Πέμπτη, 30 Απριλίου 2015

Φάκελος "Λαοί στο περιθώριο - η ποίηση των γειτόνων" Σταθμός δεύτερος Βοσνία-Ερζεγοβίνη

Aleksa Šantic 
Συνεχίζεται το αφιέρωμα στην ποίηση γειτονικών χωρών, το οποίο καλύπτει ποιήματα και ποιητές των δύο τελευταίων αιώνων (πρώτος σταθμός ήταν η ποίηση της Τουρκίας). Φιλοξενούμε σήμερα ποιητές και ποιήματα από τη Βοσνία-Ερζεγοβίνη. Τα ποιήματα επιλέχθηκαν από το (εξαντλημένο σχεδόν, σίγουρα δυσεύρετο πάντως) βιβλίο «Αίμος – Ανθολογία Βαλκανικής Ποίησης», Αθήνα 2006. Μεταφραστές των ποιημάτων είναι η Ισμήνη Ραντούλοβιτς και ο Ηλίας Λάγιος.

Η ποίηση της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης προσέγγισε πολύ, ιδίως κατά το δεύτερο ήμισυ του 20ού αιώνα, τον αισθητικό κανόνα της ευρωπαϊκής ποίησης, αλλά και τις αναζητήσεις της. Οι μεγαλύτερες ποιητικές φωνές της ανήκουν στις τρεις μεγαλύτερες εθνότητες που απαρτίζουν τη χώρα, χωρίς να παραβλέπεται η συμβολή όσων άλλων ζουν σ’ αυτήν. Οι εν λόγω εθνότητες είναι οι Βόσνιοι, οι Σέρβοι και οι Κροάτες. Παρότι μιλούν και γράφουν στην ίδια γλώσσα με τους γείτονές τους, επηρεάζονται από τις πολιτισμικές ιδιαιτερότητες της χώρας τους, της Βοσνίας, στις οποίες συνυφαίνονται και γλωσσικά στοιχεία. Δεν πρέπει επίσης να αγνοήσουμε τη σημασία του εβραιοσεφαραδιτικού πολιτισμικού παράγοντα, που με τη μακρόχρονη παράδοση και παρουσία του λειτούργησε ως πόλος δημιουργίας.

Στη σύγχρονη ποίηση της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης είναι αισθητοί οι απόηχοι της μακραίωνης προφορικής παράδοσης. Για παράδειγμα, διατηρείται έντονη η λυρική νότα της λαϊκής μπαλάντας σε ανατολίτικο υπόβαθρο. Φυσικά, οι ποιητές επηρεάστηκαν από τα παγκόσμια και ευρωπαϊκά ρεύματα και κινήματα και κατατάχθηκαν σε διάφορες σχολές. Μετά, όμως, από τον πόλεμο στη Βοσνία (1992-1995) και την πολιορκία της πόλης Σαράγεβο, συμμετείχαν στον αγώνα για τη μαρτυρία της Αλήθειας και εναντιώθηκαν στο Παράλογο. Τα γεγονότα της ζωής για άλλη μια φορά σημάδεψαν την έκφραση στην Τέχνη.



ΠΑΓΩΝΙΑ

Μ’έλλαμψη πρωιού η κορφή των λόφων φλέγεται,
από τα θάμνα αναδύεται η ομίχλη σαν ασήμι,
θροούν ψηλά γέρικες λεύκες, αντηχώντας μνήμη,
και το ρυάκι, το νερό του, καθαρό χρυσάφι ορέγεται.

Κάποιος θρηνεί, ενόσω το σύμπαν ευφραίνεται,
θρηνεί βαθιά, θρηνεί στην παγωνιά, θρηνεί στο μνήμα.
το κλάμα του αυξαίνει, λαχταρίζει, δίνει σήμα –
να τον λυτρώσω απ’ των βασάνων το ένδυμα που εξυφαίνεται.

Καρδιά μου, ω καρδιά, παρακαλώ σε, μην και με καλέσεις,
να βρεις παρηγοριά από μέναν, πια, δεν θα μπορέσεις...
Η τύχη σου είναι σαν της νύχτας που έγδαρε άγριο νύχι,
και , αενάως, περιπλανάται τον μεγάλον ήλιο να προκάμει,
γι’ αυτόν θέλει να διαβεί θάλασσα, έρημο, βουνοκορφή, ποτάμι,
μα ο μέγας ήλιος, μήτε η χαρισμένη ανατολή, δεν θα της τύχει.

Αλέξα Σάντιτς

ΑΛΕΞΑ ΣΑΝΤΙΤΣ (ALEKSA ŠANTIĆ): Ο Σάντιτς γεννήθηκε το 1868 σε οικογένεια εμπόρων. Συγκαταλέγεται στους πιο διακεκριμένους Σέρβους της εποχής του. Στις αρχές του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου καταδιώχθηκε και δικάστηκε με αφορμή πατριωτικά ποιήματά του που είχαν κατηγορηθεί από τις αυστροουγγρικές αρχές. Πέθανε το 1924.



ΕΝΑ ΠΟΙΗΜΑ ΓΙΑ ΕΝΑΝ ΛΟΦΟ

Ο λόφος που παρατηρώ και ηρεμώ
μόνος στην κάμαρή μου. Έρημος λόφος. Τίποτε δεν βλασταίνει
γυμνά λιθάρια διακρίνω.

Σιωπηλοί αλληλοκοιταζόμαστε. Ο λόφος και ο άνθρωπος.
Δεν θα εννοήσω ποτέ
την κοινότητα της διαφοράς μας.

Νερό κυλά στους πρόποδές του. Μεροδούλι-μεροφάι οι άνθρωποι.
Ο λόφος εκεί, ο ψηλός λόφος, τον ουρανό συνορεύει.

Τη νύχτα δεν διακρίνεται. Η νύχτα μας καταργεί.
Γνωρίζω πως υπάρχει. Βαρύτατη σιωπή.

Δυο ξένοι θα αποχωριστούμε.
Εγώ νεκρός. Ασάλευτος ο λόφος,
Αιωνιότης από πέτρα.

Αντούν Μπράνκο Σίμιτς

ΑΝΤΟΥΝ ΜΠΡΑΝΚΟ ΣΙΜΙΤΣ (ANTUN BRANKO ŠIMIĆ): Γεννήθηκε το 1898. Το 1917 ίδρυσε το λογοτεχνικό περιοδικό «Χιονοθύελλα» (Vijavica), επειδή όμως ως μαθητής λυκείου δεν είχε το δικαίωμα να εκδίδει περιοδικά, εγκατέλειψε το λύκειο για να αφοσιωθεί στη λογοτεχνία. Το 1919 ίδρυσε το περιοδικό «Έφοδος» (Juriš), το οποίο εισήγαγε τη νεωτερική ποιητική αντίληψη του εξπρεσιονισμού στην κροατική λογοτεχνία. Το 1920 δημοσίευσε τη μοναδική ποιητική του συλλογή «Μεταμορφώσεις» (Preobraženja). Το 1924 εξέδωσε το περιοδικό «Λογοτέχνης» (Književnik), στο οποίο δημοσίευε κυρίως δικά του κείμενα. Πέθανε νέος, το 1925, από φυματίωση.



Η ΒΑΚΤΗΡΙΑ ΤΟΥ ΤΥΦΛΟΥ

Ποιος άλλος ο οδηγός μου απ’ του τυφλού τη βακτηρία;
Τα μάτια μου εκάησαν, μες στον κλοιό του χρόνου.
Φτάσαμε, ακολουθώντας μόνον μυρωδιές σ’ αυτό το, πέραν της οράσεως,
που ήταν, κάποτες, δάσος μ’ ακακίες, ζωντανό να ψιθυρίζει.
Είναι εκείνο, άραγε; Διακρίνω μόνον ό,τι μέσ’ από το σκότος πρασίνισε,
στον εγκέφαλό μου καθήμενο, ως επί θρόνου,
ενώ η παλάμη μου τον φλοιό των κορμών ψηλαφίζει.

Ήλθα ξανά το φθινόπωρο. Βουλιάζει η βακτηρία στη μαύρη λάσπη, πάλι
βουλιάζει, σ’ αυτό που μέσα μου, ελάχιστο, μα εμμένει.
Ένα φύλλο πέφτει σην κεφαλή μου. Το αποδιώχνω, στο τυφλό φθινόπωρο,
το αποδιώχνω, το αρχαίο φύλλο, μη με βλέπει.
Το μέτωπό μου ακούμπησεν ένα κλωνάρι. Ψηλαφίζω, μα ό,τι ψηλαφίζω
είναι, απλώς, κλωνάρι που στο γλαύκωμα βλασταίνει.
Τέρμα η ανηφόρα πλέον. Η βακτηρία περιττή,
όλα τα θεωρώ, στο πάλαι επίπεδο, όπως πρέπει.

Ίσως, σκέφτηκα, κάτι με κάνει να το αναγνωρίσω, κι ήλθα το επόμενο
τυφλό καλοκαίρι, να ξαναβρώ το κλωνάρι.
Το κάλεσα, με τ’ όνομά του το κάλεσα. Μόνον ο ταυτόηχος
αντίλαλος μου αποκρίνεται. Κι αυτός; Θέλει, δε θέλει.
Στα μπουμπούκια οι μέλισσες. Βουίζει, χώνεται στους κάλυκες,
επί των ανθέων επέπεσεν το σμάρι,
να κουβαλήσει στης κυψέλης τις πανάρχαιες κερήθρες, το γλυκύτατο μέλι.

Ακούγω τα πουλιά. Τιτιβίζουν στο σκοτάδι μου πολύτιμα σήμαντρα,
Τιτιβίζουν στη φουντωμένη φυλλωσιά, που ονομάζεται μνήμη.
Εάν το σύνολο αγγίξω, ίσως απ’ την τυφλότητά της φοβισμένη
κι εκείνη εμέναν να μ’ αγγίσει.
Ίσως τα δάχτυλά μας να είναι φλόγες του ίδιου πυρός, σφυρηλατώντας ασήμι,
κι ίσως με τα ίδια δάχτυλα να μας αγγίζει
τυφλή η οικουμένη.
Επιστρέφουμε τυφλότεροι. Τώρα, τυφλός τον τυφλό οδηγεί και ορίζει,
«προς τα πού;» ο κουφός τον μουγκό ερωτά, ποντισμένοι στο τραύμα.
Κι αντανακλούν απ΄ τον ζόφο, μόνο τ’ άστρα της μνήμης μας
την έλλαμψη που κρύβει σκοτεινότατο θαύμα.

