου ανάληψη του κόστους. Προσπαθούμε όμως, καθώς διατηρούμε τον μη κερδοσκοπικό χαρακτήρα μας, η συμμετοχή του συγγραφέα να είναι η χαμηλότερη δυνατή.

Χ.Λ.: Πώς είναι το εκδοτικό τοπίο στην Κύπρο; Υπάρχουν πολλοί εκδοτικοί οίκοι και τι μεγέθους;

Κ.Β.: Δεν υπάρχουν μεγάλοι εκδοτικοί οίκοι στην Κύπρο. Υπάρχουν όμως αξιόλογοι που πρέπει κανείς να τους αναζητήσει καθώς το τοπίο στην Κύπρο δεν ευνοεί δυστυχώς την ενασχόληση με τις τέχνες και τα γράμματα.

Χ.Λ.: Πιστεύετε ότι οι εκδοτικοί οίκοι έχουν μέλλον στην Κύπρο;

Κ.Β.: Πιστεύω ότι το βιβλίο θα αποτελεί πάντα τη σημαντικότερη πηγή γνώσης. Διαισθάνομαι ότι το ηλεκτρονικό βιβλίο ως ανάγνωσμα αντικαθιστά την περιήγηση στο διαδίκτυο στους χρήστες των ηλεκτρονικών μέσων με μια ίσως πιο στοχευμένη ανάγνωση αντί της κατακερματισμένης συλλογής πληροφοριών και αυτό δεν είναι καθόλου κακό, δεν αντικαθιστά όμως τη σχέση με το βιβλίο. Πιστεύω εξάλλου ότι το βιβλίο ως αντικείμενο, πέραν του περιεχομένου, του είναι και το ίδιο ένα έργο τέχνης. Αυτό ήταν ένα μάθημα που πήρα από τον κόσμο του πλουμιστού ψωμιού και της παράδοσής μας. Αν το ψωμί που είναι αναλώσιμο οι γυναίκες πάσχιζαν να το κεντήσουν, ή τα μουσικά όργανα οι οργανοποιοί δεν τα αντιμετώπιζαν ως χρηστικά αντικείμενα μόνο αλλά τα κοσμούσαν περίτεχνα, σκεφτείτε πόσο μάλλον το βιβλίο που είναι το θησαυροφυλάκιο της γνώσης. Για το λόγο αυτό μας ενδιαφέρει να προσφέρουμε επιμελημένες και καλαίσθητες εκδόσεις. Οι εκδοτικοί οίκοι στην Κύπρο θα μπορούσαν να έχουν μέλλον αν καταφέρουν με ποιοτικές εκδόσεις να διεκδικήσουν μια θέση δίπλα στους υπόλοιπους εκδότες του ελληνικού χώρου και να απευθυνθούν στο σύνολο του κοινού. Περαιτέρω θα έλεγα ότι έχουμε και χρέος να στηρίξουμε την ντόπια συγγραφική παραγωγή και να διασώσουμε τις ιδιαιτερότητές μας για να αναδείξουμε την ιστορία του τόπου μας.

Χ.Λ.: Έχετε πρόσβαση στα κεντρικά βιβλιοπωλεία της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης; Σας ενδιαφέρει να έχετε;

Κ.Β.: Επιδιώξαμε την πρόσβαση στα βιβλιοπωλεία της Αθήνας σε πρώτη φάση και βεβαίως μας ενδιαφέρει να επιτευχθεί αυτό σε σημαντικότερο βαθμό για το λόγο που προανέφερα. Το κυπριακό βιβλίο μπορεί να διεκδικήσει μια θέση ανάμεσα στα υπόλοιπα ελληνικά βιβλία.

Χ.Λ.: Πώς βλέπετε τη λογοτεχνική παραγωγή στην Κύπρο σε σχέση με την αντίστοιχη στην Ελλάδα; Για την Ελλάδα θα σας πω ότι μόνο το 2014 κατατέθηκαν στην Εθνική Βιβλιοθήκη 1.000 νέοι τίτλοι ποιητικών βιβλίων μόνο και αυτό υπό συνθήκες κρίσης! Η λογοτεχνία στην Κύπρο παράγεται σε αντίστοιχους αριθμούς;

Κ.Β.: Εξ όσων γνωρίζω υπάρχει αξιοσημείωτος αριθμός εκδόσεων και στην Κύπρο αν λάβει κανείς υπόψη το μέγεθος αλλά και το μέγεθος του αναγνωστικού κοινού που δεν είναι μεγάλο και αυτό αφήνει το βιβλίο έρμαιο στην αμφιβολία αν θα αναζητηθεί τελικά από τον αναγνώστη ώστε να καταξιωθεί στην  συνείδησή του. Είμαι όμως αισιόδοξη ότι μια καινούρια κοινωνία ανατέλλει που θα έχει μια πιο συνειδητή στάση απέναντι στα πράγματα και αυτό θα εξυψώσει και το βιβλίο και την ανάγνωση.

