Τετάρτη, 27 Μαΐου 2015

2+1 κείμενα για το "Κορίτσι ζόρικο" της Ματίνας Νίκα

Σπάνια συμβαίνει, όμως συμβαίνει. Κάποια βιβλία πυροδοτούν συζητήσεις μεταξύ μας που αναπόφευκτα αντανακλούν τα διαφορετικά σημεία εκκίνησης και τις διαφορετικές κοσμοθεωρίες καθενός μας (εν προκειμένω καθεμιάς μας). Ένα τέτοιο βιβλίο ήταν και το "Κορίτσι ζόρικο" της Ματίνας Νίκα: το στιλ της γραφής και το περιεχόμενό του ιντρίγκαραν την Κρις Λιβανίου, τη Μαρία Γενιτσαρίου και τη Χριστίνα Λιναρδάκη να γράψουν καθεμία το δικό της κείμενο, τη δική της ερμηνεία και κριτική:

Μαρία: Τι συμβαίνει όταν μπλέκουν μέσα σου η εικόνα της νοικοκυράς μαμάς σου με την εικόνα της σούπερ πετυχημένης γυναίκας των σήριαλ; Τι συμβαίνει όταν παραπαίεις ανάμεσα στην Αλίκη Βουγιουκλάκη και την Τζάνις Τζόπλιν; Τι συμβαίνει όταν σου βγαίνει αυθόρμητα το "γιαβρί μου, κουζούμ μου" αλλά σε έχουν μάθει μόνο το "οh dear, oh honey"; Τι συμβαίνει όταν ονειροπολείς την λάγνα Ανατολή αλλά είσαι ταγμένη να ανήκεις στην συντηρητική Δύση; Τι συμβαίνει όταν στην εποχή σου οι άνδρες τραγουδούν με γυναικεία φωνή και οι γυναίκες με φωνή βαρύμαγκα;

Όταν είσαι γυναίκα και  όλα τα παραπάνω ερωτήματα και πολλά άλλα τέτοιου τύπου απειλούν να διχάσουν τον εγκέφαλό σου, τότε έχεις συνήθως δύο επιλογές: είτε γίνεσαι συνδρομητής στην Άρλεκιν με την ελπίδα να επιβιώσεις και από τις πενήντα αποχρώσεις του γκρι, είτε αποφασίζεις να αναλύσεις τον διχασμό σου μέσα από τη συγγραφή.
 
Η Ματίνα Νίκα επέλεξε τη δεύτερη λύση και συγγράφει μία σειρά μικρών διηγημάτων με τον εύγλωττο τίτλο "Κορίτσι ζόρικο". Προσέξτε: όχι γυναίκα, κορίτσι. Στα κορίτσια τα όνειρα παραμένουν όνειρα με προοπτική πραγματοποίησης, στις γυναίκες μετατρέπονται σε μάταιες ελπίδες. Η ηρωίδα των διηγημάτων με τα χίλια διαφορετικά ονόματα, όμως, δεν είναι κορίτσι και δεν είναι και ζόρικο και ας το διαλαλεί με φωνή Ζωζώς Σαπουντζάκη. Απλά θέλει να κρατήσει ζωντανό το παραμυθένιο όνειρο που της έταξαν όταν ήταν μικρή. Αναζητεί τον ιππότη της αλλά αρνείται τα μαργαριτάρια του γιατί ταυτόχρονα δεν αμφισβητεί την ψευδαίσθηση του ονείρου της. Ματώνει και ξεκατινιάζεται έως υπερβολής στον αντίποδα της εκλέπτυνσης και της καλλιέργειας που της έχει προσδώσει η μόρφωση και που απαιτεί το κοινωνικό της περιβάλλον. Προσπαθεί, ματαίως φυσικά, στο δυϊκό της σύμπαν να ισορροπήσει την ξεκάθαρα και γεμάτη καμπύλες γυναικεία ενστικτική της φύση με την σχεδόν άφυλη κάτισχνη φιγούρα των περιοδικών μόδας του σήμερα. Προσπαθεί, επίσης ματαίως, να αναγνωρίσει στις εκφυλισμένες αντρικές φιγούρες του σήμερα τον πρίγκιπα των παιδικών της παραμυθιών. Και φυσικά δεν της βγαίνει τίποτα από όλα αυτά. 
 
Και τότε θυμώνει και απαιτεί. Απαιτεί όχι με ψευτοφεμινιστικό τρόπο, αλλά με τον πρωτόγονο θηλυκό τρόπο, που κάνει τη γλώσσα της να χάνει το φιλολογικό ραφινάρισμα που χρόνια γαλλικών και πιάνου της έχουν επιβάλλει και να επιστρέψει στα κόκκινα φανάρια των λαϊκών συνοικιών.  Πώς αλλιώς, άλλωστε, θα φτάσει στην καρδιά του θυμού της; Το ίσως λίγο υπερβολικό αλλά έξυπνα τοποθετημένο συνονθύλευμα φράσεων που θυμίζουν ελληνικό κινηματογράφο, αναγνωστικά του δημοτικού και δεύτερο πρόγραμμα σώζουν τα κείμενα από το να θυμίζουν σενάριο του "sex and the city". Οι ηρωίδες της Νίκα ψάχνουν σε όλα τα κείμενα τον "αδαπάνητο" άνδρα και τον ψάχνουν με την αθωότητα του κοριτσιού και όχι με την εμπειρία της γυναίκας, γιατί τότε οι ρόλοι αλλάζουν και μετατρέπονται από Δάφνη σε Λάουρα και η επιθυμία γίνεται εργαλείο συμβιβασμού και χειραγώγησης. Και το κορίτσι γίνεται ζόρικο. Όχι ότι αυτό τελικά αλλάζει τίποτα αφού στην επόμενη παράγραφο η καρδιά της θα ξαναπέσει στην παγίδα της ελπίδας ότι δεν θα ξανακυλήσει στην οδυνηρά δαπανηρή μορφή του έρωτα, αλλά θα βρει επιτέλους το "ζήσαμε εμείς καλά και αυτοί καλύτερα".

ΥΓ. Προσοχή. Προειδοποίηση προς άντρες αναγνώστες: Παρακαλώ, αν δεν διαθέτετε κατανόηση, χιούμορ και βαθιά αγάπη για τη γυναικεία φύση, μην κάνετε τον κόπο να διαβάσετε το βιβλίο. Θα αδικήσετε και το βιβλίο και την Γυναίκα.


 
Κρις: Το "Κορίτσι ζόρικο" το απαρτίζουν τριανταένα διηγήματα με ιστορίες που θα μπορούσαν να μας αφορούν όλους. Ιστορίες της πιο απόλυτης, της πιο πεζής και ταυτόχρονα της πιο οικείας και αναγνωρίσιμης καθημερινότητας, ξετυλίγονται σε ένα ντεκόρ μεγαλούπολης, κατ’εικόνα και καθ’ομοίωση με μια πραγματικότητα λίγο-πολύ υπαρκτή στις ζωές όλων. 

Οι ερωτευμένες και «πρώην ερωτευμένες» γυναίκες αποτελούν την σπονδυλική στήλη ολόκληρης της συλλογής: τι συμβαίνει σε πρακτικό αλλά και σε φανταστικό επίπεδο όταν η γυναικεία φιγούρα που κατοικεί σε καθένα διήγημα ξεχωριστά βρίσκεται αντιμέτωπη με μια κατάσταση συναισθηματικής φόρτισης τέτοιας που την ξεπερνάει και, φαινομενικά τουλάχιστον, την ισοπεδώνει; Αυτό είναι ίσως το βασικό ερώτημα που επιχειρεί να απαντήσει η Ματίνα Νίκα με τις ετερόκλητες φωνές των ηρώων της. Είναι όμως γεγονός ότι ο έρωτας ως συναίσθημα αλλά και ως κατάσταση μέσα στο χρόνο είναι ουσιαστικά το μοναδικό δεδομένο στους χαρακτήρες, και έτσι εκείνοι αναγκαστικά είναι ελλιπείς, χωρίς άλλη δυναμική, και χωρίς αυτάρκεια. 

Η γυναικεία φιγούρα στο σύνολο σχεδόν των διηγημάτων υστερεί σε αρτιότητα, είναι σαν να φωτίζεται μόνο μια πλευρά της. Το σύνολο του συναισθηματικού αλλά και «μυθιστορηματικού» πλούτου της εξαφανίζεται κάτω από το βάρος του έρωτα, παλιού ή καινούριου, η ηρωίδα οριοθετείται από αυτό και αναγκαστικά καταλήγει να αυτοπροσδιορίζεται με βάση τον Άλλον. Είναι ενδιαφέρον το πώς ένα ανθρώπινο πλάσμα σηματοδοτεί ολόκληρη την ύπαρξή του με βάση ένα άλλο, πώς όμως θα εξελισσόταν αν αυτός ο δεσμός άφηνε μυθιστορηματικό χώρο και για τα υπόλοιπα στοιχεία που απαρτίζουν ένα σταθερό και αληθοφανή τελικά ήρωα;



ΧριστίναΌπως πάντα κάνω στις συλλογές διηγημάτων, άνοιξα το «Κορίτσι ζόρικο» της Ματίνας Νίκα στην τύχη και διάβασα πρώτα τις «Μητροπολιτικές ώρες», «Τα Κύθηρα που δεν βρήκαμε» και την «Insomnia officinalis», τρία μόλις από τα 31 συνολικά διηγήματα της συλλογής. Έτυχε να είναι τα μοναδικά μέσα στη συλλογή που έχουν ποιητική αξία. Και κατενθουσιάστηκα. Νόμιζα δε, ότι μ’ αυτή τη διάθεση είναι γραμμένη ολόκληρη η συλλογή. Όταν λοιπόν η Κρις Λιβανίου εξέφρασε βασικές διαφωνίες για το στιλ και το περιεχόμενό της, αδυνατούσα να καταλάβω τι μου έλεγε! Έπρεπε να διαβάσω το «Κορίτσι ζόρικο» από την αρχή ώς το τέλος για να κατανοήσω τι στην ευχή εννοούσε! Στο μεταξύ είχα ζητήσει τη συνδρομή της Μαρίας Γενιτσαρίου, η οποία έκανε τη δική της ερμηνεία του τρόπου γραφής.

Αντιλαμβάνομαι τη θέση της Μαρίας. Εστιάστηκε στην έμπνευση και το κίνητρο, στο τι ώθησε τη Ματίνα Νίκα να γράψει έτσι όπως έγραψε και ανέλυσε το βιβλίο από αυτή την άποψη. Η Κρις, από την άλλη, εστιάστηκε στο βάθος των ηρωίδων και την απογύμνωσή τους από ουσιαστικά χαρακτηριστικά - και σίγουρα οι διαφωνίες της δεν σταματούν σε αυτό το στοιχείο. Όμως, προσωπικά, δεν θα συνεχίσω σ' αυτή τη γραμμή. Δεν θα προσπαθήσω δηλαδή ούτε να δικαιολογήσω, ούτε να ερμηνεύσω τη συγγραφέα ή τις προθέσεις της. Και θα εξηγήσω αμέσως το γιατί:

Ένα κείμενο που μας παραδίδεται ως λογοτεχνία είναι αυτόνομο. Είναι απεμπλεγμένο από την πρόθεση του συγγραφέα, είναι μια οντότητα που στέκει μόνη της στο λογοτεχνικό σύμπαν και διεκδικεί μια θέση μέσα σ’ αυτό ένεκα της αυταξίας της - έτσι άλλωστε κρίνεται: ως αυτόνομο και ολοκληρωμένο έργο. Με την εξαίρεση λοιπόν των τριών διηγημάτων που ανέφερα στην αρχή, το «Κορίτσι ζόρικο» δεν είναι ένα βιβλίο που θα ξαναδιάβαζα.

Οπότε το ερώτημα για μένα είναι: η Ματίνα Νίκα έγραψε σκόπιμα έτσι; Ή έχει εξαντλήσει το λογοτεχνικό της οπλοστάσιο σε αυτόν τον τρόπο γραφής, σε φραστικά δηλαδή πυροτεχνήματα που δεν επιδιώκουν το βάθος των χαρακτήρων που παρουσιάζει; Με άλλα λόγια, μπορεί να γράψει αλλιώς; Αν ναι, τότε το «Κορίτσι ζόρικο» μάλλον αδικεί τις δυνατότητές της.

 

Μαρία Γενιτσαρίου
Κρις Λιβανίου
Χριστίνα Λιναρδάκη

Δευτέρα, 25 Μαΐου 2015

Φάκελος «Λαοί στο περιθώριο – η ποίηση των γειτόνων». Σταθμός πέμπτος: Αλβανία

Στην αλβανική λογοτεχνία η ποίηση έχει σημαντική θέση. Αρχικά αντλεί θέματα από την καθημερινή ζωή του λαού, από τον θρησκευτικό και πατριωτικό χώρο και, στη συνέχεια, διεισδύει σε θέματα που αφορούν τον άνθρωπο και τα συναισθήματά του.