Σκεντέρ Κουλένοβιτς

ΣΚΕΝΤΕΡ ΚΟΥΛΕΝΟΒΙΤΣ (SKENDER KULENOVIĆ): Γεννήθηκε το 1910. Μόλις δεκαέξι χρονών έγραψε την πρώτη του συλλογή σονέτων. Ο πλούτος, η πυκνότητα και ο ρεαλισμός της ποιητικής του γλώσσας δεν έχουν ξεπραστεί στην ποίηση της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης. Πέθανε το 1978.



ΨΑΧΝΩ ΓΙΑ Τ’ ΟΝΟΜΑ ΜΟΥ ΔΡΟΜΟ

Περιπατώ στην πόλη που γεννήθηκα, στης νιότης μου την πόλη,
ψάχνω για τ’ όνομά μου δρόμο.

Άπλετες, θορυβώδεις, πολυσύχναστες λεωφόροι –
τις παραχωρώ, ευχαρίστως, στους μεγάλους άντρες της Ιστορίας.

Εξάλλου, τι έκανα εγώ, όσο κυλούσεν ο ρους της Ιστορίας;
Εγώ, απλώς, εσέναν αγαπούσα.
Έναν ασήμαντο δρομάκο ψάχνω, καθημερινό, κοινότατο,
έναν δρομάκο στον οποίον, απαρατήρητοι, αόρατοι απ΄ τον κόσμο,
θα μπορούμε, και μετά θάνατον, να κάνουμε ήσυχοι τη βόλτα μας.

Κατ’ αρχήν, ο δρομάκος μας δε χρειάζεται να’ χει και πολύ πράσινο,
δε χρειάζεται, καν, να ‘χει δικά του πουλιά.
Ένα, αυτό μετράει: από τον κάθε διώκτη τους, σε τούτον τον δρομάκο,
να βρίσκουν άσυλο κι ο άνθρωπος κι ο σκύλος.

Δε λέω, όμορφα θα ‘ταν και θα μ’ άρεζε, να ‘ναι πλακόστρωτος.
Αλλά, εν τέλει, δευτερεύον το θεωρώ.
Όμως, ετούτο το σημαντικό, το κύριο, αυτό μετράει πιο πολύ,
στον δρόμο που θα φέρει το όνομά μου
ποτέ του και κανέναν να μην εύρει η συφορά.

Ιζέτ Σαράιλιτς

ΙΖΕΤ ΣΑΡΑΪΛΙΤΣ (IZET SARAJLIĆ): Γεννήθηκε το 1930. Από το 1945, οπότε δημοσίευσε την πρώτη ποιητική του συλλογή, διέμενε στο Σαράγεβο, όπου κατά τη διάρκεια της πολιορκίας τραυματίστηκε από ρουκέτα. Εργάστηκε ως επιμελητής στον εκδοτικό οίκο Veselin Masleša. Δημοσίευσε πάνω από τριάντα ποιητικές συλλογές. Η χάρη, η διαύγεια και η ακρίβεια των ποιημάτων του πηγάζουν από την επιθυμία του να έχει η ποίησή του άμεση επικοινωνία με τον αναγνώστη. Είναι ένας από τους πιο δημοφιλείς και πιο πολυμεταφρασμένους ποιητές της πρώην Γιουγκοσλαβίας. Πέθανε το 2002.



ΜΠΟΡΕΙ ΤΟΥ ΠΕΥΚΟΥ Η ΦΛΟΥΔΑ ΝΑ’ΝΑΙ ΚΙ ΑΛΜΥΡΗ

Εκεί έχει βροχές
ολόφρεσκες βροχές του πρωινού
απ’ τα σταφύλια πιότερες
απ’ το ουράνιο τόξο πιότερες
κι απ’ τις κουφοξυλιές

όμως
ΟΧΙ
μπορεί αυτές να μη βρίσκονται ΕΚΕΙ

μπορεί να ψιχαλίζει κάτου από τη φλούδα
μπορεί του πεύκου η φλούδα να’ναι κι αλμυρή
ΣΤΟ ΜΕΤΩΠΟ ΜΟΥ τυλιγμένη να αιωρείται

εκεί καλάμι εκεί απαλή πάχνη της χλόης
προσκάλεσέ με με τις πεταλούδες στον αγρό
γι’ αγάπη στο φύτρωμα

εμείς οι δυο βλαστοί
το καπελάκι σου από ανθό και ήλιο
σε υμέναιο
ΝΑ ΠΑΜΕ ΣΕ ΑΣΤΡΑΠΗ ΚΑΤΑΠΡΑΣΙΝΗ

Βεσέλκο Κόρομαν

ΒΕΣΕΛΚΟ ΚΟΡΟΜΑΝ (VESELKO KOROMAN): Γεννήθηκε το 1934. Σπούδασε στο Μόσταρ και στο Σαράγεβο, όπου πήρε και το πτυχίο Νοτιοσλαβικών Λογοτεχνιών και Φιλοσοφίας. Παρόλο που έχει γράψει και πεζά και δοκίμια, ο Κόρομαν είναι πάνω απ’ όλα ποιητής, από τους πιο αυθεντικούς του τόπου του.



ΟΤΑΝ ΕΦΤΑΣΕ Η ΑΝΑΜΕΝΟΜΕΝΗ ΜΕΡΑ

Τότε, λοιπόν, δεν ήταν η ημέρα αυτή.
Με τις άλλες όλες παρομοίαζε, η προσδοκώμενη, η ξεχωριστή
ανάμεσά τους. Τίποτε απ’τα όσα φανταζόμουν,
όσα φλεγόμενος αποθυμούσα. Οι μέρες, μοναχές τους, τι να καταφέρουν;
Ότι για εκπλήρωση απαιτεί να προετοιμαστείς, όχι απλώς
για αναμονή. Όταν έφτασε,
απάστραπτε ολούθε γαλανή, κι εγώ
στεκόμουν με τα χέρια μου αδειανά μες στη φεγγοβολιά
τη γαλανή. Τώρα οφείλω να προσδιορίσω, να φανταστώ
μιαν καινούργια ώρα εκπλήρωσης, που ξανά
έτσι, ξαφνική, μπροστά μου θα βρεθεί. Ίσως,
λέω, ανακουφιστώ, αν ξεκινήσω
να χτίζω τη στιγμή απ’ αυτές – ανεπανάληπτες, μονάκριβες.
Τον αέρα από αέρα να χτίσω, το νερό από νερό να χτίσω,
όχι όπως τώρα, βυθισμένος ή να αιωρούμαι. Μα όταν
έφτασε, ένα μου θύμισε, τις καθαρές μέρες,
σαν καταλάγιαζε ο χρόνος της αναμονής,
όταν δεν προσμετράτο ο χρόνος μου σε λογιστήρια.
Μόλο όπου γαλήνια ούτε η ώρα τούτη δεν υπήρξε, έξω
απ’ την οποία δεν μετρήθηκαν οι άλλες. Εκεί,
ολόκληρος παραμονεύοντας, δίχως ακόμη το βλέμμα μου
απέναντι να έχω προσηλώσει
στων λογισμών το βάθος, εκεί, μην και δεν διαισθανόμουν, μην και δεν
προσδοκούσα
μην και δεν, ώρες ανάλογες, μέρες αναμονής, ζωή ανεκπλήρωτη;

Ράνκο Σλαντόγεβιτς

ΡΑΝΚΟ ΣΛΑΝΤΟΓΕΒΙΤΣ (RANKO SLADOJEVIĆ): Γεννήθηκε το 1951. Σπούδασε Γερμανική Γλώσσα και Λογοτεχνία στο Πανεπιστήμιο του Σαράγεβο, όπου εκπόνησε και τη διδακτορική του διατριβή το 1988. Ήταν εκδότης των σημαντικών λογοτεχνικών περιοδικών «Ζωή» (Život) και «Πρόσωπα» (Lica). Έχει μεταφράσει ποίηση και φιλοσοφία από τα γερμανικά, έχει γράψει πολλές κριτικές, πεζά και μερικές ποιητικές συλλογές.

Skender Kulenovic
(Επιλογή: Χριστίνα Λιναρδάκη για το στίγμαΛόγου)

Τετάρτη, 29 Απριλίου 2015

Φόβος – θάρρος – γενναιότητα στο δημοτικό τραγούδι

Ο όρος ήρωας είναι άρρηκτα συνδεδεμένος με κάθε μορφή λογοτεχνικής δημιουργίας, τόσο τεχνικά όσο και νοηματικά. Ήρωας είναι ταυτόχρονα ο πρωταγωνιστής και ο ατρόμητος χαρακτήρας, αυτός που αποκτά σάρκα και οστά στην αφήγηση και βλέπει την ιστορία του να γίνεται κοινό κτήμα, αλλά και αυτός που ανταπεξέρχεται στις αντιξοότητες χωρίς δισταγμούς και συγκινήσεις. Όλοι λίγο ή πολύ έχουμε συγκεκριμένες εικόνες στο μυαλό μας όταν πρόκειται για μια ηρωική μορφή.

Στα δημοτικά τραγούδια τα πράγματα είναι λιγότερο σαφή, ή μάλλον ακριβέστερα λιγότερο αναμενόμενα. Σε μια ποίηση που βρίθει ηρωικών περιγραφών, όπου υπάρχουν μάλιστα και ολόκληρες κατηγορίες κειμένων με αντικείμενο την περιγραφή των κατορθωμάτων των ηρώων, είναι ενδιαφέρον να κοιτάξει κανείς τις λεπτομέρειες. Ο ήρωας των δημοτικών τραγουδιών διακρίνεται από την απουσία φόβου; Στέκεται ατρόμητος μπροστά στο θάνατο, στον πόλεμο, στις διάφορες αλώσεις που κατά καιρούς άλλαζαν το γεωπολιτικό πέδιο, στην ξενιτιά; Η αλήθεια είναι πως όχι. Ο φόβος είναι ένα απολύτως υπαρκτό συναίσθημα, συμπορεύεται με την όποια δράση αναλαμβάνει ο άνθρωπος και τελικά επιβεβαιώνει το καθόλα θνητό χαρακτήρα της προσωπικότητάς του.