Χ.Λ.: Πιστεύετε ότι η κυπριακή λογοτεχνία είναι ενεργό κομμάτι της ελληνικής λογοτεχνίας ή ότι είναι αυτόνομη;

Κ.Β.: Η κυπριακή λογοτεχνία είναι σαφώς κομμάτι της ελληνικής. Οι πλείστοι Κύπριοι συγγραφείς εκδίδονταν στην Αθήνα. Δε θα μπορούσε να είναι διαφορετικά λαμβάνοντας υπόψη το θέμα της γλώσσας αλλά και κατ’ επέκταση του πολιτισμού. Υπάρχουν οι ιδιαιτερότητες του νησιού που ο τεχνίτης του λόγου πρέπει να κατορθώσει να τις εντάξει στο έργο του με τρόπο που θα κεντρίσει το ενδιαφέρον κάθε αναγνώστη, όπως ο συγγραφέας από τη Θεσσαλονίκη π.χ. μου τραβάει το ενδιαφέρον εδώ στη Λεμεσό να τον «επισκεφτώ», και υπάρχουν τα θέματα της διαλέκτου που ο συγγραφέας καλείται να διασώσει στην αυθεντική της μορφή ως πλούτο του τόπου μας. Από κει και πέρα υπάρχει και η παγκόσμια λογοτεχνία στην οποία το κάθε έργο εντάσσεται και αλίμονο αν ο κάθε συγγραφέας δεν επιθυμεί να έχει το έργο του μια παγκοσμιότητα και έναν πανανθρώπινο χαρακτήρα ακόμα και αν αυτός εκπηγάζει από τις πιο μικρές και ταπεινές ριζούλες.


Χ.Λ.: Σας ευχαριστώ πολύ για τον χρόνο σας!


Πέμπτη, 24 Μαρτίου 2016

Λύντια Στεφάνου – ποιήτρια, μεταφράστρια, δοκιμιογράφος (1927-2013)

Η Λύντια Στεφάνου, το γένος Γεωργούλη, γεννήθηκε στην Αθήνα από οικογένεια πολιτικών (ο πατέρας της, αντιστράτηγος Σπυρίδων Γεωργούλης, είχε χρηματίσει βουλευτής και κατά διαστήματα υπουργός, και από την πλευρά της μητέρας της είχε στενή συγγένεια με τον Γεώργιο Παπανδρέου). Ανιψιά του φιλολόγου και ιστορικού της φιλοσοφίας Κωνσταντίνου Γεωργούλη, απολάμβανε τα πλεονεκτήματα της μεγάλης βιβλιοθήκης του και στα δώδεκά της είχε διαβάσει ήδη το Συμπόσιο του Πλάτωνα. (…) [εκτός από γαλλικά και αγγλικά] γνώριζε επίσης σε ικανοποιητικό βαθμό ισπανικά, ιταλικά, βουλγαρικά και γερμανικά. Σπούδασε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και έκανε ελεύθερες σπουδές στις Ανθρωπιστικές Επιστήμες (Φιλοσοφία, Ψυχολοαγία, Νεότερη Γλωσσολογία). Σύζυγος του διπλωμάτη και λογίου Αλέξη Στεφάνου.

(…) Δημοσίευσε για πρώτη φορά ποιήματά της σε ηλικία 17 ετών, στην Κατοχή, στο περιοδικό Νεανική φωνή (αρ. φ. 5, Μάρτιος 1944) με το πατρικό της επώνυμο και στη συνέχεια στα πρωτοποριακά για την εποχή τους περιοδικά Παλμός (1944), Αιγαίο (1945) και Στάχυς (1950), στην ιδρυτική ομάδα των οποίων ανήκε. Ήταν επίσης μέλος, μαζί με το σύζυγό της, της εκδοτικής ομάδας του περιοδικού Τετράδιο. Συνεργάστηκε ακόμα με πολλά άλλα περιοδικά: Γράμματα και Τέχνες, Εποχές, Ζυγός, Καινούρια Εποχή, Τομές, Νέα Ελληνικά, Πολιορκία, Νέα Εστία, Τομές, Συμπόσιο, κ.ά.

Σε αντίθεση με την πρώιμη εμφάνισή της στα γράμματα, μεσολάβησαν 14 χρόνια ως την έκδοση της πρώτης συλλογής της, Ποιήματα, το 1958, την οποία ακολούθησαν άλλες 4 μόλις, σε διάστημα 45 χρόνων: Τοπία από την καταγωγή και την περιπλάνηση του Υκ (1965), Έξι επεισόδια από τον Κύκλο των τεράτων (1971), Τα Μεγάφωνα (1973) και Οι λέξεις και τα πράγματα (1983).

(…) Συμμετείχε με εισηγήσεις για την ποίηση σε πολλά συνέδρια εντός και εκτός Ελλάδος, στο Στρασβούργο, τη Νέα Υόρκη, την Ουαλία, την Πάτρα, την Αθήνα, τη Θεσσαλονίκη κ.α.

