Δευτέρα, 29 Ιουνίου 2015

“Fast food & κέρματα” του Αντώνη Θ. Παπαδόπουλου

Ο Αντώνης Θ. Παπαδόπουλος είναι ένας από τους ποιητές της περιώνυμης «γενιάς του ‘70», ίσως όχι τόσο γνωστός όσο άλλοι, με μεγάλη όμως ποιητική παραγωγή και ποιοτικό έργο. Το ότι δεν έγινε ευρύτερα γνωστός ίσως οφείλεται στην επιμονή του να παρουσιάζει συλλογές που τις χαρακτήριζε η ανομοιογένεια, αφού περιλάμβαναν ποιήματα σε ελεύθερο στίχο και με ρίμα, δεκαπεντασύλλαβα ή χαϊκού και ό,τι άλλο είχε δουλέψει στο μεσοδιάστημα ανάμεσα σε δύο εκδόσεις, με έναν τρόπο που έδινε την εντύπωση του συνονθυλεύματος ή «ατάκτως ερριμμένου». Αυτή την εντύπωση, τουλάχιστον, σχημάτιζε ο αναγνώστης που παρακολουθεί το έργο του – και δεν το λέω μόνο εγώ, είναι διαπίστωση π.χ. και του Στάθη Γ. Αρμενιακού στο μελέτημά του «Ο ποιητής Αντώνης Παπαδόπουλος» (εκδ. Έκφραση, Λέρος, 1995).

Με ευχαρίστηση λοιπόν πήρα στα χέρια μου το τελευταίο έργο του κ. Αντώνη Παπαδόπουλου, Fast food & κέρματα, που περιλαμβάνει αποκλειστικά χαϊκού - το χαϊκού είναι μια περιοριστική φόρμα για πολλούς λόγους, αλλά έστω! Η συνέπεια και η ομοιογένεια της τυπολογίας έδωσε επιτέλους στον αναγνώστη την αίσθηση της ασφάλειας που του είναι απαραίτητη για να μπορέσει να αρχίσει να απολαμβάνει το ποιητικό έργο στην ουσία του. Και έτσι, παρότι συνήθως αποφεύγουμε στο στίγμαΛόγου να ασχολούμαστε με συλλογές που περιλαμβάνουν μόνο χαϊκού, αποφάσισα να γράψω σχετικά.

Ο Αντώνης Παπαδόπουλος είναι ένας ποιητής έντιμος. Το έχει αποδείξει αυτό σε όλες του τις συλλογές. Γράφει τίμια, δεν θέλει να μας ξεγελάσει, να μας τάξει και μετά να μας μπερδέψει. Ίσα-ίσα, για να μη μείνει καμία αμφιβολία, γράφει με έναν τρόπο που αντιστέκεται στον ακαδημαϊσμό, τον ελιτισμό και τις λυρικές φιοριτούρες. Όχι ότι η ποίησή του δεν έχει λυρισμό. Έχει, αλλά είναι όσος πρέπει, δεν ξεφεύγει και δεν γίνεται δακρύβρεχτος συναισθηματισμός. Ο στίχος του είναι απέριττος, ισορροπημένος, κι ας είναι γεμάτος ψυχικές εξάρσεις, πάθος και πόθο. Πρόκειται για μια ποίηση απλή.

Το θέμα με την απλή ποίηση είναι ότι μπορεί να γίνει δίκοπο μαχαίρι. Θα υπάρξουν κάποιοι που θα την πουν μαγική, θα υπάρξουν και άλλοι που θα πουν ότι παίζει φθηνά παιχνίδια. Δεν έχει μεγαλείο, της λείπει το υψηλό, όμως ταυτόχρονα της λείπουν ο κομπασμός και η ξιπασιά. Για μένα η μεγαλοστομία δεν είναι από τις προϋποθέσεις της καλής ποίησης. Και όποιος επιζητεί το υψηλό μπορεί να πάρει την Αγία Γραφή να διαβάσει. Εμένα μου αρκούν ποιήματα όπως αυτά:

IV
Ας ταξιδέψω.
Γι’ αποσκευές αρκούνε
οι λίγοι στίχοι.


V
Έρχονται... Φεύγουν...
Ο σταθμός ερημώνει.
Έρημος κι εσύ.


ΧΧ
Να γράψει στίχους
στο χαρτί ήθελε. Μα
αυτοί πετούσαν.


XLII
Βγήκα στη βροχή,
μα η φωτιά μέσα μου
άσβεστη μένει.


XLV
Ξέσκεπο κορμί
κολυμπά μες στο όνειρο
κι όμως ιδρώνει.


Αυτά από την πρώτη ενότητα, “Fast food”. Η δεύτερη ενότητα “Κέρματα” φέρει την αφιέρωση «Στην αλησμόνητη Μάρα μου» και προφανώς περιλαμβάνει χαϊκού γραμμένα με αφορμή την απώλεια της συντρόφου. Ωστόσο κάποια χαϊκού της πρώτης ενότητας θα μπορούσαν να είχαν ενταχθεί στη δεύτερη και το αντίστροφο, αυξάνοντας ακόμη περισσότερο τη συνέπεια της συλλογής. Μερικά χαϊκού από τη δεύτερη ενότητα:

Κοίταζε τόσα
μπροστά του. Τώρα βλέπει
κυπαρίσσια πια.

Καλοκαιράκι,
μα εσύ ακίνητη
και παγωμένη.

Πάνω του λάμπει
ο ουρανός. Μέσα του
σκοτάδι βαθύ.

Δύει ο ήλιος.
Αρχίζει η αγρύπνια
της μοναξιάς μου.

Ψέματα λέω
πως έφυγες. Ακόμα
σε βλέπω παντού.


Η μοναξιά της ύπαρξης, η αναμέτρηση με το μοιραίο και το αναπάντεχο, το στοίχημα του έρωτα, η απόρριψη ή η αποδοχή του παραμένουν τα βασικά θέματα που απασχολούν αυτόν τον ευαίσθητο και τρυφερό ποιητή, όπως και σε προηγούμενες συλλογές του. Χαίρομαι όμως πραγματικά που σε αυτήν εδώ βρήκε έναν ενιαίο, συνεπές τρόπο διαπραγμάτευσής τους και εύχομαι να συνεχίσει έτσι.


Χριστίνα Λιναρδάκη

Παρασκευή, 26 Ιουνίου 2015

Η ποίηση του Αρχίλοχου

O Αρχίλοχος θεωρείται ο πρώτος λυρικός ποιητής της Ευρώπης, πιθανολογείται ότι πριν απ αυτόν προϋπήρξε μια ποιητική γενιά, χαμένη σε μας, η οποία ανέπτυξε το είδος του οποίου ο Αρχίλοχος υπήρξε ο κορυφαίος εκπρόσωπος. Ό,τι γνωρίζουμε για τη ζωή του προέρχεται από τα αποσπάσματα και τα σπαράγματα των ποιημάτων του που έφθασαν σ' εμάς σε παπύρους και χειρόγραφα (γύρω στα 250), από σκόρπιες αναφορές αρχαίων συγγραφέων, από επιγράμματα της Παλατινής Ανθολογίας και από πληροφορίες που σώθηκαν σε επιγραφές, κυρίως στο λεγόμενο Πάριο χρονικό. Σύμφωνα με τις πηγές,  γεννήθηκε στην Πάρο, ήταν γιος του αριστοκράτη Τελεσικλή και της δούλας Ενιπούς και η περίοδος της ακμής του εντοπίζεται στα μέσα του 7ου αιώνα π. Χ.

Έγραψε ιάμβους (θεωρείται ως ο διαμορφωτής της ιαμβικής ποίησης), τροχαϊκά τετράμετρα (που έχουν έναν ιδιαίτερο, εκρηκτικό, εσωτερικό ρυθμό), συνδυασμούς ημιστιχίων διαφορετικού μετρικού συστήματος (τα λεγόμενα Ασυνάρτητα), ελεγείες, δυο επιγράμματα και επωδούς που θεωρούνται μετρική επινόηση δική του και ήταν ιδιαίτερα δύσκολα. Του αποδίδεται επίσης το περίφημο επινίκιο άσμα "ο Καλλίνικος" που τραγουδιόταν προς τιμήν του Ηρακλή αλλά και κάθε νικητή που κέρδιζε κάποια αγώνισμα στην Ολυμπία.

Το μεγαλύτερο μέρος της σύντομης σχετικά και ταραχώδους ζωής του το πέρασε στα πεδία των μαχών, υπηρετώντας ως μισθοφόρος. Έλαβε μέρος σε μια σειρά από εκστρατείες πολεμώντας στη Θάσο όπου ο πατέρας του συμμετείχε στην προσπάθεια εποικισμού του νησιού, στην Μακεδονική Τορώνη, στη Νάξο, στα περίχωρα της Μεγάλης Ελλάδας, στον Μαίανδρο της Ιωνίας, στην Εύβοια. Αυτή ήταν σε γενικές γραμμές η ζωή του που του έδωσε έμπνευση για πολλά από τα περίφημα ποιήματα του όπως αυτό:

Με το δόρυ κερδίζω το ζυμωμένο κρίθινο ψωμί μου, με το 
  δόρυ
το Ισμαρικό κρασί μου και πίνω γέρνοντας πάνω στο 
  δόρυ μου.

Η το παρακάτω :

Τόξα πολλά δεν θα τεντωθούν ούτε πυκνές
σφεντόνες, όταν ο Άρης τον πόλεμο συνάξει
στην πεδιάδα∙ τότε το πολυστέναχτο έργο
θα είναι των σπαθιών∙ γιατί της μάχης τούτης
γνώστες είναι οι αφέντες της Εύβοιας,
πολεμιστές ξακουσμένοι.


Η αντιηρωική του στάση και η ρεαλιστική αντιμετώπιση της ζωής, μακριά από τους ιδεαλισμούς της επικής ποίησης, τον έφεραν σε σύγκρουση με τις κυρίαρχες αριστοκρατικές αντιλήψεις της εποχής, ενώ αναθεματίστηκε από σύσσωμο σχεδόν τον αρχαίο κόσμο για το περίφημο ποίημα όπου περιγράφει την ρίψη της ασπίδας του σε μια μάχη με τους Θρακιώτες Σαΐους στη Θάσο. Όμως, στην πραγματικότητα η κοσμοθεωρία του είναι βαθιά ανθρώπινη, υπάρχουν στιγμές όπου δείχνει το πραγματικό του ήθος, την ειλικρίνεια, την ανδρική του ευθύτητα και το αντιπολεμικό του μένος αποφεύγοντας να δρέψει κάλπικες δάφνες, χαρακτηριστικό είναι το απόσπασμα:

Εφτά στη γη επέσαν σκοτωμένοι
Και σαν τα πόδια τους πατήσαν,
χίλιοι οι φονιάδες είμαστε.


Σε ό,τι αφορά την υπόλοιπη ζωή του, πασίγνωστο είναι το επεισόδιο της διαμάχης του με τον Λυκάμβη που του έταξε την όμορφη κόρη του Νεοβούλη, όμως αργότερα αθέτησε την υπόσχεση του και ακύρωσε τον αρραβώνα. Η οργή του ποιητή υπήρξε τόσο σφοδρή ώστε, σύμφωνα με τον θρύλο, οι αθυρόστομοι ίαμβοι που έγραψε προκάλεσαν τον θάνατο από ντροπή όλης της οικογένειας του Λυκάμβη! Το γεγονός αναφέρεται αρκετές φορές στις πηγές που σημαίνει ότι έχει σχέση με την πραγματικότητα, όμως εμείς αυτό που μπορούμε να διαγνώσουμε είναι η τρυφερότητα του ποιητή σε κάποια κομμάτια :

Την πιο μικρή, την πιο ‘μορφη
την κόρη του Λυκάμβη, αυτήν μονάχα.


Αντιφατικά είναι τα σχόλια των αρχαίων συγγραφέων για τον Αρχίλοχο, κυρίως εξαιτίας του γεγονότος ότι κατέγραψε προσωπικές και οικογενειακές του στιγμές, γεγονός που θεωρούνταν ύβρις για τα ήθη της εποχής. Μάλιστα ο Ηράκλειτος έφθασε στο σημείο να προτείνει τον ξυλοδαρμό του και ο Πίνδαρος πρότεινε να τον καταδικάσουν σε απομόνωση για το αθυρόστομο ύφος του! Άλλες πηγές όμως αναγνωρίζουν την αξία του και τον κατατάσσουν στο υψηλότερο σκαλί των δημιουργών, ενώ αναφέρεται ότι ο Απόλλωνας απαγόρευσε την είσοδο στο ιερό των Δελφών του φονιά κάποιου Καλώνδα από τη Νάξο που είχε το ψευδώνυμο Κόρακας. Μεταγενέστεροι ποιητές όπως ο Οράτιος κι ο Κάτουλλος εμπνεύστηκαν από αυτόν τόσο τη μορφή όσο και το περιεχόμενο των ποιημάτων τους.

