Παρασκευή, 29 Ιανουαρίου 2016

"Πέντε κεράσια στο μωσαϊκό" της Σοφίας Κουκουλά - λόγος και αντίλογος

Ο λόγος: 

(Το κείμενο που ακολουθεί πρωτοδημοσιεύθηκε στο τεύχος 32 του περιοδικού vakxikon.gr)

Τα Πέντε κεράσια στο μωσαϊκό της Σοφίας Κουκουλά είναι η πρώτη εκδοτική προσπάθεια του «Μωβ Σκίουρου» στην ποίηση και μία από τις καλύτερες συλλογές που έχω διαβάσει τελευταία. Η ανάγνωσή της μου προκάλεσε διάφορα παράξενα ερωτήματα, όπως για παράδειγμα, τι συμβαίνει όταν οι ποταμοί δυο ευαισθησιών συμβάλλουν. Τι συμβαίνει, με άλλα λόγια, όταν ένα κορίτσι με θεατρικές σπουδές αποφασίζει να γράψει ποίηση; Η απάντηση είναι: το προφανές. Το ποιητικό αποτέλεσμα αποκτά σκηνοθετικό βάθος, δηλαδή δυνατές εικόνες και κίνηση. Έτσι παρακολουθούμε τον ήλιο να ξαπλώνει αναπαυτικά πάνω στα γεράνια και να παίρνουν τα μπαλκόνια άλλη θέα ή την οργισμένη θάλασσα νύχτα να ξεσπά στους άδειους βράχους ή το ποιητικό υποκείμενο να κάθεται στην ξηλωμένη καρέκλα της κουζίνας και να κοιτά το λευκό ψυγείο.

Λευκό. Μπορεί μια ποιητική συλλογή να έχει χρώμα; Αν ναι, η συλλογή της Σοφίας θα έπρεπε να έχει χρώμα κόκκινο, το χρώμα των πέντε τρομαγμένων κερασιών που μετρά πάνω στο μωσαϊκό της ζωής της. Όμως όχι, η συλλογή έχει χρώμα λευκό που ξεχειλίζει από παντού. Διαβάζουμε για ασπροφορεμένα σ΄αγαπώ, για λευκό χαρτί, για ένα σπίτι, μια γυάλα κι έναν κόσμο, λευκά και τα τρία σαν το χιόνι, για χιλιάδες άσπρα μυστικά που κρύβει το ταβάνι, για το λευκό ψυγείο της ντροπής. Όλα λευκά. Και απαλά, όπως οι εικόνες που υφαίνει η ποίησή της, οι οποίες διατηρούν την απαλότητά τους ακόμη και όταν γίνονται σκληρές. Και τη διατηρούν γιατί ακτινοβολούν γαλήνη, γιατί είναι σαν η Σοφία να γράφει από ένα γαλήνιο σημείο μέσα της, πράγμα που αποβαίνει καθοριστικό για το ύφος των ποιημάτων της. Ίσως φταίει το ότι η ίδια υπήρξε «παιδί, έφηβη και ενήλικη μιας υπέροχης οικογένειας», όπως μας πληροφορεί στο αυτάκι του βιβλίου. Είναι ίσως ο καλύτερος λόγος στον κόσμο να εκφράζεται κανείς με υγεία και πληρότητα. Δεν λείπει, ωστόσο, από τα ποιήματά της το λυρικό στοιχείο που κάποιες φορές μας παραδίδεται απροσχημάτιστα και δεν συμβαδίζει τόσο με την εποχή. Αυτό είναι κάτι που πρέπει να αναφερθεί.

Τα 29 πεζά ποιήματα της συλλογής, τα οποία διαρθρώνονται σε τρία μέρη, πολλές φορές δομούνται από πολύ μικρές περιόδους, συχνά μόλις δύο ή τριών λέξεων, που σχηματίζουν την εντύπωση ότι η ποιήτρια βαδίζει με μικρά, πολύ μικρά βήματα - πάνω στο χιόνι; Ίσως ναι, γιατί το αποτύπωμα που αφήνουν οι προσεκτικά διαλεγμένες λέξεις της είναι ιδιαίτερα βαθύ: «παιδιά με ιδρωμένα όνειρα», «μια υπόσχεση σταυρωμένη στα μαλλιά», «τα όνειρα αργούν πάντα στην ώρα τους». Ή «αντίο που δεν φεύγουν πιο πέρα από το παράθυρο γιατί τα φοράς πάντα στον λαιμό σου», «δάκρυα κουμπωμένα στα ματωμένα μάτια», «κάπου από το παράθυρο γιασεμί που καλοκαίριασε» και τόσα άλλα. Το χιόνι κάποτε θα λιώσει, είναι αναπόφευκτο, και θα χαθούν τα αποτυπώματα και τα ίχνη. Τα ποιήματα της Σοφίας όμως ακόμη και τότε θα εγγυώνται μια όμορφη ανάγνωση.

Χριστίνα Λιναρδάκη


Ο αντίλογος:
Πρώτα διάβασα και προετοίμασα την δική μου κριτική, και μετά διάβασα αυτή που είχε γράψει η Χριστίνα για το Βακχικόν. Για λόγους αντικειμενικότητας θα ήθελα να πιστεύω, αλλά περισσότερο για καθαρά πρακτικούς: τη δική της ματιά ακολουθώ ανερυθρίαστα όταν πρόκειται για ποίηση, την δική της σκέψη παρατηρώ, για να μαθαίνω να διαβάζω καλύτερα αυτό το οποίο εκείνη διαισθάνεται σε δευτερόλεπτα. Όταν πρόκειται για πρόζα, ακολουθώ τα δικά μου μονοπάτια χωρίς κουβέντες.

Για τα Πέντε κεράσια στο μωσαϊκό βρέθηκα με έναν αντίλογο. Κυρίως επειδή οι στίχοι που αναφέρει η Χριστίνα στην κριτική της είναι όντως αυτό που θα λέγαμε ωραίοι, άρτια γραμμένοι και με σωστή ισορροπία ανάμεσα στο συναίσθημα και την τεχνική, όμως... είναι οι μόνοι από το σύνολο της συλλογής. Και δεν θα επικεντρωθώ στην ασάφεια -εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων- που περικλείει ο όρος «πεζά ποιήματα» (που περιγράφει επακριβώς το περιεχόμενο στην προκειμένη περίπτωση), γιατί στο κάτω-κάτω αν η δομή δουλεύει, δεν έχω λόγο να την αμφισβητήσω. Οι αντιρρήσεις μου σχετικά με την συγκεκριμένη συλλογή εστιάζονται κατά κύριο λόγο στην ισχυρή, ισοπεδωτική συχνά παρουσία του εγώ, σαν πρώτο πρόσωπο στο τεχνικό επίπεδο αλλά και σαν στυλιστικό εργαλείο. Κανείς δεν θα περίμενε βέβαια έναν ποιητή αμέτοχο στα τεκταινόμενα της ίδιας του της πένας, αλλά εδώ βλέπουμε το εγώ να διογκώνεται σταδιακά και στο τέλος να γίνεται ο αποκλειστικός μοχλός προσέγγισης του κειμένου (για παράδειγμα: «Εγώ μια λέξη θα σου πω. Δεν είμαι εγώ.», σελ. 51). Δεν είναι μόνο ότι πρόκειται για μια γραφή κλεισμένη στο εαυτό της, είναι συχνά η αίσθηση ότι δεν την αφορά ούτε στο ελάχιστο τι γίνεται εκτός του δικού της περιγράμματος.

Σκηνοθετική ματιά βεβαίως υπάρχει, και είναι πράγματι ένα ενδιαφέρον στοιχείο όχι για την πρωτοτυπία της αλλά επειδή λειτουργεί άριστα στα κείμενα, αλλά μου φαίνεται ότι ακόμα κι αυτό στρέφεται προς την εικόνα, το φαίνεσθαι του τι συμβαίνει στην συλλογή και δεν προσφέρει άλλο από μια αισθητική απόλαυση που δεν υποτιμώ καθόλου αλλά που με αφήνει με μια γεύση κενού.

Μου άρεσε η παρουσία του έρωτα που δρα ως ο καταλύτης που είναι, κυρίως στο ποίημα «πέντε τρομαγμένα κεράσια». Η φρεσκάδα είναι εκεί, και όταν λείπει ο εγωκεντρισμός, αφήνει έναν φρέσκο αέρα να φυσήξει στα κείμενα. Ο ρομαντισμός είναι εκεί επίσης, «Κάπου από το παράθυρο γιασεμί που καλοκαίριασε», ή ακόμα «Τι μένει από την ηχώ μιας κραυγής;» για να τελειώσει «Το λευκό που ξεπερνά την πυγμή κάθε ήχου».

Σε προσωπικό επίπεδο, η συλλογή της Σοφίας Κουκουλά μου γέννησε ερωτήματα σχετικά με την τεχνική πλευρά της ποίησης. Πώς δείχνει, και εννοώ κυριολεκτικά, ένα κείμενο που θεωρείται ή που αυτοανακηρύσσεται ποιητικό; Ποια μορφή περιμένει ο αναγνώστης, και ποια είναι αυτή που θα υποστηρίξει και θα αναδείξει αρτιότερα το περιεχόμενό του; Δεν είμαι σίγουρη τι σημαίνει «πεζά ποιήματα». Είναι ποιητικός λόγος σε ένα πλαίσιο, σε ένα κουτί πρόζας..; Έχει να κάνει με την στίξη, με τα δομικά στοιχεία του στίχου αυτά καθεαυτά ή μήπως με την νοηματική ενότητα, στοιχείο-κλειδί με τον ένα ή τον άλλο τρόπο στην πρόζα; Στα κείμενά της διαγράφεται μια παράδοξη σχέση ανάμεσα στο ποιητικό περιεχόμενο και την φόρμα, και αυτό είναι ένα στοιχείο που αν μη τι άλλο χρίζει ψαξίματος, επιφυλάσσομαι.

Τα Πέντε κεράσια στο μωσαϊκό έχουν ιδιαιτερότητες αξιοσημείωτες, έχουν και πολύ ωραίες στιγμές επίσης. Σαν σύνολο όμως, σαν μια ολοκληρωμένη πρόταση, αισθάνομαι ότι υστερούν τόσο στο να προσεγγίσουν τον αναγνώστη ως ατομικότητα, όσο και στο τεχνικό μέρος λόγω του...μπλεξίματος διαφόρων πραγμάτων που πότε συνυπάρχουν και πότε κοντράρονται.

Κρις Λιβανίου

Τετάρτη, 27 Ιανουαρίου 2016

"Το φαράγγι" της Ιωάννας Καρυστιάνη


Η Ιωάννα Καρυστιάνη έχει διαγράψει πολλά χιλιόμετρα στην πρόζα, έχει αποκτήσει ευρύ και φανατικό κοινό, δεν θα περίμενε λοιπόν κανείς μια δουλειά κατώτερη της μέχρι τώρα παρουσίας της. Προσωπικά δεν ανήκω σ’αυτό το κοινό, δεν έτυχε μάλλον, το μόνο που είχα διαβάσει ήταν μια συλλογή διηγημάτων της χρόνια πριν, δεν μου είχε αφήσει κακή εντύπωση. 

Ήδη από την αρχή, είναι απολύτως φανερό ότι ξέρει τι λέει (η έρευνά της για το βιβλίο είναι εμφανής, παρόλο που όπως είδα αργότερα έχει κρητική καταγωγή και ενδεχομένως προσωπική γνώση), πού πηγαίνει, μέχρι και... τι ώρα θα φτάσει. Με ένα λεξιλόγιο παραπάνω από προσεγμένο αλλά χωρίς υπερβολές, και ενταγμένο σε μια έγκυρη πραγματικότητα με αναφορές σε γεγονότα που θυμόμαστε ακόμα όλοι (την έκρηξη του ηφαιστείου της της Ισλανδίας του 2010 για παράδειγμα), η συγγραφέας δεν τρεκλίζει, ούτε παραπατάει, δεν ρισκάρει βέβαια είναι γεγονός, αλλά είναι ήδη από την αρχή φανερό ότι στο τέλος θα δώσει ένα καλό κείμενο. 