Ό,τι υμνείται ή περιγράφεται από τον λαϊκό ποιητή εντάσσεται πλήρως στο κοινωνικό σύνολο στο οποίο απευθύνεται, και αυτό είναι μια σημαντική διαπίστωση όχι μόνο για κοινωνιολογικούς ή ανθρωπολογικούς λόγους αλλά κυρίως γιατί μας δίνει μια σαφή εκτίμηση για το τι πιστεύει το ίδιο το κοινό ότι το αφορά. Οι επιθέσεις του εχθρού, των πειρατών, του Χάρου φέρνουν το κοινωνικό σύνολο σε μια κατάσταση κρίσης όπου ο φόβος είναι το πλέον αναμενόμενο συναίσθημα. Αυτό που επειχειρείται από τον ποιητή είναι να ντύσει τον φόβο αυτό με λόγια για να του δώσει περίγραμμα και τελικά να τον οριοθετήσει, να δώσει στους ανθρώπους την ευκαιρία να δουν ποιος είναι ο αντίπαλος.

Στην περίπτωση του θανάτου, τα μοιρολόγια δίνουν τα χαρακτηριστικά του Χάρου, της καθημερινότητας που περιμένει τους νεκρούς, και ντύνουν με λόγια το βαθιά προσωπικό δράμα όσων μένουν πίσω σε μια προσπάθεια να μετουσιώσουν το άγνωστο της μετά θάνατον ύπαρξης σε κάτι αν όχι γνώριμο, τουλάχιστον ταυτοποιήσιμο. Οι άνθρωποι στα δημοτικά τραγούδια, οι μυθικοί ήρωες όπως ο Διγενής αλλά και οι υπαρκτοί όπως ο Τζαβέλλας και ο Κολοκοτρώνης, φοβούνται ό,τι τους απειλεί, ακριβώς όπως οποιοσδήποτε από μας. Δεν υπάρχει αμφιβολία γι αυτό, ταυτόχρονα όμως το πραγματικό ζητούμενο δεν είναι εκεί: είναι στο «από εδώ και πέρα». Είναι επίσης στο «πότε φοβόμαστε περισσότερο;» και «πότε υπάρχουν οι περισσότερες πιθανότητες να νικηθούμε από τον φόβο;». Για τον δημοτικό ποιητή η απάντηση είναι μία: όταν λειτουργούμε και σκεφτόμαστε ως μονάδα. Το δημοτικό τραγούδι είανι το κατεξοχην μέσο έκφρασης της κοινωνικής ομάδας και όχι του ατόμου. Ο ποιητής βλέπει στις ισχυρές ανθρώπινες σχέσεις το μοναδικό τρόπο να νικηθεί ο φόβος, στην κοινωνική συνοχή και σύμπνοια την μοναδική οδό επιβίωσης για όλους. Οι μύθοι των δημοτικών τραγουδιών υπάρχουν ακριβώς για να οριοθετούν τις εκάστοτε αγωνιώδεις συνθήκες, να τις παγιώνουν μέσα από τον λόγο και να τους αφαιρούν το επίχρισμα του φόβου.

Ο άνθρωπος στα δημοτικά τραγούδια, ο ήρωας αν θέλουμε, διανύει μια πορεία με ελάχιστες σταθερές. Αυτό συνεπάγεται ότι χρειάζεται απαραίτητα τα στηρίγματα εκείνα που θα του επιτρέψουν να επιβιώσει και ακόμα περισσότερο να αντλήσει ελπίδα για το μέλλον: όπως μπορεί εύκολα να καταλάβει κάποιος, δεν πρόκειται για ένα εύκολο εγχείρημα. Στα κλέφτικα τραγούδια, το πλέον χαρακτηριστικό παράδειγμα, το ακροατήριο βλέπει αγωνιστές να κερδίζουν τις μάχες αλλά και να χάνουν άλλες, βλέπει μέσα από τα μάτια τους την δυσαναλογία με το στρατό του εχθρού και σχεδόν βιώνει τις λεηλασίες και τις καταστροφές. Ξέρει λοιπόν ότι δεν πρόκειται για ανθρώπους που αψηφούν το φόβο αλλά μάλλον για κάποιους που ζύγισαν τα δεδομένα τους και αποφάσισαν να ξεπεράσουν εαυτόν. Κάποιες φορές το πείραμα απέδωσε και κάποιες άλλες όχι: καμία υπερ-ηρωοποίηση εκ μέρους του ποιητή, το αντίθετο μάλιστα. Το θάρρος εξυμνείται ως ύστατη προσπάθεια, ως απεγνωσμένη κίνηση, και τελικά ως ένδοξη πτώση.

Στην δημοτική ποίηση το θάρρος είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με τον φόβο σε μια ταραγμένη εποχή που κράτησε για αιώνες. Αυτό που εξυμνεί ο ποιητής δεν είναι μια «εκ γενετής» γενναιότητα που βγαίνει αβίαστα αλλά μια νικητήρια έκβαση στην αναμέτρηση του θάρρους για το κοινό καλό ενάντια στο τόσο βαθιά ριζωμένο ένστικτο της αυτοσυντήρησης. Η γενναιότητα του κλέφτη, του Κωνσταντή, των θυμάτων της άλωσης της Τραπεζούντας δεν προέρχεται από κάποιο κώδικα τιμής αλλά από την κοινή κρίση ότι αν δεν αγωνιστεί κανείς, τότε όλοι θα έχουν για πάντα την ίδια μοίρα. Και αυτό είναι η καταλυτική πράξη θάρρους που μπορεί να αλλάξει το ρου της ιστορίας.


Τρία πουλάκια κάθουνταν, τα τρι’ αράδ’ αράδα
τό ‘να τηράει τον Όλυμπο, τ’άλλο την Αλλασσόνα,
το τρίτο το καλύτερο , του Πράβι το γεφύρι.
Μοιργιολογούσε κι έλεγε, μοιργιολογάει και λέγει.
- «Τον Νικοτσάραν έκλεισαν στου Πράβι το γιοφύρι
Τρεις μέρες κάνει πόλεμο, τρεις μέρες και τρεις νύχτες,
χωρίς ψωμί, χωρίς νερό, χωρίς ύπνο στο μάτι.
Τα παλλικάρια χούγιαξε, τα παλλικάρια κράζει.
Σύρετε τα σπαθάκια σας και πάρτε τα στο χέρι
κι ευθύς ορμή να κάνωμε στου Πράβι το γιοφύρι».[1]


Κρις Λιβανίου


[1] Ελληνικά Δημοτικά Τραγούδια (εκλογή), εκδ. Ακαδημία Αθηνών, σελ 212.

Δευτέρα, 27 Απριλίου 2015

"Χλιμίντρισμα" του Μάριου Ποντίκα

Το έργο προλογίζεται από την Καίτη Διαμαντάκου–Αγάθου. Το επίμετρο από τον Βάϊο Λιάπη. Εκδόθηκε το 2015 από τον εκδοτικό οίκο «μωβ σκίουρος» στην ελληνική και μεταφράσθηκε στην αγγλική γλώσσα από την Πέννυ Φυλακτάκη.

Φαίνεται ότι το αρχαίο δράμα έχει αποκτήσει εξέχουσα θέση στις προτιμήσεις του συγγραφέα. Μετά το έργο «Ο δολοφόνος του Λαΐου και τα κοράκια» και το κείμενο «Η Κασσάνδρα απευθύνεται στους νεκρούς» που αμφότερα ξεχώρισαν σε διεθνείς συναντήσεις αρχαίου δράματος, έρχεται το «χλιμίντρισμα» να αναδείξει μέσα από ένα λόγο οξύ, διλήμματα, ως απότοκα της εκρηκτικής δυναμικής των αντιθέσεων.

Η Φιλύρα είναι η δυνατή, ευώδης πανέμορφη νύμφη που ερωτεύτηκε ο Κρόνος, κι όταν η (σύζυγος) Ρέα το ανακάλυψε, αυτός για να ξεφύγει της προσοχής της, μεταμορφώθηκε σε άλογο. Ένα πανέμορφο ατίθασο εβένινο άτι. Την στιγμή που ο επιβήτορας πήγε στην λίμνη να πιει νερό, βρήκε η γοητευμένη Φιλύρα την ευκαιρία και απογειώθηκε μαζί του ως τους ουρανούς.

Από την «καταραμένη» αυτή ένωση γεννήθηκε ο Κένταυρος Χείρων, μισός άλογο, μισός άνθρωπος απ’ τη μέση κι επάνω. Από αυτήν την αφετηρία, ξετυλίγεται η πλοκή στο «Χλιμίντρισμα».

Το έργο χωρίζεται σε τρία μέρη:
1. ΚΑΣΣΑΝΔΡΑ, Λόγος προς τους νεκρούς
2. ΚΕΝΤΑΥΡΟΣ ΧΕΙΡΩΝ, Ταπείνωση
3. Η ΑΝΤΟΧΗ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ, Επίλογος

Στο πρώτο μέρος, θα δούμε τον Κένταυρο να κείτεται σε μια άκρη της σκηνής στην οποία δεσπόζει το μαύρο. Θα τον ακούσουμε να μονολογεί και θα του επιτρέψουμε να μας παρασύρει στον «ανοίκειο» συλλογισμό του. Ο ήλιος κρύβει την λάμψη του μέσα στο σκοτάδι. Όλα υπάρχουν ή χάνονται, αυτό που πιστεύεις γίνεται αυτοστιγμεί κάτι που νόμισες. Η ζωή σε μπερδεύει, έχει οσμή θανάτου. Κι ο θάνατος, είναι η καθολική χαύνωση. Ο λόγος του ακροβατεί σε ένα υπερβατικό μεταίχμιο, ανάμεσα στην σιωπή και το ουρλιαχτό.

Έρχονται οι φοβερές Ερινύες. Μέγαιρα, Τισιφόνη και Αληκτώ, τρομακτικές και απόλυτες, όσο κι ίδια η φαντασία. Ξεκινά η σαρκαστική ειρωνεία.

Μπαίνει στην σκηνή η Κασσάνδρα. Λόγια δυνατά, νοήματα δυνατότερα, ραπίσματα στην επιλογή του εφησυχασμού.

Όταν ξαναπάρουν τον λόγο οι αδίστακτες τυραννίδες, θα είναι μόνο για να ζωγραφίσουν στον καμβά που έστησαν με τα πιο μελανά χρώματα, δεινά και συμφορές, ύβρεις και κραυγές και απειλές και φόβο. Κι ο Χείρωνας θα νοιώσει τον φόβο.

Tο δεύτερο μέρος θα ξεκινήσει με τις Ερινύες να μας περιγράφουν την απόκοσμη συνεύρεση. Με πανέμορφους στίχους που ξεχειλίζουν από λυρισμό, μας μεταφέρουν μία πραγματικά καταπληκτική ερωτική σκηνή.