(…) Χαρακτηριστικά της ποίησης της Στεφάνου είναι ο πλούσιος λυρισμός, η ευρηματικότητα και η πρωτοτυπία των εικόνων που συνθέτουν ένα ιδιαίτερο γλωσσικό ιδίωμα απ’ τη μια, κι από την άλλη η αναζήτηση της πνευματικής υπόστασης της ζωής και του κόσμου.

Ξένη Σκαρτσή

Ποιήματα της Λύντιας Στεφάνου:


Μονόλογος και χορικά για μια νύχτα του Μάη (απόσπ.)

Ένα κορίτσι που δεν ήξερα
Ξαπλώθηκε στη μέση του δημόσιου δρόμου.
Δεν είχε πρόσωπο καθώς τ’ αγάλματα τη νύχτα
Που αναπνέουν με τις ρίζες
-Έτσι όλα τη νύχτα-
Κι όσοι διασκέδαζαν με χαρταετούς στο λόφο
Δένουν τους σπάγγους στις πέργολες και κατεβαίνουν
Ως τη θάλασσα
Κι ακούς τα καΐκια που βάφουν το νερό
Το τρίξιμο του ξύλου
Τις λυγαριές τα τριζόνια…
Το κορίτσι σαν φτιαγμένο από σύρμα, θύμιζε
Τραίνα που κατεβαίνουνε τους καταρράχτες.
Μια ωραία κιθάρα
Οι χορδές τεντωμένες
Πάνω στον κοίλο ορίζοντα καθώς τον βλέπουν τα σκουλήκια
Μάτι
Μιας επιφάνειας γυαλιστερής πιο πράσινης από μήλο\
To κορίτσι δάγκωνε την άσφαλτο κ’ εξαφανίστη
Μέσ’ στη γης.


Τοπία από την καταγωγή και την περιπλάνηση του Υκ (1965)

Η καταγωγή

VII
Ίσως να τον αναγνωρίσουν εκείνοι που μεγάλωσαν
Πλάι στα νεκροταφεία των τραίνων.

Σαν πέσει η νύχτα κατεβαίνουν και κουρνιάζουν
Οι κραυγές όλων των σαρκοφάγων πτηνών.
Χωρίς φανάρια
Μεγάλες πόλεις αδιαπέραστες στο κλάμα
Ξυπόλητες, ξεσκέπαστες,
Πλαγιασμένες στο τσιμέντο
Αφιερωμένες στη συφορά.
Παιδιά με τα οικοδομικά τετράγωνα σκαμένα στην παλάμη
Δίχως άλλη προσευχή.
Κήποι φραγμένοι με συρματοπλέγματα
Αδιάβατοι καθώς το αγέννητο τραγούδι
Σαν την πηχτήν ομίχλη πικροί.

Στο γειτονικό φαρμακείο
Που μυρίζει σάρκα ύστερα απ’ τον φόνο
Φέραν τη μάνα μου. Την επόμενη μέρα
Την πήγαν γι’ αλλού
Πέρα απ’ τα τραίνα.


Οι λέξεις και τα πράγματα (1983)

Μνήμη

ΙΙΙ
Aς ήταν άλλο να μην ξημερώσει μέσα μου
Κείνη η θανατερή ακτή
Μ’ αυτούς που πιθηκίζουνε τον άνθρωπο
Που καταστρέφουν τα παιδιά
Μ’ όλα τα σύνεργα της φρίκης, το φαρμάκι
Για να παγώνουν το αίμα
Τρυπώντας δέρμα ρόδινο και λείο.
Τι να κοιτάξω στα νησιά; Γεμάτα εγκλήματα.
Πόσα παιδιά χαμένα; Δε φοβάστε;



ΥΓ. Το κείμενο είναι απόσπασμα από το ομότιτλο άρθρο που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Μανδραγόρας, τεύχος 53, Δεκέμβριος 2015. Τα ποιήματα προέρχονται από το ίδιο άρθρο. Ανθολόγιο δημοσιευμένων ποιημάτων υπάρχει και στην ηλεκτρονική διεύθυνση του Μανδραγόρα, εδώ.

Τετάρτη, 23 Μαρτίου 2016

"Για την Ιθάκη" της Δάφνης-Μαρίας Γκυ



Στα 41 ποιήματα που απαρτίζουν την συλλογή της Δάφνης-Μαρίας Γκυ, οι επιρροές είναι πολλές, με τα διαβάσματα και την επικαιρότητα να γίνονται οι πυλώνες της έμπνευσης και της δημιουργίας. Δεν υπάρχει εμφανής θεματολογική συνοχή, τα κείμενα είναι αυτόνομα, σαν εκφάνσεις μιας πραγματικότητας τόσο πολύμορφης που μόνο με αυτή την αποσπασματικότητα μπορεί να αποδοθεί.

