Παρασκευή, 25 Δεκεμβρίου 2015

Παραδόσεις και κάλαντα του δωδεκαημέρου

Οι μέρες των Χριστουγέννων, της Πρωτοχρονιάς και των Φώτων συμπίπτουν με τις χειμερινές τροπές του ηλίου, την περίοδο που η νύχτα έχει τη μικρότερη διάρκεια, τότε που βρισκόμαστε πλέον στην καρδιά του χειμώνα, που η γη ησυχάζει εκκολάπτοντας τους καρπούς της και οι άνθρωποι προετοιμάζονται ψυχικά για την επόμενη περίοδο, όταν οι μέρες αρχίζουν να μεγαλώνουν και πάλι.

Σύμφωνα με τις δοξασίες και τις προλήψεις των λαών της Ευρώπης, τις μέρες αυτές γύρω απ το χειμερινό ηλιοστάσιο και πριν τα Χριστούγεννα, οι άνθρωποι ήταν καλό να μην κυκλοφορούν τη νύχτα, έπρεπε να σφραγίζουν ερμητικά τις πόρτες τους μετά τη δύση του ήλιου, οι κοπέλες να αποφεύγουν τα νυχτέρια και ο νοικοκυρές να έχουν τελειώσει από νωρίς το πλάσιμο των χριστόψωμων, αλλά και οι λεχώνες να φυλάγουν καλά τα νεογνά τους. Ήταν καλό να αποφεύγονται τόποι απομονωμένοι όπως οι μύλοι που χτίζονταν έξω απ’ τα χωριά, κοντά σε χαράδρες και ποτάμια, ξύλα απ το δάσος δεν έπρεπε να κόβονται γιατί τα ξωτικά που κρύβονταν μακριά όλο το καλοκαίρι πλησίαζαν επικίνδυνα τις κατοικημένες περιοχές, ενώ σε κάποια ελληνικά νησιά πίστευαν ότι τα μαγικά πλάσματα ναυπηγούσαν καράβια και μάλιστα τα χτυπήματα από τις εργασίες τους ακούγονταν καθαρά. Καθώς περνούσαν οι μέρες των γιορτών μάλιστα, τα πλάσματα αυτά θεωρούνταν ενίοτε καλά και πιστευόταν ότι γέμιζαν με φλουριά τα αγγεία των γυναικών που πήγαιναν τέτοιες μέρες να φέρουν νερό από τα πηγάδια.

Κοινή ήταν η πεποίθηση,  ήδη από τα προϊστορικά χρόνια, ότι το πυρ αποτελεί το καλύτερο αποτρεπτικό για την απομάκρυνση των ξωτικών και των διαφόρων δαιμόνων γι' αυτό και παντού τις μέρες αυτές άναβαν τεράστιες φωτιές με φρύγανα που συγκεντρώνονταν απ' το Σεπτέμβριο. Υπήρχε μάλιστα συναγωνισμός ανάμεσα στους νέους για το ποιος θα συγκεντρώσει τα περισσότερα φρύγανα και θα ανάψει την πιο μεγάλη φωτιά. Η άσβεστη εστία στο τζάκι θεωρούνταν ανέκαθεν απαραίτητη για την απομάκρυνση κάθε κακοποιού στοιχείου που θα εισχωρούσε στην οικία και συναφής ήταν η συνήθεια της καύσης ποσότητας αλατιού η ρεικιών που προκαλούσαν κρότο και θόρυβο ώστε να τρομάξουν οι δαίμονες. Η φλόγα πάντα θεωρούνταν ο καλύτερος φίλος του ανθρώπου, τη νύχτα ειδικά, καθώς αναπτερώνει το ηθικό του και ασκεί ευεργετική ψυχολογική επίδραση. Γι' αυτόν τον λόγο, σε μέρη όπως στην Κεφαλονιά πίστευαν ότι καθείς θα έπρεπε να φέρει μαζί του σπίρτα η αναπτήρα όταν βρίσκεται στο ύπαιθρο τη νύχτα ώστε να έχει την υποστήριξη του Αγγέλου της Φωτιάς.

Μια άλλη δοξασία αφορά το λάλημα του κόκορα που διώχνει τα δαιμόνια και φαίνεται ότι η παράδοση αυτή έχει τις ρίζες της στην Περσία, όπου ο κόκορας θεωρούνταν ιερό ζώο, καθώς προανήγγειλε την έλευση της ημέρας και αποτελούσε σύμβολο του φωτός και του ήλιου, ενώ συνόδευε και τις ψυχές κατά την κάθοδο τους στον Άδη.

Όλες αυτές οι παραδόσεις κατάφεραν να επιβιώσουν ανά τους αιώνες, αν και δέχτηκαν σκληρή κριτική από τους πατέρες της εκκλησίας, οι οποίοι έσπευδαν να καυτηριάσουν υπερβολές όπως τις χυδαίες μεταμφιέσεις, τις υπερβολικές οινοποσίες καθώς και κάποια βίαια έθιμα που αφορούσαν τη χρήση ροπάλων και τις επιθέσεις σε περαστικούς από ομάδες πανηγυριστών.

Τις μέρες των γιορτών, σύμφωνα με τους αυστηρούς θρησκευτικούς κανόνες αλλά και σύμφωνα με κάποιες δεισιδαιμονικές αντιλήψεις, τα ζευγάρια δεν έπρεπε να συνομιλούν ούτε να συνευρίσκονται γιατί το παιδί που τυχόν θα συλλαμβανόταν δεν θα είχε καλή εξέλιξη.

Πολλές από τις σημερινές συνήθειες των Χριστουγέννων φαίνεται να έχουν ρίζες πανάρχαιες, όπως για παράδειγμα το έθιμο της ανταλλαγής  δώρων την πρώτη μέρα του χρόνου, που ήταν μια αγαπημένη συνήθεια των Ρωμαίων. Ομοίως και ο στολισμός της αγοράς, τα τυχερά παιχνίδια, οι μεταμφιέσεις και οι οινοποσίες - όλα αυτά ήταν ήδη γνωστά από την αρχαιότητα καθώς και τα κάλαντα που ψέλνουν τα παιδιά στη διάρκεια του δωδεκάμερου. Παρακάτω παρατίθενται μερικά αποσπάσματα από ποντιακά κάλαντα, ίσως απ’ τα πιο αυθεντικά, ένα απ αυτά που τραγουδιόταν την παραμονή των Χριστουγέννων στην Κερασούντα:

Εσέναν πρέπ΄ αφέντη μου
ολόχρυσον κοντύλιν
τρουγιούλου γιούλου (γύρω γύρω) μάλαμαν
κι όλο μαργαριτάριν…


Και σε άλλη παραλλαγή:

Έξω σην αυλάν δένδρον εστάθεν (φύτρωσε)
δένδρον άκαυον (που δεν καίγεται) και κυπαρέσσι,
δερ’ ατ’ (το δέρνει) ο ήλον δέρ’ ατ’ ο αέρας
ρουζ’ νε τα’ άθια θε, μυρίζ’ αυλέαν (από την αυλή).
Εκατεβ’ αφκά σο σταυροστράτ’
Δαβαίν’ (περνούν) άλογα δαβαίν’ μουλάρια
χρυσοκάλυβα καλυβωμένα
(καλυβωμένα με χρυσά πέταλα)
σο κιφαλ’ ν ατουν χρυσόν τουλπάν’ έν’
και σα μέσα ‘τουν χρυσόν ζωστήραν,
χώρτσον κ’ έπαρεν ανεμοπόδ’ κα
(διάλεξε και πάρε ανεμοπόδαρα)
και χρυσοκαλυβωμένα.
Δέβα σο ταρέζ κ
 έλα σην πόρταν 
χα τσιρόπα χα μηλόπα,
χα ξερά κοκκυμελόπα
(να ξερά δαμάσκηνα).
Έρθαν τη Χριστού τα παλικάρα
θέλ’ νε ούβας (χουρμάδες) θέλ’ νε λεφτοκάρυα
.

Το βράδυ της παραμονής των Φώτων, ένα βράδυ που θεωρούνταν θαυμαστό γιατί πλησίαζε το τέλος των γιορτών, όλα τα πνεύματα βρίσκονταν σε έξαψη κι οι ζωντανοί έπρεπε να θυμηθούν τις ψυχές των πεθαμένων που ζητούσαν το μερτικό τους. Τραγουδούσαν:

Τα Φώτα θέλω το κερί μ
και την Ψυχού κοκκία (το Ψυχοσάββατο κόλλυβα)
και την Μεγάλ’ Παρασκευήν
έναν μαντήλιν δάκρα.


Απόστολος Σπυράκης


Πηγές: Ν. Πολίτου Παραδόσεις τόμος Α΄, Β’. Αρχείον Πόντου- Επιτροπή Ποντιακών Μελετών.

Τετάρτη, 23 Δεκεμβρίου 2015

"Τα ψηλά βουνά" του Ζαχαρία Παπαντωνίου στο θέατρο Ακροπόλ

Ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου (1877-1940) υπήρξε ποιητής, διηγηματογράφος, θεατρικός συγγραφέας, χρονογράφος, δημοσιογράφος, κριτικός τέχνης και σκιτσογράφος. Διετέλεσε νομάρχης σε διάφορες περιοχές της χώρας. Ως διευθυντής της Εθνικής Πινακοθήκης φρόντισε για τον εμπλουτισμό της με έργα Ελλήνων ζωγράφων (όπως Γύζης, Παρθένης, Λύτρας, Θεοτοκόπουλος). Το 1923 τιμήθηκε με το Εθνικό Αριστείο Γραμμάτων και Τεχνών και το 1938 αναγορεύθηκε μέλος της Ακαδημίας Αθηνών στην έδρα της Λογοτεχνίας. Υπερασπίστηκε με πάθος τη δημοτική γλώσσα· όταν ως Ακαδημαϊκός έκανε την πρώτη του ομιλία στη δημοτική, προκάλεσε αντιδράσεις.