Ο Αρχίλοχος τραγούδησε μύθους όπως αυτόν της διάσωσης του Κοίρανου από ένα κοπάδι δελφινιών:

Απ’ τα πενήντα παλικάρια ο καβαλάρης
Ποσειδώνας τον Κοίρανο εγλίτωσε.


Ύμνησε το νησί του σε στίχους όπως αυτοί:

Κι αποχαιρέτα τη την Πάρο
Και κείνα της τα σύκα και τη θαλασσινή ζωή.


Εξέφρασε με τρόπο μοναδικό την απογοήτευση του καθώς ήταν υποχρεωμένος να πολεμά σε τόπους αφιλόξενους :

Δεν τον μπορώ τον τόπο αυτό,
καθόλου δε μ αρέσει,
δεν έχω πεθυμιά καμιά,
ίδιος είναι με τον τόπο, που ρέει
ο Σίριος ποταμός.


Θρήνησε τον χαμό του άντρα της αδερφής του που πνίγηκε σε κάποιο ναυάγιο:

Καθόλου πια δε νοιάζομαι για γλέντια και τραγούδια.


Σε κάθε περίπτωση είναι ένας από του μεγαλύτερους εκπροσώπους της αρχαίας ελληνικής λογοτεχνικής δημιουργίας, ικανότατος στην επινόηση νέων μέτρων, με έκφραση δυνατή, γεμάτη σφρίγος,  ορμή και ένταση. Κι αν αναγκάστηκε να υπηρετεί τον πολεμοχαρή Ενυάλιον Άρη ήξερε βαθιά μέσα του ότι το πραγματικό του ταλέντο ήταν αυτό που του χάρισε ο Απόλλωνας, το έχει πει άλλωστε :

Είμαι εγώ θεράποντας του βασιλιά του Άρη
Μα ξέρω και τον έρωτα γλυκά να τραγουδώ,
Οι Μούσες με προίκισαν.


Απόστολος Σπυράκης

Σημείωση: Η μετάφραση του πρώτου ποιήματος είναι του Ιωάννη Mπάρμπα από το βιβλίο "Λυρική Ποίηση",  εκδ. Ζήτρος. Η μετάφραση του δεύτερου ποιήματος είναι της φιλολογικής ομάδας του Κάκτου από το βιβλίο "Ιαμβικοί και ελεγειακοί ποιητές". Οι μεταφράσεις των υπολοίπων ποιημάτων είναι του Νίκου Μουλακάκη από το βιβλίο "Ερωτικό Αιγαίο", εκδόσεις Gutenberg.



Τετάρτη, 24 Ιουνίου 2015

Ο χρόνος στα δημοτικά τραγούδια: στάση και πέρασμα

Η πιο συνήθης ερώτηση που αφορά τα δημοτικά τραγούδια είναι ποια μπορεί να είναι η χρονολογική τους τοποθέτηση: αρχικά πότε δημιουργήθηκαν, στη συνέχεια μέχρι πότε τραγουδήθηκαν και τελικά πότε και υπό ποιες συνθήκες συλλέχθηκαν για να αποτελέσουν τις συλλογές και τις εκδόσεις που έχουμε στη διάθεσή μας σήμερα.

Το πέρασμα του χρόνου όμως, αυτό καθεαυτό, σπάνια αποτελεί πόλο έλξης και συζήτησης: ο «εσωτερικός» χρόνος σε κάθε κείμενο, ανεξαρτήτου κατηγορίας, είναι όχι μόνο η σπονδυλική στήλη της ιστορίας που διαδραματίζεται αλλά και μια πλούσια πηγή δεδομένων για τον τρόπο που οι άνθρωποι, τόσο ο λαϊκός ποιητής, όσο και το ακροατήριό του, αντιλαμβάνονταν την ροή του χρόνου.

Στα κλέφτικα και τα ιστορικά τραγούδια η χρονολόγηση έχει θεμελιώδη ρόλο, αυτό είναι προφανές. Από την άλλη βέβαια, και ακριβώς γι' αυτό το λόγο, δεν θα βασιζόμασταν σε αυτές τις συγκεκριμένες κατηγορίες για μια ευρύτερη αξιολόγηση του χρόνου, αλλά θα έπρεπε να κοιτάξουμε σε κατηγορίες που αφενός έχουν μεγαλύτερη διάρκεια παρουσίας (κάποιες παραλογές, όπως είναι το τραγούδι «Του νεκρού αδελφού», χάνονται σε βάθη αιώνων) και αφετέρου δεν εξαρτώνται θεματικά από μια ορισμένη ιστορική συγκυρία.

Οι εποχές, οι ώρες της μέρας, οι μεγάλες εκκλησιαστικές γιορτές (κάποιες από αυτές μάλιστα, ούσες κινητές, επηρεάζουν ακόμα πιο ιδιόμορφα το πέρασμα του χρόνου...) είναι τα σημεία αναφοράς στα κείμενα, χωρίς όμως περαιτέρω πληροφορίες. Ο χρόνος φαίνεται να κινείται και να μετριέται με ελαστικότητα, ο παρατηρητής/ποιητής μένοντας επικεντρωμένος στην εξέλιξη της ιστορίας του, δίνει στον χρόνο ελάσσονα σημασία και μαζί μ’αυτό μια ιδιαιτερότητα στην προσέγγιση: το πότε μετράει μόνο όταν επιδρά στο τι.

Το γεγονός ότι ο χρόνος δεν έχει «αντικειμενική» ροή έχει και μια επιπλέον συνέπεια, όχι ευκαταφρόνητη: ανάλογα με τις ανάγκες, συστέλλεται και διαστέλλεται κατά το δοκούν. Η υπερβολή έχει πάντα σκοπό να πείσει αλλά και να τρομάξει, και η παραποίηση του χρόνου λειτουργεί αποτελεσματικά σ’αυτό τον τομέα:

Μάνα μ’ γιατί μι πάντρεψες και μό’ δωκες βλαχιώτη
δώδεκα χρόνους στη Βλαχιά και τρεις βραδιές στο σπίτι.[1]


Ακριβώς επειδή η δύναμη του χρόνου δεν έγκειται στην ακρίβεια, ο ποιητής παίρνει ελευθερίες τέτοιες που να ικανοποιούν τον συνολικό σκοπό του τραγουδιού. Το ακροατήριο, εξίσου απελευθερωμένο από τα δεσμά της ορισμένης διάρκειας των πραγμάτων, δεν βλέπει κάποιο μειονέκτημα σ’αυτό και το τραγούδι λειτουργεί απρόσκοπτα, διαγράφοντας την πορεία του στην ιστορία.

Όταν τα θεμέλια του χρόνου χάνονται στις περιοδικές εναλλαγές των εποχών, τότε επιτυγχάνεται μια ιδιότυπη κίνηση στο διηνεκές, η αρχή και το τέλος παύουν να σηματοδοτούν τις καταστάσεις και τις αφήνουν να διαγράψουν μια πορεία εκτός χρονικών σταθερών. Ίσως εκεί να έγκειται και η αίσθηση διαχρονικότητας που χαρακτηρίζει τα τραγούδια και εξασφαλίζει το πέρασμά τους από γενιά σε γενιά. Το ανθρώπινο στοιχείο είναι μια σταθερά ανεξάρτητη της γραμμικής πορείας του χρόνου και η κοινωνική ομάδα που είναι ταυτόχρονα δημιουργός και αποδέκτης του δημοτικού τραγουδιού χρειάζεται μη χρονικά στηρίγματα για να εξασφαλίσει την επιβίωσή της.

Έτσι, δεν είναι ότι ο χρόνος δεν υφίσταται στην δημοτική ποίηση, ούτε ότι δεν συντελεί στην εξέλιξή της. Αντίθετα, τόσο η αλληλουχία των γεγονότων, όσο και η βάση της θεματολογίας της υπόκεινται σε χρονικούς κανόνες για να μπορέσουν να λειτουργήσουν ως ρεαλιστικά και καθημερινά λογοτεχνικά φαινόμενα. Φαίνεται όμως ότι δεν είναι απαραίτητη η γραμμικότητα στο πέρασμα του χρόνου, και ότι η αντικειμενικότητα στη διάρκεια δεν αποτέλεσε ποτέ κεντρικό σημείο ενδιαφέροντος για τον λαϊκό ποιητή. Η δημοτική ποιήση ενστερνίστηκε τρόπους και μεθόδους που της επιτρέπουν να κινείται εξίσου εντός και εκτός οριοθετημένου χρονικού πλαισίου


Κρις Λιβανίου


[1] in. Guy Saunier, Το δημοτικό τραγούδι της ξενιτιάς, εκδόσεις Ερμής, Αθήνα, 1990, σελ. 97.

Δευτέρα, 22 Ιουνίου 2015

Φάκελος «Λαοί στο περιθώριο – Η ποίηση των γειτόνων». Σταθμός έβδομος: Σλαβομακεδονική ποίηση


Ολοκληρώνεται σήμερα το αφιέρωμα στην ποίηση γειτονικών χωρών, το οποίο καλύπτει ποιήματα και ποιητές των δύο τελευταίων αιώνων. Υπενθυμίζω ότι πρώτος σταθμός ήταν η ποίηση της Τουρκίας, δεύτερος η ποίηση της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης, τρίτος της Βουλγαρίας, τέταρτος η ποίηση της Σερβίας και του Μαυροβουνίου, πέμπτος της Αλβανίας και έκτος της Ρουμανίας.

Η σλαβομακεδονική ποίηση του 19ου και του 20ού αιώνα αποτελεί μια ιδιαίτερη γλωσσική, αισθητική, φιλοσοφική, πνευματική και λογοτεχνική προβολή των πολιτισμικών συστημάτων της FYROM και των Βαλκανίων γενικότερα.

Ο 19ος αιώνας εισήγαγε στην κουλτούρα των βαλκανικών λαών τις πιο αξιόλογες αρχές του ευρωπαϊκού ρομαντισμού: την αφύπνιση της εθνικής συνείδησης, τη φιλοπερίεργη επιστροφή στο επικό παρελθόν, το λυρικό ενδιαφέρον για τον υποκειμενικό και συναισθηματικό κόσμο του ανθρώπου, την προβολή της λαϊκής προφορικής δημιουργίας, την αναζήτηση νέων γλωσσικών σταθερών, την εξατομίκευση, τον πολλαπλασιασμό και την επεξεργασία των κληρονομημένων μορφών της λογοτεχνίας στο πνεύμα της κοινωνίας.

Η εποχή αυτή και σήμερα ακόμη θεωρείται ως σλαβομακεδονική Αναγέννηση. Τότε έγινε πρόδηλη η εμφάνιση αρκετών εθνοκεντρικών συνειδήσεων και ταυτοτήτων στον βαλκανικό χώρο και παράλληλα η εδραίωση των κινημάτων γλωσσικής, κρατικής και εκκλησιαστικής αυτονομίας (υπό τη βουλγαρική, την ελληνική και τη σεβική επίδραση).

Στις αρχές του 20ού αιώνα τίθενται οι βάσεις της νέας μακεδονικής κοινής γλώσσας. Μέσα σε τέτοιες συνθήκες διαμορφώνεται σαφώς το μακεδονικό εθνικό σχέδιο που αντιμετώπισε μια ανανεωμένη αντίσταση κατά της θέσπισης της μακεδονικής γλώσσας και κράτους. Ακολουθεί η κατάρρευση της Οθωμανικής Αυτοκρατίας, η απώλεια της κληρονομημένης αυτονομίας και ακεραιότητας, μια νέα μετατόπιση των συνόρων στα Βαλκάνια και η συγκρότηση νέων ενικών ή πολυεθνικών μοναρχιών. Αυτά τα εμπόδια ακολουθήθηκαν από μια σειρά από αντίξοες ιστορικές περιστάσεις: οι δύο Βαλκανικοί πόλεμοι, ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, το καθεστώς του Βασιλείου Σέρβων, Κροατών και Σλοβένων, η σερβική κατοχή, η βουλγαρική κατοχή, ο Β΄Παγκόσμιος Πόλεμος. Το σλαβομακεδονικό πνεύμα ατονεί, όμως ταυτόχρονα διαμορφώνεται και η συνείδηση για τις ιδιαιτερότητες της σλαβομακεδονικής εθνότητας, που βρίσκει την αντανάκλασή της στο όλο και πιο οργανωμένο κίνημα για εθνική, κρατική, γλωσσική και πολιτιστική ανεξαρτητοποίηση.