Στο μυθιστόρημα αυτό υπάρχει σασπένς στην σωστή δοσολογία, χτισμένο προσεκτικά καθ’όλη τη διάρκεια της αφήγησης, και όχι με εξάρσεις που θα διαδέχονταν ανιαρά σημεία, και κυρίως όχι εις βάρος της ψυχολογικής βαρύτητας των ηρώων που τελικά εδραιώνεται και βγαίνει αλώβητη από κάθε περιπέτεια. Η πρωτοτυπία στην σύνθεση και στην εκτέλεση είναι μάλλον απούσα, αλλά το σύνολο είναι άρτια δομημένο σε μια στιβαρή κι ανθεκτική πρόζα, οι συνδέσεις του παρελθόντος με το παρόν δεν υστερούν πουθενά και το τελικό αποτέλεσμα τελικά δικαιώνει τις επιλογές της συγγραφέως.

Στο έργο ο αναγνώστης ακολουθεί τρεις πορείες. Η πρώτη είναι η «ρεαλιστική»: εφτά αδέρφια εκπληρώνουν το παλιό τάμα στον πατέρα τους με μια πορεία σε ένα κρητικό φαράγγι. Η δεύτερη είναι η ατομική πορεία που διέγραψε ο καθένας από τους εφτά στην προσωπική του ζωή, εσωτερική και βαθιά, ειλικρινής και καταλυτική. Και η τρίτη, είναι η πορεία που ακολούθησαν μεταξύ τους: πόσο κοντά και πόσο μακριά βρέθηκαν όλα αυτά τα χρόνια, οι συναισθηματικές αλλά και οι γεωγραφικές αποστάσεις, οι αυτοεξορίες, τα μυστικά που οριοθέτησαν τις μεταξύ τους σχέσεις μέσα στο χρόνο. Τον χρόνο που ισοπεδώνεται στο μυαλό τους την στιγμή που φέρνουν κοντά δυο αναμνήσεις, ή που τραβάνε μια από τα παλιά για να την ακουμπήσουν στα τωρινά, για να τα εξημερώσουν και τελικά να τα αποδεχτούν. Η Ιωάννα Καρυστιάνη εμφανίζεται ευαίσθητη στο πέρασμα του χρόνου, σ’αυτά που λέγονται και σε όσα αποσιωπούνται τελικά, και ας κραυγάζουν στην ψυχή των ηρώων. Και οι τρεις είναι πορείες με στροφές, με κρυφούς κινδύνους και μεταμφιεσμένη εξασφάλιση λόγω της σιγουριάς και του κατ’επίφαση προβλέψιμου. Οι εφτά πρωταγωνιστές ήξεραν από πού θα ξεκινούσαν αλλά όχι και πού θα κατέληγαν και κυρίως από ποιους δρόμους, αυτή η ανασφάλεια είναι και η ραχοκοκκαλιά του μυθιστορήματος. 

Η θλίψη, η μοναξιά είναι τελειωμένα πράγματα και δεν αλλάζουν, αυτό μοιάζει να το ξέρει ο καθένας τους. Η όλη πορεία είναι μια πορεία πένθους, ένα μνημόσυνο. Σε πρόσφατους και παλιούς θανάτους, στους πεθαμένους γονείς των εφτά που ήταν και η αφορμή της, στις προσωπικές απώλειες του καθενός ξεχωριστά, επαγγελματικές, ερωτικές και άλλες, στις ανεπάρκειές τους. Στον Μάρκο, τον άντρα της Ευδοκίας που χάθηκε και την άφησε λεία σε έναν απροσμέτρητο πόνο, στον Αποστόλη, τον άντρα της Ινώς που την εγκατέλειψε παίρνοντας μαζί του και την πλασματική της σταθερότητα, στο πέρασμα του χρόνου που τελικά, όπως διαπιστώνει ο καθένας με τον τρόπο του, δεν χαρίζεται σε κανέναν. 

Η συμβολιστική επιτυχία του φαραγγιού έγκειται κατά τη γνώμη μου στο ότι αυτό το μνημόσυνο είναι μια κάθαρση που, στο τέλος της διαδρομής, έχει πετύχει. Ο τελικός συμβολισμός, η κατάληξη της πορείας στο ανακαινισμένο πατρικό της μάνας τους, είναι εκεί για να το αποδείξει. Η συγγραφέας, άρα και οι ήρωες, ξέρει ότι η κάθαρση είναι ένα τόσο δύσκολο πράγμα να επιτευχθεί... είναι μια πορεία γεμάτη κινδύνους που σε περιμένουν στις στροφές, απρόσμενες συναντήσεις με τον εαυτό σου κυρίως, που δεν ξέρει κανείς πού θα καταλήξουν, υπάρχει όμως και ένα θετικό, αν λειτουργήσει, και όταν απελευθερώσει τους δέσμιους, τότε κρατάει για πάντα. Γυρίζουν όλοι σελίδα και ξαναρχίζουν, από το παρελθόν και τις επιλογές που το οριοθέτησαν, επιτέλους απελευθερωμένοι. Συνήθως... γιατί ο Αργύρης ακόμα και στο τέλος του βιβλίου δεν κατόρθωσε να αλλάξει γνώμη. Πώς θα μπορούσε...;
Σ’αυτή την πορεία με φόντο την κρητική φύση σε όλη την ομορφιά και την αγριότητά της, κάποια μυστικά ξεκλειδώνουν, κάποια αποκαλύπτονται θέλοντας και μη, κάποια άλλα όχι. Η Ευδοκία είναι η πιο άρτια δουλεμένη φιγούρα, και ο Αργύρης η πιο τρομακτική: ο μικρότερος αδερφός που ζει με τα ισόβια να τον παίρνουν στο κατόπι σαν λυσσασμένος σκύλος και χωρίς να το μάθει ποτέ κανείς, έχει αποποιηθεί την πιθανότητα της λύτρωσης. Ούτε λύτρωση, ούτε κάθαρση: δεν του αξίζουν, δεν τις αποζητά, δεν τις ελπίζει. Ο Αργύρης και ο αόρατος σταυρός στην πλάτη του είναι ένα από τα πιο ενδιαφέροντα στοιχεία του μυθιστορήματος, επειδή υπάρχει από την αρχή χωρίς λεπτομέρειες και ξετυλίγεται σε όλη του την έκταση στο τέλος. 

Υπάρχει μια έντονη φιλμογραφική διάσταση στο Φαράγγι, οι συχνές «απροειδοποίητες» αναδρομές στο παρελθόν, η ιδιαίτερη προσοχή στην εικόνα ως σκηνικό στοιχείο και οι διάλογοι σε γρήγορη, προφορική γλώσσα που εισβάλλουν στην αφήγηση είναι χαρακτηριστικά μιας «εικονοποιημένης» πρόζας που ουδόλως ζημιώνει το σύνολο. Η φωνή της αφηγήτριας, ίσως η πιο δυνατή από όλες,είναι εκεί για να αποκαλύπτει τα ανομολόγητα και να καλύπτει με σιωπές τα προφανή, για να ρίχνει φως στα μύχια συναισθήματα των ηρώων και να κατευθύνει το βλέμμα του αναγνώστη στην πορεία που η ίδια έχει προαποφασίσει. Επειδή είναι μια πρόζα τόσο σταθερή δομικά που θα άντεχε και στα πιο ισχυρά σκαμπανεβάσματα, ο αναγνώστης μπορεί να ακολουθήσει απρόσκοπτα τους δρόμους που διαφαίνονται στο έργο, να συμπορευτεί με τους ήρωες, απολύτως καθημερινούς και ταυτόχρονα ιδιάζοντες, και να φτάσει στο τέλος εκεί που εξαρχής σκόπευε να τον πάει η συγγραφέας: η περιπέτεια τελείωσε, και οι παλιοί λογαριασμοί κλείστηκαν ερμητικά στη μνήμη. 

Κρις Λιβανίου

Δευτέρα, 25 Ιανουαρίου 2016

Όσα η καρδιά μου στην καταιγίδα - θεατρική παράσταση

Ο Γιώργης - παιδί ακόμη - αγάπησε το Βαγγελιό. Μέσα στα μάτια της έβλεπε την έκφραση της πονετικής ψυχής της. Η στάση της κι η κίνηση, το γέλιο – αχ, το γέλιο – κι η φωνή της, μουσική γλυκιά.

Έρωτας άωρος μαθἐς, το Βαγγελιό είχε γεννηθεί μπορεί και δεκαπέντε χρόνους νωρίτερα απ’ τον Γιώργη. Κι αυτός, παράπονα έκαμε στην μάνα του με την λατρευτή αφέλεια που σ’ αγκυλώνει : «Γιάντα δεν μ’ έκανες πλια μεγάλο;».  Η μάνα το λοιπόν, πριχού η πυρωμάδα κάψει το κοπέλι της, ορμήνειες κι έχθρητες ξεστόμιζε στο καημέχαρο το Βαγγελιό, κι ας ήταν κι ακροσυγγένισσα. «δε θα την αφήσω ’γω να ξεμυαλίσει το παιδί μου και να το κάμει ανεμπαίγνιδο του χωριού». Ετσά τηνε κατάτρεχε.

Η μάνα και πατέρας μαζί του Γιώργη μιας και ήτον ορφανό, τον έπεμψε να πάει στο βουνό, να μάθει κυνηγός στο πλάϊ του ξαδέλφου του, του Βασίλη. Σαν θα γυρνοὐσε, σωστό παλληκαράκι πια, θα πήγαινε στο μεγάλο σχολείο στην πόλη και θα ‘μενε εκεί.

Ναι, θα το ξέχναγε το Βαγγελιό...

Κι ο Γιώργης πήγε στα όρη, στα οζά και τα ρίφια τα τρελά και τ’ αγρίμια τ’ ανυπόταχτα, μύριζε τη μπαρούτι απ’ το όπλο του κι έπινε το νερό της βροχής. Κι ο Γιώργης πήγε στο μεγάλο σχολειό κι έμαθε να γράφει καλά. Μα τι άλλαξε; Διάβαζε τον Ρωτόκριτο κι έκλαιγε, γράμματα της έγραφε που ποτέ εκείνη δεν θα διάβαζε.

«Δεν είναι πόνος να πονεί, πόνος να θανατώνει, σαν την αγάπη την κρυφή, όντε ξεφανερώνει».

Σαν ήρθε ο καιρός που ο Γιώργης γύρισε στο χωριό, αντιμετωπίζει μια τραγικότητα: Το Βαγγελιό αρρώστησε βαριά· το χτικιό την τρώει πλια καθημερίς. Η μισή απόμεινε από την λυγερή μαυρομαλλούσα. Τα μάτια της έγιναν πολύ βαθειά και κόκκαλα διαγράφονται μέσα απ’ τα ρούχα τα φαρδιά. Ο βήχας κόβει την ανάσα της που μυρίζει αίμα και θάνατο. Με τύψεις γέμισε ο Γιώργης, επειδή στον καιρό που ‘λειπε στην πόλη, το κορμί του δίψασε για μια κόρη άλλη με γεμάτο κόρφο. Επειδή άφησε τη μάνα του να τον οδηγήσει στο παράστρατο, άλλο από αυτό της αγάπης.