«Τα ψηλά βουνά» εκδόθηκαν ως αναγνωστικό της Γ΄ τάξης του Δημοτικού την περίοδο 1917-18. Αποτελούν το πρώτο σχολικό αναγνωστικό γραμμένο στη δημοτική γλώσσα. Το βιβλίο υπακούει στα ζητούμενα της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης του Βενιζέλου· γι’ αυτό περιέχει μηνύματα για την προαγωγή της κοινωνικής αλληλεγγύης, της κοινωνικής πειθαρχίας, των κοινοτικών έργων και του λαϊκού πολιτισμού (την εποχή εκείνη η Λαογραφία βρισκόταν σ’ έξαρση με επί κεφαλής τον Νικόλαο Πολίτη). Το βιβλίο γνώρισε περιπέτειες· το 1920, όταν ο Βενιζέλος έχασε τις εκλογές, η φιλοβασιλική κυβέρνηση αποφάσισε να το κάψει δημοσίως μαζί μ’ άλλα αναγνωστικά της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης. Με τη μεταπολίτευση επανήλθε το 1974, για ένα μόνο σχολικό έτος. Από το 1917 έως το 1974 η απόσταση ήταν μεγάλη και πολλά είχαν αλλάξει στην κοινωνία· δυστυχώς «Τα ψηλά βουνά» δεν "μιλούσαν" πια στα παιδιά.

Είναι γραμμένα σε άμεση, ζωντανή γλώσσα και σ’ ένα ύφος που το διατρέχει η χάρη αλλά και η αφέλεια (naive). Η πλοκή και έκταση της αφήγησης είναι συνθετώτερη και μεγαλύτερη του διηγήματος, απλούστερη και μικρότερη του μυθιστορήματος. Ο συγγραφέας αφηγείται την ιστορία μιας ομάδας 25 παιδιών που μόλις έχουν τελειώσει το «Ελληνικό σχολείο» και αποφασίζουν με την άδεια των γονιών τους να περάσουν τις καλοκαιρινές διακοπές στο Χλωρό της Ευρυτανίας. Ζουν μόνα τους πάνω στο βουνό, σε μια πρόχειρη κατασκήνωση που τους έφτιαξαν οι μεγάλοι. Μαθαίνουν να λειτουργούν σαν κοινότητα, ν’ αυτοεξυπηρετούνται, να προφυλάσσονται από διάφορους κινδύνους όπως άγρια ζώα και δύσκολα καιρικά φαινόμενα. Αρχίζουν να γνωρίζουν και ν’ αγαπούν το δάσος, εντυπωσιάζονται από τη ζωή των βλάχων, των τσοπάνηδων και γενικά όλων των βουνίσιων. Το βιβλίο διατρέχει μεγάλη φυσιολατρία και σεβασμός προς το δασικό οικοσύστημα. Ο συγγραφέας χωρίς να κάνει θρησκευτικό κήρυγμα, προπαγανδίζει την αγάπη προς την Ορθοδοξία: τα παιδιά εκκλησιάζονται σε γειτονικό χωριό, επισκέπτονται ένα μοναστήρι, θαυμάζουν την πάστρα, την εργατικότητα των καλογέρων, το περιβόλι του μοναστηριού με τα καρποφόρα δένδρα· παρακολουθούν τον εσπερινό, το απόδειπνο και τον όρθρο. Φεύγοντας το μοναστήρι τούς φαίνεται «σαν ένα άσπρο σπιτάκι μέσα σε δέντρα ήσυχα, μακριά από τον κόσμο».

Όμως «Τα ψηλά βουνά» κατηγορήθηκαν ότι προήγαν τον μπολσεβικισμό, επειδή τα παιδιά ζουν μόνα, χωρίς δάσκαλο ή γονιό, αυτοδιοικούνται και άρα είναι «αναρχικά». Από την άλλη, ενώ κυκλοφορούσαν τέτοιες κατηγορίες, το βιβλίο αγαπήθηκε από τους μαθητές του 1917. Υπάρχουν μαρτυρίες ότι σε σχολεία όπου όλες μαζί οι τάξεις έκαναν μάθημα, όταν η Γ΄ είχε ανάγνωση, σταματούσαν οι μαθητές των άλλων τάξεων κάθε δραστηριότητα για ν’ ακούσουν τη συνέχεια. Ήταν δηλ. σαν ένα σίριαλ της εποχής.

Ο συγγραφέας θεώρησε σωστό ν’ αφιερώσει το βιβλίο «στην ιερή μνήμη» του πατέρα του, δημοδιδασκάλου Λάμπρου Παπαντωνίου, ο οποίος πέθανε λίγο προτού «Τα ψηλά βουνά» εκδοθούν. Στο βιβλίο ο Λάμπρος ενσαρκώνει ένα προκομμένο, δεκάχρονο τσοπανόπουλο που οδηγεί μόνο του πάνω από 200 γίδια, διψάει για γράμματα και επιδεικνύει μεγάλη έφεση προς αυτά. Θα εξελιχθεί σ’ έναν εμπνευσμένο δάσκαλο που θ’ αφήσει όνομα στην περιοχή, καθώς θα διδάσκει τα παιδιά άλλοτε κάτω από δέντρα άλλοτε πάνω σε λόφους, στον ήλιο και στον καθαρό αέρα. Θα τα μάθει τη ζωή των δέντρων, των πουλιών, πώς ζουν οι αγελάδες, τα πρόβατα, τα γίδια, οι κότες. Τις καθαρές αστροφεγγιές θα τους ονομάζει τ’ άστρα. Και τέλος θα τα μάθει να γράφουν όσα βλέπουν στον κόσμο κι όσα έχουν στο νου και στην ψυχή τους.

Κάθε παιδί είναι κι ένας διαφορετικός χαρακτήρας: άλλο λαίμαργο, άλλο ονειροπόλο, άλλο ευπτόητο, άλλο θαρραλέο· όλα όμως είναι καλόψυχα, ομονοούν, δρουν συλλογικά και αναπτύσσουν συντροφικότητα. Νικούν τις ανόητες δεισιδαιμονίες των αμόρφωτων χωρικών και επιδεικνύουν θαυμασμό, αγάπη και σεβασμό προς τη φύση. Ο συγγραφέας προπαγανδίζει την προστασία του δάσους από φωτιά, τσεκούρι, υπερεκμετάλλευση και ανεξέλεγκτη βοσκή· γιατί το δάσος «ζει και μας χρησιμεύει, πεθαίνει και μας χρησιμεύει» (εννοεί: ξυλεία, κάρβουνα). «Όπως οι άνθρωποι, έτσι και τα δέντρα ζουν πολλά μαζί και βοηθούν το ένα τ’ άλλο. Ενωμένα πολεμούν το βαρύ χειμώνα και το καυτερό καλοκαίρι. Ενωμένα μεγαλώνουν, κάνουν μεγάλους κορμούς και πετούν δυνατά κλαριά». Τα πληγωμένα πεύκα με την ελάχιστη φλούδα φαίνονται σαν «κρεμασμένο σφαχτό». Θα πέσουν από τον πρώτο αέρα ή θα ξεραθούν γιατί δεν θα έχουν πια χυμό. Κι όμως «έτσι σακατεμένα δροσίζουν τους ανθρώπους, το φυσικό τους είναι να κάνουν καλό, δεν αλλάζει».

Η ιστορία ενός αλόγιστου εκμεταλλευτή που ξέκανε το μεγαλύτερο πεύκο για ρετσίνι και ξύλα, η κατάρα του δένδρου και η κατάντια του εκμεταλλευτή να τριγυρνά σε ξερολίβαδα, να διψά και να μη βρίσκει σταλιά να δροσιστεί, να τον καίνε τα καλοκαίρια και να τον παγώνουν οι χειμώνες ώσπου σωριάζεται νεκρός, είναι από τις πιο δυνατές. Συγκλονίζουν οι στίχοι που οι μαθητές κάποτε αποστήθιζαν: «-Γιάννη, γιατί έκοψες τον πεύκο; Γιατί, γιατί; -Αγέρας θα ’ναι, λέει ο Γιάννης και περπατεί. Ανάβει η πέτρα, το λιβάδι βγάνει φωτιά· να ’βρισκε ο Γιάννης μια βρυσούλα, μια ρεματιά! -Γιάννη, γιατί έσφαξες το δέντρο το σπλαχνικό, που ’ριχνεν ίσκιο στο κοπάδι και στο βοσκό; Φρύγανο και κλαρί του πήρες και τις δροσιές, και το ρετσίνι του ποτάμι απ’ τις πληγές. Σακάτης ήτανε κι ολόρθος ως τη χρονιά, που τον εγκρέμισες για ξύλα, Γιάννη φονιά!» Τι καλό θα έκαναν αν ακούγονταν αυτοί οι στίχοι, κάθε φορά που το ελληνικό κοινοβούλιο ψηφίζει δασοκτόνους νόμους!

Σημαντικές παρακαταθήκες του συγγραφέα αποτελούν ακόμη: «Όποιος κάνει εκείνο που πρέπει, δεν έχει να φοβηθεί κανένα», «Την αντίσταση όλοι τη φοβούνται. Ο μαντρόσκυλος είχε να κάμει με παιδί που υπερασπίζει τη ζωή του», «Έχε την ευχή μου κι άκου τί θα σου πω: Να γίνεις καλός άνθρωπος. Να ’χεις τιμή και να κρατάς τον λόγο σου».

Στόχος του σκηνοθέτη Βασίλη Μαυρογεωργίου ήταν να μετατρέψει ένα σχολικό αναγνωστικό σε θεατρικό έργο που θα ξετυλίγεται πάνω στη σκηνή ως κλασικό εικονογραφημένο. Έτσι, τα λιτά σκηνικά της παράστασης εμπλουτίζονται με ψηφιακές προβολές από κινούμενα σχέδια, τα οποία βασίζονται στα αυθεντικά σκίτσα και ζωγραφιές του βιβλίου. Οι κινήσεις και τα λόγια των ηθοποιών εναρμονίζονται με τις ψηφιακές εικόνες, με αποτέλεσμα οι θεατές (μικροί και μεγάλοι) ν’ απολαμβάνουν την πληρέστερη δυνατή απεικόνιση όσων εξιστορούνται.

Η προσαρμογή του κειμένου σε θεατρικό δρώμενο είναι αρκετά καλή. Μπορούν να επισημανθούν κάποιες ελλείψεις ή τροποποιήσεις που καλό θα ήταν να είχαν αποφευχθεί· πάντως, το πνεύμα του συγγραφέα δεν έχει προδοθεί. Η συγκινητική ιστορία της Βρύσης, η οποία συμπληρώνει το σκηνικό καθ’ όλη τη διάρκεια της παράστασης, δεν έπρεπε να παραλειφθεί. Η κατασκευή της διδάσκει τη φιλανθρωπία, γενναιοδωρία και έμπρακτη αγάπη προς τη φύση, η οποία ανταποκρίνεται πάντα στο καλό, όπως στη συγκεκριμένη περίπτωση με το θέριεμα ενός πλατανιού. Το επεισόδιο με τον λύκο δείχνει εξωπραγματικό, καθώς παρουσιάζει ένα σκυλί να τα βάζει μ’ αυτόν. Η αφήγηση του Παπαντωνίου είναι πολύ πιο φυσική και ρεαλιστική, καθώς περιγράφει πώς πολεμούν τρία σκυλιά να διώξουν έναν πεινασμένο γερόλυκο· το ένα μάλιστα πληγώνεται βαριά. Κατά τη γνώμη μου, καλύτερα να διαγραφεί από την παράσταση παρά να δημιουργεί σε παιδιά ψεύτικες ή επικίνδυνες εντυπώσεις ότι αν βρεθούν αντιμέτωπα στο δάσος μ’ ένα αγρίμι, αρκεί να έχουν μαζί τους κάποιο σκυλάκι και θα σωθούν!