Στο β΄ήμισυ του 20ού αιώνα η ποίηση γράφεται με το σύγχορνο μακεδονικό γλωσσικό τυπικό. Ακριβώς τότε εδραιώνεται και η σύγχρονη σλαβομακεδονική λογοτεχνία. Η ποίηση, μέσα σε μια σχετικά σύντομη περίοδο, καλλιεργείται αισθητικά ως μορφή και δημιουργεί όλες τις προϋποθέσεις για τον εκσυγχρονισμό της. Το λογτεχνικό σύστημα μεταμορφώνεται πιο γρήγορα από το γλωσσικό. Ο λυρισμός του δεύτερου μισού του 20ού αιώνα βιώνει τουλάχιτσον δύο «χρυσές εποχές»: Η μία ταυτίζεται με το πέρασμα από τη δεκαετία του ’60 στη δεκαετία του ’70 και η άλλη παρατηρείται προς τα τέλη της δεκαετίας του ’80 και τις αρχές της δεκαετίας του ’90. Μια απελευθερωμένη ποίηση αντιστοχiεί σε έναν απελευθερωμένο λαό, μια απελευθερωμένη γλώσσα και ένα απελευθερωμένο πνεύμα.

Τη μετάφραση των ποιημάτων έχουν κάνει ο Βασίλης Καρατζάς ή Βάσκο Κάρατζα και η Βικτωρία Θεοδώρου.



ΕΛΕΓΕΙΕΣ ΓΙΑ ΣΕΝΑ

3.

Δυό όχθες, δυό πλαγιές απάτητες
κι ανάμεσά τους λιγνό γεφύρι
κάτ’ απ’ το τόξο του το γαλανό νερό
κυλά και πλένει την πληγή μου.

Από τα παμπάλαια χρόνια κυλά
κι ωστόσο είναι νέο, αιώνια νέο
μα τα βάσανα εδώ όλο παλιώνουν
κι όλο γερνούν πιο πολύ.

Ορμάει το νερό κατεβαίνοντας
τα εμπόδια προσπερνά και τρέχει,
στις όχθες η ζωή μαραίνεται
πνιγμένη από τις αγριάδες!

Κότσο Σόλεβ Ράσιν

ΚΟΤΣΟ ΣΟΛΕΒ ΡΑΣΙΝ (1908-1943): Ποιητής, διηγηματογράφος, δημοσιολόγος και χρονογράφος. Ένας από τους πιο διακεκριμένους Σλαβομακεδόνες διαννοουμένους ανάμεσα στους δύο παγκόσμιους πολέμος.




ΤΟ ΤΥΜΠΑΝΟ
Με βροντές από τα έγκατα
τα πέλματα των χορευτών κεντρίζει
ξεσηκώνει. Τράγος που τους γδέρνει ζωντανούς.

Σε τροχό θάψαν την ψυχή του
ν’ αγγίξει η ουρά το κεφάλι.
Με κόκαλα βούβαλου το χτυπούν κάθε μέρα
φλόγες βγαίνουν απ’ το λαρύγγι του
σπίθες πράσινες σκιρτούν απ’ τη φωτιά
οι νύφες το πέπλο τους στολίζουν.

Δεν το αφήνουν να κοιμηθεί ούτε τη νύχτα
δεν το αφήνουν να πεθάνει:
πετσί και κόκαλο πυρπολημένο
τραγούδι σιδερένιο.

Σλάβκο Γιανέβσκι

ΣΛΑΒΚΟ ΓΙΑΝΕΒΣΚΙ (1920-2000): Ποιητής, μυθιστοριογράφος, διηγηματογράφος, μεταφραστής, σεναριογράφος και συγγραφέας ταξιδιωτικών εντυπώσεων. Του απονεμήθηκαν πολλά βραβεία.




ΤΟ ΒΟΥΝΑΛΑΚΙ ΤΩΝ ΣΚΥΛΩΝ(απόσπασμα)

Ο Μάρκο Κράλε πολεμούσε μέρες
στο Πρίλεπ, στο βουναλάκι των σκύλων.
Χτυπούσε παντού με το σπαθί
του κι αποδεκάτιζε τον εχθρό, μα
εκείνος πάλι ζωντάνευε και γινόταν διπλός.
Είδε ο Μάρκο πως δεν γίνεται τίποτα,
πετάλωσε το άλογό του ανάποδα, έβαλε
τύμπανα να βροντούν, για να μη μάθουν οι
εχθροί πως κανένας δεν ήταν στο κάστρο,
και χάθηκε κάπου μέσα στη νύχτα.

(ΛΑΪΚΟΣ ΘΡΥΛΟΣ)


Έπρεπε να δώσω κι αυτή τη μάχη –
να πολεμήσω ολόκληρες μέρες,
με ματωμένα ως τους ώμους τα χέρια
με ματωμένα πόδια ώς τα γόνατα,
ώς την εξάντληση –
ώσπου να εξακριβώσω,
ώσπου να βρω την άκρη,
ώσπου να στερέψω όπως στερεύει το πηγάδι
στην κάψα του θέρους,
για να θυμηθώ την τελευταία επιθυμία:

Μόνο κανείς να μη δει το θάνατό μου!

Βγαίνω πρωί σ’ αυτό το λόφο των σκύλων,
μανιασμένος πολεμώ τους έκφυλους διαβόλους
απειλώντας με τα μπράτσα δεξιά-αριστερά
και χτυπώ
και αποκρούω
και κόβω
όπως πελεκούν δάσος πυκνό για ν’ ανοίξουνε δρόμο
αλλά το βράδυ όταν γυρίζω κατάκοπος
ξαναγίνονται μέσα μου όλα
όπως ήταν και πριν,
λες και όργωνα το έλος
και μόνο του μεγαλώνει το κακό
σαν τα αγριόχορτα μετά το βοτάνισμα.

Μπλάζε Κόνεσκι

ΜΠΛΑΖΕ ΚΟΝΕΣΚΙ (1921-1993): Ποιητής, διηγηματογράφος, χρονογράφος, γλωσσολόγος, μεταφραστής και πανεπιστημιακός καθηγητής. Υπήρξε ο πρώτος πρόεδρος της Μακεδονικής Ακαδημίας Επιστημών και Καλών Τεχνών και ένας από τους θεμελιωτές της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Σκοπίων, η οποία σήμερα φέρε το όνομά του. Μέλος της Ακαδημίας Επιστημών και Καλών Τεχνών, του απονεμήθηκαν πολλά βραβεία.



ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ

Αστράγαλος σε αστράγαλο.
Πέτρα πάνω στην πέτρα.
Πέτρινο δάσος
ξεπάγιασμα.
Αστράγαλος σε αστράγαλο.
Πέτρα πάνω στην πέτρα,
από πέτρα κι εμείς.
Καπνίζει τη νύχτα.
Ξεχωρίζει ο λόγος από το σκοτάδι.

Πυρωμένο κάρβουνο στα σπλάχνα του καίει.
Ω συ που υπάρχεις γιατί δεν υπάρχεις,
τον ουρανό τραντάζεις,
τη γη περιστρέφεις.

Ω συ που υπάρχεις γιατί δεν υπάρχεις,
δυναμώνει η γη κάτω από πέτρινες πλάκες.
Φτάνει κατάπληκτος απ΄ τους θανάτους του
ο λόγος συντρίβοντας όλους τους κροτάφους.
Αστράγαλος σε αστράγαλο.
Πέτρα σε πέτρα.
Τον τάφο μου σκάβω με λύσσα.
Άνοιξέ μου
Κατάρα
και συ πέτρινο κάστρο,
στου λόγου το κάρβουνο να καώ,
να λιώσω θέλω.

Άτσο Σόποβ

ΑΤΣΟ ΣΟΠΟΒ (1923-1982): Ποιητής, μεταφραστής, εκδότης. Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί σε ξένες γλώσσες, ενώ έχουν περιληφθεί και στη συλλογή της UNESCO. Μετέφραζε από πολλές γλώσσες (Σαίξπηρ, Κορνέιγ, Ροστάν, Κριλόφ, Κάρλεζα, κ.ά.). Του απονεμήθηκαν πολλά βραβεία για το ποιητικό του έργο.



ΒΡΟΧΕΣ

Φτάνουν νεκρά και κουρασμένα άλογα του απείρου
ο μακρινός ψίθυρος του ξεχασμένου λόγου
χτυπούν αδιάκοπα μόνα στα κλειστά παράθυρα
χτυπούν ανέλπιδα με τ’ ακαλίγωτα πόδια τους
πάνω στο χώμα σου γη μου τ’ όμορφο το ειρηνικό
χτυπούν σκοτεινά χτυπούν αδέξια

Πού μπροστά σε τούτη τη μάζα
σ’ αυτόν τον μπαμπακένιο ορίζοντα χωρίς γραμμές
σε τούτη τη θολή σάρκα της γης και της νύχτας
σάρκα βαθιά μαζί και πυκνή
των ματιών πλησμονή και θάνατος του απείρου

Πού, ω πού εσύ πού εγώ θάλασσα βουερή κι απέραντη
μονότονη εσύ
πεδιάδα ορίζοντα κατάκοπη
που ποθείς ανέμους ξαστεριάς
Πού ω πού
ζυμάρι πηχτό από χώμα κα βροχή
Άνθρωπε: πού είμαι εγώ
Πέτρα στα χέρια και στα μάτια λάσπη.

Ματέγια Ματέβσκι

ΜΑΤΕΓΙΑ ΜΑΤΕΒΣΚΙ (1929 - ): Ποιητής, κριτικός της λογοτεχνίας, καθηγητής Πανεπιστημίου και μεταφραστής. Ακαδημαϊκός, πρόεδρος της Ακαδημίας Επιστημών και Καλών Τεχνών, εργάστηκε ως διευθυντής της Μακεδονικής Ραδιοφωνίας και Τηλεόρασης μεταξύ πολλών άλλων θέσεων και τίτλων.



Η ΓΕΝΕΣΗ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ

Ήταν κάτι σαν όνειρο αυτό,
σε ξένο τόπο, σε ξένο χρόνο:
τα δέντρα μεγάλωναν μόνο στραβά
γιατί ποτίζονταν με ακάθαρτο νερό
και γεννούσαν χιονένιους καρπούς.
Ω, ήταν άλλη τότε εποχή,
όταν δεν υπήρχε χρόνος:
ξημέρωνε αλλά δε νύχτωνε,
στη γη περπατούσαν μόνο οι πέτρες
και τα πουλιά δεν είχανε πόδια
και ήταν καταδικασμένα να πετούνε μόνο.
Αλλά κι εμείς σαν να μην υπήρχαμε πουθενά:
Τα μάτια μας ήταν αδύναμα,
δε γνωρίζαμε τα πρόσωπά μας
ούτε τα ονόματά μας.
Κι ακόμα δεν ξέρουμε τι μας έκαμε
τότε κάποιος και πότε εκεί.

Πέτρε Μ. Αντρεέβσκι

ΠΕΤΡΕ Μ. ΑΝΤΡΕΕΒΣΚΙ (1934-2006): Ποιητής, μυθιστοριογράφος, θεατρικός συγγραφέας και σεναριογράφος. Εργάστηκε ως συντάκτης στη Μακεδονική Τηλεόραση. Μέλος της Ακαδημίας των Επιστημών και Καλών Τεχνών. Τα έργα του μεταφράστηκαν σε πολλές ξένες γλώσσες και έχει πάρει πολλά βραβεία.




ΑΤΛΑΣ

Όλα τα σήκωνα μόνος
πότε στον ώμο και πότε στην καρδιά μου
από τη μία ως την άλλη άκρη του κόσμου
μάγοι και μοχθηροί
ήθελαν ν’ αλλάξω θέση
όμως το σύμπαν έτριζε στα χέρια μου
όπως τρίζει το κίτρινο καρπούζι.
Ανέβαινα στον εαυτό μου
κατεβαίνοντας από τον ουρανό
στη γη φορτωμένος καρπούς.
Άλλαζα ώμο και πανιά
μόνος χωρίς βοηθό.
Αν υποχωρήσω σε θύελλα, από το βάρος
όλα θα συντριφτούν
Ουρανός και Γη, θα χαθούν.

Ράντοβαν Παβλόβσκι

ΡΑΝΤΟΒΑΝ ΠΑΒΛΟΒΣΚΙ (1937 - ): Ποιητής, συγγραφέας ταξιδιωτικών εντυπώσεων και δοκιμίων, έζησε στο Ζάγκρεμπ και το Βελιγράδι. Τα έργα του έχουν μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες και του έχουν απονεμηθεί διεθνή βραβεία.