Δύσκολα θα έβρισκε κανείς αμιγή ρεαλιστικά στοιχεία στους στίχους της Δάφνης-Μαρίας Γκυ, πράγμα παράδοξο ίσως, δεδομένου ότι οι δεσμοί τους με την επικαιρότητα είναι υπαρκτοί και μάλλον ισχυροί. Ο αναγνώστης βρίσκεται περισσότερο μπροστά σε φευγαλέες εικόνες και αναπαραστάσεις ρεαλιστικών συνθηκών παρά σε μια ακριβή εικόνα καταστάσεων, χωρίς αυτό να έχει κάτι το επιλήψιμο βέβαια. Η γοητεία του ξεχωριστού «φωτισμού» στα πρόσωπα των ανθρώπων είναι μια από τις αρετές της συγκεκριμένης συλλογής. 

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η δημιουργός επιλέγει ωραίες λέξεις σε γοητευτικούς λεξιλογικούς συνδυασμούς, όμως αισθάνομαι ότι πολύ συχνά πρόκειται για λέξεις χωρίς μνήμη: αφήνουν μια γεύση κενού στο στόμα. Η επικοινωνία της πάντως με τον αναγνώστη μου φαίνεται καλά εδραιωμένη, και σ’ αυτό συμβάλλει το γεγονός ότι η σφραγίδα της επικαιρότητας στα ποιήματά της λειτουργεί μόνο ως αφετηρία και ως έμπνευση, για να αφήσει τον απαραίτητο χώρο στον αναγνώστη να καλύψει τα κενά με τις δικές του σκέψεις. Σε μια ουδόλως ερωτική ποίηση, οι σχέσεις ανάμεσα στους ανθρώπους περιορίζονται στην σχέση της ποιήτριας με τον εαυτό της. Οι σκέψεις της απέναντι στα πράγματα, στα γεγονότα, και γενικότερα στα ερεθίσματα του περιβάλλοντος είναι η σπονδυλική στήλη της συλλογής και ταυτόχρονα ένα στοιχείο εσωστρέφειας και απομόνωσης: κατά ένα τρόπο, είναι σαν να καθρεφτίζεται στις λέξεις. 

Η πρωτοτυπία που τελικά λείπει και η έλλειψη ειδικού βάρους στις έννοιες και στα συναισθήματα, είναι τα αρνητικά σημεία που κατά τη γνώμη μου στερούν από αυτή τη συλλογή τη δυνατότητα να προχωρήσει τα πράγματα ένα βήμα παραπέρα. Παρόλα αυτά, επειδή η σοβαρότητα προσέγγισης είναι ένα στοιχείο που δεν θα αμφισβητήσω, μόλις η πεπατημένη πάψει να είναι μονόδρομος, μπορεί να δούμε ενδιαφέροντα πράγματα. 

Πόθος[1]

Πώς γυρνά ο χρόνος
ο κύκλος των ματιών που κλείνουν στη χάση της μέρας
το φέγγος της ίριδας που βασιλεύει
πάνω απ’ το μαξιλάρι μου ανάμεσα στ’ άστρα
με την περιπλανώμενη λάμψη μέσα στη χρυσή άλω τους
για να με βυθίσει ξανά στα όνειρα

Να χαθώ μέσα στο διάστημα
μέσα στην ταχύτητα του φωτός
κουτρουβαλώντας χωρίς αρχή και τέλος
πέρ’ απ’ τα τείχη με τα γκρεμισμένα σπίτια στα σπλάχνα
να πλάσω τον κόσμο
μέσα στα όνειρα ξανά


Κρις Λιβανίου


[1] Σελ. 13

Τρίτη, 22 Μαρτίου 2016

Τέχνη, κριτική και ΜΑΓΥΑ στο διαδίκτυο

«Η ομορφιά είναι επιφανειακή αλλά η ασχήμια έχει βάθος» 
(Νεοελληνικό ευφυολόγημα)

«Ίσως υπάρχουν γυναίκες που υποπτεύονται ότι δεν είναι ωραίαι, 
αλλά δεν υπάρχει ποιητής, που να μην έχει τη βεβαιότητα ότι είναι μεγάλος» 
(Ξενόπουλος Γρηγόριος)



Όταν είμαστε μωρά ή πολύ μικρά παιδιά, υπάρχουν τα αυθόρμητα «μ’ αρέσει» (περνάω καλά και γελάω) και τα «δεν μ’ αρέσει» (περνάω χάλια και κλαίω). Χωρίς ιδιαίτερη λογική επεξεργασία. Όσο μεγαλώνουμε καταλήγουμε στο «μ’ αρέσει» και το «δεν μ’ αρέσει» με περισσότερους δισταγμούς, περισσότερη σκέψη και λόγια, λιγότερα γέλια και λιγότερα κλάματα. Ξεκινάω επομένως με μια αυθαίρετη παραδοχή:
Όλες και όλοι είμαστε κριτές και κριτικοί.

Γεννιόμαστε κριτές και κριτικοί. Ερασιτέχνες οι περισσότερες και οι περισσότεροι.