Τον 18ο αι.  ρόλο στην αλβανική ποίηση έπαιξαν οι ποιητές που ονομάστηκαν «μπεϊτετζήδες» (στιχοπλόκοι), τα έργα των οποίων κυκλοφορούσαν σε χειρόγραφα. Η θεματολογία ήταν περισσότερο κοινωνική, σατιρική και λαϊκής πνοής, με μοτίβα από τη Βίβλο και το Κοράνι, αλλά προσαρμοσμένα στην αλβανική πραγματικότητα. Η καθαυτό ποίηση, με αισθητή λυρική τάση, αρχίζει όμως με τους Αρμπερέσηδες της Ιταλίας.

Τον 19ο αι. η αλβανική ποίηση σημειώνει έντονη ανάπτυξη , καθώς αφυπνίζεται η εθνική συνείδηση. Η έμπνευση έχει τις πηγές της στη ζωή, τις πίκρες και τα ιδανικά του έθνους. Η βασική λογοτεχνική κατεύθυνση την εποχή αυτή είναι γνωστή ως ρομαντική.

Κατά την περίοδο της εθνικής ανεξαρτησίας, γράφεται ποίηση που αξιοποιεί βιβλικά και μυθολογικά στοιχεία, αν και είναι σαφής η τάση προς την κοινωνική και ρεαλιστική θεματολογία. Στην ποίηση της δεκαετίας του ’30, η ποίηση προσλαμβάνει κοινωνική διάσταση και μιλά για τις αντιθέσεις της ζωής, τη φτώχεια και τον πόνο των ανθρώπων.

Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο το ρεύμα που κυριαρχεί είναι ο σοσιαλιστικός ρεαλισμός. Στις περιπτώσεις εκείνες που τα σοσιαλιστικά ιδανικά συνδυάζονται με τη ζωή και τον κόσμο του ποιητή, παράγονται έργα που αντέχουν στον χρόνο. Από τη στιγμή, όμως, που το ρεύμα αυτό πήρε κρατικό, επίσημο χαρακτήρα, η ποίηση οδηγήθηκε σε σχηματοποίηση και δογματισμό.

Σήμερα η αλβανική ποίηση είναι ελεύθερη να επιλέξει τη δημιουργική της πορεία και παρουσιάζει θεματική ποικιλία και συνδυασμό καλλιτεχνικών μορφών. Πότε πότε διαπιστώνονται αναζητήσεις πειραματικού χαρκτήρα, αλλά γενικά παράγεται ποίηση που συνδυάζει τον ρεαλισμό με τις ρομαντικές και συμβολικές τάσεις, το γκροτέσκο και την ειρωνία, καθώα και τη βαθύτερη διείσδυση στην ανθρώπινη ψυχή.

Την εξαιρετική μετάφραση των ποιημάτων έχει κάνει ο Ανδρέας Ζαρμπαλάς, σημαίνων ποιητής της ελληνικής ομογένειας της Αλβανίας.


ΔΗΜΟΤΙΚΟ
ΚΩΝΣΤΑΝΤΗΣ ΚΑΙ ΔΟΚΙΝΑ

Ανήμερα το Μέγα Πάσχα
σφάξαν βόδι στο χωριό
πήγα πήρα μιαν οκά,
το ‘ριξα στον τέντζερη.
Βγήκα μέχρι την αυλή
για να φέρω κούτσουρα,
να σου, ήρθε ένα στοιχειό
κι έπεσε στον τέντζερη
και φαρμάκωσε τους γιους μου,
εννιά γιους κι εννιά νυφάδες,
κι οι εννιά με τα μωρά τους.
Μου αδειάσαν εννιά κούνιες,
μου καήκαν εννιά προίκες,
εννιά όπλα βουβαθήκαν.
Κωνσταντή, κακό ν’ ακούσεις
που την πάντρεψες στα ξένα
τη Δοκίνα μας, αλάργα,
πέρα από τρία βουνά.
Ανήμερα το Μέγα Πάσχα
η Δοκίνα χόρευε.
Ο Κωνσταντής βγήκε απ’ τον τάφο,
άλογό του έγιν’ η πέτρα,
και το χώμα σέλα του,
τρέχοντας πάει στη Δοκίνα.
- Καλώς ήρθες, αδερφέ μου.
Αν μου ήρθες για καλό,
να ντυθώ σαν γερακίνα,
κι αν μου ήρθες για κακό,
να ντυθώ σαν καλογριά.
- Έλα, αδερφή, ως είσαι.
Στ΄ άλογο την ανεβάζει,
τα πουλιά στο δρόμο λέγαν:
- Τσιλιβίου, βίου, βίου
ίσως να’ ναι ο αγέρας.
- Είδατε; Δεν είδατε;
περπατάει λευκή πουλάδα,
η ζωντανή με τον νεκρό.
Φτάσανε στην εκκλησία:
- Πήγαινε εσύ, Δοκίνα,
εγώ πάω στο άγιο βήμα,
το ‘χω εκεί το σπίτι μου.
Πήγε χτύπησε την πόρτα:
- Ποιος να είναι που χτυπάει;
Μήπως μια κακιά γυναίκα,
μήπως η ίδια η χολέρα,
που μου πήρε τα παιδιά μου;
- Μάνα, άνοιξε την πόρτα,
η μοναχοκόρη σου είμαι.
- Και ποιος σ’ έφερε, Δοκίνα;
- Μ’ έφερε ο Κωνσταντίνος.
- Τι μου λες, ο Κωνσταντίνος,
τρία χρόνια μες στο χώμα
και δεν έλιωσε ακόμα;
Στο κατώφλι η μια κι η άλλη
σπάσαν σαν κρασιού φιάλη.

Χοστέβα (Αργυρόκαστρο)


ΤΡΑΓΟΥΔΙ Ι

Φυλλωσιά είχε αλλάξει η φύση
και στη θάλασσα πιο πέρα
στραφταλίζαν τα νερά της.
Μα στα Τέμπη, εκεί όπου ζούσε
του Ανακρέοντα τ’ αρχαίο,
το λευκό το περιστέρι
για νερό πήγε στα όρη
και δε γύρισε όπως πάντα.
Δεν το πάγωσαν τα χιόνια
Δεν το λάβωσαν τα βέλη,
μόνο πέταγε, ώσπου είδε
το δικό μου τ’ άσπρο σπίτι.

Κι όταν έφεξε η μέρα
και φανήκανε στο φως της
θάλασσα και γη και σπίτια
ήρθε αμέσως, φτερουγώντας,
και μου χτύπησε το τζάμι.
Κι είδα απ’  το παράθυρό μου:
Τα πρασινωπά σταφύλια
ομορφιά σκορπίζαν γύρω.
Σαν του λιναριού τα άνθη
που χορεύουνε στην αύρα
έτσι κι ο ουρανός γελούσε.

Τα κορίτσια, τραγουδώντας
πλέκανε χεριές, δεμάτια.
Δεν σκεφτόσουνα πως ήταν
κι άνθρωποι βασανισμένοι.
Απ’ τα ξένα είχα γυρίσει
κι ήμουν με τις αδερφές μου
και στο σπίτι τ’  όνομά μου
το’  λεγε συχνά η μητέρα.
Ξάφνου ένιωσα το σώμα
με χαρά να πλημμυρίζει
όπως στο ζεστό κρεβάτι
πρωτονιώθει ένα κορίτσι
πως οι κόρφοι του μεστώνουν.

Γερονίμ ντε Ράντα

ΓΕΡΟΝΙΜ ΝΤΕ ΡΑΝΤΑ (1814-1903): Η σημαντικότερη προσωπικότητα των Αρμπερέσηδων της Ιταλίας. Ποιητής, δημοσιολόγος, λαογράφος, φιλόλογος, επηρέασε σε μεγάλο βαθμό την αλβανική λογοτεχνία. Ο Ντε Ράντα εκτιμήθηκε και από τους ευρωπαϊκούς λογοτεχνικούς κύκλους της εποχής του.


ΣΤΗΝ ΑΚΡΟΠΟΤΑΜΙΑ

Πώς μ’ αρέσει, ω ποτάμι, το κρυφό μουρμουρητό σου,
τα ναζάκια, τα παιχνίδια και το αναφιλητό σου.
Βιαστικό μέσα στις πέτρες προχωράς,
δακρυσμένο, αφηρημένο και βογκάς.
Μια στριφογυρίζοντας  πηγαίνεις και μια ίσια,
μια κουτσαίνεις και μετά παλικαρίσια,
μια με νάζι, με χαρά στην κατηφόρα,
μια με ορμή όπως το βέλος παίρνεις φόρα,
μια ανάμεσα σε πράσινη κοιλάδα,
μια κρυμμένο μες στα φύλλα στη χαράδρα,
μια σαν άλογο αχαλίνωτο περνάς,
μιαν αφρίζεις κι απειλείς σαν ο βοριάς,
μια σα να χορεύεις και γλυκά να τραγουδάς,
μια σαν το πουλί γοργοπετάς.
Ξαφνικά τριγύρω η πλάση σκοτεινιάζει,
σαν αμαρτωλή καρδιά όπου στενάζει
και ψηλά στους μαύρους ουρανούς
βλέπεις αστραπές και κεραυνούς
που τ’ ανάβουν όλα πέρα ως πέρα
τρέμει ο κόσμος, τρέμει απ’ τη φοβέρα
και παντού είν’ όλα μαύρα, σκοτεινά
και διακρίνεις μόνο αντάρες και νερά.
Έτσι πάλι, ω χαϊδεμένο, κατεβαίνεις
ως τη γη και ξαφνικά την ανασταίνεις.
Από σένα παίρνει δύναμη, κι ανθίζει,
γίνεται όμορφη σαν κήπος, πρασινίζει.
Μυρωδιές, χρώματα φέρνεις απ’ τον ουρανό
και τον κόσμο τον γυρίζεις σε παράδεισο.

Ναΐμ Φράσερι

ΝΑΪΜ ΦΡΑΣΕΡΙ (1846-1900): Θεμελιωτής της νέας αλβανικής ποίηση, ένας από τους κύριους εμπνευστές της εθνικής πολιτιστικής αναγέννησης κατά το δεύτερο ήμισυ του 19ου αι.  Γεννήθηκε στον Νότο της Αλβανίας και τελείωσε τη Ζωσιμαία Σχολή των Ιωαννίνων. Μιλούσε πολλές γλώσσες. Μετέφρασε πρώτος στην αλβανική την «Ιλιάδα» του Ομήρου, καθώς και τους μύθους του Λα Φονταίν. Πέθανε στην Κωνσταντινούπολη.


ΤΡΕΞΕ, ΜΑΡΑΘΩΝΟΜΑΧΕ
(απόσπασμα) 

Τρέξε, τρέξε, τρέξε, πες τους
πως τσακίστηκαν οι ορδές τους,
μια γροθιά γινήκαμε όλοι
και τη σώσαμε την πόλη.
Τρέξε, τρέξε,
τρέξε, Μαραθωνομάχε.

Κόβεις δάφνη, κόβεις σμύρνα
και χυμάς για την Αθήνα,
κάμπους, ράχες δρασκελίζεις
δεν πατάς, μα φτερουγίζεις
σα γεράκι,
άξιε Μαραθωνομάχε.

Στάζουν αίματα οι πληγές,
μα τις κρύβεις, δεν τις λες,
θες εσύ το συχαρίκι
ν’ αναγγείλεις για τη νίκη,
κόκκινε ως αίμα,
αίμα, Μαραθωνομάχε.

(...)

Να η Ακρόπολη κι η πόλη
να’ τοι οι Αθηναίοι όλοι,
που σε είδαν, σε γνωρίσαν
νέα τόλμη σε γεμίσαν,
λίγο ακόμα,
λίγο, Μαραθωνομάχε.

Κι όταν φτάνεις μες στα πλήθη
- τι χαρά, μα και τι λύπη –
«Νενικήκαμεν», κραυγάζεις
και σωριάζεσαι, σπαράζεις
και πεθαίνεις,
άξιε Μαραθωνομάχε.

Τρέξε σ’ όλους τους καιρούς
και διαλάλησε παντού:
οι μικροί νικούν τιτάνες
κι οι φτωχοί νικούν τυράννους,
εμπρός, τρέξε,
τρέξε, Μαραθωνομάχε.


Φαν Νόλι

Φαν Νόλι
ΦΑΝ ΝΟΛΙ (1882-1965): Γεννήθηκε σε αλβανόφωνο χωριό της Ανατολικής Θράκης στην περιοχή της Αδριανούπολης. Το 1901 γράφτηκε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Το 1924 ως ηγέτης του αστικοδημοκρατικού επαναστατικού κινήματος έγινε πρωθυπουργός της Αλβανίας. Μετά την ανατροπή του την ίδια χρονιά ξενιτεύτηκε και έζησε ως μετανάστης σε διάφορες χώρες της Ευρώπης μέχρι το 1932, οπότε και εγκαταστάθηκε στις ΗΠΑ. Εκτός από τα ιστορικά και επιστημονικά έργα του, δημοσίευσε μια ποιητική συλλογή, η οποία αποτέλεσε το υψηλότερο δείγμα αλβανικής ποίησης στη δεκαετία 1920-30.