Θα τα φτιάξει όλα. Θα πάει στην Παναγιά, θα ζητήσει απ’ την χάρη Της να γιάνει το Βαγγελιό. Έχει πίστη, θα τα καταφέρει! Να όμως, που αλλιώς είναι το σχέδιο κι αλλιώς τα φέρνει η μοίρα. Αρρώστησε κι αυτός, με πυρετούς τις νύχτες και ρίγους κι ιδρώτες. Κι άλλες κατάρες φοβερές απ’ τη μάνα του Γιώργη, αφού – καθ’ όπως έλεγε – κόλλησε στον ακριβό της γιο το χτικιό.

Το Βαγγελιό σαν πήρε τα μαντάτα για την αρρώστια του Γιώργη, μάζεψε ό,τι δύναμη που τσ’ είχε απομείνει και πήγε στο χαράκι το τραχύ, ανέβηκε στο βράχο κι άφησε το κοκαλιασμένο κορμί της να ξεκλειδωθεί και να γίνει κομμάτια στην ακροποταμιά. Πάει. Του κόσμου αυτού απόρριμμα, ζωή δεν έζησε με κρίμα την αγάπη.

Κι ο Γιώργης; Αφού δοκίμασε όλα τα ξόρκια και τα βότανα και τση κάθε λογής αηδίες, ένας πραχτικός ορμήνεψε τη μάνα του να παίρνει τόσο κινίνο για τόσες μέρες. Έγιανε, δεν είχε χτικιό. Ακόμη λέει «κοιμούμαι και θυμούμαι σου, ξυπνώ στο νου μου σ’ έχω και στ’ όνειρό μου σε θωρώ κι αγκαλιασμένη σ’ έχω».

Η μάνα σκληρή, δηλώνει με ειλικρίνεια: «Μεγάλο βάρος έχω στην ψυχή μου, μα ο Θεός θα με σχωρέσει, γιατ’ είμαι μάνα».


Ομολογώ ότι όποτε διαβάζω έργο του Κονδυλάκη παρασύρομαι από τη μελωδικότητα του λόγου, την ιδιόμορφη διάλεκτο των ηρώων και θέλησα αυτή τη φορά να γράψω την υπόθεση του έργου πλησιάζοντας όσο μπορούσα στο πνεύμα του συγγραφέα. Το διήγημα του Ιωάννη Κονδυλάκη «Πρώτη αγάπη», το μοναδικό του έργο γραμμένο στη δημοτική γλώσσα, εμπλουτισμένο με ιδιωματισμούς από την ανατολική Κρήτη, είναι μια ηθογραφία αρκετά πρωτοποριακή για την εποχή της (1919), αφού περιέχει πάμπολλες ψυχαναλυτικές «ευκαιρίες» με τις οποίες ασχολήθηκε εκτενώς ο - όχι και τόσο γνωστός στην Ελλάδα - Σίγκμουντ Φρόϋντ. Στη συνέχεια αλλάζοντας ύφος, θα σχολιάσω τη σκηνική απόδοση του έργου, ξεκινώντας από τις ερμηνείες των ηθοποιών οι οποίοι παρουσίασαν παραστατικά την ψυχογραφία των ηρώων, άλλοτε πιο εσωτερικά, ψηλαφώντας τα μύχια της ψυχής τους κι άλλοτε με δυναμισμό και τόλμη που γέμιζαν τη σκηνή της Φρυνίχου.

Απολαύσαμε την Τάνια Τσανακλίδου στον ρόλο της μάνας. Ήταν υπέροχη, χωρίς εξάρσεις, φωνές ή υστερίες, απέδωσε τέλεια την χήρα που προφυλάσσει τον πολυαγαπημένο της γιό από την «ανίερη» αγάπη που θα τον έβγαζε έξω από την κοινωνική αποδοχή. Ο προστατευτισμός ακόμη κι αν προέρχεται από την μάνα με τα πιο ευγενικά κίνητρα που πηγάζουν από φίλτρα ιερά, μπορεί να καταστρέψει ζωές. Ένας άγγελος πεθαίνει κάθε που χάνεται άδικα μια αγάπη.

Η Λένα Δροσάκη, ενσάρκωσε άψογα το πολύπαθο Βαγγελιό. Ο τρόπος που στήθηκε το σώμα και η φωνή της, οι εκφράσεις του προσώπου της, μας οδήγησαν απ’ ευθείας στο νοούμενο, πέρα και πάνω απ’ το προφανές. Όμως το κυριότερο στοιχείο χάρις στο οποίο αποσπά τα συγχαρητήρια του κοινού, είναι το βλέμμα της: Καταφέρνει εκπληκτικά να κοιτάζει με λαχτάρα και πόθο, να πονά και να κλαίει, ή να γίνεται απόκοσμη, όπως κάθε φορά το ζητούσε ο ρόλος της.

Ο Νικόλας Αγγελής ήταν ο Βασίλης, ο εξάδελφος του Γιώργη που τον εμύησε στα μυστικά του κυνηγιού, της άγριας και μοναχικής ζωής. Στο πρωτότυπο έργο ο ρόλος του δεν είναι κεντρικός, ενώ σε αυτή την παραλλαγή του συγγραφέα Άκη Δήμου, υπερτονίζεται η παρουσία του στην σκηνή αλλά και στην ζωή του Γιώργη. Ήταν εκφραστικός και συνδύαζε - για τις ανάγκες του ρόλου του - τον άγουρο νέο με τις πνευματικές αναζητήσεις, με τον σοφό και μοναχικό ορεσίβιο. Φορώντας στις πλάτες την κάπα του, κοίταζε μακριά στον κάμπο κι έμοιαζε ν’ αναρωτιέται: « Άραγε έχουν ψυχή αυτοί οι πεδινοί εκεί κάτω;»

Ο Γιάννης Παπαδόπουλος (Γιώργης) έπειθε και σαν παιδί στην ποδιά της μάνας του και σαν αεικίνητος έφηβος με την ενέργεια που έχει η ορμή της νιότης του. Βαθύς και ερωτικός, οδηγείται δέσμιος των κοινωνικών «πρέπει» στον αποχωρισμό. Σπρωγμένος απ’ τις παροτρύνσεις της μάνας του - απρόθυμα και σέρνοντας τα πόδια του - φεύγει μακριά απ’ τη χαρά του, απ’ τα ονείρατά του, αυτά που ‘φτιανε με το μυαλό του κάποιες άλυπες αποσπερίδες. Ανέβηκε στο βουνό και εκεί βρέθηκε πολύ κοντά με τον εξάδελφό του πνευματικά, ίσως και σωματικά (αποκωδικοποιώντας την γλώσσα του σώματος και τα υπονοούμενα).

Αυτή ήταν η πιο βασική «παραλλαγή» που έκανε ο Άκης Δήμου στο πρωτότυπο έργο «Πρώτη αγάπη» του Ιωάννη Κονδυλάκη. Με αφετηρία μιαν αγάπη κοινωνικά αταίριαστη και μη αποδεκτή, έβαλε μέσα στο μυαλό του αναγνώστη και εν προκειμένω του θεατή, μιαν άλλη «ανάρμοστη» μορφή αγάπης και έκφρασης. Ο Γιάννης Σκουρλέτης στην σκηνοθεσία, μας έκοβε την ανάσα: Οι ηθοποιοί σαν άλλοι ακροβάτες ισορροπούσαν πάνω στα μεταίχμια των συναισθημάτων, των αναζητήσεων και των ψυχαναγκασμών τους. Ο Κώστας Δαλακούρας επιμελήθηκε την μουσική επένδυση του έργου και αξιοποίησε την καταπληκτική λύρα του Παντελή Σταυρακάκη. Την έβαλε να τραγουδήσει στον «δρόμο» του Ερωτόκριτου με δύναμη, αγάπη και πόνο.

Τελικά η παράσταση της ομάδας bijoux de kant είναι μια δουλειά εξαιρετική, εμπνευσμένη και πραγματοποιημένη με πολύ αγάπη στο θέατρο και με έμφαση στην εικαστική του πλευρά, αυτή που σου δείχνει το βάθος και σ’ αφήνει να περιπλανηθείς ο ίδιος, για να βρεις τα όρια. Καθένας και καθεμιά από εμάς, μπορεί να θέτει τους δικούς του κανόνες συμπεριφοράς, ανάλογα με την παιδεία και τον πολιτισμό που κουβαλά στην ψυχή του.

Κατερίνα Πεσταματζόγλου





Ταυτότητα παράστασης
Κείμενο: Άκης Δήμου, σκηνοθεσία: Γιάννης Σκουρλέτης, μουσική: Κώστας Δαλακούρας, βοηθός σκηνοθέτης: Ηλέκτρα Ελληνικιώτη, σκηνική εγκατάσταση: Ανδρέας Κασάπης, κοστούμια: Δήμητρα Λιάκουρα, φωτισμοί: Χριστίνα Θανάσουλα, artwork: Κωνσταντίνος Σκουρλέτης, βίντεο: Βασίλης Κεκάτος - Artώ, φωτογραφίες: Μυρτώ Αποστολίδου, κρητικές λύρες: Παντελής Σταυρακάκης. Παίζουν: Τάνια Τσανακλίδου, Λένα Δροσάκη, Γιάννης Παπαδόπουλος, Νικόλας Αγγελής.

ΠληροφορίεςΘέατρο Τέχνης Καρόλου Κουν: Φρυνίχου 14 - Πλάκα, τηλ. ταμείου: 210 3222464 και 210 3236732. Ημέρες και ώρες παραστάσεων: 14 Ιανουαρίου - 21 Φεβρουαρίου: Πέμπτη, Παρασκευή και Σάββατο: 21.15, Κυριακή: 20.00.




Παρασκευή, 22 Ιανουαρίου 2016

Ο Παναγιώτης Παναγάκης επιλέγει νέες μουσικές κυκλοφορίες (4)

Blackstar/David Bowie/Sony Music

Στις 8 Ιανουαρίου 2016, την ημέρα που γινόταν 69 ετών, ο David Bowie κυκλοφόρησε τον 25ο δίσκο του και δύο μέρες αργότερα έφυγε από τη ζωή μετά από χρόνια ασθένεια. Προφανώς ο Βρετανός μουσικός ήξερε πολύ καλά ότι το “Blackstar” θα ήταν το τελευταίο του album και φρόντισε να αποχαιρετήσει τους αμέτρητους φίλους του με ένα υπερπολύτιμο δώρο! Λίγους μήνες πριν είχε ηχογραφήσει επτά ολοκαίνουργια τραγούδια, το ένα καλύτερο από το άλλο. Χρησιμοποίησε μερικούς από τους καλύτερους μουσικους της jazz σκηνής της Νέας Υόρκης που πραγματικά δεν πίστευαν στα μάτια τους όταν είδαν το mail που τους ζητούσε να ηχογραφήσουν μαζί του. Χωρίς περιστροφές, το αποτέλεσμα είναι εκπληκτικό: ένα χορταστικό μουσικό κοκτέιλ που κινείται με μαεστρία ανάμεσα στη rock, τη jazz την electronica και το drum’n bass, ένα μουσικό νήμα που συνδέει αριστοτεχνικά τις δεκαετίες από το 1970 μέχρι και σήμερα, με φρέσκιες ιδέες και μια παραγωγή πολλά χρόνια μπροστά από την εποχή της. Δικαίως σχεδόν όλοι οι κριτικοί εκθειάζουν το κύκνειο άσμα του Bowie ενώ εγώ θα τολμήσω να πω ότι το Blackstar θα βρίσκεται σίγουρα στη προσωπική μου λίστα με τα καλύτερα του 2016.