Ράντοβαν Παβλόβσκι


Επιλογή για το στίγμαΛόγου: Χριστίνα Λιναρδάκη

Παρασκευή, 19 Ιουνίου 2015

"Τα στοιχεία και τα στοιχειά" της Κωνσταντίνας Κυριαζή

"Τα Στοιχεία και Τα Στοιχειά", η δεύτερη συλλογή της Κωνσταντίνας Κυριαζή, αποτελείται από δύο ενότητες ξεκάθαρα διαχωρισμένες τόσο σε θεματικό όσο και σε στυλιστικό επίπεδο. Το πρώτο χαρακτηριστικό, αυτό που κερδίζει την πρώτη εντύπωση είναι η ένταση του στίχου, λεξιλογικά παρούσα αλλά και νοηματικά υποβόσκουσα.

Τα γεγονότα ως πηγή σκέψης και ως αφορμή για την εξωτερίκευση συγκινήσεων είναι ηχηρά απόντα, με αποτέλεσμα η συναισθηματική ένταση, μην έχοντας κάπου να στηριχθεί, να εξαπλώνεται και να κυριαρχεί στα ποιήματα. Η ένταση αυτή από ένα σημείο και μετά ξεφεύγει από το οριοθετημένο περίγραμμα της υποκειμενικής συγκίνησης και μετατρέπεται σε καθαρή αγωνία, σχεδόν σωματοποιημένη, αλλά και σε ένα φόβο ανομολόγητο που θεμελιώνει μια ατμόσφαιρα ταυτόχρονα έλξης και απώθησης. Παράλληλα, η σχεδόν ολοκληρωτική απουσία της στίξης λειτουργεί σε δύο επίπεδα: από την μια πλευρά εντείνει και παγιώνει το συναίσθημα, επειδή η αλληλουχία των λέξεων δεν ορίζεται από την αρχή και το τέλος μιας ποιητικής φράσης, από την άλλη όμως δυσχεραίνει την κατανόηση δεδομένου ότι είναι δύσκολο για τον αναγνώστη να τοποθετηθεί ως προς το κείμενο που έχει στα χέρια του.

Πρόκειται για ένα σύνολο στίχων, αν μπορεί κανείς να δει μια συλλογή τόσο σφαιρικά, που κλυδωνίζεται σε μια εύθραυστη ισορροπία των άκρων: από τη μια υπάρχει η εξωτερίκευση των αισθήσεων και από την άλλη η ισχυρή εσωτερικότητα της γραφής που δεν διευκολύνει -για να το θέσω ευφημιστικά- την σύνδεση της δημιουργού με τον αναγνώστη. 

Είναι ενδιαφέρον το ότι σ’αυτή τη συλλογή δεν λείπει μόνο το γεγονός ως αφετηρία και ως έμπνευση αλλά και οι άνθρωποι: οι ουσιαστικοί πρωταγωνιστές είναι οι πέντε αισθήσεις και κυρίως ο ήχος, η αφή, ο αέρας. Είναι παράξενη η αίσθηση που αφήνει στην ανάγνωση η απουσία του ανθρώπινου στοιχείου. Οι ισορροπίες ανάμεσα στη ζωή και στα φυσικά φαινόμενα, που είναι και το βασικό θέμα της δεύτερης ενότητας, σκιαγραφούνται κάτω από το νέο πρίσμα, αυτό της μη αλληλεξάρτησης. Με μια γλώσσα που είναι κατ’επίφαση μόνο καθημερινή, αλλά στην ουσία ιδιαίτερα δουλεμένη, η Κωνσταντίνα Κυριαζή επιχειρεί να ψηλαφίσει την έκταση που καταλαμβάνει το φυσικό περιβάλλον στην ανθρωποκεντρική προσέγγιση της πραγματικότητας. Αν είχε αποφύγει τον ύφαλο της προσωπικής ποίησης, σε κάποιες περιπτώσεις μάλιστα της κατ’ιδίαν συνομιλίας, η επαφή της με τον αναγνώστη θα κυλούσε απρόσκοπτα σε μια κοινή αλληλουχία συγκινήσεων. 

Ως συνέχεια των "Ένυδρων οροπεδίων", η γραφή της έχει αλλάξει και η θεματολογία επίσης, έχει γίνει πιο ακριβής και δείχνει να έχει σαφή ιδέα για το σημείο στο οποίο θέλει να βρεθεί τελειώνοντας αυτή τη συλλογή. Η εξέλιξη είναι αναμφισβήτητα παρούσα και αυτό μόνο θετικά έχει να φέρει στο μέλλον.

Κρις Λιβανίου


Κάποια από τα ποιήματα που μου άρεσαν περισσότερο:



Αιφνίδια βαρυηκοΐα, ΙΙ

Ακίνητοι
στο κέντρο της δίνης
με διεσταλμένες κόρες
και ξηρασία στο στόμα

σιγή ισχύος

κινείται πλήθος
με γλώσσα δυσφραδή
χαρακτική

επιβάλλεται
ο εξανθρωπισμός της αλαλίας

έπειτα κόπωση
τραύλισμα
«κι εν τη ρύμη του λόγου»
κραυγές
εκ του κέντρου της δίνης
που λαβώνουν ανεπιστρεπτί
την γλώσσα

Αιφνιδίως βωβαίνεσθε




Πλούτος

Τα καλοκαίρια το μεσημέρι
πάντα στο ίδιο δωμάτιο
ξυπόλητη στα χρώματα
με βέρες στα δάχτυλα
και μονόπετρα γράμματα
τα τζιτζίκια ξαποσταίνουν στα παγάκια της βυσσινάδας
κεραμίδια ζαλίζουν τον ουρανό
κι η σιωπή απ’το παράθυρο
αχνίζει ευτυχία

Τετάρτη, 17 Ιουνίου 2015

"Ταρτούφος" στο θέατρο του Νέου Κόσμου

Ο Οργκόν είναι εύπιστος νοικοκύρης. Έχει μητέρα, σύζυγο, γιο, κόρη με αρραβωνιαστικό και υπηρέτρια. Εντυπωσιάζεται από τον χαρισματικό Ταρτούφο, κι αφού τον βάλει στο σπίτι και την ζωή του, τον περιβάλλει με την απόλυτη εμπιστοσύνη του. Από αυτό το σημείο αρχίζουν τα ευτράπελα.

Έτσι ξεκίνησε ο Μολιέρος τη συγγραφή της κωμωδίας του κάπου στα 1660, κάνοντας σαφείς αναφορές στην θρησκοληψία της εποχής εκείνης - και όχι μόνο. Αμέσως μετά την πρώτη «προβολή» του έργου, ο Αρχιεπίσκοπος των Παρισίων, έχοντας την εύνοια και την σύμφωνη γνώμη της βασιλομήτορος, διέταξε επί ποινή αφορισμού την πλήρη απαγόρευσή του. Ο συγγραφέας τότε άρχισε έναν πολυετή αγώνα για την απενοχοποίηση της προσέγγισής του στα κοινωνικά, θρησκευτικά, πολιτικά και ανθρώπινα ζητήματα που έθιγε.

Αυτή την πασίγνωστη κωμωδία επέλεξε να ανεβάσει στη σκηνή μια ομάδα νέων καλλιτεχνών με το όνομα «This Famous Tiny Circus Theatre Group», στο Θέατρο Του Νέου Κόσμου. Μάλιστα, για να είμαστε ακριβέστεροι, διασκεύασε το έργο έτσι, ώστε να ξεκινά από την ανάγνωση των επιστολών που έστελνε ο Μολιέρος στον βασιλιά Λουδοβίκο ΙΔ΄, ζητώντας του την αναθεώρηση της άδικης «καταδίκης» του έργου του. Μια ανάγνωση σε ρυθμό καταιγιστικό από τον «χορό» που αποτελούσαν τέσσερις νέοι και ισάριθμες νέες, θυμίζοντας με την συνολική τους παρουσία μια ομάδα παλιάτσων, κωμωδών, διασκεδαστών. Η κίνησή τους ήταν πολύ καλά προβαρισμένη και ευρηματική η χρήση που έκαναν των διαθέσιμων αντικειμένων.

Επί σκηνής συνεχόμενα, σε όλη την διάρκεια της παράστασης, άλλαζαν ρούχα, ρόλους, ύφος, διάθεση κι όλα αυτά πολύ γρήγορα, έξυπνα, ευφάνταστα. Αυτό που προφανώς θέλησαν ήταν να τονίσουν τον κοινωνικό χαρακτήρα του έργου και να αναδείξουν τους προβληματισμούς που απορρέουν από τα ανθρώπινα λάθη και πάθη.

Ατυχώς όμως, επέμειναν περισσότερο απ’ ό,τι θα έπρεπε στις δυσάρεστες καταστάσεις που κάθε φορά προέκυπταν, με αποτέλεσμα το έργο να χάσει τελικά τον προσανατολισμό του. Κατάφεραν να μετατρέψουν μία πασίγνωστη και χιλιοπαιγμένη κωμωδία  σε ένα επίπεδο κοινωνικό έργο, χωρίς μάλιστα να υπάρχει κάποιο βαθύτερο ή κρυμμένο νόημα που θα τροφοδοτούσε δεύτερες σκέψεις.

Θεωρώ ότι οι οκτώ νέοι ηθοποιοί παρουσιάστηκαν ως ένα πολύ δεμένο, ομοιόμορφο σύνολο. Άλλοτε χαριτωμένοι, ενίοτε «δραματικοί», πάντοτε υπερενεργητικοί (κάποιες φορές ίσως πιο πολύ απ’ όσο θα ‘πρεπε), προσπάθησαν ελάχιστες στιγμές να αποσπάσουν το γέλιο των θεατών με αυτοσχεδιασμούς και γκριμάτσες, την ώρα που το ίδιο το έργο ήθελε να προσφέρει δροσιά και χαμόγελο - η σκηνοθετική «αντίληψη» όμως είχε άλλη άποψη.

Ο φωτισμός της Ελίζας Αλεξανδροπούλου ήταν επικεντρωμένος στην δημιουργία της ανάλογης ατμόσφαιρας. Αυτή την ατμόσφαιρα προσπάθησε να μας μεταφέρει κι ο Γιώργος Κασσαβέτης, ιδιαίτερα με τον υποτονθορισμό που θύμιζε έντονα μαδριγάλι του 16ου αιώνα.

Κατερίνα Πεσταματζόγλου



Στοιχεία για την ταυτότητα της παράστασης:

Συντελεστές
Μετάφραση: Ανδρέας Στάικος
Σκηνοθεσία: Κωνσταντίνος Μάρκελλος
Δραματουργική επεξεργασία: Ανδρέας Στάικος, Κωνσταντίνος Μάρκελλος, Ελένη Στεργίου
Μουσική: Γιώργος Κασαβέτης
Σκηνικά-Κοστούμια: Γεωργία Μπούρδα
Σχεδιασμός Φωτισμών: Ελίζα Αλεξανδροπούλου (
Επιμέλεια Κίνησης-Χορογραφίες: Χρυσηίς Λιατζιβίρη
Σύμβουλος Δραματολογίου-Θεατρολόγος: Βασιλική Δεμερτζή
Σχεδιασμός Ήχου: Μανώλης Ανδρεάδης
Teaser: Κώστας Στάμου, ARTLABOR productions / Βαγγέλης Τσάκας, Eclipse Productions
Φωτογραφίες παράστασης: Μαρία Μαρουλάκου, Ειρήνη Ματθαίου, Μαρία Ασημάκη
Γραφιστικά-Σχεδίαση: Ειρήνη Ματθαίου, Χάρη Καρακουλίδου

Στο "Θέατρο του Νέου Κόσμου"

Ηθοποιοί
Ελένη Στεργίου, Κωνσταντίνος Δαλαμάγκας, Βασίλης Ψυλλάς, Δέσποινα Φούντα, Ράνια Φουρλάνου, Χριστίνα Μαριάνου, Μάριος Ράμμος, Κωνσταντίνος Μάρκελλος

Δευτέρα, 15 Ιουνίου 2015

Φάκελος "Λαοί στο περιθώριο - ποίηση των γειτόνων". Σταθμός έκτος: Ρουμανία (συνέχεια)

Τριστάν Τζαρά
Συνεχίζοντας από την προηγούμενη ανάρτηση του φακέλου, εξακολουθούμε με τον τρέχοντα σταθμό του αφιερώματος στην ποίηση γειτονικών χωρών (έκτο σταθμό στη σειρά), ο οποίος περιλαμβάνει ανθολόγηση ποιημάτων από τη Ρουμανία (την προηγούμενη ανάρτηση με το ίδιο θέμα - αξίζει να τη δείτε για να διαπιστώσετε τη μεγάλη διαφορά των ρευμάτων - μπορείτε να δείτε εδώ).Υπενθυμίζουμε ότι η μετάφραση είναι του γνωστού κριτικού και πανεπιστημιακού Βίκτωρ Ιβάνοβιτς.