Ευγένεια φανερώνει η απαλοιφή των χαρακτηρισμών «Αράπης» και «Αραπόβραχος». Μόνο που η αντικατάστασή τους από το υποτονικό «Γίγαντας» ή «Βράχος του Γίγαντα» δεν πολυπείθει. Καλύτερα να χρησιμοποιηθούν οι χαρακτηρισμοί «Στοιχειό» και «Στοιχειωμένος Βράχος», επειδή εγείρουν περισσότερο φόβο. Πρέπει να επισημανθεί ότι ο Παπαντωνίου μετά την ανακάλυψη της αλήθειας για τον «Αραπόβραχο», βάζει τα παιδιά να φέρονται ευγενικά, γεμάτα καλοσύνη στον «Αράπη» («-Να βάλεις το σκούφο σου, μπαρμπα-Αράπη! -Καλή νύχτα, γερο-Αράααπη!»).

Όμορφες οι ξύλινες καλύβες· η ευφυής κατασκευή τους επιτρέπει να στήνονται και να ξεστήνονται εύκολα. Αποδοτική η ανακεφαλαίωση των κυριωτέρων σημείων της υπόθεσης στο τέλος της παράστασης.

Καλό σε γενικές γραμμές το παίξιμο των ηθοποιών. Ξεχωρίζουν ο Άρης Τρουπάκης σ’ όλους τους ρόλους που ερμηνεύει, η Κλεοπάτρα Μάρκου ως Δήμος και Δασοφύλακας, ο Γιώργος Φλωράτος ως Λάμπρος. Ο Γρηγόρης Ποιμενίδης ενσαρκώνει έναν πειστικό κι αξιαγάπητο Φουντούλη. Ζητούμενο είναι ν’ απελευθερώσουν οι ηθοποιοί την ψυχή τους από βάρη ενηλικίωσης ώστε να ξαναγίνει παιδική, για να μπορέσουν να παίξουν κατά τρόπο φυσικό και αβίαστο· όχι χαζοχαρούμενο. Μελωδική η πρωτότυπη μουσική του Θωμά Καραχάλιου, δένει με την υπόθεση του έργου και συνεπαίρνει τους θεατές. Πλούσιο το πρόγραμμα της παράστασης που επιμελήθηκε ο Θωμάς Παλυβός· πληρέστερο δεν γίνεται, καθώς εκτός από τους συντελεστές, περιλαμβάνει ένα κατατοπιστικό βιογραφικό του Παπαντωνίου και όλο το κείμενο των «Ψηλών βουνών», διανθισμένο με φωτογραφίες και σκίτσα από την παράσταση.

Πρόκειται για μια προσεγμένη δουλειά απ’ αρχής μέχρι τέλους που προσφέρει καλής ποιότητας ψυχαγωγία σε μικρούς και μεγάλους· ιδίως οι τελευταίοι την έχουν τόσο ανάγκη εξ αιτίας της δύσκολης καθημερινότητας που τους συνθλίβει.


 Αλεξάνδρα Ροζοκόκη


Θέατρο Ακροπόλ – Παιδική Σκηνή 2015-2016
«Τα ψηλά βουνά» του Ζαχαρία Λ. Παπαντωνίου
Σκηνοθεσία–Προσαρμογή: Βασίλης Μαυρογεωργίου
Σκηνικά & Κοστούμια: Κωνσταντίνος Ζαμάνης
Πρωτότυπη Μουσική: Θωμάς Καραχάλιος
Χορογραφία: Δημήτρης Μαργαρίτης
Ψηφιακά Video: Νίκος Τσιμούρης
Κινούμενα Σχέδια: Βαγγέλης Σιγάλας
Σχεδιασμός Φωτισμού: Στέλλα Κάλτσου
Εκπαιδευτική Σύμβουλος: Ειρήνη Ιακώβου

Παίζουν: Δημήτρης Κουρούμπαλης, Άρης Τρουπάκης, Θανάσης Δόβρης, Γρηγόρης Ποιμενίδης, Κλεοπάτρα Μάρκου, Σωτήρης Μεντζέλος, Γιώργος Σύρμας, Παντελής Φλατσούσης, Γιώργος Φλωράτος
 

Δευτέρα, 21 Δεκεμβρίου 2015

"Φοβ" της Στέλλας Βοσκαρίδου και "Ασκήσεις απωλείας" της Δέσποινας Δεμερτζή


Έχουν μαζευτεί τόσα βιβλία για τα οποία θέλω να γράψω... Κάποια χρονίζουν από το καλοκαίρι. Αποφάσισα λοιπόν να τα πιάνω δυο–δυο, όπως σήμερα.

Το πρώτο είναι το Φοβ – Υπογλώσσιο νυχτερινό της Στέλλας Βοσκαρίδου-Οικονόμου. Άρχισα να το διαβάζω και στην αρχή νόμιζα πως θα είναι κάτι γλυκερό. Σκόνταψα, βλέπετε,  πάνω στις λέξεις «δειλινόδεντρα» και «φεγγαρινή» και σε κάτι ακατάληπτα «διδώ-ω και δα-α και δέω δέω δέω» και είπα: ωχ! Όσο όμως συνέχιζα να διαβάζω και οι σελίδες προχωρούσαν, τόσο περισσότερο ήθελα να συνεχίσω την ανάγνωση, να δω κι άλλες εικόνες, κι άλλες υπέροχες μεταφορές. To Φοβ είναι μια πανέμορφη, επώδυνη μα όμορφη ιστορία, διατυπωμένη πότε σαν ποίημα, πότε σαν πεζό και πότε σαν θεατρικό έργο. Αν με ρωτήσετε όμως, θα επιμείνω ότι πρόκειται 100% για ποίηση.

Το Φοβ, όπως λέει η ίδια η ποιήτρια, έχει να κάνει με την άρθρωση όσων φοβόμαστε. Υπάρχει μια ενδιαφέρουσα σύνδεση του φοβ με το μωβ, το οποίο χρησιμοποιείται ως πρόσχημα στη θέση του φόβ(ου) – για να καταφέρει τελικά να διαπεράσει και να βάψει τα πάντα...Υπάρχουν επίσης κάποιες εικόνες που λειτουργούν ως light motifs και διατρέχουν το έργο από την αρχή μέχρι το τέλος: τα δειλινόδεντρα, τα σύκα και τα άλογα. Η επανάληψή τους δημιουργεί τεχνηέντως μια ραχοκοκαλιά που ενισχύει την ένταση του συνολικού αποτελέσματος. Δεν λείπουν οι έντονες παρηχήσεις, κυρίως του φ και του δ που επίσης βοηθούν στην αποτύπωση του μηνύματος του βιβλίου στον νου του αναγνώστη.

Μικρό σε μέγεθος και διαστάσεις, αλλά τεράστιο σε φρόνημα και παράστημα. Αυτό είναι το Φοβ.

Ένα μικρό δείγμα από το «Κεφάλαιο τέταρτο»:

Μια τέτοια νύχτα θα κολλήσω τα χείλη στο στήθος σου
και δεν θα στάζει πια γάλα
μονάχα γράμματα
δως ‘μου το φι μαμά μου
δωσ’μου το φι να γράψω μια λέξη
Όχι το φι μωρό μου
είσαι μικρό ακόμα
Όχι το φι

Μια τέτοια νύχτα
θα σε βρω να μαζεύεις από χάμου
όλα τα φι
και να λες
δεν αρκεί να γράψεις ένα ποίημα
πρέπει τη γλώσσα να επινοήσεις


Το δεύτερο βιβλίο είναι οι Ασκήσεις απωλείας της Δέσποινας Δεμερτζή. Είχα την τύχη να ακούσω την ποιήτρια να διαβάζει αποσπάσματα στο φετινό 34ο Συμπόσιο Ποίησης στο Πανεπιστήμιο Πάτρας – λέω την τύχη, επειδή ήταν από τις σπάνιες φορές που άκουσα ποιητή να διαβάζει τόσο ωραία τα ποιήματά του.

Η συλλογή πραγματεύεται την απώλεια, την οποία προσπαθεί να υπερβεί μέσω του υγρού στοιχείου. Το νερό διαπερνά και πλημμυρίζει όλη τη συλλογή. Στο διάβα του παρασύρει τις μνήμες, τους φόβους αλλά και τα όνειρα. Πέρα από την απλή αναφορά στο υδάτινο στοιχείο, η Δεμερτζή έχει φυτέψει παντού υπέροχες παρηχήσεις των υγρών συμφώνων ενώ οι λέξεις της σφυροκοπούν τον νου του αναγνώστη ξανά και ξανά, δημιουργώντας ανάγλυφα νοήματα.

Χειμαρρώδης λόγος, σχεδόν ιλιγγιώδης, που ωστόσο δεν ξεφεύγει ποτέ ούτε δημιουργεί κοιλιά, γεμάτος εκπληκτικές εικόνες και βαθιά νοήματα. Λόγος μεστός, με πληρότητα που αξιώνει τον ειλικρινή σεβασμό του αναγνώστη. Ένα αξιοσημείωτο βιβλίο, από τα λίγα πραγματικά καλά ποιητικά βιβλία που κυκλοφορούν.

Ιδού ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα από το ποίημα «Η μνήμη του νερού»:

Δεν ξέρει η μικρή Μαρία όσα κρύβει η θάλασσα
τη βαθμιαία καταβύθιση της κούκλας σε βυθούς απρόσιτους
αργή κατάδυση, με οδηγό αμυδρή ακτίνα διαθλώμενη ως τα βάθη
το βούλιαγμά της, απαλό μέχρι τον ύπνο
αλλόκοτα κυανοπράσινα τοπία διασχίζοντας
και προσπερνώντας πλάσματα προϊστορικά κεκοιμημένα
τριήρεις, καραβέλες, ποντισμένα υπερωκεάνεια,
χαμένους γιους ανήξερων μανάδων απροσμέτρητους,
φαντασματώδεις σκελετούς επιβατών ναυαγισμένων κιβωτών,
χορείες καθευδουσών μορφών στην άκρα κοίτη των υδάτων
μέχρι την άηχη προσγείωση στην άμμο
ανάμεσα σε μοβ κοράλλια και θαλάσσιες ανεμώνες
στη σκοτεινότερη των περιοχών


Συστήνω και τα δύο βιβλία ανεπιφύλακτα!