Έτσι γεννήθηκε η ύβρις. Ενσαρκώθηκε στην ανίερη οντότητα του Χείρωνα, που η ίδια της η ύπαρξη απειλεί με απάνθρωπη σοφία την έλλογη συμπαντική τάξη. Έργω ανίσχυρος ο Κένταυρος, σαν πελταστής ασύμμετρα οπλισμένος απέναντι στην πάνοπλη μοίρα του, πέφτει τελικά στην ταπεινωτική και εξευτελιστική αυτολύπηση, καταδιωκόμενος με ανηλεή φρενίτιδα από τις ίδιες του τις αγωνίες, που εκφέρονται απ’ τα παγωμένα στόματα των Ερινύων.

Άραγε, ήταν λαθεμένη η σαϊτιά του Ηρακλή που λάβωσε φαρμακερά τον Χείρωνα; Αχ, Δία, άσε τον τυραννισμένο σοφό να βρει γαλήνια λύτρωση, με όση από την αξιοπρέπεια του έχει απομείνει, χάρισέ του έναν ήρεμο θάνατο και δώσε την αβάσταχτη αθανασία στον Προμηθέα, τον μάγο του πικρού χαμόγελου που εκπορεύεται απ’ την τυφλή ελπίδα.

Το κεφάλαιο αυτό θα κλείσουν με τραγούδι φριχτό και χορό απόκοσμο. Ρυθμός αλλόκοτος, ξέφρενος, επιβεβλημένος από την πλάνη του θολωμένου νου.

Στον επίλογο, προκλητικά στυγερές, θα προκαλέσουν τελικά την ολέθρια ήττα της ανθρωπολαλιάς. Ο Κένταυρος αποκόπτεται από τον έναρθρο λόγο, αποκηρύσσοντας με τον πιο μακάβριο τρόπο την ίδια του την υπόσταση.

Οι επισημάνσεις στις σκηνοθετικές οδηγίες δηλώνουν αναντίρρητα σεβασμό και γνώση στην υπερρεαλιστική απεικόνιση συναισθημάτων και αγωνιωδών αναζητήσεων.

Στο επίμετρο ο Βάϊος Λιάπης αποκωδικοποιεί τους μονολόγους, τους συσχετίζει κατά περίπτωση και μας αποδίδει πλουσιοπάροχα την προαπαιτούμενη γνώση.

Ο Μάριος Ποντίκας, για να γεννήσει αυτό το έργο, έκλεψε. Όχι από τον Αισχύλο, τον Σοφοκλή ή τον Ηράκλειτο, αλλά από τις αρχέγονες μνήμες μας. Τους προσομοιάζοντες στίχους απλώς μας τους θυμίζει.

Παίζει με μια απροσδιόριστη χάρη μέσα σε άγνωστα πεδία. Προσεγγίζει λογοτεχνικά το μεταφυσικό, παραβλέπει γνωστούς κανόνες, ακυρώνει όχι μόνο το φύλο του ήρωα αλλά και την ίδια την ανθρώπινη υπόστασή του.

Αποδομεί τα δεδομένα της ταυτότητας, του προσώπου, της ύπαρξης, του χώρου. Δεν μας βάζει μέσα στην δράση της περιπετειώδους αναζήτησης, τα μηνύματα που εκσφενδονίζει σε πολλές ταυτόχρονα κατευθύνσεις είναι εν πολλοίς κρυπτογραφημένα. Αυτό θα έχει σαν αποτέλεσμα, αφού παραδοθεί το έργο στην κρίση του φιλοθεάμονος κοινού, να προκληθούν πολυάριθμοι προβληματισμοί, αναλόγως με το σημείο στο οποίο θα σταθεί του καθ’ ενός η ματιά. Ο θεατής δεν θα χρειαστεί να απαντήσει, γιατί δεν θα του είναι ξεκάθαρο το ερώτημα. Δεν θα του επιτραπεί ο παραλληλισμός, αφού στον αχαρτογράφητο χώρο που θα κινηθεί, δεν θα υπάρχει συγκρινόμενο. Πάντως έτσι κι αλλιώς, δεν θα μπορούσε αυτή η οιονεί πεσιμιστική, οριακά μισάνθρωπη και οπωσδήποτε ξεχωριστή, οξεία και ανατρεπτική αναμενόμενη παράσταση, να απευθυνθεί στο ευρύτερο κοινό.


Κατερίνα Πεσταματζόγλου



Υ.Γ. Δεν θα ήθελα να σχολιάσω την απουσία σε κάποιες παραγράφους των σημείων στίξης αφού ενδέχεται να είναι τυπογραφική αβλεψία και εκτιμώ ότι οι ηθοποιοί θα περισώσουν τις ερμηνείες τους. Δυο – τρεις λέξεις σε λάθος θέση και ισάριθμα λαθάκια στην σύνταξη ή τον χρόνο, δεν επηρεάζουν την συνολική εικόνα, ούτε και μειώνουν το έργο του συγγραφέα, κι αν μου επιτρέπεται να τον χαρακτηρίσω, «ποιητή».

Πέμπτη, 23 Απριλίου 2015

Ερωτευμένοι με το βιβλίο

Η σχέση του ανθρώπου με το βιβλίο είναι διαφορετική από τη σχέση του με άλλα αντικείμενα. Ίσως αυτό οφείλεται στο ότι το βιβλίο είναι για κείνον η ενσάρκωση της αλήθειας του.

Σε κάθε περίπτωση, ένα βιβλίο είναι κάτι πολύ περισσότερο απ’ αυτό που μπορεί να δει με την πρώτη ματιά ο αναγνώστης, ο οποίος θα δηλώσει ερωτευμένος μαζί του αρκετές φορές στη διάρκεια του βίου του.Το ερωτεύεται για το περιεχόμενό του, κατά κύριο λόγο, δηλαδή για το κείμενο. Όμως το βιβλίο έχει και μιαν άλλη διάσταση. Δεν είναι μόνο κείμενο, είναι και αντικείμενο, όπως είπαμε στην αρχή – αναλογιστείτε μόνο πόσες φορές έχετε χαϊδέψει ένα εξώφυλλο ή έχετε εκστασιαστεί με τη μυρωδιά του χαρτιού ή την υφή του κάτω από τα δάκτυλά σας.

Πολλοί λίγοι σκέπτονται ότι, για να φθάσουμε να κρατήσουμε το βιβλίο ως αντικείμενο στα χέρια μας, απαιτείται η συντονισμένη προσπάθεια πολλών επαγγελματιών: του συγγραφέα, του επιμελητή, του εκδότη, του γραφίστα, του τυπογράφου και του βιβλιοδέτη. Η συνεργασία τους και η πορεία μέχρι το τελικό αποτέλεσμα θυμίζουν πολύ έντονα, σε όποιον ζήσει τη διαδικασία από κοντά, τοκετό. Και αν σήμερα ο τοκετός έχει διευκολυνθεί από την τεχνολογική πρόοδο, υπήρξαν εποχές που η έκδοση ενός βιβλίου απαιτούσε πραγματικά πολύ μόχθο.

Διαβάζοντας ένα αφιέρωμα στο βιβλίο από το περιοδικό «Ζυγός» του 1957, είχα την ευκαιρία να διαπιστώσω τι σημαίνει αυτό. Εκείνη την εποχή δεν υπήρχε μεγάλη ποικιλία ελληνικών τυπογραφικών στοιχείων και η στοιχειοθεσία γινόταν με το χέρι. Τότε ο τυπογράφος έπρεπε να προσέξει διπλά να βγει το βιβλίο όμορφο, με σελίδες καλά ισορροπημένες και με τα επιμέρους στοιχεία τους σε αρμονική σχέση μεταξύ τους.

Το ίδιο το τυπογραφικό στοιχείο έχει μεγάλη σημασία, αφού ανέκαθεν ήταν η βάση της αρχιτεκτονικής του βιβλίου ή το κάτοπτρο μέσα από το οποίο γεννιέται και ανθίζει ο ζωντανός αυτός οργανισμός. Είναι όμως και κάτι παραπάνω: υπάρχει ουσιαστική ψυχολογική σχέση ανάμεσα στο στιλ του στοιχείου με το οποίο τυπώνουμε ένα βιβλίο και στο περιεχόμενό του. Αρκεί μόνο να σκεφθείτε ερωτικά σονέτα τυπωμένα με αυστηρά στοιχεία ή ένα νομικό βιβλίο τυπωμένο με στοιχεία υπερβολικά κομψά, για να καταλάβετε τι εννοώ.

Οπωσδήποτε υπάρχουν και περιορισμοί. Όταν ο εκδότης είναι ένας μεγάλος οργανισμός, για παράδειγμα, τα στοιχεία, η διάταξη της σελίδας, η διάσταση του βιβλίου, ακόμη και το εξώφυλλο είναι προκαθορισμένα. Ακόμη και η επιμέλεια κινείται μέσα στα πλαίσια του εκάστοτε αποδεκτού εταιρικού στιλ γραφής - ό,τι κι αν σημαίνει ή συνεπάγεται αυτό.

Ακόμη για τους ανεξάρτητους εκδοτικούς οίκους, όμως, υπάρχουν περιοριστικοί παράγοντες, με πιο σημαντικό εκείνον του κόστους. Ένα στοιχείο κόστους, για παράδειγμα, είναι το χαρτί, που αποτελεί το φυσικό όριο μεταξύ του φθηνού βιβλίου και του βιβλίου πολυτελείας. Ένα βιβλίο, όσο άρτια εκτύπωση κι αν έχει, αν δεν είναι τυπωμένο σε καλό χαρτί, θα παραμείνει μια φθηνή έκδοση. Το χαρτί, μαζί με το δέσιμο του βιβλίου και το ντύσιμό του είναι οι τρεις συνιστώσες που αυξάνουν το κόστος και καθορίζουν τελικά την ποιότητα μιας έκδοσης.

Υπήρξαν, λοιπόν, εποχές ισχνών αγελάδων στο παρελθόν: το εισαγόμενο χαρτί ήταν πανάκριβο, ενώ το εγχώριο παρουσίαζε διάφορα μειονεκτήματα, όπως άνισο σατινάρισμα των φύλλων (που προκαλούσε ανομοιόμορφο τόνο της μελάνης), κυματισμούς, μη σταθερή ποιότητα (που επέβαλλε τη συχνή αλλαγή του είδους της μελάνης, κ.ά.) ή διαφάνεια. Ακόμα κι έτσι όμως, σε εκείνες τις εποχές υπήρχε άλλη μαγεία: τα γράμματα δεν τυπώνονταν απλώς στην επιφάνεια του χαρτιού, όπως γίνεται σήμερα με την εκτύπωση offset. Το μελάνι έμπαινε μέσα στο χαρτί, αποτελώντας ουσιαστικά ένα σώμα.