ΦΩΝΗ

Μάντρα χαλασμένη
Κι εγώ αναρωτιέμαι
Τάχατες γιατί
Να μην κρεμαστεί

η Λία η ξανθή
απόψε το βράδυ
από ‘να σκοινί
σαν ώριμο αχλάδι...

Θα την αλυχτούσε
σκυλολόι στο δρόμο
και θα τριγυρνούσε
να τη δει ο κόσμος.

Θα φωνάζαν γύφτοι:
«Ρε, δες μη σου πέσει»
ενώ εγώ το σύρτη
θα ‘σουρνα στη θέση,

θ’ ανέβαινα να την
αποκαθηλώσω
από πάνου εκεί,
σαν ώριμο αχλάδι,
σαν κόρη νεκρή,
και σε ωραία κλίνη να τηνε ξαπλώσω.



ΠΟΙΗΜΑ ΚΟΣΜΙΚΟΝ

Ποίημα κοσμικόν: πώς εν τω βίω να πορεύεσαι – ερωτηματικό
Βαριεστημάρα – είμαι εγώ στον κάμπο αλέτρι φθινοπωρινό
κι η ποίησις το σκουληκάκι που ανοίγει υπόγειον αυλάκι
για να ποτίζεται η σπορά ώστε να βγουν τα στάχυα φουντωτά.

Στο πιάνο επάνω κάδρο σκονισμένο, κι έπειτα πια ζωντανεμένο,
εκεί στην επαρχία, όπου διδάσκουν οικογένεια και θρησκεία.
Προτίμησε να’ρθει στην πόλη με γλέντια και περίσσεια σχόλη,
όπου πριν πάρεις είδηση έχασες τη συνείδηση.

Ψυχή, κυρία κοσμική, πας μ’ όποιον βρεις, όπου σε βρει,
Πόλη μ’ άπιστα κορίτσια, πόλη με κάλπικα βιολιά.
Κι εσείς, ω μπαλαρίνες, ανάποδα λουλούδια, παραμερίστε φύλλα από βαμβάκι,
για να μας δείξτε εδώ και τώρα τα πιο γλυκά σας μυστικά.

Στη σκηνή μια γυναίκα γυμνή, στην αίθουσα μούδιασμα, κι όμως
Κανένας πόνος μες στο νου, κανένας θάνατος ηθοποιού.
Ο νέγρος κατεβαίνει απ’ το φεγγάρι σαν σπουργιτάκι επάνω σε βιολιά,
κι έλα, αγαπούλα, να σε πάω όπου γουστάρεις – δικά μου (μη σε νοιάζει) τα έξοδα.

Τριστάν Τζαρά

ΤΡΙΣΤΑΝ ΤΖΑΡΑ (1896-1963): Ο Τριστάν Τζαρά (ψευδώνυμο του Σαμουήλ Ρόζενστοκ) είναι ο εισηγητής του ντανταϊσμού. Γεννήθηκε στη Μολδαβία και πέθανε στο Παρίσι. Προτού εγκαταλείψει οριστικά τη Ρουμανία, δημοσιεύει σε διάφορα φιλολογικά έντυπα μετασυμβολιστικά ποιήματα, τα οποία προαναγγέλουν ήδη την πρωτοποριακή γραφή. Το ώριμο έργο του είναι γραμμένο στα γαλλικά. Ο Τζαρά δεν διέρρηξε ποτέ τις σχέσεις του με το ποιητικό κίνημα της γενέτειρας χώρας και συνέχισε να συνεργάζεται με έντυπα της ρουμανικής πρωτοπορίας.



ΑΙΜΟΡΡΑΓΙΑ, ΑΝΑΒΑΣΗ

Κοντά στα όπλα σας, άνθρωποι αδυσώπητοι
Κοντά στους αετούς σας που τους μάθατε να σπαράζουν πνευμόνια

Στον όποιο φλόγες φέρονται, ανήκει ο ίσκιος μου ανάμεσα στις σκυφτές βουνοκορφές,
Προσεκτικά ατενίζοντας την πόλη τη δεμένη με χειροπέδες άρτου.

Αλλά σας λέω: κι αν ακόμη ψάχνατε μέσα μου έως τα πιο βαθιά μου σπλάχνα,
Όπως θα έσπαγε κανείς ένα βιολί για να βρει μέσα του τη μελωδία
Ή έναν καθρέφτη που στο βάθος του θα ‘θελε να ξεδιαλύνει τις εικόνες
Τ’ όραμα που κουβαλάω εντός μου δεν πρόκειται να το φτάσετε.

Μέσ’ απ’ το πρωινό που ανοίγει μια φλέβα του
Με την ομίχλη σωρευμένη σε γυάλινα σωληνάρια,
Με την ψυχή που μες στη σάρκα, σαν σε ζουρλομανδύα,
Χτυπιέται, γδέρνει, θέλει να απελευθερωθεί,

Κι εσείς να δαγκώνετε το χιόνι και να δαγκώνεστε μεταξύ σας
Σαν τα σκυλιά ζευγμένα στο έλκηθρο που ανεβαίνει προς ποια χιονοθύελλα;

Δήμιοι ή αδέρφια, δείτε με, βαδίζω ανάμεσά σας,
Χωρίς να ξέρω τι θα μου καρφώσετε στην πλάτη: ένα μαχαίρι ή μια φτερούγα.

Ιλάριε Βορόνκα

ΙΛΑΡΙΕ ΒΟΡΟΝΚΑ (1903-1946): Ποιητής, πεζογράφος, δοκιμιογράφος. Συνεργάστηκε με τα κυριότερα περιοδικά της βουκουρεστιανής avant-garde και εξελίχθηκε μάλιστα σε θεωρητικό της τάσεως που ονομαζόταν «ζωγραφικοποιητική». Το 1934 εκπατρίζεται και αρχίζει να γράφει στα γαλλικά. Στη γλώσσα επιλογής, η ποίηση του Βορόνκα έχει μοντερνιστικό χαρακτήρα με την ευρύτερη σημασία της λέξεως (όχι αποκλειστικά πρωτοποριακό). Αυτοκτόνησε στο Παρίσι.



ΤΟ ΤΕΙΧΟΣ

Είχα ένα τείχος κάποτε
μπροστά στα μάτια μου το ‘στηνα με τύφλωνε
κολλούσα τ’ αυτί μου σ’ αυτό με ξεκούφαινε
ακούμπαγα επάνω του με ξεθέωνε

το χέρι μου άπλωνα προς το μέρος του με χτύπαγε
πήγαινα να το δρασκελίσω με ταπείνωνε

ήταν ψηλός μαβής και ορθογώνιος
ένας ψηλός μαβής κι ορθογώνιος τοίχος
μ’ ένα μονάχα ορθογώνιο παράθυρο

οι σπόροι του προσείλκυαν
την ηχώ από δόντια που στις λέξεις συνθλίβονται



ΑΝΤΙΣΤΑΘΜΙΣΗ

Οφθαλμός αντί ρινός οδούς αντί άνθους
ίππος ανθ’ αίματος άνθρωπος αντί καρπού
κι έπειτα υπήρχε η αδιάκοπη εκείνη οικία
κι εκείνο το μαχαίρι το τσόχινο μες στο νερό
υπήρχαν κι αρκετά συρτάρια γεμάτα ομίχλη
υπήρχε μια καρέκλα κι εγεννάτο μια αρετή
κατόπιν υπήρχαν γραμματοκιβώτια γεμάτα φύλλα δέντρων
τα πόδια τα υποδήματα η μελαγχολία
και λίγες λέξεις σ’ έναν ξύλινο σωλήνα
κι ένα δεν ξέρω πού και δεν ξέρω γιατί

κι όλα αντισταθμίζονταν αντισταθμίζονταν

Τζέλλου Ναούμ

ΤΖΕΛΛΟΥ ΝΑΟΥΜ (1915-2001): Ποιητής, πεζογράφος, θεατρικός συγγραφέας, μεταφραστής. Η πρώτη ποιητική συλλογή του, «Ο εμπρειστικός οδοιπόρος», αποτελεί την απόλυτη αρχή του υπερρεαλισμού στη Ρουμανία. Μεταξύ 1938-1940 προσχωρεί στο διεθνές υπερρεαλιστικό κίνημα και μετέχει στις δραστηριότητες του πυρήνα γύρω από τον Αντρέ Μπρετόν. Το επικείμενο ξέσπασμα του πολέμου τον αναγκάζει να εγκαταλείψει τη Γαλλία. Επιστρέφοντας στη Ρουμανία, θέτιε τις βάσεις μιας υπερρεαλιστικής ομάδας. Μετά το 1948, το σταλινικό καθεστώς που εγκαθιδρύεται στη Ρουμανία θέτει τέρμα σε κάθε είδους ανεξάρτητη πνευματική δραστηριότητα. Σε πλήρη απομόνωση, ο Τζέλλου Ναούμ διανύει μακρά περίοδο «εγχώριας εξορίας» κατά την οποία δεν μπορεί να δημοσιεύσει παρά μόνο παιδική λογοτεχνία και μεταφράσεις. Κατά την τελευταία δεκαετία της ζωής του, το έργο του γίνεται ευρέως γνωστό και μεταφράζεται σε πολλές ξένες γλώσσες.


Επιλογή για το στίγμαΛόγου: Χριστίνα Λιναρδάκη 
Τζέλλου Ναούμ

Παρασκευή, 12 Ιουνίου 2015

Λευτέρης Ξανθόπουλος - ντοκιμαντέρ και ποίηση

Αναφερόμενοι στο πλούσιο έργο και την προσωπικότητα του Λευτέρη Ξανθόπουλου, βρισκόμαστε ενώπιον ενός μεγάλου ερωτήματος: για ποιον πρωτίστως γίνεται ο λόγος, για τον ποιητή ή τον σκηνοθέτη; Άραγε ο λογοτέχνης υπερτερεί του σκηνοθέτη ή μήπως συμβαίνει το αντίθετο; Είναι σωστό να μιλήσει κανείς για τις ποιητικές του συλλογές ή τις ταινίες του; Όποιος γνωρίζει από κοντά τα έργα του Λευτέρη Ξανθόπουλου και είναι εξοικειωμένος με αυτά, αντιλαμβάνεται ότι ερωτήματα σαν το παραπάνω κρίνονται αφελή. Είναι δίκαιο να ειπωθεί ότι σε κανέναν άλλον Έλληνα κινηματογραφιστή οι δύο ξεχωριστές αυτές ιδιότητες, του ποιητή και του σκηνοθέτη, δεν δέθηκαν τόσο στενά στο ίδιο πρόσωπο.

Ο ποιητής, δηλαδή ο κατ’ εξοχήν εραστής της ωραιότητας και ο σκηνοθέτης – ντοκιμαντερίστας, δηλαδή αυτός που αγωνιά για την αήθεια, αποτελούν τις δύο όψεις του ίδιου εκφραστικά ώριμου και πολύπλευρου ταλέντου.

Όλα σχεδόν τα έργα του Ξανθόπουλου, από τα πρώτα ντοκιμαντέρ της ξενιτιάς, τις ταινίες μυθοπλασίας μεγάλου μήκους μέχρι τις όμορφες επιτεύξεις του, που πολλοί τις θεωρούν τα καλύτερα ντοκιμαντέρ που σκηνοθετήθηκαν για τους Έλληνες ποιητές Σαχτούρη και Κατσαρό, χαρακτηρίζεται από αυτή την αρμονική σύζευξη. Η ποίηση πνέει σαν ζέφυρος μέσα στις κινηματογραφικές εικόνες και τις δροσίζει. Από την άλλη, η αλήθεια της κινηματογραφικής εικόνας βρίσκεται πανταχού παρούσα στα ποιήματα και τα πεζά του. Όποιος έχει διαβάσει τα αφηγήματά του: «Άγγελος των πρώτων ημερών» (1999), την συλλογή μικρών πεζών: «Γάτες αλλού» (2011) καθώς και τις τελευταίες του ποιητικές συλλογές: «Η έβδομη βροχή» (2010) και «Οι εχθροί και φίλοι μου» (2014) επιβεβαιώνει τις παραπάνω εκτιμήσεις.

Τι παρέλαβε από την ποίηση και τι προσκόμισε στην τέχνη του κινηματογράφου ο Λευτέρης Ξανθόπουλος; Η κινηματογραφική χρονομέτρηση λειτουργεί, όπως τονίζουν οι κριτικοί των έργων του, «ως χτύπος καρδιάς παρά σαν αρίθμηση του νου. Είναι μια προσέγγιση που μόνον ένας ποιητής θα την επεδίωκε, θα την ξεκινούσε και θα την ολοκλήρωνε σε μια ταινία ή ένα ντοκιμαντέρ».