Χριστίνα Λιναρδάκη

Παρασκευή, 18 Δεκεμβρίου 2015

Κλεαρέτη Δίπλα-Μαλάμου, μια ελάχιστα γνωστή ποιήτρια

Γεννημένη στη Λευκάδα το 1886 και όχι στη δεκαετία του ’90, όπως με διάφορες παραλλαγές αναφέρεται, η Δίπλα-Μαλάμου ανήκει στην, όπως έχει επικρατήσει να ονομάζεται, λογοτεχνική γενιά του ’10. Μεγαλωμένη σε ένα λόγιο περιβάλλον –ο πατέρας της ήταν γιατρός με σοβαρά φιλολογικά και λογοτεχνικά ενδιαφέροντα και η μητέρα της ασχολούνταν με τη ζωγραφική- θα αποκτήσει από πολύ μικρή κλίση προς τα γράμματα. Κατά δήλωσή της «πρωτοέγραψε στίχους, λίαν μελαγχολικούς, σε ηλικία δώδεκα ετών, κι άρχισε να δημοσιεύει σε παιδικά περιοδικά». Στη συνέχεια, θα συνεργαστεί με τα λογοτεχνικά περιοδικά της εποχής, ανάμεσα στα οποία τα Παναθήναια, η Πινακοθήκη και ο Νουμάς. Εκτός από τις δύο ποιητικές συλλογές της (Στο διάβα μου, 1922 και Οι δρόμοι της ζωής, 1955) εξέδωσε επίσης ένα βιβλίο με μεταφράσεις ποιημάτων του Μπωντλαίρ, τις οποίες, όπως και τα περισσότερα ποιήματα της δεύτερης συλλογής, είχε γράψει και κατά ένα μέρος δημοσιεύσει τη διάρκεια του Μεσοπολέμου.
 
Η ποίηση της Κλεαρέτης Δίπλα-Μαλάμου έχει αποτιμηθεί ως ποίηση της γυναικείας ευαισθησίας και της ζωγραφικής ενάργειας των φυσικών εικόνων, ως ποίηση των λεπτών αισθημάτων και του χαμηλόφωνου λυρισμού. Κατά γενική κριτική ομολογία, συνδυάζει τη λυρικότητα και τη μουσικότητα της Επτανησιακής Σχολής (της οποίας και θεωρείται από τους τελευταίους επίγονους) και την αδρότητα των ηπειρώτικων δημοτικών τραγουδιών και της ποίησης του Αριστοτέλη Βαλαωρίτη. Ρυθμισμένη σχεδόν αποκλειστικά στον ίαμβο και αυστηρά έμμετρη (με μια προτίμηση προς την αξιοποίηση της τετράστιχης στροφής με σταθερά ομοιοκατάληκτα σχήματα), η ποίηση της Δίπλα-Μαλάμου έχει ταυτιστεί από την κριτική με τη συχνή χρήση του δεκαπεντασύλλαβου στίχου, στίχου που, ωστόσο, αν και υπερτερεί σαφώς ποσοτικά στην πρώτη της συλλογή, εν τέλει ισορροπεί με τη χρήση του ενδεκασύλλαβου στη δεύτερη. Τα ποιήματά της μπορούν grosso modo να διακριθούν σε πέντε, συχνά συμπληρωματικές, θεματικές περιοχές: πρόκειται για τα ποιήματα που εμπνέονται από τη δημοτική και λαογραφική παράδοση, τα φυσιολατρικά ποιήματα, τα πολεμικά και κατοχικά ποιήματα, τα ποιήματα της έλξης του θανάτου και, τέλος, τα ερωτικά.

Οι δύο τελευταίες κατηγορίες ποιημάτων, οι οποίες είναι και οι πλέον πετυχημένες στο σύνολο ποιητικό της έργο, συνδέονται με την προβολή του ποιητικού εγώ και παρουσιάζουν μια αντίρροπη κι ωστόσο παραπληρωματική έλξη της ποιητικής φωνής, από τη μια προς την εκμηδένιση (η λέξη «εκμηδενισμός» απαντά και ως τίτλος τετραστίχου στους Δρόμους της ζωής), και από την άλλη προς την άφεση στη διονυσιακή ηδονή. Η διπλή αυτή έλξη προς τον έρωτα και τον θάνατο είναι σαφώς εμπνευσμένη από τη μπωντλαιρική μαθητεία της ποιήτριας. Κάποτε οι δύο ροπές οδηγούν στοιχισμένες σε έναν (νεανικό) «Θάνατ[ο] γλυκ[ό ]» (Στο διάβα σου) ή στον ώριμο «Ερωτικό χαμό» (Οι δρόμοι της ζωής).
 

Μάρα Ψάλτη
 
 
Παρακολουθήστε απόσπασμα από σχετικό ντοκιμαντέρ:
 
 
 

Διαβάστε και ένα χαρακτηριστικό ποίημά της:
 

Βράδι

Πώς κατεβαίνει θαμπό το βράδι
αλαφροπάτητο και βουβό.
Άπιαστα γύρω μου πλέκονται μάγια,
χωνεύει μέσα μου κάτι ακριβό.
Ψυχές τα δέντρα συλλογισμένες,
μουρμούρα πράα στα πράα νερά.
Τ’ αποσταμένο του κορμί ξαπλώνει
πλατύς ο δρόμος, και τρυφερά
όλα αγγιγμένα απ’ την άγιαν ώρα
γλυκανασαίνουν-παιδιού καρδιά.
Μέσα στα μάτια μου, μέσ την ψυχή μου,
βουνού βελούδο, πεύκου ευωδιά…
κι έτσι μονάχη, ζωής μια στάλα
στον όλων μέσα το θείο χαμό,
κάτι απ’ το τρέμισμα νοιώθω του φύλλου
κάτι απ’ τον κρύφιο της γης παλμό.


Περισσότερα βιογραφικά στοιχεία και ένα διήγημά της μπορείτε να διαβάσετε στον ιστότοπο «Άτεχνος».


ΥΓ. Το κείμενο είναι απόσπασμα από το άρθρο «Του πόθου αρρωστημένη – όψεις της ερωτικής επιθυμίας στην ποίηση της Κλεαρέτης Δίπλα-Μαλάμου» της Μάρας Ψάλτη, το οποίο δημοσιεύεται στην τρέχουσα Athens Review of Books (τεύχος 68, Δεκέμβριος 2015). Η Μάρα Ψάλτη είναι φιλόλογος, υποψήφια διδάκτωρ νεοελληνικής φιλολογίας. Το ποίημα είναι αναδημοσίευση από τον ιστότοπο «Γραφείον».

Τετάρτη, 16 Δεκεμβρίου 2015

"Το χαμένο κλειδί του έρωτα" του Νίκου Πιλάβιου

Τον Νίκο Πιλάβιο τον θυμάμαι από παιδάκι. Τον έβλεπα στην τηλεόραση να αφηγείται παραμύθια με τον δικό του μοναδικό τρόπο, προσπαθώντας να μας πείσει, με τα ατελή τεχνικά μέσα της εποχής, ότι πετάει στον ουρανό. Όταν είδα το όνομά του στην ποιητική συλλογή Το χαμένο κλειδί του έρωτα, αναρωτήθηκα αν πρόκειται για το ίδιο άτομο – μέχρι που σύντομα διαπίστωσα ότι ήταν πράγματι το ίδιο. Ήταν μια ευχάριστη έκπληξη. Αργότερα, αφού διάβασα τη συλλογή, επιβεβαίωσα ότι ο Πιλάβιος παραμένει κορυφαίος αφηγητής και διαπίστωσα ότι, με τα χρόνια, οι – προφανώς αδιάκοπες - προσπάθειές του να πετάξει του εξασφάλισαν ένα καλό αποτέλεσμα (θα καταλάβετε σύντομα τι εννοώ).

Η συλλογή δεν είναι ελεύθερη, αντιθέτως: μας παραδίδεται «παντρεμένη». Τα ποιήματα συνοδεύονται από αποσπάσματα ομιλιών, συνεντεύξεων ή κειμένων του Τζιντού Κρισναμούρτι με σκέψεις του τελευταίου πάνω στον έρωτα. Για κάποιον που τρέφει ιδιαίτερη αγάπη στα πιστεύω του βουδισμού, όπως εγώ, είναι ένας ακαταμάχητος συνδυασμός τέχνης και φιλοσοφίας. Ακόμη όμως και για κάποιον που δεν έχει ασχοληθεί καθόλου με εγχώρια ή αλλότρια δόγματα, η συλλογή προσφέρει ένα εξαιρετικό έναυσμα για εμβάθυνση στη φύση του έρωτα, τα παράδοξά της, αλλά και για μια ρηξικέλευθη θεώρησή της απαλλαγμένη από οποιαδήποτε μορφή κτητικότητας και προσκόλλησης.

Θα πείτε ίσως ότι, αν είναι έτσι, ο Νίκος Πιλάβιος θα μπορούσε να είχε γράψει φιλοσοφικό δοκίμιο αντί για ποίηση: θα έφερνε έτσι τους μυημένους σε έδαφος πιο οικείο για εκείνους. Όμως όχι: θέλησε να γράψει ποιήματα. Και η δική μου άποψη είναι πως έπραξε καλά. Αν λειτουργούσαν σωστά τα πράγματα με την ποίηση στην Ελλάδα (και, πολύ περισσότερο, αν λειτουργούσε οτιδήποτε σωστά στην Ελλάδα), θα απευθυνόταν σε ένα κοινό που δεν θα είχε την ευκαιρία να προβληματιστεί πάνω στα θεμέλια του έρωτα με άλλον τρόπο. Από την αρχαιότητα, άλλωστε, η ποίηση εμπεριείχε και μια διδακτική συνιστώσα.

Η αντίστιξη των ποιημάτων με τα σπαράγματα από το έργο του Κρισναμούρτι λειτουργεί ενισχυτικά, δημιουργώντας ένα ενιαίο, ομοιογενές μίγμα αισθημάτων, αισθήσεων και ψευδαισθήσεων, από το οποίο προβάλλουν δειλά μα τρανταχτά η αλήθεια και αυτή η ιδιαίτερη γαλήνη που περιβάλλει τη βουδιστική θεώρηση των πραγμάτων. Φθάνοντας στο τέλος της συλλογής, δεν μπορείς παρά να νιώσεις ότι τα πράγματα μπήκαν στη θέση τους σωστά και ότι ο κόσμος ορθώς λειτουργεί έτσι όπως λειτουργεί: είναι στο χέρι μας να βγούμε από το ποτάμι, αν το θέλουμε.