Μπορούμε ακόμη να μιλήσουμε για τίτλους και εξώφυλλα ή άλλες τέτοιου είδους λεπτομέρειες του βιβλίου. Δεν μπορούμε όμως να αμφισβητήσουμε ότι το περιεχόμενο είναι το κυριότερο συστατικό του (και είναι πολλοί εκείνοι που θα προτιμήσουν να διαβάσουν κάτι καλό τυπωμένο ακόμη και σε χαρτοσακούλα από μια ακριβή έκδοση που δεν έχει τίποτα να αφηγηθεί –εγώ τουλάχιστον είμαι μία από αυτούς), γιατί το βιβλίο δεν είναι μόνο αντικείμενο, είναι πρωτίστως κείμενο τελικά. Όταν όμως κάποιος βρει γι’ αυτό το κείμενο τη σωστή μορφή, τότε φέρνει στο φως τη μυστική ζωή του βιβλίου και ολοκληρώνει την ύπαρξή του. Και ένα βιβλίο με ολοκληρωμένη ύπαρξη στρέφει τον αναγνώστη προς άλλες κατευθύνσεις και επιδρά σε άλλα επίπεδα του εαυτού, πολλές φορές παντελώς αθέατα.

Αυτό το γνωρίζει ο καλός εκδότης. Και καλός εκδότης είναι εκείνος που έχει ζήλο για το βιβλίο που θέλει να τυπώσει, που καταβάλλει κόπο και κάνει θυσίες, που αισθάνεται τέτοια αγωνία, τέτοιον έρωτα γι’ αυτό, όσον χρειάστηκε και ο δημιουργός του για να το γράψει.

Δυστυχώς, ποτέ δεν ήταν δεδομένη η σχέση της ποιότητας μιας έκδοσης με εκείνη του περιεχομένου της. Με άλλα λόγια, το μεράκι του εκδότη για μια όμορφη και προσεγμένη έκδοση δεν ήταν ποτέ κατ’ ανάγκην αντίστοιχο με το ταλέντο του συγγραφέα. Στις μέρες μας αυτό το πρόβλημα έχει γίνει ακόμη οξύτερο: η οικονομική στενότητα έχει αμβλύνει το κριτήριο των εκδοτών και η μέθοδος της αυτοέκδοσης έχει επιτρέψει σε συγγραφείς φτωχούς σε ταλέντο, αλλά όχι σε χρήμα, να αγοράσουν ουσιαστικά τον τίτλο του συγγραφέα, με φαιδρά, ακόμη και άστοχα κάποιες φορές αποτελέσματα.

Παρόλα αυτά, ευτυχώς, στις περισσότερες περιπτώσεις οι εκδόσεις είναι όχι μόνο αξιοπρεπείς αλλά και αξιέπαινες – και γι’ αυτό έχουμε να ευχαριστήσουμε τους γραφίστες που σχεδιάζουν με αγάπη και επαγγελματισμό, τους επιμελητές που εργάζονται με προσοχή και ζήλο, αλλά και τους εκδότες που δεν φείδονται πόρων. Ειδικά στους καιρούς μας που η οικονομική κρίση οδηγεί σε όλο και φθηνότερες εκδόσεις, το να τυπώνονται βιβλία-δείγματα εξαιρετικής τυπογραφίας δεν είναι παρά αποκαλυπτικό του έρωτα του εκδότη για το αντικείμενο της εργασίας του. Ο έρωτας αυτός και η προσωπική του φροντίδα είναι, άλλωστε, τα στοιχεία που διασφαλίζουν όχι μόνο την ομορφιά της γνώσης, αλλά και τη γνώση της ομορφιάς.

Χριστίνα Λιναρδάκη

Σημ.: Το κείμενο πρωτοδημοσιεύθηκε στο τρέχον τεύχος (Νο. 533, Ιανουάριος-Μάρτιος 2015) του περιοδικού "Νέα Σκέψη".


Δευτέρα, 20 Απριλίου 2015

"Η στίξη των ημερών - 45 χαϊκού" του Παρασκευά Καρασούλου


Δεν είμαι κριτικός ποίησης. Δεν διαβάζω ποίηση για να κρίνω τον δημιουργό της, αλλά για να ξεδιψάσω κομμάτια του είναι μου που το έχουν ανάγκη. Έχω διαβάσει ποιήματα γραμμένα πρόχειρα στο χέρι σε υπολλείματα χαρτιών, άλλα σε κοινό χημικό χαρτί εκτυπωτή με τη χρήση της αντιπαθητικής Αrial και, φυσικά, άλλα τυπωμένα σε υπέροχες και μη εκδόσεις.

Δεν μου είναι αναγκαίο να έχω μία καλή έκδοση για να ευχαριστηθώ ένα ποίημα. Ό,τι είναι να βγει από αυτό θα βγει και θα με ακολουθήσει όπου και να είναι γραμμένο. Όμως, όταν οι τέχνες αποφασίσουν να ενωθούν και να αλληλεπιδράσουν, τότε και η αντιμετώπιση του ποιήματος αλλάζει. Δεν αλλάζει ως ποίημα αλλά ως ολιστικό έργο που το κάθε του κομμάτι αλληλεπιδρά με το άλλο και όλα μαζί με τις αισθήσεις μου. Αυτό λοιπόν που συνήθως ψάχνει κανείς σε αυτές τις συνέργειες είναι το τελικό αποτέλεσμα να ισορροπεί.

Ευτυχώς ακόμη και σήμερα βρίσκει κανείς εξαίρετες εκδοτικές δουλειές. Πάρα πολλές φορές όμως σε αυτές τις εκδοτικές προσπάθειες υπάρχει ανισορροπία. Τι εννοώ; Φανταστείτε να σας δώσει κάποιος για ανάγνωση μία συλλογή ποιημάτων γραμμένη χειρόγραφα σε κοινό χαρτί και την ίδια συλλογή σε μία εξαιρετική έκδοση υψηλής αισθητικής από εκείνες που έχουν όλα αυτά τα στοιχεία που σε κάνουν να θέλεις να τις αποκτήσεις μόνο για τον αριθμό των αισθήσεων που εγείρουν με ένα απλό τους άγγιγμα. Τώρα προσπαθείστε να βαθμολογήσετε το ποσοστό των προσδοκιών που έχετε και στις δύο περιπτώσεις. Στο μεν χειρόγραφο ο βαθμός αρχικής προσδοκίας είναι μηδέν. Περιμένετε απλώς να διαβάσετε για να κρίνετε. Στην έκδοση όμως δεν είναι έτσι. Η απόλαυση των άλλων αισθήσεων εκτός της ανάγνωσης έχει ανεβάσει τον βαθμό αρχικής προσδοκίας στα ύψη. Αυτό φυσικά κάνει το αποτέλεσμα της κρίσης στη δεύτερη περίπτωση να είναι αρκετά αυστηρότερο, γιατί είναι πλέον εξαρετικά δύσκολο να ξεχωρίσουμε τις προσδοκίες μας από το τελικό προϊόν. Αυτό εννοώ ανισορροπία.

Την αφορμή για την αλυσίδα των παραπάνω σκέψεων προκάλεσε ένα μικρό μαύρο υπέροχο βιβλιαράκι των εκδόσεων "Μικρή Άρκτος" με τίτλο Η στίξη των ημερών που περιέχει 45 χαϊκού του Παρασκευά Καρασούλου.

Αγαπώ πολύ τα χαϊκού. Αγαπώ τη λιτότητα και την απίστευτη σύμπτυξη εκατοντάδων πραγμάτων, συμβόλων, εννοιών, χρωμάτων σε τόσες λίγες συλλαβές. Αγαπώ την τέχνη του ελάχιστου.

Γι' αυτό και είναι πολύ εύκολο να χαθεί η ισορροπία όταν έχει κανείς να διαχειριστεί ένα τόσο εύθραυστο είδος τέχνης όσο τα χαϊκού.

Ευτυχώς το βιβλίο που έπεσε στα χέρια μου δεν ανήκει σε αυτήν την κατηγορία. Ανήκει όμως σε εκείνην που όταν το αγγίξεις θέλεις να το αποκτήσεις και ταυτόχρονα ανεβάζει το προαναφερόμενο ποσοστό προσδοκίας για το περιεχόμενό του στο μέγιστο. Μικρό σχήμα, μαύρο χαρτόδετο εξώφυλλο με ανάγλυφη υφή, εσώγλυφα ματ ασημί γράμματα και εσώγλυφες αιωρούμενες ....περισπωμένες...οι οποίες συνειδητοποίησα ότι ήταν απλώς τμήμα των σημείων στίξης που ευφυέστατα ο Ανδρέας Γεωργιάδης έχει χρησιμοποιήσει για την εικονογράφηση των χαϊκού σε αντίστιξη του τίτλου "Η στίξη των ημερών".

Τα ίδια τα χαϊκού τυπωμένα σε χαρτί που παραπέμπει σε χειροποίητο, φτιαγμένο σε μεταλλικό πλέγμα, σε ένα υπέροχα υπαινικτικό τόνο του γκρι και με απλή αλλά κομψή γραμματοσειρά, δηλώνουν σαν εικόνα την ηρεμία και εσωστρέφεια που απαιτούν από τον αναγνώστη να έχει πριν ξεκινήσει να τα διαβάζει.

Ήρεμα και εσωστρεφή είναι και τα ίδια τα ποιήματα. Όση ένταση και δύναμη διαθέτουν - και είναι αρκετή - είναι καθαρά εσωτερική υπόθεση, τίποτα κραυγαλέο, τίποτα υπερβολικό, λέξεις καθαρές, απλές, μακριά από την παγίδα του επιτηδευμένου και περίτεχνου, υπονοούν, δεν υποδεικνύουν, περιγράφουν, δεν εκπέμπουν.

Αυτό όμως που με εντυπωσίασε πιο πολύ ήταν ένα στοιχείο που απλά δεν περίμενα να βρω. Ο ήχος. Τις περισσότερες φορές στην ποίηση έχεις την αίσθηση του εσωτερικού ρυθμού αλλά σπανίως του εξωτερικού. Ελάχιστα είναι τα ποιήματα που, ενώ τα διαβάζεις, έχεις την αίσθηση ότι τα ακούς κιόλας. Ότι ηχούν μέσα σου. Και, όταν τελειώνουν, αφήνουν την αίσθηση του εύηχου κύματος. Δηλαδή κάνουν αυτό που κάνουν και τα σημεία στίξης σε μία λέξη. Δίνουν τον ήχο της στίξης. Σαν την ψιλή και τη δασεία που γίνονται πεταλούδες για να συνοδεύσουν σαν εικόνα το χαϊκού:

Μία πεταλούδα
σκέπασε για μία στιγμή
τον ορίζοντα.