Όπως είμαστε ερασιτέχνες σε όλες σχεδόν τις κοινωνικές μας ιδιότητες. Αν ήξερα κάποια επαγγελματία «νονά», διπλωματούχα «θεία» ή διδάκτορα «παππού», που να έχουν κάνει ειδικές σπουδές, να έχουν διδακτορικό και άδεια ασκήσεως επαγγέλματος γι’ αυτές τις ιδιότητες, θα φρόντιζα να τους πασάρω όσα βαφτιστήρια, ανίψια και εγγόνια ξέρω που τους έλαχε προβληματική νονά, άχρηστος θείος ή δυσλειτουργικός παππούς.

Στην καθημερινή μας όμως ζωή είμαστε σχεδόν όλες και όλοι αυθεντίες της κριτικής. Ακόμα κι όταν το μόνο επιχείρημα που έχουμε για να στηρίξουμε μια θέση αρέσκειας ή απαρέσκειας είναι φράσεις όπως «Μα, είναι τόσο ωραίο!» ή ―αντίστροφα― κάτι σαν «Μα δεν το βλέπεις πόσο χάλια είναι!». Και κάπου εκεί, τις πιο πολλές φορές, εξαντλείται η αυτονόητη και βαθιά ατεκμηρίωτη κρίση μας και κριτική μας.

Ο λόγος που ξεκίνησα να γράφω αυτό το κείμενο είναι η συνειδητοποίηση της άγνοιάς μου για το πώς θα μπορούσα να τεκμηριώσω αντικειμενικά, λογικά, ηθικά και (αν είναι ποτέ δυνατόν!) σχεδόν μαθηματικά τα ακραία υποκειμενικά μου κριτήρια περί του ωραίου και του ηθικού στις αισθητικές μου κρίσεις, αποφάσεις και κριτικές.

Έχω γράψει αρκετές φορές για το πόσο μου αρέσει ένα έργο τέχνης και έχω πολλές φορές προσπαθήσει να στηρίξω με αντικειμενικό τρόπο την κριτική μου για διάφορα πράγματα. Και πάντα ―εκ των υστέρων― ξέρω ότι η κρίση μου παραμένει υποκειμενική και με τα ίδια μου τα λόγια θα μπορούσε κάποιος άλλος να στηρίξει την απέχθειά του για κάτι που εμένα με έχει ενθουσιάσει. Κάτι σαν τον πατσά ή τον παστουρμά ένα πράμα. Που ή σ’ αρέσει ή δεν σ’ αρέσει.

Ό,τι βλέπουμε, ακούμε, γευόμαστε, αγγίζουμε, μυρίζουμε, νιώθουμε και καταναλώνουμε, το κρίνουμε. Ιδέες, θεωρίες, έργα τέχνης, τεχνολογίας και χειροτεχνίας, καταναλωτικά προϊόντα, τροφές, ποτά, σώματα, πρόσωπα, λόγια, σχέσεις, τοπία, φύση… Ακόμα κι ένα βρέφος, κρίνει και αποφασίζει πολύ γρήγορα αν θα βάλει τα κλάματα σε μια τροφή ή αγκαλιά που δεν του αρέσει.

Αυτο ισχύει και στον πραγματικό κόσμο, αλλά πολύ περισσότερο στον εικονικό διαδικτυακό κόσμο, όλα, όλες και όλοι αποτελούν αντικείμενα της κρίσης και της κριτικής μας. Πόσες, πόσοι από εμάς θα σηκωθούμε από τη θέση μας και θα πάμε να κολλήσουμε ένα «λάικ» στο μέτωπο, στο στήθος ή στον πισινό έτσι και δούμε ένα ωραίο πρόσωπο ή σώμα στο μετρό, στο τρόλει, στο λεωφορείο ή στον δρόμο; Πόσες και πόσοι θα απλώσουμε ένα τεράστιο μπάνερ με γελαστοφατσούλες ή υψωμένους αντίχειρες σ’ ένα πραγματικό ηλιοβασίλεμα;

Τα κρίνουμε, αλλά οι κρίσεις μας μένουν μέσα στη σκέψη μας. Το πολύ πολύ να τις μοιραστούμε με την παρέα μας ή το ταίρι μας. Στο διαδίκτυο όμως… Α! Εκεί να δεις αυτοκόλλητα και φωνακλάδικες σκέψεις!

Οι περισσότερες και οι περισσότεροι αρκούνται σ’ ένα λάικ ή σε κάποια συναισθηματεικονοφατσούλα. Αυτό το κάνω κι εγώ. Αλλά υπάρχουν και τα «Αριστούργημα!», τα «Κούκλα/κούκλος είσαι!» ή «O.M.G. [Oh My God!=Ω, Θεέ μου]» και μερικά ακόμα πιο τιτανοπελωριοτεράστια κοσμητικά που αποτελούν κομμάτια του λεξιλογίου των μέσων κοινωνικής δικτύωσης.