Lalo Piano Trios/Leonore Piano Trio/Hyperion

Κάποιους συνθέτες τους ταυτίζουμε με ένα και μοναδικό έργο. Τον Edouard Lalo (1823-1892) τον γνωρίζουμε αποκλειστικά από την πασίγνωστη «Ισπανική Συμφωνία» για βιολί και ορχήστρα. Σχεδόν όλο το υπόλοιπο έργου του Γάλλου ρομαντικού συνθέτη έχει στην κυριολεξία εξαφανιστεί από το κλασσικό ρεπερτόριο. Να λοιπόν που έρχεται αυτός ο υπέροχος δίσκος με τα τρία έργα του για πιάνο, βιολί και τσέλλο που μας δείχνει με τον καλύτερο τρόπο ότι ο Lalo υπήρξε ένας σημαντικός δημιουργός με επιρροές όχι από τη χώρα του, όπως θα περίμενε κανείς, αλλά από τη γειτονική Γερμανία. O Lalo συνέθεσε τα παραπάνω έργα από το 1850 έως το 1880 με τις φόρμες και τα μελωδικά σχήματα να παραπέμπουν άμεσα στον Robert Schumann, τον Felix Mendelsshon και τον Johaness Brahms, δηλαδή τους κορυφαίους ρομαντικούς συνθέτες μουσικής δωματίου της εποχής. Έξοχες ερμηνείες από τους τρεις νέους μουσικούς που αποτελούν το Leonore Piano Trio και που κινούνται με άνεση, σιγουριά, δεξιοτεχνία και γνώση στα απαιτητικά μονοπάτια της γραφής του Lalo. Ο δίσκος συνίσταται σε όλους όσους αγαπούν το ανεξερεύνητο ρεπερτόριο της μουσικής δωματίου του 19ου αιώνα. Η ποιότητα ηχογράφησης είναι στο γνωστό πολύ υψηλό επίπεδο της εταιρίας Hyperion.


D-StringZ/Stanley Clarke, Bireli Lagrene, Jean-Luc Ponty/Impulse

Όταν μεγάλοι μουσικοί της jazz με αυτόνομες πορείες ενώνουν τις δυνάμεις τους, δυσκολεύoνται ιδιαίτερα να υποτάξουν το μουσικό τους εγώ προς όφελος του συνόλου. Όταν όμως το καταφέρνουν, τότε το αποτέλεσμα είναι εξαιρετικό. Αυτή λοιπόν είναι η περίπτωση της συνάντησης τριών πασίγνωστων βιρτουόζων με πολύ μεγάλη ιστορία σε αυτό το είδος μουσικής που λέγεται “jazz-fusion” (“jazz-rock”, όπως λέμε στη χώρα μας). Ο βιρτουόζος μπασίστας Stanley Clarke υπήρξε βασικός συνοδοιπόρος του θρυλικού πιανίστα Chick Corea στις ηλεκτρικές εξορμήσεις του, ο Jean-Luc Ponty έχει ταυτιστεί πλήρως με τον ήχο του ηλεκτρικού βιολιού (για την ακρίβεια τον διαμόρφωσε!) και ο κιθαρίστας (και μικρότερος σε ηλικία) Bireli Lagrene θεωρείται ένας από τους κορυφαίους σύγχρονους δεξιοτέχνες της ηλεκτρικής jazz κιθάρας. Στον δίσκο αυτό χρησιμοποιούν μόνο ακουστικά όργανα και ακούγονται σαν μια υπέροχη παρέα μουσικών που δεν έχουν να αποδείξουν τίποτα και απολαμβάνουν κάθε νότα που παίζουν. Ένας συνδυασμός από original συνθέσεις και standards με αποκορύφωμα την υπέροχη μπαλάντα “Too young to go steady” όπου ξεχωρίζει το βιολί του Jean-Luc Ponty.

Παναγιώτης Παναγάκης


Τετάρτη, 20 Ιανουαρίου 2016

Ινδιάνικη ποίηση: Η «ζωντανή» λέξη της ψυχής


Ω, Μητέρα Γη/γέρνουμε πάνω σου κάθε νύχτα/
κι απ’ τα σφαλιστά μας βλέφαρα/ δραπετεύουν τα
όνειρά μας./ Σκιές μέσα στο φεγγαρόφωτο/
περπατάνε οι ψυχές μας./ Εσύ μας κρατάς στο
σύντομο ύπνο του θανάτου/ κι εσύ μας ξαναδέχεσαι
στη Ζωή. (Cherokee)

Όλη η καταγεγραμμένη ιστορία των Ινδιάνων βρίσκεται μέσα στους ψαλμούς, στις προσευχές και στα τραγούδια τους. Τα πάντα για τον Ινδιάνο μεταφράζονται σε ήχο, η μουσικότητα είναι συνδεδεμένη άμεσα με την ύπαρξή τους. Ακόμα και τα ονόματά τους φανερώνουν αυτή τη σύνδεση της ψυχής με τον ήχο, την ανάγκη του ψυχισμού για ρυθμό κι αρμονία. Το Γελαστό Νερό, το Τραγούδι του Ανέμου, το Μάτι του Γερακιού, το Σιγανό Ποτάμι, είναι αντηχήσεις από τον εσωτερικό δικό τους ρυθμό, που αντανακλά τη ροή της ζωής.

Παιδιά της φύσης οι αυτόχθονες αμερικάνοι, έζησαν και έγραψαν τη δική τους ποίηση. Ποίηση «τρόπο ζωής», μια και η κίνηση, ο ήχος και η δράση, είναι ιδιότητες της ινδιάνικης ιδιοσυγκρασίας. Το θρόισμα των φύλλων, ο ήχος της βροχής, η βροντή της αστραπής, το κελάηδημα των πουλιών, το κελάρυσμα του ποταμού, είναι οι νότες της δικής τους μουσικής, αλλά και τα λόγια οι μουσικές λέξεις της ποίησής τους. Πάνω στο τύμπανο με δέρμα από ελάφι δονούνται και έπειτα εκρήγνυνται τα σπλάχνα της γης.

Οι αυτόχθονες αμερικάνοι γράφουν τη δική τους ιστορία με το δικό τους τρόπο. Στο βιβλίο της ζωής τους δε θα βρεις ονόματα φυλάρχων, ιστορικές νίκες και ήττες, θα βρεις όμως την ανθρώπινη ανωτερότητα, το σεβασμό της έμφυτης ανάγκης για ειρήνη, τη συναίσθηση της ομαδικής προσπάθειας για την επίτευξη κάθε ανθρώπινου στόχου. Θα βρεις το αίσθημα εξάρτησης απο τις θείες δυνάμεις, καθώς και τον ασίγαστο πόθο της επιστροφής, την αναμμένη ιερή φλόγα της θύμησης για την πατρίδα των προγόνων, τις Πλειάδες των ουρανών. Ξεφυλλίζεις νοερά αυτό το βιβλίο όχι για να βρεις στρατιωτικές νίκες και κατακτήσεις, αλλά για να ακούσεις το ξεχασμένο τραγούδι της φύσης. Γυρίζεις σελίδα σελίδα κι αποστηθίζεις την αρμονία και το ρυθμό που κρύβει μέσα της η ανθρώπινη ψυχή.

Για τον Ινδιάνο τα γεγονότα είναι αδιαχώριστα δεμένα μεταξύ τους, ζωή και θάνατος, χαρά και λύπη, ουρανός και γη, νύχτα και μέρα, γίνονται τραγούδι, τα αιώνια συναισθήματα γίνονται ποίηση. Η συμπάθεια, η αγάπη, η χαρά της νίκης, η γλυκιά θλίψη για κάτι που έφυγε, ο πόνος της απουσίας, όπως και η ανάγκη για ειρήνη κι ευτυχία, γίνονται αφορμή για τούτο το σιγανό ψέλλισμα στα χείλη του, που άλλοτε μοιάζει μοιρολόι κι άλλοτε ύμνος γεμάτος ευχαριστίες: με την ψυχή του ανοιγμένη στο θρίαμβο της ύπαρξης γύρω απο το φως της φωτιάς, με τα άστρα μετέωρα στον ουρανό, τις παρυφές των ιερών βουνών φωτισμένες από το πορτοκαλί φεγγάρι και με τη νύχτα να αντηχεί από θρύλους, μύθους και παραδόσεις.

Η ινδιάνικη ποίηση παραβιάζει με τον πιο ανώδυνο τρόπο, άτεχνο σχεδόν, με αστόλιστες απλές κι επαναλαμβανόμενες εκφράσεις το χώρο του αισθητού, για να μας πάει εκεί όπου οι λέξεις αφήνονται από την ουσία και μόνο της αλήθειας να οδηγηθούν. Η μαγεία του ινδιάνικου στίχου είναι η αλήθεια του. Ειλικρίνεια, που προβάλλει σαν ακατέργαστος πολύτιμος λίθος από τα έγκατα της γης, για να μας θαμπώσει από τη λιτή μεγαλοπρέπειά του. Όταν η απλότητα και η δύναμη συνυπάρχουν, όταν η ομορφιά εκφράζει τη φιλοσοφία, όταν το πάθος ενώνεται με τη γαλήνη της αποδοχής, τότε γεννιέται ο ινδιάνικος στίχος.

Η ποίηση των Ινδιάνων παρ’ όλο που δεν έφτασε ολόκληρη και πλήρης ως εμάς, από την έκταση της λευκής καταστροφής και την αδιαφορία του κατακτητή για οποιοδήποτε στοιχείο των κατακτημένων, ερευνήθηκε και ψάχτηκε από τους εραστές της ποίησης αλλά και τους εραστές της ζωής, σαν κοίτη ενός ποταμού γεμάτη ψήγματα χρυσού. Για ν’ αφήσει στον καθένα ξεχωριστά τούτο το πολύτιμο πετράδι, «τη ζωντανή λέξη» της ψυχής, την καθαρότητα, την απλότητα και τη δύναμη ενός κόσμου ξεχωριστού, συγκινώντας πάντοτε.

Η ινδιάνικη ποίηση – το μονοπάτι του Ωραίου – είναι ακόμη ένας δρόμος προς την ελευθερία του πνεύματος. Τα παιδιά του Ήλιου, τα παιδιά των αστεριών, οι έφηβοι Ήρωες, το γνώριζαν και το περπατούσαν. Ακολουθώντας τα ίχνη του ανέμου, με τα μάτια στραμμένα στο πέταγμα του Αετού…

Το φεγγάρι και ο χρόνος/ταξιδεύουν
ταξιδεύουν και φεύγουν:
το ίδιο κι η μέρα
το ίδιο και ο άνεμος.
Έτσι και η σάρκα φεύγει
στον τόπο της γαλήνης της (Maya).

Δημήτρης Α. Δημητριάδης

Δευτέρα, 18 Ιανουαρίου 2016

Ο Γιώργος Σεφέρης και τα ποιήματά του από το 1941 έως το 1944


Ο Γιώργος Σεφέρης (29.2/13.3.1900 - 20.9.1971) είναι αναμφίβολα ένας από τους κορυφαίους νεοέλληνες ποιητές και συνάμα σπουδαίος ποιητής παγκοσμίου βεληνεκούς. Στα ποιήματά του προβάλλει ανάγλυφη η εκπληκτική ικανότητα χειρισμού της γλώσσας. Λυρικός, με βαθιά φιλοσοφημένη σκέψη, ευφυής και ευφάνταστος στο πλάσιμο εννοιών, στη διάλυση ή στον συνδυασμό λέξεων, υποβάλλει μέσα από στίχους πλήθος συναισθημάτων.