ή τις τρεις τελείες που καταδεικνύουν το κενό, τη σιωπή και την έλλειψη στο:

Θα' ρθει η αυγή
θα΄ρθει η άνοιξη μα
εσύ θα λείπεις

Ξέρω πως μιλάω για μία έκδοση του 2000 και εύκολα αντιλέγει κάποιος ότι τώρα δεν υπάρχει η οικονομική ευχέρεια για τη δημιουργία τέτοιων εκδόσεων. Εδώ όμως έγκειται η διαφωνία μου. Γιατί η οικονομική ευχέρεια δεν εγγυάται την ισορροπία της έκδοσης. Πολλές φορές μάλιστα ισχύει το αντίθετο, μιας και λειτουργεί προσθετικά αντί αφαιρετικά. Ούτε εγγυάται την αρμονία της συνέργειας μεταξύ του εκδότη, του ποιητή, του εικονογράφου και του βιβλιοδέτη. Αυτή είναι μία δυναμική που αναπτύσσεται δύσκολα είτε σε εύκολους είτε σε χαλεπούς καιρούς. Παρόλα αυτά είναι το ζητούμενο σε κάθε έκδοση - ακριβή ή φθηνή. Ψάξτε ο καθένας στην βιβλιοθήκη του και δείτε πόσα τελικά είναι τα βιβλία που κατάφεραν να εγείρουν πάνω από μία αισθήσεις σας - και, αν θέλετε, μοιραστείτε τα μαζί μας.


Μαρία Γενιτσαρίου



Από την ίδια συλλογή:

Λειψή τράπουλα
Τραβάει φύλλο η καρδιά
γελάει η Μοίρα

Τα σημάδια σου
πάντα νέα. Γερνάνε
ποτέ οι πληγές;

Χρυσό νόμισμα
κυλά μέσα στον κόσμο.
Δώρο άδωρο

Βγαίνει στα χρόνια
φορώντας κατάσαρκα
τη σιωπή της

Ξέμεινε φέτος
ο χειμώνας μέσα μου
και μ' αρρωσταίνει.


ΥΓ. Διαφορετικές απόψεις για την ισορροπία ανάμεσα στο βιβλίο ως κείμενο και το βιβλίο ως αντικείμενο δείτε εδώ.

Παρασκευή, 3 Απριλίου 2015

Το Πάσχα στην ελληνική ποίηση

«Λαμπρή», αιώνες κι αιώνες πριν, ονόμασε ο λαός μας το Πάσχα. Πανάρχαιη η λέξη, μετέφερε το πανάρχαιο αισιόδοξο μήνυμα του αέναου κινούμενου κύκλου της ανθρώπινης ζωής και της φύσης, της νίκης της ζωής επί του θανάτου, του ερχομού του «Ανώτατου Αγαθού», δηλαδή της γεμάτης λαμπρό φως άνοιξης. Πανάρχαιη και η καταγωγή των χριστιανικών μύθων και περί των παθών του θεανθρώπου και της εκ νεκρών «ανάστασής» του, «έθρεψε» και την ποιητική μούσα του λαού μας, δημώδη και έντεχνη. Μέσω της ελληνικής ποίησης - με χαρακτηριστικά αποσπάσματα δημοτικών ποιημάτων, καθώς και ποιημάτων σημαντικών παλαιότερων και νεότερων ποιητών - θελήσαμε να γιορτάσουμε φέτος τη γιορτή της άνοιξης. Η ποιητική περιήγησή μας στο «θείον» πάθος και την «Ανάσταση» αρχίζει με έξι στίχους από τον αριστουργηματικό «Επιτάφιο Θρήνο», ανωνύμου ποιητή:

«Ω γλυκύ μου έαρ, 
γλυκότατόν μου τέκνον,
πού έδυ σου το κάλλος;
Η δάμαλις τον μόσχον, 
εν ξύλω κρεμασθέντα,
ηλάλαζεν ορώσα.

Ω φως των οφθαλμών μου, 
γλυκύτατόν μου τέκνον, 
πώς τάφω νυν καλύπτη;»

ΔΗΜΟΤΙΚΑ ΜΟΙΡΟΛΟΓΙΑ

«Τάξε του Χάρου καμπουχά, της Χάρισσας βελούδο,
και του μικρού Χαρόπουλου μεταξωτό μαντίλι.
Μπέρτι και σου τις χάριζαν τις τρεις γιορτές του χρόνου,
μόν' του Χριστού για το Χριστό και τω Βαγιώ για βάγια
και τη μεγάλη τη Λαμπρή για το Χριστοσανέστη».

***

«Με γέλασαν τα πουλιά, της άνοιξης τ' αηδόνια
Με γέλασαν κι μου 'πανε, πως φέτος δεν πεθαίνω.
Φκιάχνω το σπίτι μου, ψηλά-ψηλά κι ανωγιασμένο
Κι ακόμα δεν το πόφκιαξα, βγαίνω στο παραθύρι
Βλέπω τον χάρο να 'ρχεται, στους κάμπους καβαλάρης.
Μαύρος είν' μαύρα φορά, μαύρο κι τ' άλογο του.
Ζυγώνω κι τον αρωτώ, γλυκά τον κουβεντιάζω:
- Ασε με χάρε μ' άσε με, ακόμα για να ζήσω
Εχω γυναίκα κι πίδια, πού να τα παρατήσω
Το Σάββατο για να λουστώ, την Κυριακή ν' αλλάξω
και τη Δευτέρα το πρωί, θα έρθω μοναχός μου.
- Μένα μ' έστειλε ο Θεός, να πάρω την ψυχή σου.
- Τάξε του χάρου τάξε του, μεταξωτό μαντίλι.
Για να μ' αφήνει να 'ρχομαι, πολλές φορές το χρόνο
Του Χριστού για κοινωνιά και του Βαγιού για βάγια
Και τη Λαμπρίτσα το πρωί, για το Χριστός Ανέστη».

***

«Ο Χάρος εβουλήθηκε να κάμη περιβόλι,
Βάνει ταις νιαίς για τα δεντρά, τους νιούς για κυπαρίσσια
Βάνει και τα μικρά παιδιά για ταις γλυκομηλίτσαις.
Θεέ και να με βάνανε πραγματευτή ςτον άδη,
Να βάσταα ςτο κεφάλι μου κανίστραις με στολίδια,
Να βάσταα και ςτον ώμο μου παλληκαριών αρκιμπούζα,
Να βάσταα και ςτην ζώνη μου γερόντων κλαδευτήρια,
Να βάσταα και ςταις μπούρσαις μου μικρών παιδιών κουλούρια,
Νάρχοντ' οι νιοί για τ' άρματα κ' η νιαίς για τα στολίδια.
Νάρχονται και οι προεστοί να πέρνουν κλαδευτήρια,
Και τα μικρά παιδόπουλα να πέρνουν τα κουλούρια.
Παρακαλώ σε Παναγιά, και προσκυνώ σε πόλι,
Να μου δοθούνε τα κλειδιά, να μπω στο περιβόλι.
Παρασκευή τα ζήτησα, Σαββάτο μου τα δώσαν,
Την Κυριακήν ανήμερα άνοιξα, μπήκα μέσα.
Βλέπω ταις νιαίς χορεύουνε, τους νιούς και τραγουδούνε,
Βλέπω τα συμπαλλήκαρα κ' επαίζανε τσικμάδαις,
Βλέπω ταις νιαίς κ' εστρώνανε τα ξήστρωτα κρεββάτια,
Για νάρτ' ο νιος να κοιμηθή, πώρχετ' αποσταμμένος
Μεταξωτά παπλώματα και ρένσινα σεντόνια».

ΣΟΛΩΜΟΣ ΚΑΙ ΜΕΤΑΓΕΝΕΣΤΕΡΟΙ
Η «σταύρωση» του αγωνιζόμενου ανθρώπου, οι θρήνοι της Μάνας του, η «ανάστασή» του ενέπνευσαν πολλούς ποιητές. Τον εθνικό ποιητή, Διονύσιο Σολωμό, αλλά και πολλούς ποιητές της γενιάς του '30, της προπολεμικής και της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς. Ανάμεσα τους οι Κώστας Βάρναλης, Νίκος Καζαντζάκης, Αγγελος Σικελιανός, Γιάννης Ρίτσος, Ρίτα Μπούμη - Παπά, Νικηφόρος Βρεττάκος, των οποίων ποιητικά αποσπάσματα παραθέτουμε.

Διον. Σολωμός:
Η ημέρα της Λαμπρής

Καθαρότατον ήλιο επρομηνούσε
της αυγής το δροσάτο ύστερο αστέρι,
σύγνεφο, καταχνιά, δεν απερνούσε
τ' ουρανού σε κανένα από τα μέρη
και από κει κινημένο αργοφυσούσε
τόσο γλυκό στο πρόσωπο τ' αέρι,
που λες και λέει μες στης καρδιάς τα φύλλα:
Γλυκιά η ζωή και ο θάνατος μαυρίλα.

Χριστός ανέστη! Νέοι, γέροι και κόρες,
όλοι, μικροί - μεγάλοι, ετοιμαστήτε
μέσα στες εκκλησίες τες δαφνοφόρες
με το φως της χαράς συμαζωχτήτε
ανοίξετε αγκαλιές ειρηνοφόρες
ομπροστά στους Αγίους και φιληθήτε!
Φιληθήτε γλυκά, χείλη με χείλη,
πέστε Χριστός ανέστη, εχθροί και φίλοι!

Δάφνες εις κάθε πλάκα έχουν οι τάφοι,
και βρέφη ωραία στην αγκαλιά οι μανάδες
γλυκόφωνα, κοιτώντας τες ζωγραφι-
σμένες εικόνες, ψάλλουνε οι ψαλτάδες
λάμπει το ασήμι, λάμπει το χρυσάφι
από το φως που χύνουνε οι λαμπάδες
κάθε πρόσωπο λάμπει απ' τ' αγιοκέρι,
όπου κρατούνε οι Χριστιανοί στο χέρι.


Κ. Βάρναλης: 
Οι πόνοι της Παναγιάς

Πού να σε κρύψω, γιόκα μου, να μη σε φτάνουν οι κακοί;
Σε ποιο νησί του Ωκεανού, σε ποια κορφήν ερημική;
Δε θα σε μάθω να μιλάς και τ' άδικο φωνάξεις
Ξέρω πως θάχεις την καρδιά τόσο καλή, τόσο γλυκή,
που με τα βρόχια της οργής ταχιά θενά σπαράξεις.