Υπάρχουν όμως και οι «μετρ» του είδους ―κι εγώ δεν βγάζω έξω την ουρά μου― που προσπαθούν να στηρίξουν ή να δικαιώσουν την κρίση τους και την κριτική τους με κάποιες θεωρητικές τοποθετήσεις που, κατά τη γνώμη τους, μπορούν να μετατρέψουν το υποκειμενικό «μ’ αρέσει» (πολύ πιο αστήριχτο κι αυθαίρετο από το «γουστάρω» της πρέφας) σ’ ένα αντικειμενικό και διαχρονικό «Καλό κ’ αγαθό» ή (ακόμα χειρότερα) σ΄ένα αδιαμφισβήτητο «Αριστούργημα!».

Λες και είναι ποτέ δυνατόν να αποφανθούμε με βεβαιότητα για το πόσων καρατίων είναι ένα ποίημα, ένα σώμα, ένα πρόσωπο, ένας πίνακας ζωγραφικής ή ένα μουσικό έργο, όπως θα κάναμε για έναν πολύτιμο λίθο.

Εγώ τουλάχιστον ξέρω ότι δεν μπορώ να το κάνω αυτό.Αλλά ούτε και θέλω. Κι όταν δεν θέλω να κάνω κάτι, σπάνια το μπορώ. Το μόνο που θέλω ―κι ακόμα μπορώ να κάνω― είναι να βλέπω πολύ, να ακούω πολύ, να γεύομαι, να οσφραίνομαι, να αγγίζω, να αγαπάω, να επικοινωνώ με ανθρώπους που μου αρέσουν, να διαβάζω πολύ και να αναστοχάζομαι αυτά που διαβάζω, στοχάζομαι και γράφω. Θέλω επίσης να γράφω όσο μπορώ περισσότερο και να μπορώ να γράφω όσο καλύτερα γίνεται με βάση τις μέχρι τώρα γνώσεις μου περί του (υποκειμενικά, πάντοτε) αρίστου. Που σημαίνει να βάζω ολοένα πιο ψηλά τον δικό μου πήχυ κι ας μην έχω ποτέ μου ασχοληθεί με άλματα εκτός απ’ αυτά της σκέψης και του ονείρου.

Ας με συγχωρέσουν όσες και όσοι γράφουν τον πήχυ με ήτα στο τέλος καθώς το ύψιλον του δικού μου πήχυ με βοηθάει να μετράω ιστορικά το μπόι μου με μέτρο το χέρι μου από τον αγκώνα μέχρι τον καρπό μου, που ανθεκτικά στηρίζει και ακολουθεί τις άκρες των δαχτύλων μου αυτή τη στιγμή που πληκτρολογούν ένα κείμενο που είναι μια απολογία και μια ομολογία.

Ομολογώ ότι αδυνατώ να χρησιμοποιήσω για τις υποκειμενικές κρίσεις και κριτικές μου ένα διαχρονικό και οικουμενικό σύστημα μέτρων και σταθμών που θα μπορούσε να μετρήσει και να αξιολογήσει οποιοδήποτε αγαθό που έχει να κάνει με αισθητική, τέχνη, δίκαιο και ηθική.

Είμαι καταναλωτής κάθε είδους τέχνης και απολογούμαι για το ότι είμαι κι ένας άγριος κι ανήθικος καταναλωτής της φύσης. Μπορεί κάποιες φορές να ντρέπομαι γι’ αυτό και για το ότι δεν αλλάζω ζωή εξακολουθώντας να χρησιμοποιώ βενζινοκίνητα αυτοκίνητα, καταναλώνοντας ζωικές πρωτεΐνες, φορώντας δερμάτινα παπούτσια, τρώγοντας προϊόντα που περιέχουν φοινικέλαιο από φυτείες που έχουν εκτοπίσει και καταστρέψει παρθένα δάση και χρησιμοποιώντας πολλά άλλα πράγματα εχθρικά προς άλλα είδη και τον πλανήτη. Αλλά δεν θα το αναλύσω περισσότερο γιατί άλλος είναι ο σκοπός μου στο κείμενο αυτό.

Το σώμα μου (και με τη λέξη «σώμα» ορίζω όλες τις βιολογικές, μορφολογικές και νοητικές μου ιδιότητες, δεξιότητες, δυνατότητες και ικανότητες) είναι ο δέκτης για όλες τις εκπομπές άλλων σωμάτων και του κόσμου που με περιβάλλει και που είμαι σε θέση να ανιχνεύω ακόμα και αν δεν τις κατανοώ ή δεν τις αντιλαμβάνομαι όλες και πλήρως.

Έτσι κι αλλιώς, συμμετέχω εκ γενετής σε μια πληθώρα δικτύων που κι αν δεν μπορώ να τα κατανοήσω ή να τα ορίσω όλα, με ορίζουν αυτά. Για το αν με κατανοούν έχω μεγάλη αμφιβολία αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία. Κι αν η λέξη δίκτυα δεν είναι πάντα η πιο σωστή λέξη για τα πολλά υπερσύνολα, στα οποία ανήκω ως υποσύνολο, τη χρησιμοποιώ επειδή απ’ την αρχή αναφέρθηκα στο διαδίκτυο.