Για αυτό τον λόγο ο Λ. Ξανθόπουλος έχει σκηνοθετήσει δύο εξαίσιες ταινίες για σπουδαίους Έλληνες ποιητές. Στην πραγματικότητα, δεν γυρίζει ταινίες για τους ποιητές, γυρίζει ταινίες για την ποίηση με αφορμή τους ποιητές. Δοκιμάζει τα όρια των στίχων, τους βάζει στο στόμα της νεολαίας για να δοκιμάσει τη σχέση και την αντοχή τους με την αιωνιότητα και την ομορφιά.

Τι παρέλαβε από τον κινηματογράφο και το έφερε στην λογοτεχνία και την ποίηση; Θα παρατηρούσαμε τη σταθερή δύναμη της αφήγησης. Τα ποιήματά του είναι σπέρματα σεναρίων, βάσεις μικρών ιστοριών. Τα κείμενά του, γερά θεμελιωμένα στη βεβαιότητα του έμπειρου τεχνίτη της κινηματογραφικής αφήγησης, έχουν την αυθεντικότητα της ματιάς του ντοκιμαντερίστα, πατούν γερά στα πόδια τους, και πορεύονται τον δρόμο της αφήγησης με γοργά βήματα. Αυτό συμβαίνει με πολύ χαρακτηριστικό τρόπο στα δύο εξαίσια ντοκιμαντέρ για δύο μεγάλους Έλληνες ποιητές: «Ποιος είναι ο τρελός λαγός – Μίλτος Σαχτούρης» (1992), «Σκοτεινός συνωμότης – Μιχάλης Κατσαρός» (1998).

Οι ταινίες αυτές κινούνται γύρω από τη συζήτηση τον σκηνοθέτη με τους ποιητές και αποτυπώνουν τον προσεκτικό λόγο και τις ιδιόμορφες θέσεις τους για τον κόσμο. Ολιγομίλητος ο Σαχτούρης, υπομονετικός ο Κατσαρός, αποφεύγουν να σχολιάσουν οι ίδιοι το ποιητικό τους έργο, με συνειδητή επιλογή από μέρους τους να πραγματοποιηθεί η προσέγγισή τους μέσα από την ανάλυση των ποιημάτων τους. Ο Λ. Ξανθόπουλος προσεγγίζει τους ποιητές με ιδιαίτερη απλότητα, με σκοπό να τους γνωρίσει όσον τον δυνατόν σφαιρικότερα προς τους θεατές και να δημιουργήσει ερεθίσματα μιας καλύτερης γνωριμίας μαζί τους. Πράξη που φανερώνει την ιδεολογική και αισθητική άποψη του, να μη θεωρεί την ποίηση, πνευματική ασχολία απευθυνόμενη σε περιορισμένο κοινό.
 
Η ταινία «Ποιος είναι ο τρελός λαγός – Μίλτος Σαχτούρης» (1992) αρχίζει και τελειώνει με πλάνα από την τελετή απονομής του κρατικού βραβείου ποίησης (1987) στον Μ. Σαχτούρη για το ποίημά του «Εκτοπλάσματα». Κορμός της σκηνοθεσίας του έργου είναι μια συνέντευξη του ποιητή, όπου απαντά στον σκηνοθέτη για το πότε και πώς άρχισε να καταπιάνεται με την ποίηση, από πού εμπνέεται και χτίζει τη σχέση του με τους Έλληνες ποιητές και ζωγράφους και για τις επιδράσεις του από την ξένη ποίηση.

Ακόμη περιλαμβάνει πλάνα με απόψεις του Τάσου Λιγνάδη από παλαιότερο ντοκιμαντέρ για τον ποιητή, ενώ υπάρχουν ορισμένες μικρές ενότητες στις οποίες ο Ξανθόπουλος οπτικοποιεί με μυθοπλαστικές τεχνικές ποιήματα, παράλληλα με την ανάγνωσή τους. Βασικός στόχος εκ μέρους του σκηνοθέτη σε αυτή την ταινία είναι να αντικατοπτρίσει τη φυσιογνωμία του Μ. Σαχτούρη, την αυστηρότητα της μορφής του, την αποστασιοποίηση από τον κόσμο, τη μοναχικότητά του.

Ο Μ. Σαχτούρης σε αυτό το έργο του Ξανθόπουλου δεν παρουσιάζεται σαν ένας μεγάλος ποιητής, αλλά εξυψώνεται σε ένα οικουμενικό σύμβολο του ποιητή που είναι αφιερωμένος αποκλειστικά στον σκοπό για τον οποίο στρατεύθηκε, την ποίηση.

Κάτι παρόμοιο συμβαίνει και με το ντοκιμαντέρ «Σκοτεινός συνωμότης – Μιχάλης Κατσαρός» (1998). Και εδώ ο σκηνοθέτης αποπειράται να προσεγγίσει την ποίηση του Κατσαρού με τους δικούς του όρους, με τον τρόπο που ο ίδιος αντιμετωπίζει τον κόσμο και την πραγματικότητα. Όπως αναφέρουν οι κριτικοί αυτού του ντοκιμαντέρ: «Η αφήγηση υπονομεύεται από τον ίδιο τον Κατσαρό, ο οποίος με ένα εντελώς προσωπικό τρόπο, αυτοσαρκάζεται, ειρωνεύεται και,εμπαίζοντας το ειρωνικό του παιχνίδι, μας αποκρύπτει περισσότερα απ’ όσα έχει να μας αποκαλύψει, καθώς οχυρώνεται συνεχώς πίσω από μια ποιητική υπερπραγματικότητα που ο ίδιος δημιουργεί και συγχρόνως καταλύει».

Άξονας αυτού του έργου είναι μια αφήγηση από μια συνάντηση του Μ. Κατσαρού με τον σκηνοθέτη και τον ποιητή Γιώργο Κακουλίδη, κατά την οποία ο Κατσαρός αποφεύγει τις ερωτήσεις που του απευθύνουν, αλλάζει συνεχώς θέμα και αιφνιδιάζει με τις απαντήσεις του.

Ο Μιχάλης Κατσαρός απομονώνεται από το κοινωνικό του περιβάλλον και από την ιστορία που τον έχει σημαδέψει, παρουσιάζεται δηλαδή να επιδιώκει μία φυγή από κάθε εξωτερικό καταναγκασμό, πλησιάζοντας στα όρια της αυτοσυντριβής. Έτσι αποφασίζει ο Μ. Κατσαρός να παρουσιάσει το πρόσωπό του στους θεατές, ένα πρόσωπο που - κατά τον ποιητή Γ. Κακουλίδη - κινείται στο πλαίσιο της «βεντέτας» του ποιητή με την πραγματικότητα. Οι ποιητές Γ. Χρονάς και Γιώργος Πουλόπουλος σχολιάζουν την προσωπικότητα και την προσφορά του Μ. Κατσαρού στην ποίηση στο ντοκιμαντέρ.

Οι δύο παραπάνω ταινίες του Λ. Ξανθόπουλου μας αποδίδουν το υπερβατικό κλίμα μέσα στο οποίο κινούνται οι ποιητές Μ. Σαχτούρης και Μ. Κατσαρός και προτείνουν αναλυτικά εργαλεία για την προσέγγισή τους, υπογραμμίζοντας τον ρόλο και την δύναμη των ποιητών να ορθώνονται κριτικά και ανανεωτικά απέναντι στην πραγματικότητα. Όπως και μέσα από τα βιβλία τους, μας αποδεικνύουν την τέχνη τους να κεντρίζουν τους αναγνώστες τους για μια συνομιλία μαζί τους.

Λουκάς Θεοχαρόπουλος

Ακολουθούν μερικά ποιήματα του Λευτέρη Ξανθόπουλου:


Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΜΙΛΤΟΥ ΣΑΧΤΟΥΡΗ 

Από τον θάλαμό του στο νοσηλευτήριο ηλικιωμένων 

Βασιλάκειον της οδού Τενέδου και πολύ κοντά στο μικρό
διαμέρισμα της οδού Μηθύμνης όπου ζούσε τα τελευταία
είκοσι τέσσερα χρόνια της ζωής του μόνος και εντελώς
μέσα στη δική του περιοχή από την παιδική του ακόμα
ηλικία ο ποιητής Μίλτος Σαχτούρης και καθώς όλη τη
νύχτα βογκίζαν άγρια σκυλιά στο προσκεφάλι του
περνούσαν ελάφια είδε εξαίφνης το ποίημα που έβλεπε σε
όλη του τη ζωή όμως τώρα πια δεν μπορούσε δεν
προλάβαινε καν να γύρει στο πλάι για να το γράψει κι
έβγανε μέσα στον ύπνο του και μέσα στον ξύπνο του μια
κραυγή γεμάτη οργή και πόνο και μίσος και πάθος και
ανάγκη και μεγάλο θυμό πού την ακούσαν όλοι οι
θάλαμοι σε όλες τις πτέρυγες και όλο το νοσοκομείο της
Κυψέλης

Το περιστατικό μαρτυρείται διαδοχικά από τρεις
διαφορετικούς ανθρώπους που ξαγρυπνούσαν εκείνο το
βράδυ από τρεις πηγές η πλέον αξιόπιστη σήμερα 29
Μαρτίου 2007 ημέρα Πέμπτη δύο χρόνια ακριβώς από την
αναχώρησή του προέρχεται από την αδερφή νοσηλεύτρια
Ευδοξία-Μαρία Νικολάου Ρεμπάπη από το χωριό
Παλαιοφάρσαλος νομού Λαρίσης είκοσι οχτώ χρονών τότε
στο καμαράκι της βάρδιας καθώς την έπαιρνε ο ύπνος
στην καρέκλα της και πεταγόταν κάθε τόσο και λιγάκι
άκουσε την κραυγή που όμοιά της κανένας άνθρωπος δεν έχει
ξανακούσει ποτέ στον κόσμο όλο

Σχίστηκαν στα δυό ανοίχτηκαν οι ουρανοί για να περάσει
ο ποιητής και από εκεί ξεπρόβαλε για μια ακόμη φορά για
μια ακόμη τελευταία φορά ξεπρόβαλε το ποίημα το
καλύτερο ποίημα που άκουσε ποτέ και είδε ποτέ σε
ολόκληρη τη βασανισμένη ζωή του ο Μίλτος μόνο που
τώρα πια δεν μπορούσε δεν προλάβαινε καν στα ογδόντα
έξι του χρόνια κατάκοιτος να σκύψει στο πλάι στο λευκό
κομοδίνο να πάρει το κόκκινο μπικ και να το γράψει.

(από τη συλλογή Οι εχθροί και οι φίλοι μου)



Ο ΚΥΝΗΓΟΣ

Ήρθε απέξω έδεσε τις πέρδικες απ’ τα
ποδάρια και τις ακούμπησε στο κατώφλι
κατάχαμα με τα φτερά ανοιχτά να
σπαρταράνε. Έπειτα γύρισε το κλειδί
στην κλειδαριά και μπήκε όπως ήταν
με τις λάσπες με τα νερά.

Γύρισε όλο το σπίτι και δεν βρήκε
κανέναν στην κουζίνα παρατημένα
τα εργαλεία μαχαίρια κουτάλες
οι φωτιές.

Γύρισε όλο το σπίτι μόνος προσπάθησε
να βρει το φανάρι θυέλλης πουθενά.

Νύχτωνε και τον ακουμπούσε το
κρύο η βροχή το σπίτι έτριζε.

Θυμήθηκε τις όρνιθες στο κατώφλι
βγήκε να τις μαζέψει τα πουλιά φευγάτα
μήτε σχοινί μήτε κορδόνι σαν κάποιος
να τα πήρε αλλού.

Διέκρινε πατημασιές οι
δικές του; Δεν ήξερε να πει.

Τα σκυλιά που ως τότε γλύφανε τις
πληγές τους σηκώθηκαν στα τέσσερα
μήτε κουνούσαν την ουρά μήτε την
κρατούσαν ανοιχτή.

Λιγάκι φοβήθηκε η νύχτα τον
ξεγελούσε λιγάκι φοβήθηκε
τον εαυτό του όχι κάτι διαφορετικό.

Γύρισε μέσα στο σκοτάδι του σπιτιού
γέμισε πιάτα με φαγητά με εδέσματα
και τα σκόρπισε έξω από το σπίτι
στην αυλή.

Κάποιος θα φανεί μέσα στη νύχτα
είπε με βεβαιότητα ίσως επαίτης
ίσως λεπρός και θα ζητάει.

Σκέφτηκε να ’χε κρεμάσει κουδου-
νάκια στα πουλιά τώρα θα τις άκουγε

Αυτή η σοφία ακριβώς που μοιάζει
με του λιονταριού αυτή τον οδηγούσε.