Τη νύχτα θα σηκώνομαι κι αγάλια θα νυχοπατώ,
να σκύβω την ανάσα σου ν' ακώ, πουλάκι μου ζεστό
να σου τοιμάζω στη φωτιά γάλα και χαμομήλι,
κ' υστέρα απ' το παράθυρο με καρδιοχτύπι να κοιτώ
που θα πηγαίνεις στο σκολιό με πλάκα και κοντύλι...

Κι αν κάποτε τα φρένα σου μ' αλήθεια, φως της αστραπής,
χτυπήσει ο Κύρης τ' ουρανού, παιδάκι μου να μη την πεις!
Θεριά οι ανθρώποι, δεν μπορούν το φως να το σηκώσουν!
Δεν είν' αλήθεια πιο χρυσή σαν την αλήθεια της σιωπής.
Χίλιες φορές να γεννηθείς, τόσες θα σε σταυρώσουν!


Άγγελος Σικελιανός:
Στ' Οσιου Λουκά το μοναστήρι

Στ' Οσιου Λουκά το μοναστήρι, απ' όσες
γυναίκες του Στειριού συμμαζευτήκαν
τον Επιτάφιο να στολίσουν, κι' όσες,
μοιρολογήτρες, ως με του Μεγάλου
Σαββάτου το ξημέρωμα αγρυπνήσαν,
ποια να στοχάστη έτσι γλυκά θρηνούσαν! -
πώς, κάτου απ' τους ανθούς, τ' ολόαχνο σμάλτο
του πεθαμένου του Αδωνη ήταν σάρκα
που πόνεσε βαθιά;

Γιατί κι' ο πόνος
στα ρόδα μέσα, κι' ο επιτάφιος θρήνος,
κ' οι αναπνοές της άνοιξης που μπαίναν
απ' του ναού τη θύρα, αναφτερώναν
το νου τους στης Ανάστασης το θάμα,
και του Χριστού οι πληγές σαν ανεμώνες
τους φάνταζαν στα χέρια και στα πόδια,
τι πολλά τον σκεπάζανε λουλούδια,
που έτσι τρανά, έτσι βαθιά ευωδούσαν!

Αλλά το βράδυ το ίδιο του Σαββάτου,
την ώρα π' απ' την Αγια Πύλη το ένα
κερί επροσάναψε όλα τ' άλλα ως κάτου,
κι' απ' τ' Αγιο Βήμα σάμπως κύμα απλώθη
το φως ως με την ξώπορτα, όλοι κι' όλες
ανατριχιάξαν π' άκουσαν στη μέση
απ' τα «Χριστός Ανέστη» μιαν αιφνίδια
φωνή να σκούξει: "Γιώργαινα, ο Βαγγέλης!"
Και να, ο λεβέντης του χωριού, ο Βαγγέλης,
των κοριτσιών το λάμπασμα, ο Βαγγέλης,
που τον λογιάζαν όλοι για χαμένο
στον πόλεμο - και στέκονταν ολόρτος
στης εκκλησιάς τη θύρα, με ποδάρι
ξύλινο, και δε διάβαινε τη θύρα
της εκκλησιάς, τι τον κυττάζαν όλοι
με τα κεριά στο χέρι, τον κυττάζαν
το χορευτή που τράνταζε τ' αλώνι
του Στειριού, μια στην όψη, μια στο πόδι,
μα ως να το κάρφωσε ήταν στο κατώφλι
της θύρας, και δεν έμπαινε πιο μέσα!

Και τότε, - μάρτυράς μου νάναι ο στίχος,
ο απλός κι' ο αληθινός ετούτος στίχος, -
απ' το στασίδι πούμουνα στημένος
ξαντίκρυσα τη μάνα, απ' το κεφάλι
πετώντας το μαντίλι, να χιμήξει
σκυφτή και ν' αγκαλιάσει το ποδάρι,
το ξύλινο ποδάρι του στρατιώτη,
(έτσι όπως τόειδα ο στίχος μου το γράφει,
ο απλός κι' αληθινός ετούτος στίχος),
και να σύρει απ' τα βάθη της καρδιάς της
ένα σκούξιμο: «Μάτια μου, Βαγγέλη!».


Ν. Καζαντζάκης:
Μαγδαληνή

Ω Κύριε, εγώ 'μαι που έσπασα σα μυρογιάλι
στα ιερά σου πόδια την καρδιά μου, και τα ολόξανθα
μακριά μαλλιά μου εγώ τ' ανέμισα στις τρέμουλες,
σκυφτές των Αποστόλων κεφαλές, σα φλάμπουρο!
Εγώ 'μαι που όντας όλοι οι εδικοί μακριάθε
κοιτώντας το σταυρό σε κλαίγαν σκορπισμένοι,
στεκόμουν στο πλευρό σου παραστάτης, κι όρθια
στα χέρια μου εδεχόμουν, στην ποδιά, στο πρόσωπο,
πηχτό, ζεστό, σαν όμπρο θερινό, το γαίμα σου!
Κ' έκραζα: Ανοίξου γης, ποτίσου γης, σκιρτήστε
σα σπόροι αθάνατοι στο χώμα, ώ πεθαμένοι!
Χριστέ, κι αν όλοι σ' αρνηθούν, δε θα πεθάνεις!
Γιατί στον κόρφο μου το αθάνατο νερό
κρατώ και σε κερνώ, και κατεβαίνεις πάλι
στη γης, και περπατάς μαζί μου στα χωράφια,
βολές σωπαίνοντας γλυκά, βολές ταΐζοντας
το Λόγο τον καλό στα πεινασμένα πλήθη».


Γιάννης Ρίτσος:
Εαρινή Συμφωνία
Ακου τα σήμαντρα
των εξοχικών εκκλησιών.
Φτάνουν από πολύ μακριά
από πολύ βαθιά.
Απ' τα χείλη των παιδιών
απ' την άγνοια των χελιδονιών
απ' τις άσπρες αυλές της Κυριακής
απ' τ' αγιοκλήματα και τους περιστεριώνες
των ταπεινών σπιτιών.

Άκου τα σήμαντρα
των εαρινών εκκλησιών.
Είναι οι εκκλησίες
που δε γνώρισαν τη σταύρωση
και την ανάσταση.

Γνώρισαν μόνο τις εικόνες
του Δωδεκαετούς
που 'χε μια μάνα τρυφερή
που τον περίμενε τα βράδια στο κατώφλι
έναν πατέρα ειρηνικό που ευώδιαζε χωράφι
που 'χε στα μάτια του το μήνυμα
της επερχόμενης Μαγδαληνής.
Χριστέ μου
τι θα 'τανε η πορεία σου
δίχως τη σμύρνα και το νάρδο
στα σκονισμένα πόδια σου;


Ρίτα Μπούμη-Παππά:
Άνοιξη

Έρχεται απ' το νοτιά με την καλοκαιριά
μπρος έστειλε τα χελιδόνια
να ψαλλιδίσουν κάθε δισταγμό
πίσω σέρνει τις μέλισσες,
τυφλές από το πάθος να τα δίνουν όλα
τ' άνθια κροτούν στα δάχτυλα των δέντρων
γι' αυτό σήκωσαν σήμερα σημαία στο κάστρο
καί λύθηκαν τα σήμαντρα της πόλης.

(...)Πάσχα, μητέρα Πάσχα!
Σφάξε το ζαρκάδι - δε θα κλάψω!».



Νικηφόρος Βρεττάκος:
Ελεγείο πάνω στον τάφο ενός μικρού αγωνιστή

Πάνω στο χώμα το δικό σου λέμε τ' όνομά μας.
Πάνω στο χώμα το δικό σου σχεδιάζουμε τους κήπους και τις πολιτείες μας.
Πάνω στο χώμα σου είμαστε. Εχουμε πατρίδα.
(...)Επαιξες τη φωτιά. Επαιξες το Χριστό.
Επαιξες τον Αη-Γιώργη και το Διγενή.
(...)Ανέβηκες στο πεζοδρόμιο κ' έπαιξες τον Ανθρωπο!

ΤΟ ΠΑΣΧΑ ΣΤΗ ΝΕΟΤΕΡΗ ΠΟΙΗΣΗ

Θα κλείσουμε την περιδιάβασή μας στην εμπνευσμένη από το Πάσχα ποίηση, με ποιήματα των Σ. Μαρτζώκη, Ιασ. Δεπούντη, Χ. Βαΐου, Ν. Καρούζου και της Κ. Δημουλά.

Σ. Μαρτζώκης:
Ο σταυρός

Παράτησα τα ουράνια
και ντύθηκα την ύλη
κ' αισθάνθηκα στα χείλη
τη δίψα του φιλιού

Αισθάνθηκα στα σπλάχνα
του στεναγμού τη φλέβα,
κ' είπα σεμνά στην Εύα
τραγούδια τ' ουρανού.
"Ανέβα, ανέβα, ανέβα",
μου φώναζαν τα ύψη,
κ' εγώ μέσα στη θλίψη
ζητούσα να κρυφτώ.
"Ανέβα, ανέβα, ανέβα",
μου φώναξαν τ' αστέρια,
κι άνοιξα ευθύς τα χέρια
στη γη να σταυρωθώ.


Ιάσ. Δεπούντης:
Ποτέ πριν...

Ποτέ πριν δεν ακούστηκαν οι θείες καμπάνες να χτυπούν
γι' αυτούς που λείπουν.
Ποτέ πριν δεν άναψαν οι γιορτινές λαμπάδες της Λαμπρής,
γι' αυτούς που για πάντα λείπουν.
Ποτέ πριν, σαν απόψε, δεν κατεπόθη ο θάνατος εις νείκος,
γι' αυτούς που λείπουν, αποδημητές, στη χώρα του πολέμου!

Ποτέ πριν!.. Αυτοί την αρμονία δίνουν στις καμπάνες.
Ανάβουν τις λαμπάδες της Λαμπρής. Νικούν το θάνατο
με την αιωνιότητά τους!

Κάθονται στο τραπέζι του δείπνου μας, θλιμμένοι,
σαν ανάμνηση από τόσα χώματα πλημμυρισμένα.
Ωραίοι σαν το θαύμα του Ευαγγελίου.
Σα μια κραυγή χαράς
Χριστός Ανέστη!