Όσον αφορά τα ποιήματα αυτά καθεαυτά, το επίπεδό τους είναι πολύ καλό. Ο Ν. Πιλάβιος καταθέτει τη μαρτυρία του, απαγκιστρωμένη από το προσωπικό του βίωμα: σαν κάτι που μας αφορά όλους. Από την άλλη, τα ποιήματα έχουν ειδικό βάρος και ακόμη ειδικότερο βάθος, προσφέροντάς μας αυτό που περιμένουμε από την ποίηση: μια γωνιά να ξαποστάσει η ψυχή μας και να κατανοήσουμε κάτι δικό μας.

Τι γλυκιά απελπισία που έχει αυτή η στιγμή!
Και πόσο ηδονικά βουλιάζουν και οι δύο μέσα της!
Χωρίς επίγνωση της κάποιας γελειότητάς της.
Ειλικρινείς ήρωες ενός δράματος
που δεν υπάρχει στ’ αλήθεια.


Συγκλονιστικά είναι τα ποιήματα «Εικονική πραγματικότητα» και «Ένας έρωτας που πέταξε στο άπειρο». Το ατού όμως της συλλογής δεν βρίσκεται σε μεμονωμένα ποιήματα ή επιμέρους τμήματά της: βρίσκεται στην ιδιότυπη ενότητα που δημιουργεί το πάντρεμα της τέχνης με τη φιλοσοφία. Το πείραμα του Ν. Πιλάβιου με την αντίστιξη ποίησης και φιλοσοφικών κειμένων στέφθηκε με επιτυχία.

Χριστίνα Λιναρδάκη




Δευτέρα, 14 Δεκεμβρίου 2015

"Οντισιόν" της Ασημίνας Ξηρογιάννη

Διάβασα την «Οντισιόν». Σε άκουσα, Ασημίνα Ξηρογιάννη.
Η φωνή σου έφτασε σ’ εμένα καθαρή, δυνατή, απλή και παραπονεμένη. Το σπονδυλωτό σου μονόπρακτο είναι μια καλή ευκαιρία να ξαναβάλουμε τα πράγματα στη θέση τους.

Δεμένη κι εσύ, αιχμάλωτη σ’ ένα μαγεμένο χώρο, τραβάς την κουίντα και βρίσκεσαι απ’ το σανίδι ως το φουαγιέ, απ’ τη ράμπα μέχρι τον εξώστη, οπουδήποτε, αρκεί ν’ ανασαίνεις - να μεταλαβαίνεις τον αέρα του θεάτρου. Ζεις μέσα σ’ αυτό τον ζωοδότη χώρο, αλλά αδυνατείς να συνυπάρξεις με τις μικρότητες των μικρών, τις ζήλειες των ζηλόφθονων.

Απαρνείσαι εμφατικά την σαθρή αποδοχή του συρφετού που λυμαίνεται ό,τι αγαπάς. Των φαύλων που αναζητούν ήθος μέσα στα όρια της ανεκτικότητας του κοινού, γιατί οι ίδιοι δεν έχουν. Αυτών που έχοντας χάσει την ταυτότητά τους, προσπαθούν να παραμένουν ζωντανοί μέσα στην αλλοτρίωση, τον ευτελισμό και την υποκρισία. Αυτών που κατέληξαν θύματα της λάμψης που επεδίωκαν να αγγίξουν.

Την ύστατη ώρα όμως που ξεστομίζεις «θέατρο τέλος», πατάς ήδη στις μύτες των ποδιών σου, σηκώνεσαι ψηλότερα και το βλέμμα σου συναντά την δική μου αγωνία. Τώρα είμαστε δύο. Ίσως περισσότεροι. Σ’ ευχαριστώ, καλόν αγώνα.

Κατερίνα Πεσταματζόγλου



Υ.Γ. Ένας υπάλληλος τραπέζης που κάνει τον κύκλο του στα φώτα της δημοσιότητας, ο νέος που συνθλίβεται σε μια τυπική οντισιόν, οι ελάχιστες ευκαιρίες που δίνονται στον ξεκομμένο από κυκλώματα, οι «απαιτούμενες» θυσίες για να ταιριάξει κάποιος τη ζωή του στις απαιτήσεις του φιλόδοξου ηθοποιού, ο ευτελισμός και η γελοιότητα που βαφτίζονται «τέχνη» στον βωμό της πρωτοτυπίας, η αγωνία για ένα ρόλο και η «προθυμία» του ηθοποιού να συμπορευθεί με τις όποιες απαιτήσεις του σκηνοθέτη είναι θέματα που αναπτύσσονται με τρόπο ξεχωριστό στην «Οντισιόν». 

Η Ασημίνα Ξηρογιάννη μέσα από έξι διαφορετικά μονόπρακτα που συναντώνται στην αγάπη για το θέατρο και στηλιτεύουν κάποια από τα προβλήματα που το ταλανίζουν, δίνει μια καλή ευκαιρία στους νέους ηθοποιούς να πάρουν μια γεύση από τα επερχόμενα και στους παλιούς θεατράνθωπους, που -συνολικά- ορίζουν την θεατρική πραγματικότητα, να κάνουν μια ουσιαστική υπέρβαση. Από τις εκδόσεις vakxikon, 2015.

Παρασκευή, 11 Δεκεμβρίου 2015

φάκελος "θέατρο του παραλόγου" - μια εισαγωγή

Το στίγμαΛόγου ανοίγει έναν νέο φάκελο-αφιέρωμα στο θέατρο του παραλόγου. Το αφιέρωμα θα βασιστεί σε κείμενα που είχαν δημοσιευτεί στο τεύχος 72 του λογοτεχνικού περιοδικού "Ομπρέλα". Αντί εισαγωγής, ξεκινάμε με ένα απόσπασμα από το κείμενο της Άννας Μιχαηλίδη "Ο Επιστάτης του Χάρολντ Πίντερ":


Με τον όρο "Θέατρο του Παραλόγου" ή "Le Theatre de l' Absurde" αναφερόμαστε σε συγκεκριμένα έργα γραμμένα από έναν αριθμό, Ευρωπαίων βασικά, θεατρικών συγγραφέων στις δεκαετίες του 1940, 1950 και 1960. Ο όρος αυτός επινοήθηκε από τον κριτικό Μάρτιν Έσσλιν, ο οποίος τον χρησιμοποίησε ως τίτλο σ'  ένα βιβλίο ου έγραψε για το θέμα αυτό.

Το Θέατρο του Παραλόγου θεωρείται ότι κατάγεται από τον Νανοϊσμό, ανόητη ποίηση και αβάν-γκαρντ τέχνη των δεκαετιών 1920 και 1930. Ωστόσο, το είδος αυτό του θεάτρου που το συναντάμε και με τους όρους "Αντι-θέατρο" και "Νέο-θέατρο", έγινε δημοφιλές μετά τον β΄ παγκόσμιο πόλεμο όπου η ανθρώπινη ζωή ήρθε αντιμέτωπη μ'  ένα μέλλον αβέβαιο, απειλητικό και ά-λογο. Η επικοινωνία των ανθρώπων έγινε δύσκολη καθώς η αμοιβαία εμπιστοσύνη, οι διαβεβαιώσεις για ειρήνη και το αίσθημα ασφαλείας φάνταζαν ως μεγάλα ψέματα.

Στην πράξη το θέατρο του παραλόγου ξεφεύγει από τους ρεαλιστικούς χαρακτήρες, καταστάσεις και ό,τι είναι συνδεδεμένο με θεατρικές συμβάσεις. Ο χρόνος και ο τόπος είναι ρευστά και η βασική αιτιότητα συχνά καταρρέει. Ο διάλογος είναι συνήθως επαναληπτικός ή χωρίς νόημα και κυριαρχεί γενικά μια δραματική ασυνέπεια. Ο Μάρτιν Έσσλιν διατυπώνει: Το θέατρο του Παραλόγου αγωνίζεται να εκφράσει τη λογική του για τον παραλογισμό της ανθρώπινης συνθήκης και την ανεπάρκεια της ορθολογικής προσέγγισης μέσω της ανοικτής εγκατάλειψης των ορθολογικών τεχνασμάτων και της α-συνεχούς πράξης.

Πάντως σήμερα, στην εποχή της επικοινωνίας και της τεχνολογικής αυτοτέλειας, το Θέατρο του Παραλόγου δεν είναι μια παράλογη περιπέτεια. Αντίθετα είναι η καθημερινότητα της μικροαστικής κοινωνίας μας, όπου η ακατάσχετη φλυαρία κινδυνεύει να καταβάλλει τη σκέψη! Και όπως επισημαίνει ο Παύλος Μάτεσις, αυτό το είδος θεάτρου είναι στην εποχή μας, το κατεξοχήν ρεαλιστικό θέατρο, επειδή αποτελεί το πλέον ρεαλιστικό σχόλιο πάνω στη (μη) λογική της καθημερινής ζωής.

Το Θέατρο του Παραλόγου άνθησε στο Μεταπολεμικό Παρίσι με τις Δούλες του Ζαν Ζενέ το 1947, τη Φαλακρή Τραγουδίστρια του Ευγένιου Ιονέσκο το 1950 και τον Γκοντό του Σάμουελ Μπέκετ το 1952. Άλλοι συγγραφείς που σχετίζονται με το κείμενο αυτό είναι οι:  Άρθουρ Αντάμοβ, Φερνάρντο Αρραμπάλ, Έντουαρντ Άλμπυ, Τομ Στόπαρντ, Φρίντριχ Νρύρενματ, Χάρολντ Πίντερ. (...)

Άννα Μιχαηλίδη
Θεατρολόγος

Τετάρτη, 9 Δεκεμβρίου 2015

Χαμένοι στη μετάφραση;

«Ποίηση είναι αυτό που χάνεται στη μετάφραση», γράφει ο Robert Frost και ίσως αυτός ο αφορισμός να μας φαίνεται υπερβολικός, αλλά το σίγουρο είναι πως ένα ποίημα δεν μπορεί να μεταφερθεί σε μια γλώσσα διαφορετική από αυτή, που γράφτηκε χωρίς να χάσει μέρος της αισθητικής του. Όμως, διαβάζοντας πολλές μεταφράσεις ποιημάτων, που έγιναν τα τελευταία χρόνια, παρατηρούμε ότι πολλές φορές πέρα από την αισθητική, στην οποία δεν δίνεται πλέον καμιά σημασία, χάνεται και το νόημα. Ψάχνουμε για ώρες να βρούμε τι θέλει να πει ο ποιητής και καταλήγουμε χαμένοι στη μετάφραση.