Δευτέρα, 8 Ιουνίου 2015

Φάκελος "Λαοί στο περιθώριο - Η ποίηση των γειτόνων". Σταθμός έκτος: Ρουμανία

Mihai Eminescu
Θα βρείτε τους πέντε προηγούμενους σταθμούς του φακέλου συγκεντρωμένους στην ενότητα "φάκελοι" πάνω δεξιά του blog!

Όπως και σε άλλες λογοτεχνίες της Νοτιοανατολικής Ευρώπης, η έντεχνη ποιητική παράδοση στη Ρουμανία ούτε αρκετά παγιωμένη είναι ούτε ιδιαίτερα μακρόχρονη, αφού καλύπτει ένα χρονικό διάστημα μόλις δύο αιώνων. Ως τις αρχές του 19ου αι. επικρατεί η δημώδης ποίηση που εκφράζει κυρίως νοοτροπίες και ευαισθησίες της υπαίθρου. Η αστική ποίηση εμφανίζεται πολύ αργότερα.

Μετά το 1830, αρχής γενομένης κυρίως με την επανάσταση του 1848, η ρουμανική λογοτεχνία προσανατολίζεται σε άλλες κατευθύνσεις, ακολουθώντας τα πρότυπα των μεγάλων ευρωπαϊκών πολιτισμών, κυρίως του γαλλικού. Λόγω της εσπευσμένης και σχεδόν άκριτης υιοθέτησης ξενόφερτων και διαφορετικών μεταξύ τους αισθητικών και πολιτισμικών αντιλήψεων, η ρουμανική ποίηση της εποχής παρουσιάζεται αρκετά ανομοιογενής, «παρδαλά» χρωματισμένη και χωρίς σαφή και σταθερά κριτήρια στην επιλογή των ποιητικών θεμάτων και τεχνοτροπιών.

Οι πρώτοι Ρουμάνοι ποιητές ανήκουν στη «γενιά του 1848», η οποία θα παραμείνει στο προσκήνιο της λογοτεχνικής ζωής για δύο και πλέον δεκαετίες. Πρόκειται για εξερευνητές των μη χαρτογραφημένων ακόμη περιοχών της ποίησης, που ορίζονται από την προσήλωση στην παράδοση (από τη μία πλευρά) και την έλξη της νεωτερικότητας, όπως την αντιλαμβάνεται στην Ευρώπη ο Μπωντλέρ (από την άλλη).

Στην ποίηση του Μεσοπολέμου κυρίαρχος είναι ο μεταφορισμός. Η avant-garde των πρώτων δεκαετιών του 20ού αιώνα είναι ένα φιανόμενο κατά βάση αισθητικό. Οι στόχοι που είχαν ήδη πετύχει στη Γαλλία ο Μπωντλαίρ, ο Ρεμπώ, ο Μαλλαρμέ και ο Λωτρεαμόν (η απελευθέρωση της ποιητικής γλώσσας από την παραδοσιακή στιχουργική, η ανασκόπηση και αναπαράσταση του αστικού χώρου, η επιβολή της ποιητικής εικόνας ως υπέρτατης αξίας, η αποκάθαρση των λέξεων από μιμητικές επιδιώξεις κλπ) στη Ρουμανία θα πραγματοποιηθούν μόλις την περίοδο του Μεσοπολέμου.

Το πιο ενδιαφέρον αλλά και το οξύτερο πρόβλημα που αντιμετωπίζουν οι Ρουμάνοι νεωτερικοί αφορά τον ποιητικό κώδικα. Η ρουμανική «μοντερνιστική» ποίηση είναι σχεδόν μια ποίηση της σημασιολογικής χλιδής και πληθώρας. Υπάρχει εδώ μια εμμονή στην αναζήτηση του νοήματος. Κυρίως όμως υπάρχει ένα είδος λεξιθηρίας, μια δίψα για λέξεις, για ένα λεξιλόγιο όσο το δυνατόν πλουσιότερο και θεαματικό, μια εκζήτηση της επιδεικτικά «ωραίας» εικόνας, μια μεταφυσική της γνωσιολογικής μεταφοράς, που αγγίζει τον στόμφο.

Βέβαια, όλη αυτή η διαδικασία εμπλουτισμού και εκλεπτυσμού της ρουμανικής ποιητικής γλώσσας που χαρακτήριζε τη μεσοπολεμική περίοδο ανακόπηκε από την έλευση του κομμουνισμού στη Ρουμανία και την επιβολή του παράλογου δόγματος του «σοσιαλιστικού ρεαλισμού». Η μεταγενέστερη ιστορία της ρουμανικής ποίησης, που σήμανε την επαναφορά του μεσοπολεμικού μοντέλου, και μέχρι την αποδόμησή του από τους ποιητές «του ‘80».

Τη μετάφραση των ποιημάτων που επιλέξαμε έχει κάνει ο γνωστός κριτικός και πανεπιστημιακός Βίκτωρ Ιβάνοβιτς.



ΦΕΥΓΟΥΝ ΤΑ ΧΡΟΝΙΑ...

Σαν σύννεφα που φεύγουν, χρόνια φεύγουν:
πίσω ποτέ δεν θα τα δω ξανά
τραγούδια, παραμύθια, όπως παλιά
με μάγευαν, τώρα δεν με μαγεύουν,

κι ας λάτρευα, παιδί, το νόημά τους,
που ο νους μου μόλις μάντευε θολά.
Σήμερα, δειλινά μυστηριακά
ματαίως με κυκλώνουν με τη σκιά τους.

Να σώσω κάτι από τα περασμένα
του κάκου με τη λύρα δοκιμάζω.
Το ρίγος της ψυχής, το δάκρυ, ο τόνος

της νιότης, στον ορίζοντα χαμένα
βουβή η αλλοτινή φωνή, κι ο χρόνος
πίσω μου πια σωρός... και σκοτεινιάζω!


ΓΙΑ Τ’ ΑΣΤΡΟ

Για τ’ άστρο αυτό που ανέτειλε
είναι η πορεία αιώνια
κι η λάμψη, για να φτάσει εδώ,
χιλιάδες θέλει χρόνια.

Ίσως να πάει πολύς καιρός
η αχτίδα του που εσβήστη,
μα τούτη μόλις τη στιγμή
εμάς θα μας φωτίσει.

Ενόσω ζούσε, αόρατη
τώρα, που ‘χει πεθάνει,
η εικόνα ενός ανύπαρκτου αστεριού
στους ουρανούς εφάνη.

Παρόμοια, όταν τον πόθο μας
σκοτάδι κατακλύσει,
η εικόνα αγάπης που ‘σβησε
δε λέει ποτέ να σβήσει.

Μιχάι Εμινέσκου

ΜΙΧΑΪ ΕΜΙΝΕΣΚΟΥ (1850-1889): Ο Μιχάι Εμινέσκου (ψευδώνυμο του Μιχάι Εμίνοβιτς) γεννήθηκε στη Μολδαβία. Το έργο του Εμινέσκου περιλαμβάνει ποίηση, πεζά, θέατρο, μια ανθολογία δημοτικής ποίησης και περισσότερα από 3.000 άρθρα. Θεωρείται ο σημαντικότερος Ρουμάνος ποιητής και δημιουργός της σύγχρονης ρουμανικής λογοτεχνικής γλώσσας.



Η ΕΠΟΧΗ ΠΟΤΕ...

Η εποχή ποτέ δεν φάνταζε πιο ωραία
στην ψυχή που χαίρεται τώρα τη θανή.
Με χλομό μετάξι ντύθηκε η θέα
και με πλούσια ατλάζια νέφη κι ουρανοί.

Οι σωροί τα σπίτια μοιάζουνε με στάμνες
που ο βυθός τους κρύβει ένα κρασί πηχτό
σε γαλάζιαν όχθη, πλάι σε καταρράκτες
που έχουμε απ’ το βούρκο τους όλοι πιει χρυσό.

Mαύρα ανεβαίνουν τα πουλιά στη δύση:
άρρωστος καρπίνος όπου, ξαφνικά,
πήρε προς τα πάνω γυμνός ν’ ατενίζει
στέλνοντας τα φύλλα του ψηλά.

Όποιος να θρηνήσει θέλει, όποιος να κλάψει,
ας έρθει ν’ ακούσει σκοτεινή λαλιά
το βλέμμα στης λεύκας τον πυρσό να θάψει,
τον ίσκιο του μέσα στη δική της σκιά.



Ο ΔΕΙΠΝΟΣ

Λάσπη και κρύο.
Προχωρούν οι κατάδικοι ανά δύο
με αλυσίδες στα πόδια,
λες και βουτάνε σε έλη από ιδρώτα.
Έτοιμη η σούπα.
Σκοτάδι, βροχή.
Με μια κουτάλα σαν σκούπα
μοιράζουν από δυο μαρμίτες το ζουμί.
Φονιάδες μερικοί.
Άλλοι διέπραξαν οράματα ή κλοπή.
Το ίδιο κάνει αν ξαπλώσεις
τον πλούσιο ή τον φτωχό αν ξεσηκώσεις.
Μοιάζουμε με βρικόλακες ωχρούς
τα μέλη τους στραβά, κουτσουρεμένα
στα πιάτα τους που αχνίζουν ατμούς κιτρινωπούς,
θα ‘λεγες κουβαλάνε το ίδιο τους το αίμα.

Τούντορ Αργκέζι

ΤΟΥΝΤΟΡ ΑΡΓΚΕΖΙ (1880-1967): Ο Τούντορ Αργκέζι (ψευδώνυμο του Ιόν Τοντορέσκου) γεννήθηκε στο Βουκουρέστι. Πρωτοδημοσιεύει σε ηλικία μόλις 16 ετών. Εκδίδει την πρώτη του ποιητική συλλογή το 1927. Τον Σεπτέμβριο του 1943, λόγω του λιβέλου του «Βαρόνε!» εναντίον του Μ. Φον Κίλλινγκερ, πρέσβη της χιτλερικής Γερμανίας στο Βουκουρέστι, κλείνεται σε στρατόπεδο συγκεντρώσεως. Τα πρώτα χρόνια του κομμουνιστικού καθεστώτος χαρακτηρίζεται «παρακμιακός», κοσμοπολίτης και μυστικιστής και του απαγορεύεται να δημοσιεύει οτιδήποτε. Επανέρχεται στην επίσημη πνευματική ζωή της Ρουμανίας μετά το 1953. Εκλέγεται μέλος της Ρουμανικής Ακαδημίας (1955), του απονέμεται το Κρατικό Βραβείο Ποίησης (1957) και το 1956 τιμάται με το διεθνές λογοτεχνικό βραβείο Χέρντερ (Αυστρία).



ΝΥΚΤΕΡΙΝΟ

Κάθομαι... στάζει το χιονόνερο στη λάσπη...
Για να αγνοώ τα πάντα κάποιος τρόπος θα υπάρχει –
μια λάμπα ταλαντεύεται σε νεκρική αγωνία –
ένας αλκοολικός διασχίζει την πλατεία.

Κοιμάται η πόλη εν μέσω της υγρασίας, υγρή.
Πίσω απ’ αυτούς τους τοίχους κοιμάται ίσως κι Αυτή.
Σε σπίτια σαν κιβώτια – τα χρηματοκιβώτια –
κλείνει, των μεν και δε, βαριά βαριά η πόρτα.

Ακούγεται ένα πιάνο στον όροφο, εκεί,
ο ίσκιος μου στη λάσπη, θλιμμένη αποσκευή.
Χιονίζει βρομερά,
πιτσιλάει.

Σ’ ένα ποτήρι, στο παράθυρο, ένα ρόδο
προς τα κάτω κοιτάει.

Τζεόρτζε Μπακόβια

ΤΖΕΟΡΤΖΕ ΜΠΑΚΟΒΙΑ (1881-1957): Ο Τζεόρτζε Μπακόβια (ψευδώνυμο του Τζόρτζε Βασιλείου) γεννήθηκε στη Μολδαβία. Δημοσιεύει το πρώτο του ποίημα το 1899 στο περιοδικό «Ο Λογοτέχνης». Σπούδασε νομικά, αλλά δεν άσκησε ποτέ τη δικηγορία. Το 1916 εκδίδει την πρώτη του ποιητική συλλογή για την οποία βραβεύεταια από το Υπουργείο Τεχνών μερικά χρόνια αργότερα. Επίσης βραβεύεται από την Εταιρία Ρουμάνων Συγγραφέων (1925) και του απονέμεται το Κρατικό Βραβείο Ποίησης (1934). Περιθωριοποιείται από το κομμουνιστικό καθεστώς. Επανέρχεται στη λογοτεχνική ζωή της χώρας μετά το 1956, λίγο πριν πεθάνει.