Χρησιμοποιώ και καταναλώνω τροφές, φαγητά, ποτά και ουσίες που μου προσφέρουν χαρά και ικανοποίηση των ζωτικών μου αναγκών αλλά πολλές φορές και κάποιων όχι και τόσο ζωτικών αναγκών όπως είναι η αισθητικές, λογικές, ηθικές και άλλες πηγές χαράς που μου προσφέρουν κάτι που είναι δύσκολο να το ορίσω. Επειδή ακριβώς μου είναι δύσκολο να ορίσω πότε και πώς αντλώ απόλαυση από κάτι τόσο απροσδιόριστο που μόνο με τη μαγεία και τα μάγια είναι συγκρίσιμο, θα ορίσω σαν ΜΑΓΥΑ* και τη μονάδα μέτρησης της απόλαυσης που μου προσφέρει κάτι που μου αρέσει και καλύπτει τις αισθητικές μου απαιτήσεις.

Πώς όμως διαμορφώθηκαν αυτές οι αισθητικές (αλλά και ηθικές και λογικές) απαιτήσεις μου; Προφανώς μέσω της κατανάλωσης προϊόντων τέχνης αλλά και σωμάτων.

Δεν είμαι μόνο καταναλωτής και χρήστης έργων τέχνης, προσώπων και σωμάτων με την αγοραία έννοια των όρων. Έχω πολλές φορές αναστοχαστεί τα όρια ανάμεσα στο «πνευματικό» και το «υλικό» αγαθό χωρίς να έχω ακόμα ξεκαθαρίσει μέσα μου τι είναι αυτό που διαφοροποιεί την ικανοποίηση της πείνας και της δίψας μου, μέσω τροφής και ποτών, από την ικανοποίηση που μου δίνει ένα χάδι, ένα φιλί, μια γλυκιά κουβέντα ή ένα, κατά την κρίση μου, όμορφο και ωραίο ποίημα. Μου είναι επίσης δύσκολο να διαχωρίσω αυτά που καλύπτουν ζωτικές μου ανάγκες από εκείνα που δίνουν χαρά στη ζωή μου, χωρίς να αγνοώ ότι η έλλειψή των δεύτερων αποκλείεται να με οδηγήσει στον θάνατο τόσο σύντομα όσο η έλλειψη αέρα, τροφής και νερού.

Πιστεύω ότι οι άνθρωποι προτιμούν να ζουν εντέχνως κι όχι μόνο να επιβιώνουν, ως άτομα ή ως είδος. Όποιος θεωρεί την τέχνη, τα γλυκόλογα και το χάδι περιττά πράγματα, ας σκεφτεί σε τι είδους κόλαση θα έχει καταδικαστεί ένα βρέφος που στερήθηκε απολύτως οποιοδήποτε χάδι ή γλυκόλογο· ακόμα κι αν καταφέρει να επιβιώσει μιας άθλιας παιδικής ηλικίας.

Το μόνο που έχω να πω για όλα αυτά είναι ότι πολλές φορές αυτά τα δύο ―τα «ζωτικά» όπως ο αέρας, η τροφή, το νερό, η κατάλληλη θερμοκρασία και η αναπαραγωγή και τα «μη ζωτικά» όπως τα χάδια, η συναισθηματική ασφάλεια, το ερωτικό παιχνίδι και η τέχνη― χορεύουν πιασμένα χέρι χέρι στον χρόνο. Έτσι συμβαίνει στη σκέψη τη δική μου και, απ’ όσο μπορώ να γνωρίζω και να θυμάμαι, στη σκέψη πολλών άλλων ανθρώπων.

Κι όποτε αυτός ο χορός διακόπτεται, πολεμιέται ή καταργείται, τότε έρχεται ο κυριολεκτικός πόλεμος (που για μένα δεν είναι κι ούτε μπορεί να είναι, αλληγορικά ή φιλοσοφικά, «πάντων πατήρ») να μπολιάσει με φόβο και θάνατο μια ζωή που έτσι όπως θα της λείπει η χαρά της αγάπης και η αγάπη της χαράς ―ως στόχος― δεν θα μπορεί να αποβλέπει σ’ ένα μακάριο και ισορροπημένος τέλος/σκοπό αλλά μόνο με τον φόβο και τον θάνατο θα συντροφιάζει όσο θα αναπνέει.

Το τι είναι αυτό που θα μετατρέψει ένα παιδί σε ασυνείδητο ή φανατικό λειτουργό της απανθρωπιάς, της ηθικής αναλγησίας, της αγριότητας και του φόνου δεν μπορώ να το απαντήσω αλλά υποπτεύομαι ότι είναι η απουσία αγάπης, χαδιών, ασφάλειας και τέχνης (ακόμα και με τη μορφή ενός όμορφου νανουρίσματος) την εποχή που διαμορφώνεται ο μικρός άνθρωπος.Δηλαδή στα πρώτα πρώτα χρόνια της ζωής του. Τότε που μυείται στα πολυποίκιλα «μ’ αρέσει» και «δεν μ’ αρέσει», πολλές φορές με οδυνηρό τρόπο. Όλα αυτά δηλαδή που μπορεί να του πάρει μια ζωή να τα αποκωδικοποιήσει, αν το καταφέρει.