Το πρώτο, που πρέπει να αναρωτηθούμε είναι: Μεταφράζεται η ποίηση; Η ποίηση δεν μεταφράζεται, αλλά παραφράζεται. Το μεγάλο λάθος πολλών νεότερων μεταφραστών ποίησης είναι ότι μεταφράζουν το ποίημα λέξη προς λέξη. Όμως, κάθε γλώσσα έχεις τις δικές της ιδιαιτερότητες. Μια λέξη, που σε μια γλώσσα είναι εύηχη και ποιητική σε μια άλλη μπορεί να χαλάσει το νόημα τραυματίζοντας ανεπανόρθωτα το ποίημα. Πόσο μάλλον, όταν πρόκειται για μοντέρνα ποίηση, που πολλές φορές ο αναγνώστης δυσκολεύεται να βρει το νόημα στη μητρική του γλώσσα. Ο μεταφραστής θα πρέπει να αποδώσει το νόημα, τουλάχιστον, όπως θα φαινόταν στη μητρική γλώσσα του αναγνώστη και να μην τον δυσκολέψει περισσότερο.

Όσον αφορά την αισθητική, μπορούμε να πούμε ότι στις περισσότερες νεότερες μεταφράσεις ποίησης απουσιάζει εντελώς. Κάπου στο διαδίκτυο διαβάσαμε ένα ποίημα του Paul Verlaine, που στα γαλλικά κάνει όμορφες παρηχήσεις και ακούγεται σαν μουσική ή σαν νερό, που κελαρύζει. Στην ελληνική μετάφραση δεν χάνονται μόνο οι παρηχήσεις, αλλά απουσιάζει και η ομοιοκαταληξία σε μια προσπάθεια του μεταφραστή να εκμοντερνίσει τον Verlaine. Το αποτέλεσμα είναι ένα ποίημα ανούσιο χωρίς ρυθμό σαν απλή και πεζή παράθεση λέξεων. Για να είναι άρτια αισθητικά η μετάφραση ενός ποιήματος, πρέπει ο μεταφραστής να έχει πολύ καλή σχέση με την ποίηση. Αν είναι και ο ίδιος ποιητής ακόμα καλύτερα. Ένα ποίημα, που μεταφράζεται στα ελληνικά θα πρέπει να αρέσει αισθητικά όπως θα άρεσε ένα ελληνικό ποίημα. Αν δεν αρέσει σημαίνει ότι ο μεταφραστής έχει αποτύχει. Ταυτόχρονα, δείχνει και έλλειψη σεβασμού προς τους παλιότερους ποιητές η προσπάθεια μιας εκμοντερνισμένης μετάφρασης, με απαλοιφή του μέτρου και της ρίμας.

Τα τελευταία χρόνια παρά τις άπειρες κακές μεταφράσεις ποιημάτων, που έχουν κυκλοφορήσει, υπάρχουν και λίγες καλές μεταφραστικές προσπάθειες, που σέβονται τον δημιουργό και αξίζουν την προσοχή μας. Αναφέρουμε μία πρόσφατη έκδοση μεταφρασμένης ποίησης, που μας έκανε ιδιαίτερη εντύπωση ως δείγμα καλής μετάφρασης: την ερωτική ποιητική ανθολογία «Δύστηνος Έγκειμαι Πόθω» σε μετάφραση Γιώργου Μπλάνα, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Vakxikon.gr. Τέτοιου είδους καλές μεταφράσεις μας δίνουν ελπίδες ότι θα μπορούμε να γνωρίσουμε την ποίηση πέρα από τα σύνορα χωρίς τελικά να χαθούμε στη μετάφραση.

Θεοχάρης Παπαδόπουλος



Παραθέτουμε μία όμορφη μετάφραση από το βιβλίο «Δύστηνος Έγκειμαι Πόθω»:


Σονέτο 3

Κοιτάξου στον καθρέφτη σου και πες στο είδωλό σου
πως ήρθε η ώρα είδωλο κι εκείνο ν’ αποκτήσει.
Το έργο αυτό, αν άστοχα, δεν θεωρείς δικό σου,
μια μάνα έχεις καταραστεί, τον κόσμο εξαπατήσει.
Γιατί, ποια θα ‘ναι η τόσο αγνή και τόσο ξιπασμένη,
που θ’ αρνηθεί στη μήτρα της μια στιβαρή εργασία;
Τι θα ‘ναι αυτός που αγάπησε τον τάφο του και στέλνει
εκεί από εγωισμό μια ωραία δυναστεία;
Καθρέφτης της μητέρας σου είναι κι αυτή εντός σου
ανακαλεί τα δροσερά, τα ωραία της πρωτάτα.
Έτσι, μπρος στο παράθυρο κι εσύ των γερατειών σου
θα βλέπεις τις ρυτίδες σου να σφύζουν από νιάτα.
Αν δεν γεννήσεις την ωραία μνήμη των ημερών σου
απλά, μια μέρα θα χαθείς μαζί με το είδωλό σου.


Ουίλιαμ Σαίξπηρ


ΥΓ.: Περαιτέρω απόψεις για τη μετάφραση της ποίησης δείτε εδώ και εδώ.

Δευτέρα, 7 Δεκεμβρίου 2015

Η σημασία των δημοτικών τραγουδιών στη σύγχρονη ποίηση

Το κείμενο που ακολουθεί προέρχεται από το πρόσφατο βιβλίο του Γιώργου Καραντώνη (σύντομο βιογραφικό και φωτογραφία του βλ. δεξιά στο Κάτι για εμάς/Αρθογράφοι) με τίτλο "Η κατάσταση των πραγμάτων -  πενήντα άρθρα", στο οποίο συγκεντρώνονται όλα τα άρθρα του (εκτός των κριτικών σημειωμάτων) που έχουν δημοσιευθεί από το 1984 μέχρι σήμερα.



Η σημασία των δημοτικών τραγουδιών στη σύγχρονη ποίηση

Η τεράστια αξία που έχουν τα αθάνατα και αγέραστα δημοτικά τραγούδια μας από εθνική, εθνογραφική, λαογραφική, φυλετική, ιστορική, λογοτεχνική και κυρίως ποιητική άποψη είναι από όλους, Έλληνες και ξένους, καλλιτέχνες και επιστήμονες, παλιότερους και νεότερους, παραδεδεγμένη και πολυσυζητημένη, ώστε δεν πιστεύω πως θα είχε κάποιος να προσθέσει κάτι το πραγματικό καινούργιο και ενδιαφέρον στα τόσα πολλά που έχουν γραφτεί και ειπωθεί σχετικά. Προσωπικά θεωρώ ότι τα δημοτικά μας τραγούδια είναι ό,τι καλύτερο έχει να παρουσιάσει η ποίηση στην Ελλάδα εδώ  και τρεις χιλιάδες χρόνια. Και ας μην ξεχνάμε ότι η ποίηση είναι για την Ελλάδα σπουδαία υπόθεση, είναι, αν μπορούμε να το πούμε έτσι, η κατεξοχήν ελληνική τέχνη.

Το θέμα μου όμως τώρα είναι άλλο: Η σημασία που έχουν τα δημοτικά τραγούδια για τη σύγχρονη ποίηση και η σπουδαιότητα που μπορεί να έχει για ένα μοντέρνο ποιητή η συστηματική ανάγνωσή τους και η βαθιά μελέτη τους. Δεν είμαι, φυσικά, ο πρώτος που έχει επισημάνει το πόσα μοντέρνα στοιχεία έχουν πολλά από τα δημοτικά τραγούδια μας, τόσο ως σύλληψη όσο και ως πραγμάτωση (βλέπε π.χ. Γιώργου Σεφέρη, "Διάλογος πάνω στην ποίηση", περιοδικό Τα Νέα Γράμματα, τεύχος 8-9, 1938, αναδημοσιευμένο τόσο στις Δοκιμές του Σεφέρη, όσο και στο βιβλίο Ένας διάλογος για την ποίηση, Εκδόσεις Ερμής, Νέα Ελληνική Βιβλιοθήκη, 1975, ή την ανακοίνωση στο 4ο Συμπόσιο Ποίηση στην Πάτρα, που έγινε 6-8 Ιουλίου 1984, του Έκτορα Κακναβάτου, με τίτλο "Στοιχεία υπερρεαλιστικής προβολής στο δημοτικό μας τραγούδι", δημοσιευμένη στο περιοδικό Πόρφυρας, τεύχος 27, Φλεβάρης 1985). Και φυσικά έχει επισημανθεί ήδη η άμεση ή έμμεση επίδραση των δημοτικών τραγουδιών σε ποιητές τόσο παραδοσιακούς (Αριστοτέλης Βαλαωρίτης, Κρυστάλλης, Γρυπάρης κ.λπ.) όσο και μοντέρνους (Νίκος Γκάτσος ή μερικοί νέοι ποιητές).

Πραγματικά, η καταπληκτική γλωσσική ενάργεια, η τέλεια χρήση της γλώσσας, η άρτια τεχνική τους, η αριστουργηματική δόμηση, οι αφάνταστα δυνατές ποιητικές εικόνες κ.λπ., όχι μόνο δεν έχουν χάσει τίποτα με τον καιρό, αλλά απεναντίας δίνουν ακόμα και σήμερα πολύτιμα μαθήματα σε πολλούς για το τι είναι ποίηση και για το πώς πρέπει να γράφεται ένα ποίημα, από το πιο παραδοσιακό μέχρι το πιο μοντέρνο. Ταυτόχρονα, όλα αυτά τα προτερήματα που έχουν τα δημοτικά τραγούδια μας  λύνουν με τον καλύτερο τρόπο μια σειρά ζητήματα που τόσο πολύ απασχολούν ορισμένους, όπως π.χ. για τη στράτευση στην τέχνη, για το λογικό και το άλογο στοιχείο στην ποίηση, για τη σχέση μορφής και περιεχομένου, για το εθνικό και το διεθνικό, για το επίκαιρο και το αιώνιο, για το προσωπικό και το πανανθρώπινο κ.λπ., κ.λπ. Δε δίνω παραδείγματα διότι ειλικρινά βρίσκομαι σε αδυναμία για κάτι τέτοιο αφού, αν όχι όλα, τουλάχιστον τα περισσότερα δημοτικά τραγούδια έχουν στον έναν ή στον άλλο βαθμό όλες ή μερικές από τις ιδιότητες και τις αρετές που προανέφερα. Ένα απλό ξεφύλλισμα μιας οποιασδήποτε ανθολογίας δημοτικών τραγουδιών πείθει και τον πιο δύσπιστο για του λόγου το αληθές.