Κι αυτές οι θείες καμπάνες
είναι τα λόγια τους.
Κι αυτές οι κόκκινες λαμπάδες
είναι το βλέμμα τους.
Κι αυτή η λεπτή κλωστή στα δάχτυλά τους
είναι η ζωή μας. Ολοι, νεκροί και ζωντανοί,
γύρω στο γιορτινό τραπέζι της Λαμπρής. Στην
κεφαλή του τραπεζιού
ο Αναστάς Χριστός!


Χ. Βάιος:
Όρθρου ξεκίνημα

Όρθρος βαθύς, Μαγδαληνή, Μαρία, Σαλώμη,
φέρτε τα μύρα να γιορτάσουν πάλ' οι δρόμοι.
Ρήμαξαν όλα, και καρδιά και νους και πόθοι
ένας δεν είναι - πλήθος είναι που εσταυρώθη.

Μας παίδεψαν, Μαγδαληνή, Μαρία, Σαλώμη,
σχήματα κι άπονοι αριθμοί κι άδικοι νόμοι.
Φωτιά την πότισαν τη γη κ' αίμα του ανθρώπου,
σταυροί και μνήματα η σοδειά του κάθε τόπου.

Πάμε, λοιπόν, Μαγδαληνή, Μαρία, Σαλώμη,
φέρτε τα μύρα, φέρτε την αγάπη! - ακόμη
μένει μια πίστη που βαθιά μας δε δουλώθη.
Ένας δεν είναι - πλήθος είναι που εσταυρώθη.


Νίκος Καρούζος:
Άσμα μικρό

Χάθηκε αυτός ο οδοιπόρος.
Είχε συνάξει λίγα φύλλα
ένα κλαδί γεμάτο φως
είχε πονέσει.
Και τώρα χάθηκε...
Αγγίζοντας αληθινά πουλιά στο έρεβος
αγγίζει νέους ουρανούς
η προσευχή του μάχη.
Εαρ μικρό έαρ βαθύ έαρ συντετριμμένο.


Κική Δημουλά:
Γραμματείς και πρεσβύτεροι αιώνες

Ιδού η μικροτάτη Παρασκευή πάλι
σε βαφή Μεγάλης βουτηγμένη.

Μέτωπο αιμάτινο σου πλέκουν τ' ακανθώδη
έθιμα
και επί τον ιματισμόν σου έβαλαν κλήρο
η νηστεία ο Μπαχ τα βαρελότα και η μέθοδος
να φτάνει με καρφιά στα άκρα του ο πόνος.

Τι κι αν εσχίσθη το καταπέτασμα των χαμομηλιών
τι κι αν χρωμάτων στρατιαί εξεπλήττοντο

σταύρωσον σταύρωσον αλαλάζουν
τα κρεοπωλεία οι ψησταριές κι οι φούρνοι.

Δε μ' άκουσες.
Άφησες ανύμφευτη την κόμη της Μαγδαληνής
και σπατάλησες το σπάνιο Νυμφίο άρωμά σου
για να κάνεις τεστ αληθείας στην αγάπη, στον πλησίον.
Σου φώναζα να τους αφήσεις όπως είναι
όπως τους παραλάβαμε από την υπαρξιακή παράδοση
όπως περιγράφτηκαν από στόμα σε στόμα
από πικρό ποτήριον σε πικρότερο. Δε γλίτωσε
σταυρώθηκε όποιος διανοήθηκε να τους επαληθεύσει.

Προσκυνώ το οικείον προσφιλές μου σφάλμα σου.
Εν συντριβή περιστρέφω τη σούβλα
αδημονώντας σε αμνέ μας.


Επιμέλεια: Αρ. ΕΛΛΗΝΟΥΔΗ

Αναδημοσίευση ομότιτλου άρθρου από τον "Ριζοσπάστη", φύλλο 26ης Απριλίου 2003.



Καλό Πάσχα σε όλους, θα τα ξαναπούμε στις 20 του μηνός!

Τετάρτη, 1 Απριλίου 2015

Δράση και αδράνεια στη δημοτική ποίηση


Τα δημοτικά τραγούδια είναι μια εκ των πραγμάτων ιδιάζουσα ποίηση επειδή πάνω από όλα διηγούνται μια ιστορία. Πρόκειται δηλαδή για μια κατ’εξοχήν αφηγηματική ποίηση όπου συμβαίνουν γεγονότα, εδραιώνονται καταστάσεις, αντιδρούν οι άνθρωποι και εξελίσσεται η περιπέτεια του ελληνισμού τους τελευταίους δέκα αιώνες.

Η ιδέα της αφηγηματικότητας στη ποίηση, στην εποχή μας πλέον ούτε κατά διάνοια αιρετική, ήταν για την περίοδο που γεννήθηκαν και εξελίχθηκαν τα δημοτικά τραγούδια άκρως πρωτοποριακή. Η αλήθεια είναι ότι ο λαϊκός ποιητής επικεντρώνεται στην περιγραφή των γεγονότων που συνθέτουν το εκάστοτε τραγούδι, θέτει τους πρωταγωνιστές σε κίνηση και κατευθύνει την εξέλιξη με τη μαεστρία.. σκηνοθέτη. Έχουμε δηλαδή αφηγηματικά κείμενα με αρχή, μέση και τέλος, και με απόλυτη αλληλουχία γεγονότων, αιτίων και συνεπειών, που σπάνια υπόκεινται σε αξιοσημείωτες αλλαγές.

Το γεγονός ότι προέρχονται από ένα ευρύ και ανώνυμο κοινό και απευθύνονται ακριβώς στο ίδιο, καθιστά άστοχη και μη ενδιαφέρουσα την όποια στενά υπαρξιακή θεματική: αυτό που εννοώ είναι ότι για να μπορέσει ένα τραγούδι να διαγράψει μια πορεία στον χρόνο, είναι απαραίτητο να αφορά όσο το δυνατόν μεγαλύτερο αριθμό ατόμων, κάτι που αναγκαστικά δεν επιτρέπει προσωπικές παρεμβάσεις τόσο στο θέμα όσο και στα εκφραστικά μέσα. Αν στα κλέφτικα και τα ιστορικά τραγούδια η αφηγηματική δράση αποτελεί ένα μάλλον αυτονόητο στοιχείο δεδομένης της θεματολογίας τους, σε άλλες κατηγορίες όπως είναι τα τραγούδια του γάμου ή τα μοιρολόγια η ύπαρξή της είναι λιγότερο αναμενόμενη.

Οι πρωταγωνιστές των δημοτικών τραγουδιών, κατ’εικόνα του ακροατηρίου τους, δεν αφιερώνουν χρόνο για να σκεφτούν την συναισθηματική τους κατάσταση ως άτομα. Βλέπουν τον εαυτό τους αποκλειστικά ως μέρος του κοινωνικού συνόλου: αισθάνονται, σκέφτονται και αγωνιούν πάντα σε συνάρτηση με τους ομοίους τους. Σε αυτούς απευθύνονται και από αυτούς τελικά περιμένουν λύτρωση. Αν πάρουμε ως παράδειγμα τα μοιρολόγια, η ιστορία, η «υπόθεση» όπως θα λέγαμε σε ένα πιο κινηματογραφικό περιβάλλον, λαμβάνει χώρα και εκτυλίσσεται μετά από το γεγονός του θανάτου καθεαυτού. Η μοιρολογίστρα αναρωτιέται τι θα συμβεί στην οικογένεια που μένει πίσω, στις γεωργικές υποχρεώσεις του θανόντος ή στις οικογενειακές ευθύνες της γυναίκας που εγκατέλειψε τη ζωή της και τις ευθύνες της ως συζύγου και μητέρας για να πάει στον Κάτω κόσμο:

Νοικοκυρά ξεσπίτισε απ’τα νοικοκυργιά της
κ’έκλεισε και κατήνωσε και πήρε τα κλειδιά της
μήτε τ’αντρός της τά’δωσε, μηδέ στη γειτονιά της
στα τρίστρατα τα έρριξε να τά’βρουν τ’αρφανά της.[1]


Η ακρίβεια στην περιγραφή της καθημερινότητας στον Κάτω κόσμο, η λεπτομέρεια στη «σκηνοθεσία» της καινούριας ζωής του θανόντος και οι σχέσεις που πλέον θα έχει με όσους βρίσκονται εκεί, είναι τα στοιχεία εκείνα που στηρίζουν την επικοινωνία ανάμεσα στη μοιρολογίστρα και το κοινό, κυρίως όμως είναι το μέσο που θα επιτρέψει σε όσους μένουν πίσω να αποδεχτούν και να ανταπεξέλθουν στην και για αυτούς νέα πραγματικότητα.

Σκέφτομαι συχνά ότι τα δημοτικά τραγούδια αποτελούν ένα σπάνιο είδος... λειτουργικής ποίησης. Κάθε τραγούδι, μέσα από την ιστορία που πραγματεύεται, έχει σαν αποκλειστικό σκοπό να φέρει κοντά τα μέλη που απαρτίζουν μια κοινωνική ομάδα, να τους παρέχει ήρωες για να ταυτιστούν, ιστορικές αναδρομές για να θυμηθούν τις ρίζες τους και την ταυτότητά τους, περιγραφή της μετά θάνατον ύπαρξης για να αντιμετωπίσουν τις κατεδαφιστικές συνέπειες του θανάτου. Στα δημοτικά τραγούδια κανείς δεν αυτοψυχαναλύεται, δεν φιλοσοφεί, δεν διστάζει: ο λαϊκός ποιητής δημιουργεί ήρωες που γνωρίζουν εκ των προτέρων το σωστό και το λάθος, και κάνουν ό,τι είναι να γίνει χωρίς διλήμματα και υπαρξιακές αμφιβολίες. Δεν είναι ότι ο ήρωας στη δημοτική ποίηση δεν έχει ειδικό βάρος, είναι όμως επιλογή του ανώνυμου δημιουργού να μετατοπίσει το βάρος αυτό ώστε να κλίνει προς την ομαδική συνείδηση. Όπως η αδράνεια δεν υφίσταται σε ένα ενεργό κοινωνικό σύνολο που βρίσκεται σε αέναη κίνηση, έτσι και στα δημοτικά τραγούδια η δράση είναι προϋπόθεση για την ύπαρξή τους στο διηνεκές: εκεί οι άνθρωποι δεν κλείνονται στις σκέψεις τους αλλά ανοίγονται στις πράξεις που τους οριοθετούν.


Κρις Λιβανίου



[1] Guy Saunier, Ελληνικά δημοτικά τραγούδια. Τα μοιρολόγια.εκδ. Νεφέλη, Αθήνα, 1999, σελ. 80.