Τρία βασικά χαρακτηριστικά συνθέτουν τη μορφή του: αστικός βίος, επαγγελματική διπλωματία και ποιητικό ταλέντο. Το 1914, με το ξέσπασμα του Α΄ παγκοσμίου πολέμου, η οικογένεια Σεφεριάδη μετοικεί από τη Σμύρνη στην Αθήνα· έτσι δεν βιώνει από πρώτο χέρι τη μικρασιατική καταστροφή. Ο πατέρας του, Στυλιανός Σεφεριάδης, υπήρξε καθηγητής Δημοσίου Διεθνούς Δικαίου στο Παν/μιο Αθηνών, Πρύτανης και Ακαδημαϊκός. Γαμπρός του ο πανεπιστημιακός καθηγητής, πολιτικός και Ακαδημαϊκός Κων/νος Τσάτσος. Ο Γιώργος μετά την αποφοίτησή του από τη Βαρβάκειο Πρότυπο Σχολή (1917) γράφτηκε στη Νομική Σχολή του Παν/μίου Αθηνών, σπούδασε νομικά και «πολλή λογοτεχνία» στο Παρίσι (1918-24) και στο Λονδίνο (1924-25). Εν συνεχεία διορίσθηκε «ακόλουθος» στο Υπουργείο Εξωτερικών (1927) και μέχρι το 1962 που συνταξιοδοτήθηκε, διετέλεσε Υποπρόξενος και Προϊστάμενος Γενικού Προξενείου στο Λονδίνο (1931-34), Πρόξενος στην Κορυτσά (1936-38), Προϊστάμενος της Δ/νσης Εξωτερικού Τύπου στη Αθήνα (1938), Διευθυντής του πολιτικού γραφείου του Αντιβασιλέα και Αρχιεπισκόπου Δαμασκηνού (1945-46), Σύμβουλος στην Ελληνική Πρεσβεία της Άγκυρας (1948-50), του Λονδίνου (1951-1952), Πρέσβης της Ελλάδας στη Βηρυτό (1953-56), Δ/ντής της β΄ Πολιτικής Δ/νσης του Υπουργείου Εξωτερικών (1956-57), και τέλος Πρέσβης της Ελλάδας στο Λονδίνο (1957-62).

Έζησε μια άνετη ζωή, χωρίς στερήσεις, στους ανώτερους πνευματικούς και πολιτικούς κύκλους της κοινωνίας· κάθε φορά είχε την τύχη ή τη δυνατότητα την κρίσιμη στιγμή να βρίσκεται μακριά από τον τόπο καταστροφής. Κατά τον Ελληνοϊταλικό πόλεμο 1940/41 υπηρέτησε ως υπάλληλος στις υπηρεσίες λογοκρισίας του Τύπου στην Αθήνα. Η είσοδος των Γερμανών στην Αθήνα (27.4.1941) τον βρίσκει στη Κρήτη· όταν στις 20 Μαΐου 1941 πέφτουν οι πρώτοι Γερμανοί αλεξιπτωτιστές στο νησί, ο Σεφέρης βρίσκεται ήδη στην Αλεξάνδρεια. Επιστρέφει στην Αθήνα στις 22.10.1944, δέκα μέρες μετά την αποχώρηση των Γερμανών. Κατά τη διάρκεια της τριπλής κατοχής στην Ελλάδα εργάζεται στην Ελληνική Πρεσβεία της Ν. Αφρικής (1941-42) και στη Δ/νση Τύπου & Πληροφοριών του Καΐρου (1942-44). Όταν ο Ρόμελ φτάνει με τον στρατό του έξω από την Αλεξάνδρεια τον Ιούνιο του 1942, οι περισσότεροι Έλληνες αξιωματούχοι και πολιτικοί (μαζί τους ο Γιώργος και η Μαρώ) διαφεύγουν στα Ιεροσόλυμα μέσω Σουέζ· με το που περνά ο κίνδυνος, επιστρέφουν στο Κάιρο.

Το 1960 αναγορεύεται επίτιμος διδάκτορας Φιλολογίας στο Καίμπριτζ, το 1961 λαμβάνει το βραβείο Foyle και το 1963 το Νόμπελ λογοτεχνίας. Ακολουθούν οι τίτλοι: επίτιμος διδάκτορας του Παν/μίου Θεσσαλονίκης και του Παν/μίου Οξφόρδης (1964), επίτιμος διδάκτορας του Παν/μίου του Princeton (1965), επίτιμο μέλος της American Academy of Arts and Sciences (1966), εταίρος του Institute for Advanced Study του Princeton (1968), μέλος της American Academy of Arts and Letters & The National Institute of Arts and Letters (1971).

Σε αρκετά ποιήματα και σε άφθονα χωρία των πεζών του ο Σεφέρης κρίνει συμπεριφορές ή χειρισμούς πολιτικών προσώπων της εποχής του, τους οποίους γνώρισε καλά λόγω επαγγέλματος. Τις περισσότερες φορές είναι δριμύς, ψογερός, πλουσιοπάροχα ειρωνικός· ελάχιστες οι φορές που θα εκφρασθεί θετικά για κάποιον πολιτικό (π.χ. εκτιμούσε τον Γ. Καρτάλη, με τον Π. Κανελλόπουλο έγινε φίλος· τον θεωρούσε διορατικό πολιτικό αλλά έψεγε την τακτική του ως επιπόλαια οχλαγωγική, Πολιτικό Ημερολόγιο Α΄ σσ. 70-71). Αντίθετα απ’ ό,τι στα πεζά, στα ποιήματα η κριτική εμφανίζεται συγκαλυμμένη καθώς χρησιμοποιεί αλληγορίες, μεταφορές, συμβολισμούς, κ.λπ. («Κι α σου μιλώ με παραμύθια και παραβολές / είναι γιατί τ’ ακούς γλυκότερα», Τελευταίος σταθμός).

Στο Υστερόγραφο (Πρετόρια, 11.9.1941) σκιαγραφεί πικρόχολα τον Εμμανουήλ Τσουδερό και τον περίγυρό του: «Αλλά έχουν μάτια κάτασπρα χωρίς ματόκλαδα / και τα χέρια τους είναι λιγνά σαν τα καλάμια. Κύριε, όχι μ’ αυτούς, η φωνή τους / δε βγαίνει καν από το στόμα τους. / Στέκεται εκεί κολλημένη σε κίτρινα δόντια». Μέσα σ’ αυτό τον περίγυρο βρίσκεται κι ο ίδιος («Πώς πέσαμε, σύντροφε, μέσα στο λαγούμι του φόβου;», Η μορφή της μοίρας 1.10.1941). Στο Kerk Str. Oost, Pretoria, Transvaal θ’ αποκαλέσει τον Τσουδερό «Ονοκρόταλο Πελεκάνο» που έχει «ένα ύφος τσαλαπατημένου πρωθυπουργού / στο ζωολογικό κήπο του Καΐρου». Το ποίημα γράφεται τον Οκτώβριο του 1941 όταν η Ελλάδα στενάζει κάτω από τριπλή κατοχή, και η πείνα στις μεγάλες πόλεις (ιδίως Αθήνα) έχει αρχίσει να θερίζει· οι εκτελέσεις από τους Γερμανούς αποτελούν καθημερινό φαινόμενο. Ο ποιητής περνά τις μέρες του ειδυλλιακά, ήρεμα και μ’ ευμάρεια στο «Βένουσμπεργκ της γραφειοκρατίας με τους διπλούς / του πύργους και τα διπλά του επίχρυσα ρολόγια / ναρκωμένο βαθιά». Οι τζακαράντες, τροπικά δένδρα με μωβ λουλούδια, λικνίζουν τους κλώνους τους στο απαλό φύσημα του αγέρα «παίζοντας καστανιέτες και χορεύοντας» ενώ ρίχνουν «γύρω στα πόδια τους ένα μενεξεδένιο χιόνι». Γυαλιστερά τ’ αυτοκίνητα της ελληνικής πρεσβείας και «στο τέλος του δρόμου», τον περιμένει «δρασκελώντας αργόσχολα μες στο κλουβί του / ο ασημένιος φασιανός της Κίνας / ο Ευπλόκαμος Νυχθήμερος». Νυχθημερόν περισφιγμένος στα ωραία πλοκάμια της ευδαιμονίας ο Σεφέρης παρασύρεται λοιπόν σαν ένας άλλος Τανχόυζερ στα κατάβαθα του πύργου της Αφροδίτης, περνώντας μέρες αμαρτωλής αργίας.

Ο ποιητής θαυμάζει τους ανθρώπους «όταν κοιτάζουν ίσια-πέρα / χωρίς το φόβο μες στην καρδιά τους, / χωρίς την καθημερινή τρεμούλα για τα μικροπράματα». Αυτός μαζί με άλλους που αποτελούν το «υπομονετικό ζυμάρι ενός κόσμου», κοιτάζουν «το κλειστό περιβόλι στο κοιμισμένο αράπικο σπίτι / πίσω από τα καφασωτά...πιασμένοι στα πλουμισμένα δίχτυα μιας ζωής» που άφησε πίσω της το μεθυστικό «απροσδιόριστο λίκνισμα...μιας αψηλής φοινικιάς» (Ένας γέροντας στην ακροποταμιά, Κάιρο 20.6.1942). Μαζί με τους πολιτικούς άρχοντες που προσφεύγουν στην Ιερουσαλήμ, είναι «όλοι καθώς η Νεκρή θάλασσα / πολλές οργιές κάτω απ’ την επιφάνεια του Αιγαίου»· εκεί «η καταφρόνια / είναι η πραμάτεια / του κανενού». Στη Νεκρή θάλασσα «δεν έχει ζωή...οχτρούς και φίλους / παιδιά, γυναίκα / και συγγενείς, / άει να τους βρεις». Αλλ’ αυτός είναι ο τόπος που τους έταξαν οι Εγγλέζοι, όπως αποκαλύπτει η επωδός του ποιήματος «This is the place, gentlemen!» (Ο Στρατής Θαλασσινός στη Νεκρή Θάλασσα, Ιούλιος 1942).

Ένα χρόνο αργότερα στους δρόμους του Καΐρου θα περπατά «με προσοχή, να μη γλιστρήσει / στις πεπονόφλουδες που ρίχνουν αδιαφόρετοι αραπάδες / ή πρόσφυγες πολιτικάντηδες και το σινάφι, / παραμονεύοντας: θα τηνε πατήσει; -δε θα την πατήσει; / Όπως μαδάς μια μαργαρίτα·/ προχωρεί / κουνώντας μιαν υπέρογκη αρμαθιά ανωφέλευτων κλειδιών... Προχωρεί πηγαίνοντας στη δουλειά του καθώς / χίλια λιμάρικα σκυλιά τού κουρελιάζουν τα μπατζάκια / και τον γυμνώνουν. / Προχωρεί, παραπατώντας, δαχτυλοδειχτούμενος, / κι ένας πηχτός αγέρας φέρνει γύρα / σκουπίδια, καβαλίνα, μπόχα και καταλαλιά» (Μέρες τ’ Απρίλη 1943, Κάιρο, Σάρια Εμάντ ελ Ντιν, 24.6.1943).

Στο ποίημα Θεατρίνοι, Μ.Α. (Αύγουστος 1943) αποκαλύπτονται οι ατέρμονες στημένες παραστάσεις της εξόριστης ελληνικής κυβέρνησης στη Μέση Ανατολή: «Στήνουμε θέατρα και τα χαλνούμε / όπου σταθούμε κι όπου βρεθούμε / στήνουμε θέατρα και σκηνικά, όμως η μοίρα μας πάντα νικά / και τα σαρώνει και μας σαρώνει / και τους θεατρίνους και το θεατρώνη / υποβολέα και μουσικούς / στους πέντε ανέμους τους βιαστικούς». Ο ποιητής παρομοιάζει την καρδιά του μ’ «ένα σφουγγάρι» που σέρνεται στον δρόμο και στο παζάρι «πίνοντας το αίμα και τη χολή / και του τετράρχη (= υποτελής ηγεμόνας) και του ληστή».