ΑΝΟΙΞΙΑΤΙΚΟ ΣΟΝΕΤΟ

Με τραγούδι στα χείλη εξύπνησε η αυγή
και με πέπλο χαράς τα βουνά σκεπαστήκαν.
Με τραγούδι στα χείλη και καινούρια ορμή
κι οι λόφοι στο μάλαμα τριγύρω πνιγήκαν.

Με τραγούδι στα χείλη εξύπνησε η αυγή
κι είπε το τραγούδι της στον ήλιο τον τρανό
με τις κόκκινες αχτίδες, που δίνουν ζωή
πάνω απ' το γαλάζιο, τον απέραντο ουρανό.

Μες στους πράσινους κήπους, με χαρά στην καρδιά
τα λευκά τα κορίτσια αναπνέουν τ' αρώματα
που τ' άνθη σκορπούν.

Με παρθένους τους κόρφους, όπου η αγάπη φωλιάζει
και μ' ανθόφυλλα πάνω τους, που τ' αγέρι τινάζει
την άνοιξη λατρεύουν, υμνούν.

Μιγκένι

ΜΙΓΚΕΝΙ (Μίλος Γκεργκ Νικολά, 1911-1938): Γεννήθηκε στον Βορρά της Αλβανίας. Εργάστηκε ως δάσκαλος στα χωριά της περιοχής του. Η συλλογή του Ελεύθεροι στίχοι απαγορεύτηκε από τη λογοκρισία, μετά το 1944 όμως εκδόθηκε πολλές φορές. Εκτός από ποίηση, ο Μιγκένι έγραψε και δημοσίευσε ποιητική πρόζα σε περιοδικά της εποχής. Αυτά τα δημοσιεύματα μεταφράστηκαν σε διάφορες γλώσσες.


Η ΝΥΧΤΑ ΤΗΣ ΣΥΝΑΥΛΙΑΣ

Ούτε το χιόνι δεν είναι λευκό σε τούτο το σκοτάδι.
Ο κόσμος, με πόδια βαριά,
τρέχει προς τα παράθυρα του ήχου.

Στην αίθουσα της συναυλίας, ακόμα κι οι δικτάτορες
αντιλαμβάνονται την κλίμακα των μουσικών οργάνων.

Οι ακροατές κλείσαν τα μάτια
και βλέπουνε βροχές σε αρχαίες σκεπές,
πυρκαγιές πολιτειών και ξύλων ξερών.
Στο δεύτερο χρόνο, απότομα ο άνεμος
έστρωσε το στάρι ως κάτω στη γη.

Στην αίθουσα ακόμα και ο μαέστρος
με τα κλειστά τα μάτια, πέρα από τους ήχους
δεν είδε τίποτε άλλο στο σκοτάδι.

Μάρτιν Τσαμάι

ΜΑΡΤΙΝ ΤΣΑΜΑΪ (1925-1992): Γεννήθηκε στον Βορρά της Αλβανίας. Ως αντιφρονών του κομμουνιστικού καθεστώτος έφυγε από την Αλβανία το 1948, τελείωσε τις σπουδές του στη Ρώμη και στη συνέχεια διηύθυνε την έδρα της Αλβανικής Γλώσσας στο Πανεπιστήμιο του Μονάχου. Εξέδωσε αρκετές ποιητικές συλλογές, η ποίησή του όμως έγινε γνωστή στην Αλβανία μετά το 1990, επειδή ως τότε ήταν απαγορευμένη για πολιτικούς λόγους. Στο ποιητικό του έργο συνδυάζει αρμονικά τη μοντέρνα με την παραδοσιακή έκφραση, τη μυθολογική και τη σύγχρονη αντίληψη. Διαπιστώνονται επίσης επιρροές από την ερμητική ποίηση.

***Συνεχίζεται


Παρασκευή, 22 Μαΐου 2015

"Τριημερία" του Πέτρου Μάρκαρη

Στον νου μου το μυθιστόρημα είναι συνδεδεμένο με τον κινηματογράφο, σε αντίθεση με το διήγημα που το συνδέω πάντα με το θέατρο. 

Το θέατρο, αντίθετα με τον κινηματογράφο, περιέχει τα πάντα σε μεγάλη οικονομία. Όλα εξελίσσονται υποχρεωτικά στον περιορισμένο και αυστηρά καθορισμένο χώρο της σκηνής του. Από ιδιωτικές συνομιλίες έως μεγάλες μάχες. Από τεράστια κάστρα έως μικρές παραλίες. Όσο τέλεια σκηνικά και αν χρησιμοποιήσει ο σκηνοθέτης, όσους ηθοποιούς και να ανεβάσει στην σκηνή πάντα πρέπει να καταφέρει να πει πολλά χρησιμοποιώντας λίγα. 

Το ίδιο και στο διήγημα. Όλα πρέπει να εκδηλωθούν και να εκφραστούν μέσα στον μικρό χώρο των λίγων σελίδων που καλύπτει. Το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον υποχρεωτικά συμπυκνώνονται σε μία χρονική γραμμή με σχεδόν αδιόρατα όρια. Ο περιβάλλων χώρος δεν έχει την δυνατότητα της εξαντλητικής περιγραφής, αλλά του περιεκτικού σχεδιασμού. Οι μορφές επίσης πρέπει να εκφράσουν το σύνολο της προσωπικότητάς τους με νύξεις. Νύξεις όμως αρκετά δυνατές που να αιτιολογούν τη δράση και να αποκλείουν τα κενά δημιουργώντας την αίσθηση ότι κάθε εργαλείο του κειμένου έχει μπει στη σωστή θέση. Τα περιττά και τα υπερβολικά στοιχεία στο διήγημα είναι φανερά πιο έκδηλα από ό,τι στο μυθιστόρημα και, δυστυχώς, μπορούν πολύ πιο εύκολα να καταστρέψουν την εύθραυστη ισορροπία αυτού του μικρού καλλιτεχνήματος.

Ο Πέτρος Μάρκαρης μας είναι γνωστός από τα αστυνομικά του μυθιστορήματα. Η γήινη, χωρίς κανένα στοιχείο υπερήρωα, προσωπικότητα του αστυνόμου Χαρίτου είναι και αυτή πασίγνωστη και οικεία πια, είτε μέσω των βιβλίων είτε της τηλεόρασης. Το στοιχείο που προσωπικά πιστεύω ότι κάνει τόσο επιτυχημένα τα βιβλία του Μάρκαρη είναι το γεγονός ότι έχεις την αίσθηση ότι τελικά ούτε το έγκλημα ούτε η αναζήτηση του δράστη είναι ο κεντρικός άξονας του βιβλίου. Ο κεντρικός άξονας είναι η συγκυρία με όλα όσα αυτή περιλαμβάνει: από τον πρωινό καφέ του αστυνόμου έως τα δάνεια της χώρας. Από τις βλάβες του αυτοκινήτου έως τη θέα από το παράθυρο. Η μικρή λεπτομέρεια που προδιορίζεται από το μεγάλο πλάνο. Τίποτε από αυτά όμως στο τέλος δεν μοιάζει περιττό, τίποτα δεν μοιάζει να ξενίζει. Το αντίθετο, όλα μοιάζουν τμήμα της σύνθεσης που οδηγεί στη λύση. 

Τι γίνεται όμως όταν ο ίδιος ο, συνήθως λεπτομερής στις περιγραφές του συγγραφέας, αποφασίζει να απεμπολίσει τον άπλετο χώρο του μυθιστορήματος και να περιοριστεί στον στενό χώρο του διηγήματος;

Ο Μάρκαρης στα διηγήματά του γνωρίζει καλά πως δεν έχει τον χώρο να αναλύσει τις λεπτομέρειες των στοιχείων. Πόσο μάλλον όταν αυτό είναι αναγκαίο, αφού μιλάμε στην ουσία για αστυνομικά διηγήματα είτε αυτά περιέχουν έγκλημα είτε όχι, είτε υπάρχει εγκληματίας και πτώμα είτε όχι. Γιατί αυτό έχει καταφέρει ο Μάρκαρης σε αυτό το βιβλίο. Να μετατρέψει σε αίνιγμα που ζητάει λύση ακόμη και ιστορίες που πρακτικά δεν έχουν αυτό το στοιχείο και ταυτόχρονα να συμπυκνώσει αίνιγμα και λύση. Όταν κάποιος πρέπει να περιγράψει μία δράση που εκτυλίσσεται σε χωροχρονική γραμμή και δεν έχει την πολυτέλεια της ανάλυσης τότε ο πιο φυσικός τρόπος για να το επιτύχει είναι να πιάσει τα άκρα και να τα ενώσει. Τότε πολύ απλά δημιουργεί έναν κύκλο όπου ο αναγνώστης της δράσης αναγνωρίζει την οριοθέτηση του χώρου και τα στοιχεία που τον απαρτίζουν και συμπληρώνει μόνος του εύκολα όσα περιλαμβάνονται στο εσωτερικό του κύκλου αλλά δεν περιγράφονται. Με αυτόν τον τρόπο η αστυνομική πλοκή μπαίνει αυτόματα σε δεύτερο πλάνο.

Για να το κάνεις αυτό απαιτείται δεξιοτεχνία και ο Μάρκαρης την έχει. Οι χαρακτήρες του, εκτός φυσικά από τον γνωστό Χαρίτο, περιγράφονται ολιγόλογα αλλά μεστά, με όσα αναγκαία χρειάζονται για να μην θεωρούνται άγνωστοι Χ. Τα γεγονότα περνάνε εύκολα από τα δυσδιάκριτα σύνορα του χθες και του σήμερα χωρίς να νοιώθεις ότι σου αφήνουν κενά. Όσο για τα αινίγματα, παρόλο που έχοντας συνηθίσει την κινηματογραφική ματιά του μυθιστορήματος και νομίζεις ότι θα ήθελες να τραβήξουν λίγο παραπάνω, σε δεύτερη ανάγνωση συνειδητοποιείς ότι η πληρότητα δεν είναι το στοιχείο που τους λείπει. 

Στα διηγήματα του Μάρκαρη είναι επίσης αρκετά τονισμένο και ένα χαρακτηριστικό στοιχείο που στα μυθιστόρηματά του είναι συνήθως καλά καλυμμένο, γιατί είναι τοποθετημένο σε σημεία όχι απαραίτητα προφανή: η ειρωνεία ως γλυκόπικρη επίγευση που μένει πάντα στη σκέψη με το τέλος κάθε ιστορίας, ενώ δεν είναι απόλυτα αισθητή κατά τη διάρκεια της ανάγνωσής της. Μόνιμος ακόλουθός της και μία αίσθηση ματαιότητας, αυτό το αδιόρατο κούνημα του κεφαλιού που κάνουμε όταν κάτι τελειώνει και συνειδητοποιούμε την έλλειψη νοήματος και σκοπού. Κάθε έγκλημα είναι μάταιο και κοστίζει πάντα πολύ παραπάνω από όσο κέρδος θα μπορούσε να προσφέρει σε αυτόν που το διαπράττει (χρηματικό, ηθικό ή ιστορικό, πείτε το όπως θέλετε) και αυτό είναι το κεντρικό μήνυμα που τόσο επιδέξια ο Μάρκαρης προσπαθεί να μας περάσει και που δεν θέλει με τίποτα να ξεχάσουμε.

Ως υστερόγραφο αναφέρω ότι στην παραπάνω κριτική αποφεύγω επίτηδες να αναφέρω τα διηγήματα ξεχωριστά, γιατί αναφέρονται σε αινίγματα. Και δεν είναι θεμιτό να προδίδω τις λύσεις όταν ο σκοπός είναι να οδηγηθεί ο αναγνώστης σε αυτές με το μέσον που επιλέγει ο συγγραφέας. Ποιος θέλει να του αποκαλύψουν τον δολοφόνο προτού διαβάσει το έγκλημα;

Μαρία Γενιτσαρίου

Τετάρτη, 20 Μαΐου 2015

"Η έβδομη λιαχτίδα" του Κωστή Παπακόγκου

Ο Κωστής Παπακόγκος δεν είναι καινούριος στα ελληνικά (και τα σουηδικά) γράμματα, αντίθετα πρόκειται για μια σταθερή παρουσία στα λογοτεχνικά δρώμενα εδώ και δεκαετίες. Η έβδομη λιαχτίδα είναι μια ποιητική συλλογή αποτελούμενη από ένα σύνολο τριστίχων μοιρασμένων σε επτά ενότητες, με φανερή την ανάγκη του ποιητή για μια συγκεκριμένη και μάλλον αυστηρή δομή στην έκδοση.