ΣΙΓΗ

Τόση η σιγή τριγύρω μου που σαν ν’ ακούω
το φεγγαρόφωτο να μου χτυπάει στα τζάμια.
Στο στέρνο μου
σαλεύει κάποια αλλότρια φωνή
και τραγουδάει εντός μου ένα τραγούδι ξένο.
Λένε ότι οι πρόγονοι που ‘χουν πεθάνει πρόωρα,
με αίμα ακόμη νεαρό στις φλέβες,
με πάθη ακόμη φλογερά στο αίμα,
με ήλιο ακόμη ζωντανό στα πάθη,
πισωγυρίζουν
κι έρχονται να ζήσουν
μέσα μας
τη ζωή που εν ζωή δεν την έζησαν.
Τόση η σιγή τριγύρω μου που σαν ν’ ακούω
το φεγγαρόφωτο να μου χτυπάει στα τζάμια.
Ποιος, ω ψυχή, ποιος ξέρει σε τι στέρνο
θα πεις κι εσύ κάποτε, ύστερα από αιώνες,
επάνω σε γλυκές χορδές σιγής,
σε άρπα από σκοτάδι – τον πνιγμένο σου πόθο
την ακρωτηριασμένη χαρά της ζωής σου; Ποιος ξέρει; Ποιος ξέρει;



ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ

Μακριά στον ορίζοντα μουγκές αστραπές
σκιρτούν κατά διαστήματα
σαν πλοκάμια αράχνης, ξεριζωμένα
από το σώμα όπου είχαν φυτρώσει.
Λιοπύρι.
Η γη ολάκερη ένας κάμπος σπαρμένος σιτάρι,
ένα ζουζούνισμα από ακρίδες.
Στο ηλιόφωτο τα στάχυα με τους σπόρους στον κόρφο τους
Σα μωρά που βυζαίνουν.
Κι ο χρόνος ράθυμα ν’ απλώνει τις στιγμές του
και να αποκοιμιέται μέσα στις παπαρούνες.
Ενώ σιγοσφυρίζει στ’ αυτί του ένα τζιτζίκι.

Λούτσιαν Μπλάγκα

ΛΟΥΤΣΙΑΝ ΜΠΛΑΓΚΑ (1895-1961): Ποιητής, φιλόσοφος, δραματικός συγγραφέας, πεζογράφος και μεταφραστής. Γεννήθηκε στην Τρανσυλβανία. Ως ποιητής πρωτοεμφανίζεται το 1910 σε λογοτεχνικό περιοδικό. Το 1919 εκδίδει την παρθενική ποιητική συλλογή του, η οποία βραβεύεται από τη Ρουμανική Ακαδημία. Σταδιοδρομεί ως διπλωμάτης σε διάφορες χώρες. Το κομμουνιστικό καθεστώς όμως τον εκδιώκει από την ανώτατη παιδεία και την Ακαδημία. Εργάζεται ως απλός βιβλιοθηκάριος, εξακολουθεί να γράφει ποίηση και φιλοσοφικές μελέτες και μεταφράζει εντατικά, κυρίως γερμανική λογοτεχνία. Το 1960 του επιτρέπεται να δημοσιεύει και πάλι, όμως αποβιώνει το 1961. Η κηδεία του έγινε αφορμή για μαζικές, ανεπίσημες φοιτητικές διαδηλώσεις σε όλη την Τρανσυλβανία.



ΑΜΜΟΧΑΛΙΚΟ
(απόσπασμα)

Ετούτο το φθινόπωρο αιχμαλώτισε τον ήλιο
τα δέντρα δεν καταφέρνουν να πεθάνουν
τα αποδημητικά πουλιά δεν αποφάσισαν να φύγουν
το πάρκο είναι γεμάτο επισκόπους
και σαν πηγμένο ξίγκι στις στράτες το χρυσάφι

Η αλλοτινή ερωμένη ακούει στ’ όνομα Μαργαρίτα
τα μάτια της προδίδουν όνειρα ελώδη
η όψη της μοιάζει five o’ clock, η κόμη της
παρομοίως – φαίνεται πιο ψηλή απ’ ό,τι είναι
διακριτικά σημεία δεν έχει
όποιος την έχει δει ν’ απευθυνθεί στα γραφεία της εφημερίδας
προσφέρεται αμοιβή.

Ίον Βινέα

ΙΟΝ ΒΙΝΕΑ (1895-1964): Ο Ίον Βινέα (ψευδώνυμο του Εουτζέν Γιοβάνσκι) ήταν ποιητής, πεζογράφος, δημοσιογράφος – ένας από τους αδιαμφισβήτητους ηγέτες του ρουμανικού μοντερνισμού με τάσεις πρωτοποριακές. Μεταξύ 1922-1932 ο Βινέα εκδίδει το περιοδικό «Ο Σύγχρονος», το πλέον μακρόβιο και έγκυρο έντυπο της ρουμανικής μεσοπολεμικής avant-garde, όπου δημοσιεύει το περίφημο ακτιβιστικό μανιφέστο προς τη νεολαία. Παράλληλα διευθύνει το πολιτικό περιοδικό «Ο Πυρσός» (1930-1940), με αριστερό προσανατολισμό. Παρόλα αυτά επί κομμουνιστικού καθεστώτος ο Βίνεα περιθωριοποιείται ως εκπρόσωπος της «παρακμάζουσας αστικής avant-garde».


Tudor Arghezi
(Συνεχίζεται)

Παρασκευή, 5 Ιουνίου 2015

O ξεχασμένος ρόλος της ποιητικής φόρμας

Αναδημοσιεύουμε σήμερα ένα κείμενο του Ηλία Θ. Παππά που είχαμε πρωτοδημοσιεύσει τον Σεπτέμβριο του 2015 γιατί παραμένει ενδιαφέρον και πάντα επίκαιρο:

Τον τελευταίο καιρό αναρωτιέμαι αν η φόρμα παίζει ακόμα ενεργό ρόλο στη ποίηση. Πολύ συχνά βρίσκω ότι τα ποιητικά βιβλία που διαβάζω στερούνται φόρμας, όχι απαραίτητα λόγω έλλειψης ικανότητας του ποιητή, αλλά λόγω μιας εξαναγκαστικής στροφής προς τη λέξη, περισσότερο, στη μονάδα, και λιγότερο στο σύνολο. 

Αναμφίβολα η έννοια της ακριβείας που πρέπει να υπηρετεί κάθε ποίημα, κατά τη γνώμη μου, ξεκινάει από τη λέξη. Η σωστή τοποθέτηση μίας λέξης μέσα σε έναν στίχο είναι ικανή να του δώσει νόημα ή να τον τοποθετήσει στη λειτουργική του θέση, δίχως να ταράξει το οικοδόμημα. 

Παρόλα αυτά η λέξη είναι μόνο η αρχή. 

Η ακρίβεια που επιτυγχάνει η σωστή χρήση της επεκτείνεται καθώς το ποίημα ξεδιπλώνεται, ζητώντας έτσι νέα σημεία για να στηριχτεί και να σταθεροποιήσει τη ραχοκοκαλιά του. Πρόκειται για μια οργανική διαδικασία που η μικροσκοπική της αφετηρία, η λέξη, ομοιάζει με ένα μικροκοσμικό «bing bang». 

Αυτά, βέβαια, στην κλίμακα του στίχου. Διότι λίγο πιο πριν, στην κλίμακα της έμπνευσης, πιστεύω ισχύουν διαφορετικοί κανόνες. 

Όντας χαοτική στη φύση της, η έμπνευση είναι σχεδόν αδύνατο να συγκεκριμενοποιηθεί όπως ένα νόημα που εκβάλει ένας επιτυχημένος στίχος. Η εμφάνισή της είναι τυχαία και η προσαρμογή της στο ποίημα εξαιρετικά δύσκολη, τόσο που ωθούμαι να πιστέψω ότι η ανάδειξή της βασίζεται αποκλειστικά και μόνο στην καθολική εικόνα του ποιήματος και καθόλου στα επιμέρους κομμάτια του. 

Που σημαίνει ότι ο ποιητής πρέπει (τουλάχιστον) να πετάξει με αεροπλάνο πάνω από το ποίημα, αν καταλαβαίνετε τι θέλω να πω. 

Ακριβώς εκεί είναι που κάνει την εμφάνισή της η ποιητική φόρμα, σε μια προσπάθεια να κρατήσει μέσα στα όρια του ποιήματος την έμπνευση. Ένα ποίημα μπορεί να φαίνεται τελειωμένο μετά την πρώτη ή δεύτερη γραφή, αλλά στην πραγματικότητα μπορεί να έχει πολλά περισσότερα να πει, καθώς η αρχική έμπνευση μεταβάλλεται και γίνεται εκ νέου κατανοητή από τις αλλαγές στην ποιητική φόρμα.  

Διαμορφώνοντας την τελευταία, έτσι, το ποίημα συχνά αποκτά ένα απρόσμενο πρόσωπο, που ο ποιητής μάλλον δεν είχε καν φανταστεί αρχικά. 

Ως φόρμα, φυσικά, δεν εννοώ απλώς τη σύνθεση των στροφών, την έκταση των στίχων ή άλλα δομικά εργαλεία όπως η ανάδειξη ενός συγκεκριμένου σημείου στο ποίημα, η σημασία της παύσης και τα λοιπά. Αν και τα εργαλεία αυτά είναι σημαντικά στο να μπορέσουν να οδηγήσουν την έμπνευση με ασφάλεια μέσα στο ποίημα, αποτελούν μόνο το τεχνικό κομμάτι της ποιητικής φόρμας. 

Το άλλο κομμάτι αφορά στο πώς η ίδια η διάταξη του ποιήματος, μόλις ιδωθεί από κάποια χρονική απόσταση, έχει τη δυνατότητα να χαλιναγωγήσει την έμπνευση βοηθώντας τον ποιητή να γίνει πιο συγκεκριμένος, πιο ακριβής. Αποτέλεσμα μιας τέτοιας επίπονης διαδικασίας είναι μέχρι και η αφαίρεση ολόκληρων κομματιών ενός ποιήματος, που μπορεί να είναι όντως εξαιρετικά, αλλά αταίριαστα στην εξελισσόμενη μορφή. 

Η χαλιναγώγηση της έμπνευσης μεταφέρεται στη λέξη, αυτή γεμίζει το στίχο και αυτός απλώνεται και διαμορφώνεται βάσει της φόρμας, η οποία σα δοχείο δίνει σχήμα αλλά και συγκρατεί τη ρευστότητα του ποιήματος. Πρόκειται φυσικά για ένα κυκλικό σχήμα αφού η ποίηση, το κάθε ποίημα ξεχωριστά, έχει σκοπό να επιστρέψει στην έμπνευση με τον πιο ανώδυνο και ολοκληρωτικό τρόπο.

Αυτά τα όρια της ποιητικής φόρμας και «ως πού θα φτάσει το νυστέρι», φυσικά, τα βάζει ο ίδιος ο ποιητής και μπορεί να χρειαστεί αρκετός χρόνος μέχρι να καταφέρει να δώσει πάλι ισορροπία στο ποίημα. 

Στη σύγχρονη ποίηση, όμως, η φόρμα είναι ένα σκαλοπάτι που φαίνεται να υπερπηδάμε. Τα ολιγόστιχα ποιήματα, που αποτελούν και την πλειοψηφία της ποίησής μας σήμερα, είναι εύκολα στη σύλληψη και στην απόδοσή τους διότι δεν χρειάζεται να ασχοληθούν με την φόρμα, η οποία δεν αλλάζει σχεδόν ποτέ.

Πρόκειται για ένα ποιητικό καλούπι, με άλλα λόγια, που ό,τι παράγει καταφέρνει να ακούγεται σαν ποίημα, αλλά στην ουσία είναι... γραμμές. 

Όταν η λέξη και όχι η φόρμα αναλαμβάνει να οδηγήσει το ποίημα, αυτό ζει και πεθαίνει μέσα σε ένα περιορισμένο πεδίο, αποτυγχάνοντας να εντοπίσει αυτό που έψαχνε, πιθανώς, η έμπνευση που το γέννησε. 

Το αποτέλεσμα είναι διττά απογοητευτικό. 

Ο ποιητής όχι μόνο επικεντρώνεται με εμμονή στη δύναμη της λέξης, αλλά εγκιβωτίζεται εύκολα σε μια αυτοματοποιημένη φόρμα που του ορίζει, ύπουλα, και το ποιητικό του εύρος. Είναι εύκολο έτσι κάποιος να καταφύγει σε ένα αποφθεγματικό ύφος με υποτιθεμένη, συμπυκνωμένη σοφία ή να χαθεί σε λαβύρινθους νοημάτων που δεν αφορούν τον αναγνώστη επ’ ουδενί.

Και εκεί το παιχνίδι της ποίησης έχει ήδη χαθεί.

Ηλίας Θ. Παππάς