Στις 9 Αυγούστου 1943 φτάνει στο Κάιρο η «αντιπροσωπεία των βουνών», δηλ. των ελληνικών αντιστασιακών δυνάμεων: από το ΕΑΜ είναι οι Τζίμας, Ρούσος, Τσιριμώκος και Δεσποτόπουλος, από τον ΕΔΕΣ ο Πυρομάγλου, από την ΕΚΚΑ ο Καρτάλης. Στο Πολιτικό Ημερολόγιο Α΄ (σ. 123) ο Σεφέρης σημειώνει ότι οι Άγγλοι χαρακτηρίζουν αυτό τον ερχομό “συμπτωματικό γεγονός”. Ο ποιητής εμπνέεται απ’ τον ερχομό τους και γράφει το Ανάμεσα στα κόκαλα εδώ, όπου σχολιάζει ότι ο καθαρός αγέρας των ψηλών βουνών δροσίζει τους ξεραμένους κάμπους της Αιγύπτου· ηχεί σα μουσική από φλογέρα ή απόμακρο τύμπανο, διαπερνώντας σωρούς από κόκαλα πολιτικάντηδων. «Ψηλά βουνά, δε μας ακούτε! / Βοήθεια! Βοήθεια! / Ψηλά βουνά θα λιώσουμε, νεκροί με / τους νεκρούς!». Η «αντιπροσωπεία των βουνών» θέτει ως βασικό όρο να μην επιστρέψει ο βασιλιάς στην Ελλάδα χωρίς να έχει προηγηθεί δημοψήφισμα για τη μορφή του πολιτεύματος που επιθυμεί ο λαός μετά την απελευθέρωση της χώρας. Το ποίημα Αντάρτες στη Μ.Α. (Αφήγηση για τα παιδιά) διαπερνά ο σαρκασμός: «Ήσυχοι ήμασταν, ας πούμε, / εδώ που ’λαχε να ζούμε / μες στη ζέστη την ογρή / μες στη Μέση Ανατολή. / Φούσκωνε και το ποτάμι, / φούσκωναν και τα μυαλά / κι ήμασταν σαν το καλάμι / στην παχιά ακροποταμιά. / Όταν ήρθανε οι αντάρτες / με πιστόλες και με χάρτες / να ταράξουν τη ζωή μας... “Τί γυρεύουν; Τί γυρεύουν;” φώναζαν στις παροικίες... “Ποιός τους έφερε δω-πέρα / να μάς πάρουν τον αέρα;” / “Μην τους φέραν οι Συμμάχοι;” / “Αλλ’ αυτοί μας αγαπούν / και δε θέλουν την αμάχη / στους λαούς που πολεμούν / για να ζήσει η ανθρωπότη / έξω απ’ της σκλαβιάς τα σκότη” ... “Αδερφέ μου, οι Ελληνάδες (= οι Ελλαδίτες) / που γλεντούν σε κάθε κρίση, / αυτοί πάλι βρήκαν κάτι / να μας κόψουν το ραχάτι.” ... Οι αντάρτες σαν τον είδαν / πήγε να τους φύγει η βίδα. / Μέρα-νύχτα συζητούσαν, / μέρα-νύχτα πολεμούσαν, / για να βρούνε κάποια λύση / στης Ανατολής την κρίση / που ήταν πια μασκαραλίκι. / Μα οι Εγγλέζοι που τους θρέφαν / χωρίς να πλερώνουν νοίκι, / έπαψαν να παίζουν πρέφα / και σα να μοιράζαν κόλλυβα / τους εμάζεψαν αθόρυβα / και τους στείλανε ξανά / στα ψηλά τους τα βουνά» («Τα Περιστέρια», 5.9-24.10.1943).

Το χορικό απ’ τον «Μαθιό Πασκάλη Δεσμώτη» (Sh. Emad el Din, 6.5.1944) έχει γραφεί μ’ αφορμή την καταστολή του κινήματος των ελληνικών σωμάτων Μ.Α. από τους Άγγλους. Πρόκειται για την πρώτη φανερή ένοπλη επέμβαση των Άγγλων σε εσωτερικές ελληνικές υποθέσεις· πολλοί οι νεκροί και οι τραυματίες: τον Μάρτιο του 1944 Έλληνες αξιωματικοί και στρατιώτες ζήτησαν την παραίτηση του Τσουδερού και τη συγκρότηση κυβέρνησης εθνικής ενότητας. Ο Γεώργιος Β΄ προσπάθησε να λύσει το πρόβλημα κάνοντας πρωθυπουργό τον Σοφ. Βενιζέλο (14 Απριλίου) ο οποίος λίγες μέρες μετά αναγκάσθηκε να παραιτηθεί, και τη θέση του έλαβε ο Γ. Παπανδρέου (26 Απριλίου). Μια από τις πρώτες ενέργειες του Παπανδρέου ως πρωθυπουργού ήταν να διώξει τον Σεφέρη από τη Δ/νση Τύπου (28 Απριλίου). Η αρνητική κριτική που ασκεί ο Σεφέρης προς τον Παπανδρέου (Πολιτικό Ημερολόγιο Α΄ σ. 216) ξεκινά από προσωπικούς/επαγγελματικούς λόγους. Ο ποιητής χορεύει εμπαίζοντας, και δείχνει να το απολαμβάνει. Η δηκτική χλεύη φτάνει μέχρι την αθυροστομία: «Κάτω απ’ το δέ-, κάτω απ’ το -ντρό, / κάτω απ’ το δέντρο του μπαμπού / ακούστη μπαμ, ακούστη μπουμ / και βρεθήκανε χεσμένοι».

Το καλό του ήθος δεν διαβρώθηκε τα χρόνια της πολιτικής προσφυγιάς· τον κάνει να αισθάνεται τύψεις λίγο προτού επιστρέψει σε μια καθημαγμένη από πόλεμο και κατοχή πατρίδα, εκεί όπου οι πολιτικοί δεν θα διστάσουν να εμφανισθούν ως απελευθερωτές, καρπούμενοι «το αίμα των άλλων». Η αιδώς δαγκώνει την ψυχή του ποιητή όταν συλλογίζεται τη στιγμή που θ’ αντικρίσει τους βασανισμένους από κακουχίες συμπατριώτες του. Ο Σεφέρης εκμυστηρεύεται τις τύψεις του στον Τελευταίο σταθμό (Cava dei Tirreni, 5.10.1944): «Ερχόμαστε απ’ την Αραπιά, την Αίγυπτο την Παλαιστίνη τη Συρία...ψυχές μαραγκιασμένες από δημόσιες αμαρτίες, / καθένας κι ένα αξίωμα σαν το πουλί μες στο κλουβί του», «σε τούτη τη στερνή μας σκάλα / όπου προσμένουμε την ώρα της επιστροφής μας να χαράξει / σαν ένα χρέος παλιό, μονέδα που έμεινε για χρόνια / στην κάσα ενός φιλάργυρου, και τέλος / ήρθε η στιγμή της πλερωμής...».

Στην Cava dei Tirreni, ένα ειδυλλιακό ιταλικό «χωριουδάκι πάνω από το Σαλέρνο», έδρα των βρετανικών στρατιωτικών δυνάμεων, ο Σεφέρης γράφει ένα από τα πιο δυνατά ποιήματα της νεοελληνικής λογοτεχνίας: Το Απομεσήμερο ενός φαύλου (7.10.1944). Η προαίσθησή του είναι βαριά ήδη από τον Αύγουστο του 1944 για «το παρανοϊκό ταξίδι στην Ιταλία (αυτό το ανεξήγητο δώρο του Churchill)», όπου «θα περάσουμε άθλιες στιγμές μ’ αυτό το μπουλούκι» (Πολιτικό Ημερολόγιο Α΄ σ. 258). Μετά την υπογραφή της συμφωνίας της Καζέρτας (26.9.1944) η οποία όριζε τον Σκόμπι ως αρχιστράτηγο των αγγλικών και ελληνικών δυνάμεων στην Ελλάδα, ο Σεφέρης σημειώνει την 1η Οκτωβρίου: «Ο στρατηγός- βάφτισε την Cava dei Tirreni, Φάκα dei Greci» (Μέρες Δ΄ σ. 362, Πολιτικό Ημερολόγιο Α΄ σ. 269). Ο ποιητής με την ενόραση και τη διαύγεια τού νου που πάντοτε τον διέκριναν, προβλέπει τον επικείμενο άγριο εμφύλιο: «Τράβα αγωγιάτη, καρότσα τράβα, / τράβα να φτάσουμε γοργά στην Κάβα! / Φύσα βαπόρι, βόα μηχανή, / να ’ρθούμε πρώτοι εμείς! - οι στερνοί. // Τα στερνοπαίδια και τ’ αποσπόρια / και τ’ αποβράσματα και τ’ αποφόρια / μιας μάχης που ήτανε γι’ άλλα κορμιά / για μάτια αλλιώτικα κι άλλη καρδιά. // Πολιτικάντηδες, καραβανάδες, / ψιλικατζήδες, κολλυβιστάδες, / μούργοι, μουνούχοι και θηλυκά- / τράβα αγωγιάτη! βάρα αμαξά! // Φτωχή Πατρίδα, στα μάγουλά σου / μαχαίρια γράφουνε το γολγοθά σου· / μάνα λιοντόκαρδη, μάνα ορφανή, / κοίτα αν αντέχεις τέτοια πομπή: // το ματσαράγκα, το φαταούλα / με μπογαλάκια και με μπαούλα· / τη χύτρα που έβραζε κάθε βρωμιά / λες και την άδειασαν όλη μεμιά // σ’ αυτούς ανάμεσα τους ήπιους λόφους / όπου μας κλείσανε σαν υποτρόφους / ενός αδιάντροπου φρενοβλαβή / που στο βραχνά του παραμιλεί. // Δες το σελέμη, δες και το φάντη / πώς θυμιατίζουνε τον ιεροφάντη / που ρητορεύεται λειτουργικά / μπρος στα πιστά του μηρυκαστικά. // Μαυραγορίτες από τα Νάφια / της προσφυγιάς μας άθλια σινάφια, / γύφτοι ξετσίπωτοι κι αρπαχτικοί, / λένε, πατρίδα, πως πάνε εκεί // στα χώματά σου τα λαβωμένα / γιατί μαράζωσαν, τάχα, στα ξένα / και δεν μπορούνε χωρίς εσέ- // οι φαύλοι: τρέχουνε για το λουφέ.» (Διευκρινίσεις: κολλυβιστής = αργυραμοιβός, ματσαράγκας = απατεώνας, σελέμης = παράσιτο, φάντης = βαλές [τραπουλόχαρτο], σαν υποτρόφους: ο Σεφέρης βλέποντας το απόγευμα της 1ης Οκτωβρίου Έλληνες υπουργούς και στρατιωτικούς να φορούν ίδια ρούχα που πήραν από τη NAAFI, σχολιάζει στο Πολ. Ημερολ. Α΄ σ. 269 και στις Μέρες Δ΄ σ. 362 πως έμοιαζαν με «οικοτρόφους ενός ορφανοτροφείου που φόρεσαν καινούργια χειμωνιάτικα», Νάφια = από τ’ αγγλ. NAAFI [Navy, Army and Air Force Institute], καντίνες ή πρατήρια για μέλη των ενόπλων δυνάμεων· λειτούργησαν κι ως βασικές πηγές μαύρης αγοράς, λουφές = κέρδος χωρίς κόπο). Ο αναγνώστης μπορεί ν’ αντιληφθεί ποιοι υπονοούνται στο παραπάνω ποίημα εάν διαβάσει τις ημερολογιακές σημειώσεις του ποιητή. Εδώ θα υπογραμμίσω την αξιοθαύμαστη ικανότητα του Σεφέρη να πλάθει σωστά τη νεοελληνική γλώσσα ανάλογα με όσα επιδιώκει να εξωτερικεύσει· τούτο φαίνεται κυρίως στη μετατροπή του ρήματος ρητορεύω από ενεργητικό σε μέσο δυναμικό/περιποιητικό: ο ιεροφάντης ρητορεύεται, δηλ. ρητορεύει ενεργοποιώντας όλες τις σωματικές και πνευματικές του δυνάμεις με σκοπό την προσωπική ικανοποίηση, ηδονή ή ωφέλεια, κι όχι το κοινό καλό!