Ήδη από την πρώτη σελίδα είναι απολύτως σαφές ότι το θεμελιώδες στοιχείο αυτής της συλλογής είναι η πορεία προς τον θάνατο μέσα στο διηνεκές της ανθρώπινης ύπαρξης και της ιστορίας. Η εσωτερική ενότητα που διέπει τα ποιήματα σύμφωνα τουλάχιστον με την κριτική του Κρίστιαν Λούντμπεργκ (βλ. στο εσωτερικό μέρος του οπισθόφυλλου της ελληνικής έκδοσης), δεν θα έλεγα ότι είναι παρούσα. Το γεγονός είναι ότι δεν υπάρχει αξιοσημείωτη συνοχή στα κείμενα: οι στίχοι απλώς συνυπάρχουν στην ίδια έκδοση, δεν συνδιαλέγονται μεταξύ τους, δεν αλληλεπιδρούν. Αντίθετα, φαίνεται ότι διαγράφουν τις δικές τους αυτόνομες πορείες σε ένα πλαίσιο εννοιολογικής αλλά και δομικής... ανεξαρτησίας. Είναι δύσκολο να διακρίνει κανείς τα στοιχεία εκείνα που έφεραν τα ποιήματα αυτά κοντά μεταξύ τους, στους συνδετικούς κρίκους που εξασφαλίζουν μια συνοχή απαραίτητη για μια ολοκληρωμένη και δομικά σταθερή ποιητική έκδοση.

Παρόλο που η βάση μπορεί να τοποθετηθεί στην θεματική του θανάτου τόσο ως γεγονός όσο και ως συμβολισμό, η ποίηση του Κωστή Παπακόγκου αποδεικνύεται στοχευμένη και τελικά ίσως στρατευμένη. Ο ποιητής έχει έναν ξεκάθαρο πολιτικό και ιστορικό λόγο, αντλεί την έμπνευσή του από πραγματικά γεγονότα και επιχειρεί να φωτίσει αλλά και να υπενθυμίσει πλευρές που μπορεί να χάθηκαν στους μαιάνδρους της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας. Η θεματολογία του κινείται ανάμεσα στον εμφύλιο, τη χούντα και τους δύο παγκόσμιους πολέμους, αλλά και στην θρησκεία και σε βιβλικές αναφορές. Λειτουργεί παρόλα αυτά περισσότερο σαν «λογοτεχνική αποστολή» και λιγότερο σαν πηγή προσωπικής έμπνευσης ή έστω υπαρξιακής αναζήτησης: αυτό που συμβαίνει σε όλη την έκταση της συλλογής είναι ένα είδος παρέλασης θεματικών, οι οποίες ούτε επικοινωνούν μεταξύ τους, αλλά ούτε και εμπλουτίζει η μία την άλλη. Ο Παπακόγκος χρησιμοποιεί την ποίησή του για να επανεξετάσει διάφορα ιστορικά γεγονότα και να δώσει το δικό του στίγμα ως προς αυτά, εκεί που θα περίμενε κανείς να δει την ιστορία και την πολιτική ζωή μόνο ως εφαλτήρια που θα επιτρέψουν στον ποιητή να διαβάσει την πραγματικότητα με τον δικό του προσωπικό τρόπο. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο αναγνώστης γίνεται μάρτυρας στην εδραίωση μιας πολιτικής συνείδησης, όμως το ερώτημα που παραμένει είναι το κατά πόσο η συνείδηση αυτή μετουσιώνεται σε μια καθαρά ποιητική δημιουργία που θα έπρεπε να είναι και το μόνο ζητούμενο.

Η γλώσσα και το λεξιλόγιο είναι απλά και χωρίς υπερβολές στην έκφραση, αντίθετα οι παρομοιώσεις είναι συχνά ακραίες και απρόσμενες, με αποτέλεσμα η επαφή του δημιουργού με τον αναγνώστη να δέχεται ένα ισχυρό πλήγμα. Είναι καθόλα βέβαιο ότι ο Κωστής Παπακόγκος έχει ένα κατασταλαγμένο και εδραιωμένο ποιητικό προφίλ, άλλωστε όπως έγραψα και στην αρχή δεν είναι στην πρώτη του απόπειρα. Αυτό φαίνεται τόσο στον τρόπο που διαχειρίζεται τη θεματολογία του όσο και στην κριτική ματιά που ακουμπάει στα πράγματα. Η φρεσκάδα και συχνά η αθωότητα που ενδόμυχα περιμένει να συναντήσει κανείς σε στίχους με μάλλον σύγχρονη θεματική είναι ηχηρά απούσα, και ο αναγνώστης βρίσκεται μπροστά σε ένα σύνολο ποιημάτων που αν μη τι άλλο αποτυγχάνουν να ρίξουν στα βιώματα όλων μας ένα καινούριο φως.

Κρις Λιβανίου

 Δύο τρίστιχα που τράβηξαν την προσοχή μου:

 Η ύπαρξή μου στην παλάμη σου, είπε,
τρεμάμενη σταγόνα˙ μη διστάξεις
άμα διψάσεις να την πιεις.

Τις πιο βαθιές πατημασιές στη γης
τις άφησαν τα ονείρατα
που ποτέ δεν περπάτησαν στο χώμα.




 

Δευτέρα, 18 Μαΐου 2015

"Τα ραδίκια ανάποδα" του Γιώργου Γαλίτη

Ο Βορειοελλαδίτης συμπαθής κωμικός ηθοποιός, δοκιμάζει το ταλέντο του στην συγγραφή του ίδιου του ρόλου που θα ερμηνεύσει. Έτσι, μας παρουσίασε το έργο «τα ραδίκια ανάποδα – μια κωμωδία επί 13».

Ο τίτλος του βιβλίου είναι αρκετά εύγλωττος. Δεκατρείς επικήδειοι εκφωνούνται για τον ύστατο αποχαιρετισμό ισάριθμων συγγενών, φίλων, συναδέλφων. Στο ίδιο βιβλίο, τυπωμένο στην πίσω πλευρά από την ανάποδη, θα διαβάσουμε και τα .. ανάποδα «ραδίκια ανάποδα». Εδώ στ’ ανάποδα, θα διαβάσουμε δεκατέσσερις ακόμη τύπους, που επίσης κλαίνε τους δικούς τους με τον δικό τους τρόπο. Στα τρία χρόνια των παραστάσεων που ανέβασε με αυτό τον τίτλο ο Γαλίτης, προσέθετε, αφαιρούσε, τροποποιούσε κατά το δοκούν τους χαρακτήρες των παραστάσεών του.  

Στην καλή πλευρά του βιβλίου, στους 13 κωμικούς επικήδειους λόγους, μετά την εισαγωγή του ίδιου του Χάρου, διαβάζουμε:

- Τον Λυκούργο που διακωμωδεί τις πάμπολλες ασθένειες που μπορεί να φιλοξενηθούν στο ανθρώπινο σώμα.
- Τον Μεγακλή που τονίζει το υπερεγώ του.
- Τον Αρτέμη που με έμμετρο λόγο ικανοποιεί το περί δικαίου αίσθημα, αφού τελικά αναθεματίζει τον αποθανόντα αδίστακτο απατεώνα και σαρκαστικό φαρσέρ.
- Τον χειρουργό, που ανακατώνει επιστήμη, βασκανία, μαγεία, προκαταλήψεις και αστρολογία.
- Τον Κρητικό, που αναφέρεται στα τοπικά ήθη με τις μπαλωθιές, τις βεντέτες και την αυτοδικία.
- Τον Μητροπολίτη ως εκπρόσωπο του διεφθαρμένου, κλέφτη και υποκριτή κληρικού.
- Τον μάγειρα, ο οποίος δεν έχει υλικά πλέον να μαγειρέψει εξ αιτίας του μνημονίου.
- Την Τζένη Χατζηρουμπάνογλου εξ ίσου φαντασμένη με τον αποθανόντα σύζυγό της ψευτοαριστοκράτισσα, που με περισσή αλαζονεία χάρη στον πλούτο της εξαγοράζει τους πολιτικούς.
- Τον Στρατηγό, στο πρόσωπο του οποίου βλέπει τους ένστολους συλλήβδην ανώμαλους και διεφθαρμένους.
- Τον Μάκη τον κλέφτη με τα παρατσούκλια που έχουν οι μικροεγκληματίες.
- Τον Γιώργη, έναν άνθρωπο του χωριού, ο οποίος έχει άποψη για θέματα που αναφέρονται στις διάφορες μορφές της ζωγραφικής, του κινηματογράφου, της παγκόσμιας λογοτεχνίας .
- Τον ράπερ που τραγουδά τον επικήδειο στους δικούς του ρυθμούς.

Στην ανάποδη πλευρά του βιβλίου άλλοι τόσοι τύποι, όλοι με τις δικές τους ατάκες.

Σαν πρώτο συμπέρασμα από την ανάγνωση του βιβλίου, προκύπτει ότι έχουμε να κάνουμε με ένα μέτριο έως κακό αποτέλεσμα από πλευράς ευρηματικότητας ετερόδοξων κωμικών καταστάσεων. Μπορεί οι διαφορετικοί χαρακτήρες να φαίνονται – ή και να είναι – άσχετοι μεταξύ τους, όμως από την πρώτη στιγμή της εμφάνισής τους στο προσκήνιο είναι λίγο έως πολύ αναμενόμενη η εξέλιξη στην ουσία του λόγου τους και στον τρόπο της εκφοράς του. Στο βιβλίο, αν και μπορείς να το ανοίξεις, να το κλείσεις και να το ξανα-ανοίξεις όποτε έχεις ανάλογη διάθεση, υπάρχει ένα μεγάλο μειονέκτημα: Δεν βρίσκεται επί σκηνής ο ηθοποιός και εν προκειμένω ο εξαιρετικός Γιώργος Γαλίτης, για να μπορέσει να σε κερδίσει με τα εκφραστικά του μάτια, τις σκαμπρόζικες γκριμάτσες του, τις φορεσιές, τις χειρονομίες, το ταλέντο του. Θα κρίνεις λοιπόν μόνο με τη σκέψη σου και όχι τις προσλαμβάνουσες εικόνες.

Το δεύτερο συμπέρασμα που εξάγεται με σχετική ασφάλεια (λόγω της επανάληψης του φαινομένου) είναι ότι ο συγγραφέας διακωμωδεί ή τελικά εξορκίζει αυτά που φοβάται, αυτά που δεν καταλαβαίνει κι αυτά που μισεί. Είναι μάλιστα η συγκεκριμένη προσέγγιση, ιδιαιτέρως συνηθισμένη σε άτομα συγκεκριμένου πολιτικού προσανατολισμού. Σατιρίζεται η τοπική ντοπιολαλιά ως ιδίωμα κάποιων που δεν έχουν τα προσόντα και τα δικαιώματα των Αθηναίων, λοιδορούνται οι δημόσιοι λειτουργοί, κατηγορούνται ως ένοχοι οι πλούσιοι, οι πολιτικοί, οι στρατιωτικοί, οι ιερωμένοι. Δεν κρατούνται τα προσχήματα: Οι ψηφοφόροι ΠΑΣΟΚ και ΝΔ (δηλαδή το μέχρι προ λίγων ετών 90% των εκλογέων) είναι βόδια και γουρούνια, οι νεοναζί καίγανε τους αλλοφύλους. (Εδώ μπερδεύτηκε, στην πυρά έπεσαν έως τώρα μόνο οι εργαζόμενοι της MARFIN, από τους «προοδευτικούς» αγανακτισμένους). Οι εκφυλισμένοι στρατιωτικοί και ιεράρχες ως γνήσιοι εκφραστές της ανηθικότητας είναι ομοφυλόφιλοι. Αυτού του τρόπου η γραφή, μοιραία θα καταλήξει να έχει πολύ λίγους φίλους και σαφώς περισσότερους πολέμιους. Εκτιμώ μάλιστα, ότι οι κριτικές του εν λόγω έργου θα είναι εξ ίσου αντιφατικές, αναλόγως της ιδεολογικής αφετηρίας, σεξουαλικής προτίμησης, ίσως και καταγωγής του κρίνοντος.

Στη σκηνή, με μαεστρία ο καλός μας κωμικός ενδεχομένως να μπορεί να ισορροπήσει. Όμως θα πρέπει να αποφασίσει αν θα συνεχίσει τον απροκάλυπτο και απροσχημάτιστο τρόπο γραφής και να ενταχθεί στην Μεροληπτική Σχολή Λαζόπουλου (πράγμα το οποίο απεύχομαι) ή να γίνει τουλάχιστον περισσότερο προσεκτικός, αν δεν μπορεί να είναι δίκαιος και συνεπής στην αλήθεια. Εδώ θα είμαστε, να τον χαρούμε στην επόμενη δουλειά του, περισσότερο ώριμο, βαθύ, ολοκληρωμένο, με το ίδιο κέφι για να δώσει γέλιο.