Δύο λοιπόν είναι τα συμπεράσματα από τα όσα συνοπτικά πιο πάνω αναφέρθηκαν: Πρώτο, τα δημοτικά μας τραγούδια είναι πολύ πιο μοντέρνα και ως ιδέα και ως πραγμάτωση αυτής της ιδέας, δηλαδή τόσο ως περιεχόμενο όσο και ως μορφή, από πολλά ποιήματα, τα οποία μόνο κατ' επίφαση είναι μοντέρνα. Δεύτερο και κυριότερο, καλό θα ήταν αν πολλοί σημερινοί ποιητές μας και ιδιαίτερα νέοι ασχοληθούν επισταμένως και διαβάσουν με προσοχή αυτά τα αξεπέραστα αριστουργήματα της λαϊκής μας μούσας. Έχουν να ωφεληθούν και να διδαχτούν πολλά πράγματα που είναι απαραίτητα και για τους ίδιους και για τα ποιήματα που γράφουν. Διότι το δημοτικό μας τραγούδι, "εκτός από το μνημείο του λόγου το σημαντικότερο της νεοελληνικής γλώσσας, αποτελεί και ένα τεράστιο μάθημα στιχουργικής", όπως πολύ σωστά παρατηρεί η Τατιάνα Σταύρου (βλέπε "Το δημοτικό τραγούδι ως έκφραση", περιοδικό Νέα Σκέψη, Δεκέμβρης 1983, τεύχος 249). Και όχι μόνο για τους παραδοσιακούς ποιητές, αλλά και για τους μοντέρνους, συμπληρώνω εγώ. Κυρίως, μάλιστα, για τους τελευταίους.

Γιώργος Καραντώνης
Απρίλιος 1985

Παρασκευή, 4 Δεκεμβρίου 2015

Ο Παναγιώτης Παναγάκης επιλέγει νέες μουσικές κυκλοφορίες (3)

Mozart Arias/Christian Gerhaher, Freiburger Barockorchester, Gottfried Von der Goltz/Sony Classical

«Ντον Τζιοβάνι», «Οι γάμοι του Φίγκαρο», «Έτσι κάνουν όλες» και, τέλος, ο «Μαγικός αυλός». Πρόκειται βέβαια για τις τελευταίες αριστουργηματικές και πασίγνωστες όπερες του Wolfgang Amadeus Mozart, που εδώ και πάνω από 200 χρόνια αποτελούν τμήμα του βασικού ρεπερτορίου όλων των μεγάλων λυρικών θεάτρων του κόσμου.  Όμως πίσω από την σπουδαία μουσική του Mozart υπάρχει ο ικανότατος λιμπρετίστας Lorenzo da Ponte, ο άνθρωπος που έστηνε αριστοτεχνικά την πλοκή και «έπλαθε» τους χαρακτήρες του έργου. Τέτοιους ρόλους ερμηνεύει στο τελευταίο του cd ο Christian Gerhaher, ίσως ο πιο σημαντικός βαρύτονος των ημερών μας. Στα ίχνη του μεγάλου Dietrich Fischer-Dieskau, ο Γερμανός καλλιτέχνης, με την τέλεια τεχνική και το εξαιρετικής ομορφιάς ηχόχρωμα φωνής, ερμηνεύει με γνώση και ευαισθησία πολύ γνωστές -κλασσικές θα λέγαμε- άριες του Mozart. Τον συνοδεύει η Freiburger Barockorchester, η οποία ερμηνεύει και την 36η συμφωνία του συνθέτη (γνωστή σαν συμφωνία «Λίντς»). Τι άλλο να ζητήσει κανείς εκτός από τον επόμενο δίσκο του Gerhaher!



10 Years Solo Live/Brad Mehldau/Nonesuch

Ο Brad Mehldau κατέχει ένα σπάνιο προνόμιο: κατά (εντελώς!) γενική ομολογία θεωρείται ο πιο σημαντικός και ολοκληρωμένος πιανίστας που έχει εμφανιστεί στο χώρο της jazz τα τελευταία 20 χρόνια. Γεννημένος το 1970, έχει καταφέρει μέχρι σήμερα να επηρεάσει πάρα πολλούς νέους πιανίστες και ταυτόχρονα να έχει συνεργαστεί με κορυφαίες προσωπικότητες της jazz όπως ο Pat Metheny, o Michael Brecker, ο Charlie Haden, αλλά και με τις πασίγνωστες από το χώρο της όπερας τραγουδίστριες Rene Fleming και Anne Sofie von Otter. Τη φήμη του ο Mehldau  την «έκτισε» με το πιανιστικό του τρίο (The Art of the Trio), καθώς και τις σόλο ηχογραφήσεις του. Στο τελευταίο τετραπλο cd του, έχει επιλέξει να μας παρουσιάσει δείγματα από τις σόλο εμφανίσεις που έκανε τα τελευταία 10 χρόνια. Στον μαγικό αρμονικό και μελωδικό κόσμο του συναντάμε δικές του συνθέσεις, διασκευές πασίγνωστων ποπ και ροκ τραγουδιών (από τους Pink Floyd μέχρι τους Beatles και τους Radiohead), συνθέσεις του Thelonius Monk, του John Coltrane, standards αλλά και τη μουσική του Johannes Brahms. Ο τρόπος που αυτοσχεδιάζει είναι μοναδικός (η «ανεξαρτησία» των δυο χεριών θυμίζει έργα του Bach) ενώ η απαράμιλλη τεχνική του συγκρίνεται μόνο με αυτή του Keith Jarrett! Δεν υπάρχουν λόγια...


Mahler Symphonie Nr 6/Symphonieorchester des Bayerischen Rundfunks, Daniel Harding/BR Classik

 Η 6η συμφωνία του Gustav Mahler είναι γνωστή και σαν «τραγική». Η ιστορία είναι λίγο πολύ γνωστή: το 1904, σε μια μάλλον εξαιρετικά καλή περίοδο της προσωπικής και επαγγελματικής του ζωής (έχοντας παντα δίπλα του την γυναίκα-femme fatale Alma Mahler), ο συνθέτης ολοκληρώνει τη συμφωνία που περιλαμβάνει στο τέταρτο και τελευταίο μέρος της τρία πολύ δυνατά χτυπήματα στα κρουστά, ένα είδος αυτοβιογραφικής προφητείας για τις ατυχίες που θα τον βρούν λίγα χρόνια αργότερα. Πεθαίνει η μεγάλη του κόρη, υποχρεώνεται σε παραίτηση από τη διεύθυνση της Όπερας της Βιέννης και ταυτόχρονα οι γιατροί του διαγνώσκουν σοβαρά καρδιολογικά προβλήματα. Τα τρία χτυπήματα της μοίρας... Το έργο έχει καταγραφεί σαν μια κορυφαία συμφωνική δημιουργία, η οποία συνδέει με μοναδικό τρόπο την υστερομαντική περίοδο του τέλους του 19ου αιώνα με τα μουσικά ρεύματα του 20ού αιώνα. Ο Βρετανός Dαniel Harding διευθύνει μια από τις καλύτερες ορχήστρες στον κόσμο, τη Συμφωνική Ορχήστρα της Βαυαρικής Ραδιοφωνίας, σε μια ισορροπημένη ερμηνεία που αναδεικνύει και φωτίζει όλες τις λεπτομέρεις μιας εξαιρετικά σύνθετης παρτιτούρας. Από την υπέροχη μελωδία του πρώτου μέρους (θεωρείται ένα είδος μουσικής ερωτικης επιστολής στην Alma), το μελωδικότατο Andante moderato του δεύτερου και το απαιτητικό φινάλε, ο Harding σε αυτή τη ζωντανή ηχογράφηση δικαιώνει όσους τον θεωρούν μια ήρεμη και ανερχόμενη δύναμη στο χώρο της κλασσικής μουσικής.

 Παναγιώτης Παναγάκης

Τετάρτη, 2 Δεκεμβρίου 2015

Δημοτικά τραγούδια: η εκδίκηση και η τιμωρία


Τα δημοτικά τραγούδια μας προσφέρουν αν μη τι άλλο μια λεπτομερή εικόνα μιας ορισμένης (αγροτικής και κλειστής) κοινωνίας, ένα καθρέφτη λεπτών ισορροπιών ανάμεσα σε ανθρώπους και αξιακά συστήματα αιώνων. Είναι ενδιαφέρον το γεγονός ότι εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων με συμβολικούς βασιλιάδες και ρηγάδες, στα κείμενα δεν εμφανίζεται άλλη εξουσία παρά η ισχύς της κοινωνικής ομάδας. Το δίκαιο τόσο ως έννοια όσο και ως πρακτική λειτουργία, βρίσκει την αφετηρία αλλά και την κατάληξή του στα στενά πλαίσια του κοινωνικού συνόλου.

Κοιτάζοντας για λίγο τα πράγματα από την αντίθετη σκοπιά, η αδικία παίρνει πολλές μορφές στα δημοτικά τραγούδια, με τον θάνατο να είναι η πλέον σταθερή και χαρακτηριστική ανά την Ελλάδα (η διατριβή του Guy Saunier εξαντλεί το θέμα σε περιγραφικό και σε συμβολικό επίπεδο). Η αντίληψη της εκδίκησης και της τιμωρίας όπως σκιαγραφείται στα κείμενα, αποτελεί το σύνολο των δρώμενων που έπονται της αδικίας. Το φάσμα είναι ευρύ: η εκδίκηση της νύφης που εγκαταλείφθηκε πριν τον γάμο της, η εκδίκηση του πατέρα που είδε τον γιο του μαγειρεμένο μπροστά του από την μοιχαλίδα σύζυγό του, η εκδίκηση του Κωνσταντή απέναντι στους απαγωγείς της γυναίκας του είναι κάποιες από τις περιπτώσεις όπου το δίκαιο και το αποδεκτό σύμφωνα με την κοινωνία οριοθετεί συμπεριφορές και υπαγορεύει δράση.