Ολοκληρώνοντας: κάθε άνθρωπος έχει αδυναμίες κι είναι λάθος να επιζητούμε σε κάποιον την τελειότητα ή την αγιότητα. Στις Μέρες Δ΄ σ. 55 (16.4.1941) ο Σεφέρης δικαιολογείται: «Συλλογίστηκα πολύ αν θα ’φευγα μαζί τους. Ο συγχρωτισμός μ’ αυτούς τους ανθρώπους μού φέρνει σηψαιμία. Έπειτα παραδέχτηκα πως αν μείνω οι Γερμανοί θα με αχρηστέψουν απ’ την πρώτη μέρα· ο πόλεμος δεν πρόκειται να τελειώσει με τη μάχη στα ελληνικά χώματα. Αναρωτήθηκα πού θα ήμουν πιο χρήσιμος και πιο συνεπής και τ’ αποφάσισα». Ο Σεφέρης δεν επέλεξε να μπει στην αντίσταση όπως άλλοι. Η καταγωγή και η κοινωνική/επαγγελματική θέση τού προσέφεραν τη δυνατότητα διαφυγής. Εάν η ζωή του κινδύνευε τόσο πολύ απ’ τους κατακτητές, τότε πιο μπροστά, στον πόλεμο του ’40, γιατί δεν πολέμησε όπως χιλιάδες άλλοι Έλληνες; Γιατί απέφυγε τον κίνδυνο επιλέγοντας τη σιγουριά της Αθήνας; Η σκληρή αλλά δίκαιη κριτική που ασκεί για πολιτικάντηδες «που ήταν κίτρινοι από το φόβο τους όταν πήγαινε να ξεσπάσει η καταιγίδα, κάνουν τον παλικαρά, και κορδώνονται...τώρα που άλλοι πολεμούν και τους προστατεύουν» (Μέρες Δ΄ σ. 14, 26.1.1941) δεν γίνεται ν’ αφήσει άθικτο τον ίδιο. Ανυπόφορη γι’ αυτόν η ξενιτειά, όπως μ’ έμφαση τιτλοφορεί ένα του ποίημα, πλην όμως πολύ πιο υποφερτή από την παραμονή σε μια χειμαζόμενη πατρίδα. Από την άλλη, έχει μεγάλο δίκαιο όταν λέει ότι ο άνθρωπος «σαν έρθει ο θέρος / προτιμά να σφυρίξουν τα δρεπάνια στ’ άλλο χωράφι» (Τελευταίος σταθμός).

Στον άνθρωπο Σεφέρη η σάρκα δεν ήταν εύψυχη, αλλά ήταν η συνείδησή του. Ευτυχώς που επέζησε, αφού έζησε όλ’ αυτά, και με την ευσυνειδησία που τον κατείχε, θέλησε να τ’ αφήσει παρακαταθήκη στις επερχόμενες γενιές. Ας βάλουν μυαλό οι νεώτεροι Έλληνες κι ας καταλάβουν ότι όλοι είναι χρήσιμοι σε μια κοινωνία, ότι κανείς δεν περισσεύει, αρκεί να τοποθετείται εκεί όπου είναι κατάλληλος και μπορεί ν’ αποδώσει τα μέγιστα. Διότι σε τελευταία ανάλυση, το ατομικό καλό απορρέει από το γενικό καλό.

Δρ. Αλεξάνδρα Ροζοκόκη





Παρασκευή, 15 Ιανουαρίου 2016

19η Μαΐου - θεατρική παράσταση

Θεατρική παράσταση που στήθηκε για να μας ταξιδέψει στο χρόνο. Η ζωή δύο οικογενειών στην Σαμψούντα κυλάει ομαλά στην γη των προγόνων μας, μέχρι που ένας βάρβαρος διεστραμμένος μέθυσος - ο Μουσταφά Κεμάλ - αποφάσισε να την βάψει με το αίμα των Ελλήνων του Πόντου.

Είναι αυτός ο Κεμάλ, στην μνήμη του οποίου Ελληνόφωνοι πρωθυπουργοί κατέθεσαν στεφάνι και του απέδωσαν τιμές... Είναι αυτός ο Κεμάλ, που προς τιμήν του ονοματοδοτούν δρόμους και πλατείες, εκφυλισμένοι τοπικοί φορείς, εδώ, στη μάνα Θεσσαλονίκη.

Η αλήθεια είναι ότι δεν είμαι διατεθειμένη να κρίνω την παράσταση με τον παραδοσιακό τρόπο. Πώς στάθηκε ο ένας ηθοποιός, αν είχε δυνατή φωνή ο δεύτερος, αν ήταν πειστικός ο τρίτος. Καταλαβαίνω ότι δεν πρέπει να καρφώσω το βλέμμα στο δάχτυλο, όταν αυτό μου δείχνει την ιστορία μου. Δεν μου το επιτρέπει ούτε η λογική, αλλά ούτε η νοσταλγία, η συγκίνηση, ο πόνος, το παράπονο.

Πιστεύοντας ότι η Φανή Δαλεζίου που έγραψε το κείμενο ήθελε να μου ξυπνήσει μνήμες, ο Κωνσταντίνος Τσακανάκης και η Δώρα Βασιλικού με την σκηνοθεσία τους ήθελαν να με μεταφέρουν στον τόπο και το χρόνο, ο Χρήστος Παπαδόπουλος με την μουσική του ήθελε να μεταλάβω την κοινωνία των Ποντίων, θέλω να τους πω ότι τα κατάφεραν.

Πέρασαν μερικές μέρες, η παράσταση που παιζόταν από τον Νοέμβριο στο Θέατρο Αγγέλων Βήμα, κατέβηκε. Αφουγκράζομαι τη λύρα που αντηχεί ακόμη στην ψυχή μου, αυτό το μαγικό όργανο που παίρνει την θλίψη και την κάνει δύναμη. Κλείνω τα μάτια και βλέπω τους Έλληνες που μαρτύρησαν, να χορεύουν αδελφωμένα. Όταν τα πόδια τους χτυπάνε στη γη, η δόνηση γίνεται πείσμα.

Να την ανεβάσετε ξανά, παντού. Να την δουν οι Έλληνες. Να νιώσουν τη συνέχειά τους.

Χρειάστηκαν πάνω από 70 χρόνια για να αναγνωρίσουν οι πολιτικοί τη γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου! Κι όμως ακόμη και τώρα, ανιστόρητοι κομπλεξικοί προσπαθούν με τα λιγδιασμένα τους υπονοούμενα να την υποβιβάσουν· να αλλάξουν την ιστορική αλήθεια. Θες επειδή οι μπολσεβίκοι κατέδιδαν τους Ποντίους που κατέφευγαν κυνηγημένοι στον άνω Πόντο και τους παρέδιδαν πίσω στους οθωμανούς προς σφαγή, θες επειδή και για το 1919 αλλά και το 1922 οι ντόπιοι κομμουνιστές δήλωναν ευτυχείς που οι βάρβαροι μωαμεθανοί απέτρεψαν με την βοήθεια των τότε «συμμάχων» μας την δημιουργία της Μεγάλης Ελλάδας, θες επειδή τα βιβλία της ιστορίας μας γράφονται μετά από έγκριση του Κεντρικού Ισραηλιτικού Συμβουλίου, οι κυβερνώντες δεν μας επιτρέπουν να θυμόμαστε την ιστορία μας. Χαρακτηριστικά αναφέρω ότι δεν εξεδόθη ποτέ από την Βουλή των Ελλήνων ένα 14τομο έργο του ιστορικού Κωνσταντίνου Φωτιάδη με θέμα την Γενοκτονία, λόγω... κόστους! Όσο όμως τα υποχθόνια αυτά πλασματάκια αφοδεύουν στην τροφή των μηρυκαστικών που τους ακολουθούν μολύνοντάς τα με τον ιό της λήθης, τόσο κάποια Φανή Δαλεζίου θα μου θυμίζει αυτά που’ χω φυλαγμένα στην καρδιά μου.

Η Ρωμανία αν πέρασεν, ανθεί και φέρει κι άλλο

Κατερίνα Πεσταματζόγλου

Συντελεστές:
Κείμενο: Φανή Δαλεζίου
Σκηνοθεσία: Κωνσταντίνος Τσακανάκης
Β΄ Σκηνοθέτης: Δώρα Βασιλικού
Μουσική επιμέλεια και πρωτότυπη σύνθεση: Χρήστος Παπαδόπουλος
Φωτισμοί: Κατερίνα Μαραγκουδάκη
Σκηνικά – κοστούμια: Μαρία Φιλίππου
Παραδοσιακές ενδυμασίες: Ελευθερία Κουρτζόγλου
Φωτογραφίες: Maria Chavdarova Mavrona
Βίντεο – trailer: Αντώνης Μανδρανής, Βασίλης Ρωμανός
Διδασκαλία χορών: Κώστας Αλεξανδρίδης
Δημόσιες σχέσεις – Επικοινωνία: Αλέξανδρος Καρατζάς
Μεταφορά στα ποντιακά: Ντιάνα Αναστασιάδου, Κώστας Αλεξανδρίδης

Παίζουν (με αλφαβητική σειρά):
Ίρις Ανδριοπούλου, Δώρα Βασιλικού, Φανή Δαλεζίου, Ελένη Μανδηλαρά, Ποπέτα Σούκου, Κωνσταντίνος Τσακανάκης
Συμμετέχουν και οι μικροί: Ντιλιάνα Ζλάτεβα , Λευτέρης Μπορδέλιας
Τιμητική παρουσία και φιλική συμμετοχή: Παύλος Κοντογιαννίδης

Η παράσταση πρωτοπαίχτηκε στο Θέατρο Αγγέλων Βήμα
(Σατωβριάνδου 36, Ομόνοια – Μετρό Ομόνοια)

Τετάρτη, 13 Ιανουαρίου 2016

"Αλλού, στο πουθενά" της Λουκίας Δέρβη



Στην συλλογή της Αλλού, στο πουθενά, η Λουκία Δέρβη επιχειρεί να ακουμπήσει μια ματιά στο ταξίδι, το αναγκαστικό και αμετάκλητο, στην αναχώρηση και στην αγωνία της αφετηρίας που δεν διακρίνει τερματισμό. Σε μια ανάλογη θεματολογία τα περιθώρια πρωτοτυπίας είναι στενά χωρίς αμφιβολία, όμως είναι γεγονός ότι οι συνθήκες στην Ελλάδα του σήμερα, του τώρα, υπαγορεύουν και μια αναθεώρηση του τι είναι παλιωμένο και τι ξαφνικά πολύ επίκαιρο. 