Από τη λογοτεχνική σκοπιά, τα κείμενα είναι συντακτικά σωστά, ορθογραφημένα, με ολοκληρωμένα νοήματα. Έχουν μάλιστα αποδοθεί και πολύ όμορφες ρίμες, σε όποιο σημείο έγινε αντικατάσταση γνωστών στίχων αγαπημένων τραγουδιών. Πράγματι, απευθύνονται στο ευρύ κοινό και η επιμέλεια είναι εξαιρετική. Οι σκηνικές υποδείξεις για την παράσταση έχουν μοντέρνα και καλαίσθητη άποψη, το επίπεδο και το ύφος του ταλαντούχου σκηνοθέτη Βλαδίμηρου Κυριακίδη εγγυώνται το αποτέλεσμα.

Τέλος, το εξώφυλλο του βιβλίου είναι πολύ όμορφο και συνολικά το εκδοτικό αποτέλεσμα υπέροχο.


 Κατερίνα Πεσταματζόγλου
 
 

Παρασκευή, 15 Μαΐου 2015

Φάκελος "Λαοί στο περιθώριο - η ποίηση των γειτόνων". Σταθμός τέταρτος: Σερβία και Μαυροβούνιο

Γιόβαν Στέρια Πόποβιτς
Δύο είναι τα είδη της ποιητικής παράδοσης που έπαιξαν αποφασιστικό ρόλο στη διαμόρφωση της σερβικής ποίηση στη σύγχρονη εποχή: η μεσαιωνική και η προφορική-δημώδης. Οι τελευταίοι εκπρόσωποι της πρώτης συνέβαλαν στη σταδιακή μετεξέλιξή της σε ποίηση εμφανώς προσωπικής κατεύθυνσης, η οποία συνδυάστηκε με στοιχεία και χαρακτηριστικά της φολκλορικής-μυθικής μορφής που χαρακτηρίζει την ποιητική συλλογικότητα των Σέρβων.

Στα μέσα του 19ου αιώνα η σερβική ποίηση αποκτά για πρώτη φορά ποιητές ευρωπαϊκής εμβέλειας. Ο σερβικός ρομαντισμός, που ήρθε αμέσως μετά, αργοπόρησε σε σχέση με τον ευρωπαϊκό και ήταν μικρής διάρκειας (από το 1848 έως το 1870), ενώ εισήγαγε στη σερβική ποίηση τον λυρικό ποιητή την ίδια στιγμή που τον τοποθέτησε σε προνομιούχο θέση στο σύστημα της εθνικής κουλτούρας.

Ο μοντερνισμός στις αρχές του 20ού αιώνα είχε δύο πρόσωπα: το ένα ήταν παρνασσιστικό-συμβολιστικό, οδηγούσε προς την τελειότητα, τη μελωδία και την έμμετρη φόρμα, και το άλλο ήταν παρακμιακό και φαταλιστικό, αδιαφορούσε για την τελειότητα της ποιητικής έκφρασης και έδινε έμφαση στην παραστατικότητα και το βάθος των ποιητικών εικόνων.

Η σερβική ποίηση ως σύνθεση της ιστορίας και της ατομικότητας, της παράδοσης και του νεωτερισμού, της γλωσσικής παραστατικότητας και της ψυχολογίας, της αμεσότητας και της υπέρβασης, της συνείδησης για συλλογική ταυτότητα και των προκλήσεων του σύγχρονου κόσμου είναι κατά βάση ένα αισθητικό δείγμα απ’ ό,τι καλύτερο έχει να δώσει η σερβική γλώσσα, αλλά και το ευρύτερο βαλκανικό και ευρωπαϊκό περιβάλλον της.

Τη μετάφραση των ποιημάτων έχουν κάνει ο Βάσκο Κάρατζα (ή Βασίλης Καρατζάς), σλαβόφωνος από τη Μακεδονία, και η Βικτωρία Θεοδώρου.



ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ ΕΙΣ ΕΑΥΤΟΝ

Τίποτα απ’ το τίποτα βγαλμένο
στο τίποτα πεταμένο
μαζί γίνονται τίποτα:
Από το αφανισμένο τίποτα
τι περισσότερο γυρεύεις;
Η φλόγα ελάχιστα βαστά
αιώνια σβήνει.
Ρήτορας, στιχουργός,
καθηγητής, νομικός,
τ’ όνομά σου στα βιβλία
αιώνια μένει.
Μα σώμα και νους τίποτα,
Λοιπόν, όλα είναι τίποτα.
Σκιά και τίποτα.

Γιόβαν Στέρια Πόποβιτς, 1856

ΓΙΟΒΑΝ ΣΤΕΡΙΑ ΠΟΠΟΒΙΤΣ (1806-1856): Θεωρείται ο σημαντικότερος Σέρβος κωμωδιογράφος, θεμελιωτής του σύγχρονου σερβικού μυθιστορήματος και του λυρισμού. Τα ώριμα ποιήματά του λόγω της στοχαστικής τους δύναμης και της αυστηρότητας στη φόρμα θεωρούνται η κλασικιστική βάση της σύγχρονης σερβικής ποίησης.



ΛΥΧΝΟΣ ΜΙΚΡΟΚΟΣΜΟΥ
(απόσπασμα)

Στην πρόσκαιρη ζωή του την τρικυμισμένη
του ανθρώπου η τύχη άγνωστη είναι –
άγνωστη η αληθινή, που αναζητά, ευτυχία.
Δεν έχει πια γι’ αυτόν μέτρο και όριο:
όσο πλησιάζει στην κορφή της δόξας
τόσο της τύχης γίνεται ο μεγαλύτερος εχθρός.
Η γη μας, μάνα για μιλιούνια ανθρώπους
Ένα της γιο να στέψει μ’ ευτυχία δεν μπορεί:
Μονάρχης, μοναχά, δικός της όταν γίνει,
τότε την κούπα του Ηρακλή σηκώνει.

Τι σύντομο το έαρ της ζωής μας
ακολουθεί λουσμένο στον ιδρώτα θέρος,
μουντό φθινόπωρο, χειμώνας παγωμένος.
Μέρα μέρα παντρεύεται στο πέρασμά της,
η καθεμιά ξεχωριστά, το κάθε βάσανό μας:
Η μέρα που ποθήσαμε δεν έρχεται ποτέ
μήτε η γαλήνη που τη λαχταρούμε τόσο.
Ποιος τον αγέρα τον τρελό θα χαλινώσει;
Ποιος θα εμποδίσει τη θάλασσα ν’ αφρίσει;
Του πόθου μας τα όρια ποιος θα ορίσει;

Πέταρ Πέτροβιτς Νιέγκος

ΠΕΤΑΡ ΠΕΤΡΟΒΙΤΣ ΝΙΕΓΚΟΣ (1813-1851): Το 1830 χειροτονήθηκε μητροπολίτης Μαυροβουνίου. Άρχισε να γράφει στίχους από την παιδική του ηλικία, γεγονός στο οποίο συνέβαλαν τα δημοτικά τραγούδια και ο δάσκαλός του, ποιητής Σίμα Μιλουτίνοβιτς Σαραϊλία. Τα έργα του έθεσαν τη βάση της μοντέρνας σερβικής ποίησης και πνευματικότητας.



ΠΗΓΗ ΛΗΣΜΟΝΗΜΕΝΗ

Χάσκει η πηγή χαλασμένη, χωμένη στο ψηλό χορτάρι,
κι η γούρνα γκρεμισμένη από καιρό. Από τα πέτρινα άδεια στήθη
δεν βγαίνει μαργαριταρένιο ρεύμα, στις καυτερές του Ιουλίου μέρες,
στις έρημες, τις ήσυχες πλαγιές.

Ρικνή, κοκάλω αχλαδιά, σκελετωμένο μαύρο χέρι
πένθιμη στέκει πάνω απ’ την πηγή. Και τα στραβά κλαριά της
όμοια με σκιάχτρο απλώνονται, ανάγλυφα πάθη της κολάσεως,
κι απ’την ξερή την κάψα του θανάτου, τη μοναξιά υπερασπίζονται της πηγής.
Στο μονοπάτι αυτό, χορταριασμένο από καιρό, ζούσε κάποτε
η βοσκοπούλα κατεβαίνοντας ολόδροση, στον ώμο το λαγήνι
και στη βραδιά τη σιγαλή, έπιανε σούρουπο τραγούδι ο βοσκός
κυνηγώντας χαρούμενα κοπάδια.

Εδώ κι εγώ συλλογισμένος κάποτε κατέβαινα συχνά-πυκνά
τα φωτερά βραδάκια του Μαγιού. Εδώ για μένα ήτανε τόπος
απόκρυφων γλυκών μου πόθων. Θροΐζανε τότε τα φύλλα
καθώς κρυστάλλινο και διάφανο χυνότανε στη μαρμαρένια γούρνα το νερό
και σιγανά ξεχείλιζε... Κύματα ξέσπαγε η ζωή
ξεχείλιζεν η δύναμη από τη νέα ψυχή μου
πλατιά, με σίγουρη βαθύπλατη χαρά, σε τρισαγαπημένους τόπους.
Στη μαύρη λήθη ποιος παρέδωσε τη ζωντανή πηγή
το ζωηφόρο ρείθρο της που τώρα πια η χαρά του έχει κοπάσει;
Πού να ‘ναι οι νύμφες τρυφερές με το κυρτό και κοφτερό δρεπάνι;
Πού να’ναι τα ήμερα κοπάδια;

Ρικνή, κοκάλω αχλαδιά, σκελετωμένο μαύρο χέρι,
πένθιμη στέκει απάνω μου. Και τα στραβά κλαριά της
όμοια με σκιάχτρο απλώνονται, ανάγλυφα πάθη της κολάσεως,
ύστατη δύναμη απελπισμένων σκέψεων που με φυλάνε.

Βόισλαβ Ίλιτς, Ιούνιος 1892

ΒΟΪΣΛΑΒ ΙΛΙΤΣ (1860-1894): Η σερβική κριτική βλέπει στο πρόσωπό του έναν κορυφαίο δημιουργό που ενεργοποίησε εκ νέου τα στοιχεία της κλασικιστικής ποιητικής στη σερβική ποιητική παράδοση. Υιοθετώντας υστερορομαντικές τεχνικές, προχώρησε στις συμβολικές αναζητήσεις, ανοίγοντας τον δρόμο προς την ανάδειξη του υπερβατικού καθώς και, το σπουδαιότερο, προς τη συνεχή τελειοποίηση της φόρμας του σερβικού στίχου. Προανήγγειλε, έτσι, τον ερχομό των νέων, μοντέρνων εποχών. Πέθανε σε ηλικία 34 μόλις χρονών, από φυματίωση.



ΠΟΙΗΜΑ

Έχασα μες στη χλαλοή
φρεγάτες και συντρόφους.
Τι ώρα να ‘ναι στο σύμπαν;
Ξημερώματα είναι ή σκοτεινιάζει;

Πόσο βαθιά στον δρόμο τούτο
Θε μου, πόσο βαθιά η άβυσσος!
Ενέδρα με βασιλική τη λάμψη
χρυσό ποτήρι με φαρμάκι.

Μεθυσμένος με τους ήλιους σου
με τη λαμπρότητα των κάμπων τ’ ουρανού,
πού να την ξέρω την παγίδα σου, Ίσκιε,
τα βάθη των φριχτών σου φυλακών.

Κι όταν μου φανερώθηκε το ρέμα
που όλοι οι ήλιοι βυθιστήκαν,
στη θάλασσα της σιωπής σου
σαν τη βροχή έσταζε η νύχτα.

Γιόβαν Ντούσιτς

ΓΙΟΒΑΝ ΝΤΟΥΣΙΤΣ (1871-1943): Σπούδασε στη Φιλοσοφική και Κοινωνιολογική Σχολή της Γενεύης και άρχισε να εργάζεται από το 1907 στο Υπουργείο Εξωτερικών, υπηρετώντας ως διπλωμάτης έως το 1933. Ο Ντούσιτς οδήγησε το σερβικό ποιητικό ιδίωμα σε συνομιλία με την ευρωπαϊκή ποίηση, βασιζόμενος στη γνώση της σύγχρονης γαλλικής ποίησης.

(Επιλογή: Χριστίνα Λιναρδάκη για το στίγμαΛόγου) 


Γιόβαν Ντούσιτς

Τετάρτη, 13 Μαΐου 2015

"Το καλό θα 'ρθει από τη θάλασσα" του Χρήστου Οικονόμου

"Το καλό θα ‘ρθει από τη θάλασσα" του Χρήστου Οικονόμου, είναι τέσσερα εκτενή διηγήματα που αποτελούν το πρώτο μέρος μιας μελλοντικής τριλογίας ανάλογης θεματικής. Και αν εκ πρώτης όψεως δείχνουν περισσότερο νουβέλες παρά διηγήματα, διατηρούν μια εσωτερική δυναμική που τους εξασφαλίζει συνοχή και συνέχεια. Ο τόπος όπου διαδραματίζονται είναι το ίδιο νησί, τα πρόσωπα βρίσκουν τη θέση τους και στα τέσσερα κείμενα αλλάζοντας ρόλους πότε ως πρωταγωνιστές και πότε ως κομπάρσοι, η θεματολογία είναι κοινή, οι συνθήκες ίδιες. Και παρόλο που κάθε ένα από τα κείμενα θα μπορούσε να υπάρξει και αυτόνομα, είναι εμφανές ότι ο συγγραφέας έχει δώσει ιδιαίτερη προσοχή σ΄αυτόν τον ιδιότυπο διάλογο μεταξύ τους και στις λεπτές ισορροπίες που αυτός συνεπάγεται.