Μου αρέσει το έργο τέχνης όταν μου αρέσει.

Μου αρέσει το ανθρώπινο σώμα όταν μου αρέσει κι αυτό.

Αυτή η ταυτολογία είναι το μόνιμο περιεχόμενο κάθε κριτικής που κάνω ―εκ των υστέρων― για οποιοδήποτε έργο τέχνης ή σώμα.

Αλλά είναι και μερικά έργα τέχνης, πρόσωπα και σώματα που μου γυρνάνε τόσο πολύ τα άντερα που αρκετές φορές ασχολούμαι διανοητικά με αυτά περισσότερο από ότι με εκείνα που μου αρέσουν· μέσα σε μια σχεδόν μαζοχιστική και σπάταλη ενασχόληση με κάτι που με αηδιάζει και με θυμώνει μερικές φορές. Το διαδίκτυο μού δίνει αρκετές αφορμές και υλικό για τέτοιου είδους σπατάλη σκέψης, χρόνου και αηδίας παρ’ όλο που είμαι αρκετά γρήγορος στις αισθητικές μου αποφάσεις.

Να το ξαναπώ: τα κριτήριά μου για το τι μου αρέσει και τι μου γυρνάει τ’ άντερα σ’ ένα έργο τέχνης ή σε ένα σώμα είναι απολύτως υποκειμενικά και κάθε απόπειρα εκλογίκευσης ή θεωρητικοποίησης αυτών των κριτηρίων, σκοντάφτει πάνω στον βράχο της επίγνωσης της αδυναμίας μου να αρθρώσω λογικά και αντικειμενικά επιχειρήματα σε οποιαδήποτε κρίση ή κριτική μου για θέματα αισθητικής, ηθικής και δικαίου.

Επειδή όμως αρνούμαι να υποταχθώ στην παντοδυναμία ενός τέτοιου βράχου και επειδή το παιχνίδι με τη ματαιότητα δεν τελειώνει ποτέ, όπως δεν τελειώνει και η αναζήτηση της ικανοποίησης σ’ αυτό που κάνω, θα επιχειρήσω αν όχι να εκλογικεύσω τα κριτήρια της αυθαιρεσίας μου ως προς την κρίση μου, αλλά να τους δώσω όνομα και κάπως να τα περιγράψω. Ακόμα και με περιφραστικές ταυτολογίες, σε μια απόπειρα να λειάνω ―όπως θα έκανε ένα επίμονο κύμα― τον προαναφερθέντα και καθ’ όλα σεβαστό βράχο της επίγνωσης των αδυναμιών μου.

Θα μιλήσω επομένως στη συνέχεια του κειμένου αυτού για τα κριτήρια με τα οποία αποφασίζω αν μου αρέσει ή δεν μου αρέσει ένα έργο τέχνης, ένα σώμα ή πρόσωπο. Με επίγνωση του ότι το πιθανότερο είναι να πω με πολλά λόγια το πολύ απλό «μου αρέσει αυτό που μου αρέσει». Αλλά γιατί μου αρέσει κάτι και γιατί μου γυρνάει τ’ άντερα κάτι άλλο;

Αυτό όμως θα γίνει στο Δεύτερο Μέρος αυτού του κειμένου και επικαλούμαι την υπομονή, την επιμονή σας (αλλά όχι και την επιείκειά σας) εκλεκτές αναγνώστριες και εκλεκτοί αναγνώστες που γνωρίζετε ότι η βιασύνη και η ανυπομονησία ποτέ δεν αποτέλεσαν τις καλύτερες αρετές των φίλων της τέχνης και των σωμάτων.

Άλλωστε, χωρίς αυτές τις αρετές (υπομονή και επιμονή) δεν θα είχατε φτάσει την ανάγνωσή σας μέχρι εδώ και, το πιθανότερο, δεν θα διαλέγατε να διαβάσετε ένα κείμενο με τίτλο «Τέχνη, κριτική και ΜΑΓΥΑ*».

Όσο για το τι σημαίνει η λέξη ΜΑΓΥΑ*, σας υπόσχομαι ότι η απορία σας θα λυθεί στο Β΄ Μέρος.

Μέχρι τότε, το μόνο που μπορώ να σας αποκαλύψω είναι ότι πρόκειται για ένα καινοφανές και χρηστικό αρκτικόλεξο που η σημασία του αποτελεί μονάδα μέτρησης αισθητικών απολαύσεων και, αν δεν σας κάνει κόπο, προσπαθήστε να βρείτε τις λέξεις που είναι τα συστατικά του. Δεν αποκλείεται να καταλήξετε σε μια εκδοχή πολύ πιο ευφάνταστη, χαριτωμένη και ουσιαστική από τη δική μου.

Κωστής Α. Μακρής

(η συνέχεια την επόμενη Τρίτη)