Η Λουκία Δέρβη αισθάνομαι ότι επιχειρεί να ισορροπήσει πάνω στην λεπτή γραμμή που χωρίζει το συνολικά διαχρονικό με το περιστασιακά επίκαιρο. Η μετανάστευση, σχεδόν πάντα επιβεβλημένη τελικά, οι διωγμοί, ο πόλεμος και ο ξεριζωμός που αυτός επιφέρει, είναι θέματα που δεν παλιώνουν, δυστυχώς. Η συγγραφέας, στις δώδεκα ιστορίες της, στέκεται σ’αυτό το κατ’επίφαση οξύμωρο του «οι Έλληνες έχουμε την μετανάστευση ριζωμένη μέσα μας» και άρα είμαστε συνηθισμένοι και του «οι μετανάσταστες της Μέσης Ανατολής που θαλασσοπνίγονται κάθε μέρα» που μας ξαφνιάζει στα βραδινά δελτία. Οι περισσότεροι ήρωες που περιφέρονται στα διηγήματα αυτά, είτε έχουν προ πολλού ξεπεράσει το δίλημμα «μένω ή φεύγω», είτε είναι μετανάστες δεύτερης γενιάς, σχεδόν Έλληνες αλλά τελικά μάλλον όχι ακριβώς. Η Λουκία Δέρβη ψηλαφεί το εκάστοτε σημείο αναχώρησης αλλά αποφεύγει να κάνει το ίδιο και με τον τόπο άφιξης, με το τέρμα του ταξιδιού: ο τίτλος της συλλογής είναι άλλωστε ξεκάθαρος ως προς αυτό, το «αλλού» οριοθετείται μόνο με βάση το σημείο της αναχώρησης (αλλού από εδώ που βρίσκομαι τώρα), ενώ το «πουθενά» φαίνεται να εκκρεμεί σαν αντινομία της όποιας έννοιας του ανήκειν σε μια ορισμένη γη. 

Οι άνθρωποι στο Αλλού, στο πουθενά είναι κλειδωμένοι στις συνθήκες και τις καταστάσεις από τις οποίες είτε προέρχονται, είτε είναι αναγκασμένοι να υποστούν. Όταν λοιπόν παίρνουν την απόφαση να φύγουν, αυτό γίνεται ή επειδή βρίσκονται σε κοινωνικό-οικονομικό αδιέξοδο, ή επειδή τα όνειρά τους για μια καλύτερη ζωή τους κρατάνε ξάγρυπνους τις νύχτες. Σε συνολικό αλλά και σε μεμονωμένο, ατομικό επίπεδο, η συγγραφέας πλησιάζει ήρωες και καταστάσεις με μια τρυφερότητα, με ένα είδος αποδοχής που τείνει στη στωικότητα, και εκεί που ενδεχομένως το μυθιστορηματικό περίγραμμα των ηρώων υστερεί, έρχεται η θεματολογία να τους υποστηρίξει, και να καλύψει τα όποια κενά θα είχαν ως λογοτεχνικές προσωπικότητες. Είναι γεγονός ότι έτσι βγαίνουν όλοι κερδισμένοι: οι πρωταγωνιστές, οι ιστορίες, και τελικά ο αναγνώστης. 

Το εκάστοτε ταξίδι, συμβολικό ή πραγματικό, δεν είναι η προϋπόθεση για την πραγματοποίηση των ονείρων, κάποιες φορές φαίνεται να είναι μόνο η ελπίδα που διαψεύδεται. Παραμένει όμως παρόλα αυτά ένα μέσο, μια απολύτως συνειδητή και συνειδητοποιημένη πράξη αντίδρασης απέναντι σε μια ζωή που για τον ένα ή τον άλλο λόγο χρειάζεται αλλαγή. Το ταξίδι πραγματοποιείται, οι ήρωες κάνουν το πρώτο βήμα στο άγνωστο και ο αναγνώστης συμπορεύεται σ’αυτή την τόσο προσωπική και ταυτόχρονα απολύτως διαχρονική περιπέτεια του ανθρώπου. 

Κρις Λιβανίου

Δευτέρα, 11 Ιανουαρίου 2016

Οι δρόμοι της τέχνης

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι την τέχνη την επέβαλαν οι προϋποθέσεις της εργασιακής αναγκαιότητας και δραστηριότητας των ανθρώπων. Όσο αναπτύσσονται οι προϋποθέσεις αυτές, τόσο γίνονται και πιο δυνατά, πιο σίγουρα τα φτερά ανύψωσης της τέχνης.

Η τέχνη ακολουθεί τον άνθρωπο απ’ τα πρώτα του βήματα. Τον διαμορφώνει και διαμορφώνεται, τον αναπτύσσει κι αναπτύσσεται μαζί του. Σαν κυριότερο όργανο, σαν κυριότερο μοχλός, σαν αντανάκλαση του κοινωνικού γίγνεσθαι, συνδέεται άμεσα μ’ όλα τα φαινόμενα της ιστορικής του πορείας.

Η γέννηση ενός έργου τέχνης είναι πάντα ένα συνταρακτικό γεγονός για το δημιουργό του. Η προσωπική περιπέτεια του ανθρώπου, οι συγκινησιακές του εμπειρίες, η πλούσια συγκομιδή σκέψεων, η μοίρα κι ο προορισμός του επάνω στη γη, η καθημερινή του πείρα, η έμφυτη φύση του σε συνδυασμό με τα όνειρα, τη διαίσθηση και την ενόραση, διαμορφώνουν μέσα του, στον απύθμενο κόσμο του ασυνείδητου, τον πύρινο πολτό της καλλιτεχνικής του ύλης.

Ύστερα από μια μακρά περίοδο επώασης, κυοφορίας κι εσωτερικών αναμοχλεύσεων, βλέπει ξαφνικά ν’ αναδύονται στην επιφάνεια του νου του εικόνες αρχέτυπες, σχήματα αδιαμόρφωτα. Διυλίζοντας εμπειρίες κι οράματα, ανασύρει από τη γόνιμη, μυθοπλαστική μήτρα της φαντασίας του ίχνη προγονικά, εικόνες συμβολικές, ρίζες της απρόσωπης φύσης. Η τέχνη γεννιέται στην ψυχή του καταπατώντας τους φυσικούς και λογικούς νόμους, παραβιάζοντας κάθε κανόνα, γκρεμίζοντας τα πλαίσια της συμβατικότητας και υπερβαίνοντας τον ίδιο της τον εαυτό.

Τέχνη χωρίς ψυχή δεν υπάρχει. Μόνον όταν η ψυχή, η απόλυτη αυτή δύναμη, εκφράζεται ελεύθερα και όχι με επιδράσεις ή αποβλέποντας σε δεξιοτεχνικό αποτέλεσμα, μπορεί να κάνει το καλλιτεχνικό δημιούργημα πηγή χαράς, συγκίνησης κι ενδιαφέροντος και για τους άλλους ανθρώπους. Κάθε παράγοντας εντυπωσιασμού και τεχνάσματος, στερεί την τέχνη απ’ τη δύναμη και την ενέργεια της.

Η τέχνη είναι άσκηση μοναξιάς και σιωπής. Ο αληθινός καλλιτέχνης βυθίζεται πάντοτε στη μοναξιά, εκεί συλλογίζεται, εκεί νιώθει. Εκεί κατανοεί τα πρόσωπα και τα πράγματα και μεστώνει εντός του εκείνο που έχει να πει. Η σιωπή του σκίζει τον κόσμο σε κομμάτια.

Όταν η τέχνη εκπληρώνεται κι ολοκληρώνεται, γίνεται γλώσσα πανανθρώπινη. Γίνεται ο μόνος τρόπος πραγματικής επικοινωνίας ανάμεσα σ’ ανθρώπους διαφόρων εποχών και περιοχών του κόσμου, αφού μας επιτρέπει να γνωρίσουμε τις επιδιώξεις, τις επιτεύξεις και τις προσδοκίες τους. Η σημασία της μεγαλώνει ακόμη περισσότερο όταν συνειδητοποιήσουμε ότι είναι ένας ενωτικός κρίκος, που έχει τη δύναμη και μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την επικοινωνία και την ενότητα της ανθρωπότητας.

Πάντοτε η τέχνη γοητεύει τις συνειδήσεις, όχι για να τις υποτάξει, αλλά για να τις παραδώσει στη χορευτική της αιώρηση, να τις μυήσει στα μυστικά της ανθρώπινης ψυχής, που όσο και αν ταλαντεύεται μέσα στους αναγκασμούς, μένει διαρκώς το ευαίσθητο κι ατίθασο ρεύμα της ύπαρξής μας.

Οι μορφές της, οι αληθινές και ειλικρινείς, αυτές που αποτυπώνουν με γνησιότητα ό,τι υπάρχει έξω ή μέσα στον άνθρωπο, επιβιώνουν για χιλιάδες χρόνια. Φθείρονται και χάνονται μόνον όσες δεν απαντούν στα αιτήματα των καιρών τους κι αδιαφορούν για τις αλλαγές που γίνονται στον τομέα της εξέλιξης.

Το μεγάλο κοινό, ο λαός, μπορεί να επικοινωνήσει με την τέχνη. Το αντίθετο, ότι τάχα αδυνατεί γι´ αυτό, είναι χυδαίος μύθος. Ακόμη και σε πολλές θεωρούμενες εξελιγμένες κοινωνίες, πολύ περισσότερο στις μη ανεπτυγμένες, το πρόβλημα δεν είναι «να κεντήσουμε τριαντάφυλλα σε πολύτιμο χαλί, αλλά να φέρουμε κάρβουνο για να ζεστάνουμε τους παγωμένους». Θα πρέπει να συμφιλιωθούν οι άνθρωποι με την τέχνη, να μπει η τέχνη στη ζωή τους. Αυτό δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί, σε πρώτη φάση, μέσα απ’ την τέχνη, που για οποιονδήποτε λόγο οι πολλοί δεν καταλαβαίνουν, αλλά μέσα απ’ μια τέχνη που καταλαβαίνουν πιο εύκολα. Και πρώτα πρώτα μέσα απ’ τους θησαυρούς της υπάρχουσας μεγάλης τέχνης, όπως επίσης και της γνήσιας λαϊκής τέχνης. Η εξοικείωση αυτή πρέπει βέβαια να γίνει χωρίς δογματισμούς, χωρίς προκαταλήψεις, έτσι που οι άνθρωποι να μπορέσουν, σε μια δεύτερη φάση, να προσεγγίσουν κριτικά και τις τεχνοτροπίες που προς το παρόν δεν τους συγκινούν, μπορούν όμως στο μέλλον να τους συγκινήσουν.

Όπως στη φύση η στασιμότητα σημαίνει θάνατο, έτσι και στον καλλιτέχνη η αδράνεια σημαίνει το ίδιο. Η διαρκής ανησυχία, ο προβληματισμός για τη σύλληψη και την έκφραση των ερωτημάτων κι οι απαντήσεις σε αυτά, αποτελούν τις απαραίτητες προϋποθέσεις της ζωής του.

Καλλιτέχνης και τέχνη χωρίζονται κάποτε μοιραία. Ο καλλιτέχνης πεθαίνει και το έργο του αρχίζει το ταξίδι του στο χρόνο. Αιώνες λήθης και παραμορφώσεων παρεμβάλλονται ανάμεσα τους. Κάθε καινούργια εποχή προβάλλει επάνω στο έργο το δικό της δράμα, τη δική της αγωνία, τη δική της αισθητική. Το έργο γίνεται παλίμψηστο, προσχωματικό, παραμένοντας ωστόσο ανοικτό για μια ακόμη γραφή: τη δική μας.

Αν ποτέ διαπιστωθεί ότι έχει εκλείψει η τέχνη, τότε θα πρέπει να καταγράψουμε και το τέλος της ανθρωπότητας. Τίποτα όμως, απ’ τα δύο δε θα συμβεί. Νέες αξίες, νέες δυνάμεις, βρίσκονται ήδη μεταξύ μας. Κι αν δεν είναι αυτές οι ίδιες, προετοιμάζονται, σίγουρα, κάποιες άλλες. Εκείνες που θα κατανοήσουν και πάλι ότι η τέχνη είναι δημιουργία που απαιτεί πνευματικότητα, συγκίνηση και βάθος.

Δημήτρης Α. Δημητριάδης