Ένα βασικό στοιχείο και των τεσσάρων κειμένων είναι η προφορική γραφή και τα μάλλον συχνά trash στοιχεία. Υποθέτω ότι εξυπηρετούν μια ανάγκη αμεσότητας του συγγραφέα απέναντι στους ήρωές του αλλά και στις συνθήκες γενικότερα, μπορεί ακόμα να αποσκοπεί και στην ένταση που εδεχομένως θα παρείχε μια «μη αναμενόμενη» γραφή. Η θεματολογία άλλωστε είναι αμιγώς καθημερινή, αφορά στα προβλήματα και τις ανησυχίες όχι μόνο των πρωταγωνιστών αλλά και όλων εμάς των υπολοίπων. Προσωπικά διατηρώ τις αμφιβολίες μου για το κατά πόσο ένα στυλ πλούσιο σε βρισιές μπορεί να δώσει τη ζητούμενη αμεσότητα και ένταση σε ένα κείμενο, νομίζω αντίθετα ότι είναι ένα τέχνασμα με την αξία του πυροτεχνήματος: πολύς ντόρος για το τίποτα. Στο κάτω-κάτω οι άνθρωποι που κινούνται στα διηγήματα του Οικονόμου δεν στηρίζουν την αληθοφάνειά τους σε ένα επιμελώς ατημέλητο λεξιλόγιο πρόκλησης εντυπώσεων (αλλοίμονο, λέξεις και φράσεις που οι περισσότεροι από μας χρησιμοποιούμε καθημερινά οδηγώντας στην Κηφισίας σε ώρα αιχμής) αλλά μάλλον σε ένα λεπτό πλέγμα ρεαλισμού και προσωπικής ευαισθησίας.

Ένα από τα ενδιαφέροντα σημεία είναι το προφίλ του εκάστοτε αφηγητή, άντρα και στα τέσσερα κείμενα. Τόσο πρωταγωνιστής όσο και γενικός παρατηρητής, από τη μια μεριά συμμετέχει στα τεκταινόμενα, και από την άλλη βρίσκεται στην αναγκαία απόσταση για να τα περιγράψει. Έχει ξεκάθαρη συναισθηματική εμπλοκή, αλλά διεκδικεί και το δικαίωμά του να αποστασιοποιείται από ανθρώπους και γεγονότα ώστε να έχει η αφήγησή του την απαραίτητη αξιοπιστία, με λίγα λόγια είναι μια σύνθετη, σχεδόν μυθιστορηματική προσωπικότητα που δεν στερείται γοητείας.

Υπάρχει εμφανές πάθος γραφής και αναμφισβήτητα πολλές εξαιρετικές εικόνες, όχι τοπίων, ευτυχώς, αλλά ανθρώπων, σκέψεων και πράξεων: η αγωνία των ηρώων σχεδόν ψηλαφείται χωρίς να ακούγεται, οι σκέψεις τους αιωρούνται στον αέρα πριν γίνουν πράξεις με συνθλιπτικό βάρος και εξοντωτικές συνέπειες. Ο αναγνώστης αισθάνεται γρήγορα την ατόφια έμπνευση και τον παλμό του συγγραφέα. Όμως. παρότι υπάρχουν ικανές εξαιρέσεις, οι λεπτομέρειες δεν έχουν φροντιστεί αρκετά και, αν είχαν, πιστεύω ότι θα είχε αποδώσει καλά στο σύνολο.

Δεν μπορεί να αγνοήσει κανείς το γεγονός ότι το θέμα που πραγματεύεται ο Χρήστος Οικονόμου σ’αυτή τη συλλογή είναι ένας ισχυρός καταπέλτης συγκινήσεων. Αφορά το μεγαλύτερο μέρος της κοινωνίας του σήμερα και είναι εύκολο να ταυτιστεί κανείς, να βρει στοιχεία που του αναλογούν και τον αφορούν, να νιώσει «μέρος» του έργου. Από την άλλη μεριά βέβαια, κάθε διήγημα είναι τόσο άρρηκτα δεμένο με μια κοινωνική πραγματικότητα καταδικασμένη –και πόσο ευτυχώς- να αλλάζει, ώστε αναρωτιέμαι πώς θα διαβάζονται αυτά τα διηγήματα σε κάποια χρόνια από σήμερα... κατά πόσο το λογοτεχνικό ενδιαφέρον δεν θα έχει δώσει τη θέση του σε ένα άλλο πιο δημοσιογραφικό, πιο ντοκουμενταριστικό ίσως. Μένει να το δείξει ο χρόνος.

Παρόλο που δεν έχω διαβάσει την πρώτη συλλογή διηγημάτων του Οικονόμου, έχω διαβάσει την δεύτερη, το Κάτι θα γίνει θα δεις που εκδόθηκε πριν από πέντε χρόνια. Αυτή η απόσταση λοιπόν μου δίνει την ευκαιρία να αναγνωρίσω ότι αν και θεματολογικά ο συγγραφέας κινείται σε ανάλογους ορίζοντες, η γραφή του συνολικά έχει σαφέστατα κερδίσει σε ειδικό βάρος και περίγραμμα. Το ύφος δεν έχει μεταβληθεί ιδιαίτερα, αισθάνομαι όμως ότι έχει αλλάξει το βλέμμα που ακουμπάει στους ήρωές του, στον τρόπο που τους μετατρέπει από άψυχες μαριονέτες σε σχεδόν υπαρκτά, καθόλα γήινα, ευαίσθητα και ευαισθητοποιημένα πλάσματα. Με δεδομένο ότι η παρούσα συλλογή αποτελεί μέρος τριλογίας, θα ήθελα να δω μια πιο θεαματική εξέλιξη στο δεύτερο μέρος της, θα ήθελα να τον δω να κάνει ένα γενναίο βήμα έξω από την πεπατημένη του και να δώσει στο ομολογουμένως υπαρκτό ταλέντο του την ευκαιρία να ξεδιπλωθεί σε ό,τι μέχρι τώρα αποτελεί γι’ αυτόν αχαρτογράφητο σύμπαν.

Παρόλο που σε ένα κείμενο πρόζας είναι τόσο δύσκολο (και επικίνδυνο) να απομονώνει κανείς αποσπάσματα, μπαίνω στον πειρασμό να σημειώσω κάποια από τα ενδιαφέροντα σημεία που μου άρεσαν ιδιαίτερα:

Κοίταγες το μπλε του ουρανού και σου ‘ρχόταν να βάλεις τα κλάματα που γεννήθηκες με χέρια αντί φτερά. [1]

Προχωράει με το φακό αναμμένο, κοιτώντας τη σκιά του που απλώνεται μακριά και λεπτή σαν σκοινί που τον κρατάει δεμένο με τη νύχτα που άφησε πίσω του, με το σκοτάδι που παραμονεύει να τον βρει μπροστά του.[2]

Τον κοίταξε στα μάτια. Το νερό στα δικά της είχε αρχίσει να τρέμει.[3]
 Κρις Λιβανίου


[1] «Θα σας καταπιώ τα όνειρα», σελ. 24
[2] «Το καλό θα ‘ρθει από τη θάλασσα», σελ. 136.
[3] «Χαρταετοί τον Ιούλιο», σελ. 204.

Δευτέρα, 11 Μαΐου 2015

Ποιητές αλληλογράφοι



Οι Ποιητές και οι Ποιήτριες είναι συστηματικοί αλληλογράφοι.

Γράφουν μια επιστολή ―που ακόμα δεν τη λένε ποίημα―, τη βάζουν σ’ έναν φάκελο, γράφουν πάνω αριστερά στη θέση του αποστολέα, το όνομά τους ―ή κάποιο ψευδώνυμο― και τη διεύθυνσή τους.

Στον ίδιο φάκελο, στη θέση του ονόματος και της διεύθυνσης του παραλήπτη, γράφουν μόνο τη λέξη ΠΑΡΑΛΗΠΤΗΣ και το ρίχνουν με μια κίνηση απελπισμένης αποφασιστικότητας στο γραμματοκιβώτιο του ταχυδρομείου.

Αν έχουν τη σύνεση και τα λεφτά να βάλουν και το σωστό γραμματόσημο, ο φάκελος ―αργά ή γρήγορα― θα τους επιστραφεί με την ένδειξη «ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΠΑΡΑΛΗΠΤΗΣ».

Οι Ποιητές και οι Ποιήτριες είναι συστηματικοί και επίμονοι αλληλογράφοι.

Γι’ αυτό και δεν στενοχωριούνται με την επιστροφή του φακέλου.

Μερικοί μάλιστα χαίρονται γιατί θα έχουν το άλλοθι να ξαναγράψουν αυτό που είχαν στείλει.

Κάθε φορά ξαναγράφουν αυτό που τους έχει επιστραφεί.

Το ξαναγράφουν με άλλα λόγια, με νέα λόγια, με νέες ελπίδες, με την ίδια όμως εμμονή.

Και ξαναστέλνουν τον φάκελο με τη λέξη ΠΑΡΑΛΗΠΤΗΣ εκεί που θα έπρεπε να γράψουν το όνομα και τη διεύθυνση του παραλήπτη.

Κι αυτό δεν έχει τέλος. Παρά μόνο το ταχυδρομικό, για να επιστρέφει ξανά και ξανά ο κλειστός φάκελος με την επιστολή που δεν διαβάστηκε.

Μόνο έναν σκοπό έχει όλη αυτή η διαδικασία που ακολουθούν οι Ποιητές και οι Ποιήτριες που, όπως είπα στην αρχή, είναι συστηματικοί, επίμονοι και οξυδερκείς αλληλογράφοι:

Την ανακύκλωση των ποιημάτων τους.

Μέχρι να βρεθούν οι παραλήπτες.


Κωστής Α. Μακρής


Υ.Γ.1 Ακούγοντας την άρια Casta Diva με τη φωνή της Μαρίας Κάλλας.

Υ.Γ.2 Το ποίημα του Τ. Σ. Έλιοτ, του οποίου ένα μικρό απόσπασμα παραθέτω, είχε σταλεί σε μένα πριν από πολύ καιρό αλλά μόλις χθες ―σχεδόν τριάντα χρόνια μετά― το έλαβα πραγματικά:


Αλλά η πίστη και η αγάπη και η ελπίδα είναι όλα στην αναμονή.
Πρόσμενε δίχως σκέψη όταν δεν είσαι έτοιμος για σκέψη:
Το σκότος θα γίνει φως και η ακινησία χορός.
Ψίθυροι από χείμαρρους και χειμωνιάτικη αστραπή.
Το αθέατο αγριοθύμαρο και η αγριοφραουλιά
Το γέλιο μέσα στον κήπο, αντιλαλούσαν έκσταση
Όχι χαμένη, αλλά ζητώντας, δείχνοντας προς την αγωνία
Του θανάτου και της γέννησης
Λες πως λέω πάλι
Κάτι που είπα και πριν. Και πάλι θα το πω.
Να το πω και πάλι; Για να φθάσεις εκεί πέρα,
Να φθάσεις όπου είσαι, να βγεις απ’ όπου πια δεν είσαι,
Πρέπει να πας απ’ ένα δρόμο δίχως έκσταση.
Για να φθάσεις σε ό,τι αγνοείς
Πρέπει να πάρεις ένα δρόμο που είναι αυτός της άγνοιας.
Για να καθέξεις ό,τι δεν κατέχεις
Πρέπει να πας απ’ ένα δρόμο αποβολής.
Για να φθάσεις τούτο που δεν είσαι
Πρέπει να πας από το δρόμο που δεν είσαι.
Κι ό,τι δεν ξέρεις είναι μόνο κάτι που το ξέρεις
Κι ό,τι σου ανήκει είναι αυτό που δεν σου ανήκει
Κι όπου είσαι είναι εκεί πέρα όπου δεν είσαι.


Σελ. 225, East Coker, III, Τ. Σ. ΕΛΙΟΤ (T. S. ELIOT), Άπαντα τα ποιήματα, Μετάφραση ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ, Εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα 1984.

Παρασκευή, 8 Μαΐου 2015

Φάκελος «Λαοί στο περιθώριο – Η ποίηση των γειτόνων». Σταθμός τρίτος: Βουλγαρία

Ελισαβέτα Μπαγκριάνα
Συνεχίζεται το αφιέρωμα στην ποίηση γειτονικών χωρών, το οποίο καλύπτει ποιήματα και ποιητές των δύο τελευταίων αιώνων (πρώτος σταθμός ήταν η ποίηση της Τουρκίας, δεύτερος η ποίηση της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης). Φιλοξενούμε σήμερα ποιητές και ποιήματα από τη Βουλγαρία. Τα ποιήματα επιλέχθηκαν από το (εξαντλημένο σχεδόν) βιβλίο «Αίμος – Ανθολογία Βαλκανικής Ποίησης», Αθήνα 2006. Μεταφραστές των ποιημάτων είναι ο Δημήτρης Άλλος και ο Πάνος Σταθόγιαννης.

Η νεότερη βουλγαρική ποίηση γεννήθηκε στα τέλη του 18ου και τις αρχές του 19ου αιώνα μέσα από την καλλιέργεια του ύφους της θρησκευτικής ποίησης. Οι παλαιές μορφές έκφρασης αποκτούν σιγά-σιγά καινούρια, πατριωτική θεματική. Στα μέσα του 19ου αιώνα δημιουργούνται ομάδες συγγραφέων που σχηματίζουν θεματικούς και λογοτεχνικούς κύκλους. Η ποίηση αποβλέπει στην απόκτηση πολιτιστικής ταυτότητας. Αυτή την εποχή πρωτοεμφανίζεται και η λυρική ποίηση με πατριωτικό-επαναστατικό περιεχόμενο και σκοπό να παραμερίσει τα δημοφιλή στη νεολαία τουρκικά και ελληνικά τραγούδια.

Από το 1905 έως το 1925 κάνει την εμφάνισή του στη βουλγαρική ποίηση ο συμβολισμός. Χαρακτηριστικό του είναι η απόρριψη τόσο της πατριωτικής θεματικής όσο και του αναπαραστατικού ρεαλισμού: με σύνθετους εκφραστικούς τρόπους απεικονίζει φανταστικούς, αφηρημένους κόσμους με συμπαντικές διαστάσεις. Με τη γραφίδα των Βουλγάρων συμβολιστών το ποιητικό εργαλείο της γλώσσας ωριμάζει σε μεγάλο βαθμό.

Στη δεκαετία μετά το 1920 ο συμβολισμός αναμετράται με άλλα λογοτεχνικά ρεύματα. Ξεχωρίζει η προσπάθεια του περιοδικού «Υπερίων» (Xunepuoʜ) να τον απορρίψει με διάφορα ποιητικά στρατηγήματα. Στα τέλη της δεκαετίας του ’30 και τις αρχές της δεκαετίας του ’40, η επαναστατική γραμμή στη βουλγαρική ποίηση συνεχίζεται με ποιητές που προέρχονται από την εργατική τάξη.

Την εποχή του κρατικού κομμουνισμού η βουλγαρική λογοτεχνία εμπλέκεται βαθιά με το επίσημο πολιτικό και πολιτιστικό κατεστημένο και δεν παράγει ανεξάρτητα, ελεύθερα και αξιόλογα ποιητικά έργα. Ο δρόμος της καινούριας ποιητικής γενιάς ξεκαθαρίζει μόνο μετά τον θάνατο του Στάλιν και την «ύφεση» που ακολουθεί στην Ανατολική Ευρώπη.


ΣΤΟ ΜΟΝΑΣΤΗΡΙ ΤΗΣ ΡΙΛΑΣ
(απόσπασμα)


Γύρισα σπίτι μου ξανά. Τριγύρω τα βουνά
με τις ψηλές τους κορυφές και τ’ άγρια τα δάση –
ηχούνε τα κρυστάλλινα, κελαρυστά νερά,
σκιρτά χαρούμενη η ζωή, σ’ ολόκληρη την πλάση.
Σαν μάνα, η φύση τρυφερά γύρω μου τραγουδάει
και μέσα στην αγκάλη της μ’ αγάπη με κρατάει.

Γύρισα σπίτι μου ξανά, στον κόσμο τον δικό μου –
μες στη δική μου ποθητή γαλήνη π’ αγαπώ
πιο φωτεινό, πιο καθαρό νιώθω τον εαυτό μου,
πιο λεύτερα αισθάνομαι και ανασαίνω εδώ
από το κύμα της ζωής που μέσα μου ορμά
και με γεμίζει δύναμη, τραγούδια μυστικά.

Γύρισα σπίτι κι είμαι τώρα πάλι ποιητής –
μέσα στα σπλάχνα αυτής της άγιας ερημιάς του δάσους
απ’ τον αχό των φαραγγιών και της νεροσυρμής,
νιώθω ένα ρεύμα ερωτικό που με καλεί κοντά σου.
Αλλάζω λόγια μυστικά με γη και ουρανό
κι ευτυχισμένος γίνομαι ένα μ’ αυτά κι εγώ.

Ιβάν Βάζοφ

ΙΒΑΝ ΒΑΖΟΦ: Στον Ιβάν Βάζοφ (1850-1921) η βουλγαρική λογοτεχνία έχει επιφυλάξει τον άτυπο τίτλο του πατριάρχη της. Είναι, κατά μία έννοια, ο κατεξοχήν θεσμικός συγγραφέας, ο θεμελιωτής του κύριου σώματος των κειμένων της βουγαρικής πολιτιστικής ταυτότητας. Το έργο του, συγκεντρωμένο σε 22 ογκώδεις τόμους, αγκαλιάζει όλα τα λογοτεχνικά είδη και, φυσικά, ποιήματα και μπαλάντες.



ΚΟΙΜΑΤΑΙ Η ΛΙΜΝΗ

Κοιμάται η λίμνη – ασπρόκορμες οξιές
με τα στριφτά κλαδιά τους πάνω της λυγίζουν
και ένα δίχτυ από ήλιο και σκιές
τα σιωπηλά βαθιά νερά της καθρεφτίζουν.

Ριγούνε, ψιθυρίζουν οι ασπρόκορμες οξιές
μ’ αυτή, ασάλευτη, μήτε σκιρτάει...
Μονάχα τον καθρέφτη της στιγμές στιγμές
αίφνης το φύλλο πέφτοντας ξυπνάει.

Πέντσο Σλαβέικοφ

ΠΕΝΤΣΟ ΣΛΑΒΕΪΚΟΦ: Ο Πέντσο Σλαβέικοφ (1866-1912) είναι ο δημιουργός της επικής εξισότρησης της εθνικής ιστορικής μοίρας. Μέσα από την ποίησή του επιδιώκει τον «εξευρωπαϊσμό», δηλαδή την καλλιέργεια της καλαισθησίας του βουλγαρικού κοινού, την έξω από τα εφήμερα φιλοσοφική επεξεργασία των μοτίβων και των θεμάτων, τη συμμετοχή στη σύγχρονη πνευματική ζωή της Ευρώπης, καθώς και την υπέρβαση το χρησιμοθηρικού πατριωτισμού των προγενέστερών του συγγραφέων.



ΜΗ ΜΟΥ ΤΗΝΕ ΞΥΠΝΑΤΕ

Μες στην αγκάλη της νυκτός κοιμάται η ψυχή μου –
μη μου τηνε ξυπνάτε .
Ξένη για όλους, τι ζητάτε;
Ανέστια και πεντάρφανη που είναι στη ζωή μου,
ίσως στον κόρφο της νυχτός πεθαίνει η ψυχή μου –
μη μου τηνε ξυπνάτε.

Κάτω απ’ το πέπλο αγγελικά που της κρατούν τ’ αστέρια,
η νύχτα ξαγρυπνάει.
Κι όλο καημό γλυκομιλάει
η δόλια στο άρρωστο παιδί οπού βαστεί στα χέρια,
κάτ απ’ το πέπλο που κρατούν τα δακρυσμένα αστέρια,
η νύχτα ξαγρυπνάει.

Κοιμάται η ορφανή ψυχή, τα μάτια της σφαλίσαν,
αχνά χαμογελάει.
Ξέπνοη η νύχτα δεν μιλάει,
σκύβει επάνω της βουβή, τα χέρια της λυγίσαν:
σβήνει το ορφανό παιδί, τα μάτια του σφαλίσαν,
αχνά χαμογελάει.

Πέιο Γιάβοροφ

ΠΕΪΟ ΓΙΑΒΟΡΟΦ: Ο Πέιο Γιάβοροφ (1878-1914), ψευδώνυμο του Πέιο Κρατσόλοφ, είναι ο τραγικός μάρτυρας του βουλγαρικού λαού της νεότερης εποχής. Μπωντλαιρική μορφή της βουλγαρικής ποίησης, ο Γιάβοροφ επιχειρεί μια πολύ πιο σύνθετη ψυχολογική και δραματική «ενορχήστρωση» των παραδοσιακών θεμάτων. Χωρίς ο ίδιος να το επιζητεί, γίνεται ο πρόδρομος του βουγλαρικού συμβολισμού, ο οποίος αναπτύσσεται (όπως είδαμε στο εισαγωγικό σχόλιο) από το 1905 έως το 1925.Τα δραματικά γεγονότα της ζωής του – οι τραγικοί έρωτές του, ο διχασμός του ανάμεσα στα κοινωνικά και τα εθνικά ιδεώδη, η φρίκη του μπροστά στην αδυναμία να γνωρίσει κανείς το είναι του κόσμου, καθώς και η αυτοκτονία του – τον καθιστούν την πιο έντονη προσωπικότητα της βουλγαρικής κοινωνίας.


ΚΡΑΥΓΗ

Σε άδεια κάμαρη ανήλιαγη και κρύα,
εγώ πεθαίνω με βαθιά πληγή στα στήθια –
ποτέ κανένας δεν με θέλησε κοντά του,
ποτέ κανένας δεν μ’ αγάπησε στ’ αλήθεια.

Είν’ η ψυχή μου από χρόνια διψασμένη,
ζητάει κρασί για να το πιει και να μεθύσει,
ψυχή ανάλαφρη, ολοφώτεινη, καθάρια,
που τους εχθρούς της καταφέρνει ν’ αγαπήσει.

Και θέλω απλόχερα τριγύρω να σκορπίσω
αυτό που μέσα μου ριγεί και τραγουδάει,
σαν πολυέλαιος σε γιορτή να κουδουνίσω,
σαν πολυέλαιος που κρέμεται στα χάη.

Γιατί της νιότης η φωτιά με στροβιλίζει
κορυδαλλός είν’ η ψυχή μου και σκιρτάει,
τρέμει η καρδιά μου και ψηλά μ’ ανασηκώνει –
μ’ ένα φτερούγισμα στον ουρανό με πάει.

Ελισαβέτα Μπαγκριάνα

ΕΛΙΣΑΒΕΤΑ ΜΠΑΓΚΡΙΑΝΑ: Η Ελισαβέτα Μπαγκριάνα (1893-1991), ψευδώνυμο της Ελισαβέτα Μπέλτσεβα, γεννήθηκε στη Σόφια σε περιβάλλον διανοουμένων. Ήδη από τα φοιτητικά της χρόνια συμμετέχει στους πιο ελιτίστικους λογοτεχνικούς κύκλους και δημοσιεύει ποιήματά της στα πιο έγκυρα λογοτεχνικά περιοδικά. Προκαλεί τον γενικό θαυμασμό με το κάλλος και την αρχοντιά της. Η πρώτη ποιητική της συλλογή, Η αιώνια και αγία, γίνεται δεκτή το 1927 ως το πιο σημαντικό λογοτεχνικό γεγονός. Στη γεμάτη ζωντάνια ποίησή της ξεδιπλώνονται αβίαστα τα θέματα της νεότητας και της ελευθερίας. Εξυμνεί την ανθρώπινη υπερηφάνεια και το δικαίωμα του να αγαπάς και να αγαπιέσαι. Γίνεται έτσι το βουλγαρικό σύμβολο του γυναικείου πόθου αυτοπραγμάτωσης και ανεξαρτησίας, χωρίς ποτέ να φτάνει στις ακρότητες του επιθετικού φεμινισμού.



ΠΙΣΤΗ
(απόσπασμα)

Ιδού – ανασαίνω,
δουλεύω,
ζω
και στίχους γράφω
(όσο κι όπως μπορώ).
Η ζωή με κοιτάει σκυθρωπή,
το ίδιο κι εγώ
και παλεύω μαζί της
όσο κι όπως μπορώ.

Με τη ζωή είμαστε στα μαχαίρια από καιρό,
Αλλά ποτέ μη σου περάσει απ’ το μυαλό
πως εγώ τη μισώ.
Το αντίθετο συμβαίνει, το αντίθετο!
Τη στιγμή του θανάτου μου,
τη ζωή με τα πέλματα
που τα πάντα λιανίζουν,
πάλι θ’ αγαπώ!
Πάλι θ’ αγαπώ!

Νικόλα Βαπτσάροφ

ΝΙΚΟΛΑ ΒΑΠΤΣΑΡΟΦ: Ο Νικόλα Βαπτσάροφ (1909-1942) έγραφε πατριωτικά ποιήματα στο πνεύμα των δημοτικών τραγουδιών από τα εφηβικά του ακόμα χρόνια. Η μοναδική ποιητική του συλλογή, Τραγούδια της μηχανής, δεν έτυχε ευνοϊκής αποδοχής. Ὀταν, συμμετέχοντας με το στρατιωτικό σκέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος στον αγώνα κατά των γερμανικών στρατευμάτων στη Βουλγαρία, συλλαμβάνεται και καταδικάζεται σε θάνατο (εκτελέστηκε το 1942), δημιούργησε έναν λογοτεχνικό μύθο. Κάθε χειρόγραφό του μελετήθηκε έκτοτε ενδελεχώς και το έργο του έγινε αγαπητό. Τα ποιήματά του δεν έχουν χάσει μέχρι σήμερα τη συγκλονιστική τους δύναμη.



ΟΙΔΙΠΟΔΕΙΟ ΣΥΜΠΛΕΓΜΑ

Δυο γουρουνάκια
κλοτσάνε τη γουρουνόφουσκα
με αφοσίωση.

Μόνα τους τη φουσκώσανε
και τώρα παίζουν
σαν τρελά μαζί της.

Άσ’ τα να την κλοτσάνε –
όμως γιατί με τόση αφοσίωση;

Άσ’ τα λοιπόν να την κλοτσάνε –
όμως γιατί με τόσο πάθος;

Ούτε και μπάλα είναι αυτό
ούτε και μπαλονάκι!

Είναι η φούσκα
της μάνας τους
που σφάξαν οι χωριάτες το πρωί.

Κωνσταντίν Παβλόφ

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝ ΠΑΒΛΟΦ: Ο Κωνσταντίν Παβλόφ (1933-2008) χαρακτήριζε την ποίησή του «επιβλαβή» και οι θεματοφύλακες των δογμάτων του σοσιαλιστικού ρεαλισμού όντως τη θεωρούσαν τέτοια. Στα χρόνια της απαγόρευσης της ποίησής του ο Παβλόφ έβρισκε σωτήρια λύση στον χώρο του κινηματογράφου, όπου μάλιστα καταξιώθηκε ως ένας από τους αντικομφορμιστές σεναριογράφους. Ποίηση έγραφε λίγη και σπάνια. Κάθε στροφή του, βγαλμένη από κάποιο παλιό ντοσιέ, αποτελούσε γεγονός. Τα έμμετρα σκοτεινά φιλοσοφικά του συμπεράσματα αποκαλύπτουν το σκεπτικό της τραγικής ματιάς για τις σκοτεινές όψεις της ανθρώπινης φύσης.

Πέιο Γιάβοροφ
(Επιλογή: Χριστίνα Λιναρδάκη για το στίγμαΛόγου)


Τετάρτη, 6 Μαΐου 2015

Ο έρωτας και το σεξ στη νεοελληνική ποίηση

Κουβεντιάζαμε διάφορα και είχες σκαλώσει τα πόδια σου
στην τρίτη καρέκλα,
τα γόνατα και η ανεβασιά τους είχαν πάρει την κλίση
προς την θηλυκιά λεκάνη σου και τους μηρούς
και οι καμπύλες του μπλουτζίν μου φέρναν έξαψη.
Αποήπιαμε,
γύρισα στον ξενώνα και μπήκα στο μπάνιο
γιατί είχα μουσκευτεί καθισμένος αντίκρυ σου.
Τι είν’ η ζωή, παρά μερικά ευτυχισμένα περιστατικά
αυτού του τύπου σε ποικίλες εκδοχές.


(Μίμης Σουλιώτης, "Υγρασίες" - από την τελευταία πριν το θάνατό του ποιητική συλλογή Κύπρον ιν ντηντ)

Έχω ξανα-ασχοληθεί με το θέμα, σε παλιότερη ανάρτηση. Επανέρχομαι όμως γιατί στο μεταξύ διαφοροποιήθηκαν κάπως οι απόψεις μου - έβαλα λίγο νερό στο κρασί μου σαν να λέμε, αν και τελικά το συμπέρασμα παραμένει το ίδιο.

Ερωτικά ποιήματα γράφονται από τότε που άρχισε να γράφεται ποίηση και αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι της ποιητικής παράδοσης του τόπου μας. Το γιατί είναι προφανές. Τίποτα δεν έχει αλλάξει από τότε έως σήμερα όσον αφορά το πώς νιώθει ο άνθρωπος όταν ερωτεύεται, όταν θεωρεί το αντικείμενο του πόθου του ή όταν υποφέρει από ερωτική απογοήτευση.

Αναντίρρητα υπήρξαν εποχές που έργα με σαφείς υπαινιγμούς ή απροκάλυπτες αναφορές στο σεξ συνιστούσαν αντίδραση των δημιουργών τους στους περιορισμούς που επέβαλαν οι καιροί τους, όμως σε όλες τις άλλες απλώς υποφώσκει η γλυκιά αγωνία που βιώνει ο άνθρωπος όταν είναι ερωτευμένος και υμνείται μια από τις μεγαλύτερες, αν όχι η μεγαλύτερη, δυνάμεις που τον ωθούν στη δημιουργία.

Με τόσο... εντατική διαπραγμάτευση του θέματος, αναπόφευκτα μέσα στα χρόνια η διαχείρισή του έχει πάρει πολλές και διαφορετικές αποχρώσεις (πολύ περισσότερες από τις 50 σύγχρονες του γκρι!) και έτσι έχουμε καταφέρει να τα δούμε όλα, κυριολεκτικά και μεταφορικά: από τη συνεσταλμένη, ή παραφορτωμένη ενίοτε, ερωτική εξομολόγηση μέχρι την έκρηξη που ακολουθεί την απιστία, από τη γκρίνια και τα παράπονα που παράγονται από την αίσθηση του ανικανοποίητου μέχρι τα χαριεντίσματα και τα καρδιοχτυπήματα του ερωτευμένου, και από τη σεμνότητα που οδηγεί σε μια εκφραστική συγκράτηση μέχρι την απερίφραστη χυδαιότητα που γειτνιάζει με την πορνογραφία. 

Έτσι ήταν τα πράγματα ανέκαθεν, όπως αποδεικνύουν επιγράμματα και ποιήματα της αρχαιότητας που περιλαμβάνονται στην παλατινή ανθολογία ή ποιήματα της Σαπφούς, για να αναφέρουμε μερικά.
Τι γίνεται όμως στις μέρες μας; Τίποτε άλλο από το αυτονόητο. Οι σύγχρονοι ποιητές προσπαθούν με αμείωτο ενδιαφέρον και ζήλο να περιγράψουν αυτό που τους συμβαίνει όταν ερωτεύονται – μόνο που στην εποχή μας, που δεν υπάρχουν φραγμοί, αυτό που τελικά καθορίζει το αποτύπωμα που αφήνει ο δημιουργός είναι ο τρόπος με τον οποίο συντελείται η εν λόγω περιγραφή. Ας δούμε δύο ποιήματα:

Χώνω στο χώμα τη χαρά
Να ζωντανέψουν οι καρποί
Να ‘ρθεις με το κοφίνι
Να με γεμίσεις όστρακα
Φιλιά καυλιά και σάλια
Να γλείψουμε εσύ κι εγώ
Τον λογισμό του κόσμου


(Μαίρη Αλεξοπούλου, "Απογευματινό πότισμα" - από τη συλλογή Ερώμαι)

Καύλα μου όμορφη
Μεταμφιεσμένη στο κορμί σου
Από τους αιώνες που πάνω σου βαραίνουν


(Νίκος Μπογδάνος, "Ευθεία γραμμή" από τη συλλογή ΟΝ)

Τα παραδείγματα αυτά ασφαλώς δεν είναι τα μοναδικά. Πολλοί νέοι ποιητές προσπαθούν να σπάσουν τα καλούπια – αλλά πόσο μπορείς κάποιος να διαφοροποιηθεί σε ένα θέμα στο οποίο έχουν ειπωθεί όλα, χωρίς να καταφύγει στη χυδαιότητα; 

Όχι φυσικά ότι δεν υπάρχουν νέοι ποιητές με άλλη προσέγγιση:

Μπήκα σ’ αυτόν τον έρωτα
μ’ ένα μπουκάλι κρασί στο χέρι
και τα μαλλιά γεμάτα αγριόχορτα.
Ένας άσχημος κι ασήμαντος ποιητής. Μα ποιητής.
Αυτή; Η πιο όμορφη ιστορία του κόσμου.
Με θυμάμαι να της πλέκω με
τις λέξεις μου σκεπάσματα. Και κρυφά, την ώρα που
κοιμόταν, ν’ αγγίζω φοβισμένος τα χείλια,
τις φλέβες στο λαιμό της, τις ρώγες της,
και να μετρώ τα κόκκαλα στα
πλευρά της να δω αν είναι άνθρωπος.
(...)
Μπήκα σ’ αυτόν τον έρωτα
με την πιο μεγάλη μου ανάσα. Και δεν βγήκα.
Ένας άσχημος κι ασήμαντος ποιητής. Μα ποιητής.


(Γιώργος Μπουρλής, "Κάποιοι πολύ τυχεροί" - από τη συλλογή Φλέβα που σπάει)

Εδώ το προφανές του σεξ δίνεται σε δεύτερο πλάνο, καθώς στο πρώτο κυριαρχεί το συναίσθημα. Ας δούμε, όμως, σ’ αυτό το σημείο πώς διαχειρίζονται το θέμα του έρωτα και του σεξ κάποιοι καταξιωμένοι ποιητές:

..Λιωμένο μολύβι στάζει
η ανάσα των ανθρώπων
κι εγώ σχεδιάζω συναντήσεις
όταν σε δω
αν θα σ’ αγκαλιάσω πρώτα
ή θα σκύψω το κεφάλι
αποκαμωμένη
απ’ το φιλί
που άργησε πολύ
κι εχάθη η νοστιμιά του.
Κι ενώ όλο για μίσος λένε
θυμάμαι πόσο αρέσει
στους άντρες ν’ αγαπιούνται
πώς δένουν σαν φραγκόσυκα
σφιχτό χύνεται το μέλι
απ’ τα αγκαθάκια
και πέφτει η γύρη σαν βροχή
απ’ το πελώριο κίτρινο
λουλούδι της αγάπης.


(Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ, "Ο έρωτας κι ο κόσμος" - από τη συλλογή Οι μνηστήρες)

...Φεγγάρι εδώ φεγγάρι εκεί
Αίνιγμα διαβασμένο από τη θάλασσα
Για το δικό σου το χατίρι
Ο κήπος έμπαινε στη θάλασσα
Βαθύ γαρίφαλο ακρωτήρι.


(Οδυσσέας Ελύτης, Ήλιος ο πρώτος, ΙΧ)

Νομίζω πως η διαφορά κλάσης είναι σαφής. Θα αντιτάξετε ίσως πως και ο Εμπειρίκος μίλησε για έρωτα και σεξ και δεν το έκανε με τόση κομψότητα (η κομψότητα έγκειται στην περίφραση, στο να κάνεις ευθεία αναφορά χωρίς όμως να κατονομάζεις και παρόλα αυτά να γίνεσαι σαφής):

...έτσι η βαθμιαία εξάπλωσις της συνουσίας μοιάζει
με τα κρησφύγετα των ερωτευμένων που παραμέ-
νουν ενωμένοι και ως όρθιοι και ως εξαπλωμένοι
μέσα στους πυκνούς θυσάνους των φωνηέντων τους...


(Ανδρέας Εμπειρίκος, Υψικάμινος, σελ. 75)

Το ζήτημα, τελικά, δεν είναι αν θα μιλήσει κάποιος για τον έρωτα και το σεξ – αυτό μοιάζει αναπόφευκτο. Το ζήτημα είναι πώς θα διαχειριστεί το θέμα της ερωτικής επιθυμίας με τρόπο αμιγώς ποιητικό. Η ποίηση είναι αυταξία, χωρίς ανάγκη για προστιθέμενες αξίες, για πυροτεχνήματα ή τεχνικές σοκ. Αυτές άλλωστε δεν δίνουν τίποτα στον αναγνώστη, απλά επιτάσσουν την προσοχή του. Το ότι μπορούμε στην εποχή μας να μιλάμε για τα πάντα, δεν σημαίνει ότι πρέπει να το κάνουμε με τρόπο ωμό, σαν να μην έχουμε τον τρόπο ή τις λέξεις να το κάνουμε όμορφα. Εκεί ακριβώς βρίσκεται το διακύβευμα.

Χριστίνα Λιναρδάκη


Σημείωση: Το κείμενο πρωτοδημοσιεύθηκε στο τεύχος 29 του περιοδικού vakxikon.gr με τον τίτλο "Ο έρωτας και το σεξ στην ελληνική ποίηση". Όλα τα ποιήματα που παρατίθενται είναι αποσπάσματα.