Άρα οι κανόνες δικαίου σαφώς και υπάρχουν, και ακολουθούνται με ακρίβεια και με συνέπεια, το ενδιαφέρον όμως ειναι ότι αποτελούν ένα καθαρό προϊόν της κοινωνίας. Δεν είναι ο –κατά τα άλλα αδιαμφισβήτητα παρών- Θεός, ούτε ο κλήρος, ούτε ο βασιλιάς αυτοί που στοιχειοθετούν τιμωρία και συνέπειες αλλά είναι κάτι που θα περιγράφαμε ως το κοινό αίσθημα δικαίου. Η πηγή λοιπόν της τιμωρίας δεν εντοπίζεται... άνωθεν, το αντίθετο μάλιστα. Το εκάστοτε θύμα δικαιώνεται από τους ομοίους του, και ο θύτης είναι αποκλειστικά υπόλογος στην κοινωνία. Η δε τιμωρία του ενόχου είναι σε κάθε περίσταση απογυμνωμένη από τα όποια αισθήματα σαδισμού που ενδεχομένως να περίμενε κανείς, και λειτουργεί αποκλειστικά με γνώμονα την αποκατάσταση της διαταραγμένης ισορροπίας. Η περίπτωση της υπερβολικής τιμωρίας αποτελεί νέα, δευτερογενή θα λέγαμε, αδικία που με τη σειρά της επιφέρει κατακραυγή.

Δεν είναι πάντα εύκολο να ψηλαφήσει κανείς τα όρια και τις λεπτές ισορροπίες που συνήθως διέπουν την αλληλουχία μεταξύ του σφάλματος και της τιμωρίας που επιβάλλεται. Το θύμα και ο θύτης είναι συνδεδεμένοι τόσο στενά που συχνά τα όρια που θεωρητικά θα διαχώριζαν τις δύο πλευρές γίνονται ασαφή, κινούμενα, και οι ρόλοι αλλάζουν, πολλές φορές αντιστρέφονται. Ο λαϊκός ποιητής μεταφέροντας τα γεγονότα και διηγούμενος την ιστορία, αποτελεί το βαρόμετρο που διασφαλίζει κατά ένα τρόπο το αξιακό σύστημα μιας κοινωνίας τελικά τόσο ιδιάζουσας όσο αυτή που απεικονίζεται στα δημοτικά τραγούδια.

Η άπιστη μητέρα που δολοφόνησε το παιδί της:

(...)
-«Ελένη, φέρε μου ψωμί, να φάω και να φύγω».
Τα συκωτάκια του’βαλε να φάη ο πατέρας.
Το συκωτάκι μίλησε, το συκωτάκι λέει:
-«Αν είσαι Τούρκος φάε με, Ρωμιός κατάλυσέ με,
αν είσαι και πατέρας μου, σκύψε και φίλησέ με».
Και το σπαθί του τράβηξε, της πήρε το κεφάλι,
μεσ’στο τσουβάλι τό’βαλε, στο μύλο το πηγαίνει.
-«Άλεσε, μύλε μ’, άλεσε, της λυγερής κεφάλι,
για να τ’ακούν οι λυγερές, να μην το κάνη άλλη».[1]


Κρις Λιβανίου



[1] Ελληνικά Δημοτικά Τραγούδια, Εκλογή, τ.Ι, σελ. 370-371, Αθήνα, 1962, 2000.

Δευτέρα, 30 Νοεμβρίου 2015

«Σώματα» του Χάρη Γαντζούδη και «Διαδρομές» της Δέσποινας Καϊτατζή-Χουλιούμη

«Σώματα» του Χάρη Γαντζούδη
Τα Σώματα είναι ένα πολύ μικρό ποιητικό βιβλίο, τόσο σε σχήμα όσο και σε έκταση, αφού περιέχει μόλις δέκα ποιήματα. Στο εμπνευσμένο εισαγωγικό σημείωμα, ο ποιητής Χρήστος Δασκαλάκης αναφέρει ότι πρόκειται για «μια σιωπηλή προσευχή για όλα εκείνα τα κορμιά που θα έπρεπε να είναι ενωμένα, για εκείνες τις ψυχές που έπρεπε να πορεύονται παρέα». Σε απόδειξη των πολλών αναγνώσεων που μπορεί να έχει μια ποιητική συλλογή, η γνώμη μου διαφέρει: πρόκειται μάλλον για έναν εσωτερικό μονόλογο-θρήνο ο οποίος, καίτοι διατυπώνεται ταπεινόσχημα, είναι ιδιαιτέρως ηχηρός.

Στη λιγοστή έκταση που καταλαμβάνει η συλλογή, το ποιητικό υποκείμενο καταφέρνει να βάψει τον έρωτα στα χρώματα της μοναξιάς (καλωσορίζεις τη μοναξιά πλάι σου./ Νιώθεις καλά μαζί της./ Ίσως γιατί την ξέρεις/ ίσως γιατί της μοιάζεις πια),της απόγνωσης (Πνίγηκα./ Μαζί και οι επιθυμίες μου), ακόμη και του θανάτου (Μια προσμονή/ και δυο σώματα σε αποσύνθεση). Δεν λείπουν οι κοινοτοπίες (π.χ. θα σέρνομαι πλάι σου, το μέλλον αβέβαιο), αλλά ούτε και οι λαμπρές στιγμές: Ευτυχία που κρατά μέχρι (...) να ξημερώσει μοναξιά.

Δεδομένης της συναισθηματικής έντασης που "βράζει" κάτω από τους στίχους, έχω την αίσθηση ότι αν ο κ. Γαντζούδης δεν προσπαθούσε να γράψει ποιητικά και απλώς έγραφε για να εκτονωθεί, θα είχαμε μια εξαιρετική ποιητική συλλογή.



«Διαδρομές» της Δέσποινας Καϊτατζή-Χουλιούμη

Η συλλογή Διαδρομές έχει ψυχή – κάτι που σπάνια πια συναντάμε με τόση αυθεντικότητα. Έχει επίσης ένα ηρωικό –αν όχι επικό– στοιχείο. Το επικό αυτό στοιχείο, το οποίο εμπλουτίζεται με απόηχους από το δημοτικό τραγούδι, παράγει ένα εξαιρετικό αποτέλεσμα που ωστόσο θυμίζει παλαιότερες εποχές της ποίησης. Παλαιότερες αλλά καλές εποχές:

 
Όταν τα χέρια απλώσαμε/ αγγίξαμε την ερημιά μας/γείραμε απόμερα/ κι αψιμαχούσαμε με τη σιωπή/ Τότε κοιτάξαμε το πέλαγος /όπου απλώσαμε το δάκρυ μας/ Το μπλε ήταν βαθύ/ μας χώρεσε/ κι ανθίσαμε θαλάσσιες ανεμώνες/ Τα πέταλα ανοίξαμε πανιά/ και με το μίσχο στήσαμε κατάρτι 

Ο λυρισμός βέβαια ενέχει κινδύνους: τα γλυκά νοήματα μπορεί, αν δεν υπάρξει ισορροπία και δοθούν σε μεγάλες δόσεις, να γίνουν γλυκερά και οι προσωποποιήσεις μπορεί να παρατραβηχθούν και να καταστούν άκυρες. Νομίζω ότι η συλλογή της κ. Χουλιούμη κινείται οριακά εντός του αποδεκτού και ίσως μάλιστα σε ορισμένα σημεία ξεφεύγει. Όμως η ροή είναι καλή, οι μεταβάσεις ομαλές και οι λέξεις που διαχειρίζεται η ποιήτρια πραγματικά ωραίες, με αποτέλεσμα ο αναγνώστης να μένει, τουλάχιστον αρχικά, αιχμάλωτος της ποίησης που διαβάζει.



Χριστίνα Λιναρδάκη

Παρασκευή, 27 Νοεμβρίου 2015

Δύο ποιήματα της Ίνγκριντ Γιόνκερ

Η Ίνγκριντ Γιόνκερ (Ingrid Jonker,1933-1965) ήταν Νοτιοαφρικανή ποιήτρια. Συχνά αποκαλείται «Νοτιοαφρικανή Σύλβια Πλαθ», λόγω της έντασης των ποιημάτων της και της τραγικής κατάληξης της ταραχώδους ζωής της: όταν πνίγηκε, τη νύχτα της 18ης Ιουλίου 1965, ήταν μόλις 31 ετών. Είχε εκδώσει μέχρι τότε δύο ποιητικές συλλογές. Η τρίτη της συλλογή εκδόθηκε μετά τον θάνατό της, το 1966. Έγραψε στα αφρικάανς, τα ποιήματά της όμως μεταφράστηκαν σε πολλές άλλες γλώσσες.Παρόλο που άφησε πίσω της μικρό έργο, άσκησε μεγάλη επίδραση στην ποίηση και τον πολιτισμό των Αφρικάνερ, δηλ. των Ολλανδικής καταγωγής κατοίκων της Νότιας Αφρικής. Στις δεκαετίες που ακολούθησαν τον θάνατό της, έγινε αντικείμενο λατρείας στη Νότια Αφρική και γνωστή παγκοσμίως. Έχουν γυριστεί πολλά ντοκιμαντέρ με θέμα τη ζωή της.

Ακολουθούν δύο ποιήματά της με την ελληνική τους μετάφραση:



On all faces

On all faces of all people
always your eyes the two brothers
the event of yourself and the unreality
of this world

All sounds repeat your name
all buildings think it and the posters
the typewriters guess it and the sirens echo it
every birth cry confirms it and the renunciation
of this world

My days search for the vehicle of your body
my days search for the shape of your name
always before me in the path of my eyes
and my only fear is reflection
that wants to change your blood into water
that wants to change your name into a number
and to deny your eyes like a memory



Σε όλα τα πρόσωπα

Σε όλα τα πρόσωπα όλων των ανθρώπων
πάντα τα μάτια σου τα δύο αδέρφια
το γεγονός του εαυτού σου και η ουτοπία
αυτού του κόσμου

Όλοι οι ήχοι λένε ξανά και ξανά το όνομά σου
όλα τα κτήρια το σκέφτονται και οι αφίσες
οι γραφομηχανές το μαντεύουν και οι σειρήνες το επαναλαμβάνουν
το κλάμα κάθε νεογέννητου το επιβεβαιώνει και η αποκήρυξη
αυτού του κόσμου

Οι μέρες μου γυρεύουν το όχημα του κορμιού σου
οι μέρες μου γυρεύουν το σχήμα του ονόματός σου
πάντα μπροστά μου στη διαδρομή των ματιών μου
και ο μόνος μου φόβος είναι η αντανάκλαση
που θέλει να κάνει το αίμα σου νερό
που θέλει να κάνει το όνομά σου αριθμό
και να αρνηθεί τα μάτια σου σαν να ΄ταν ανάμνηση



The child who was shot dead by soldiers in Nyanga

The child is not dead
the child raises his fists against his mother
who screams Africa screams the smell
of freedom and heather
in the locations of the heart under siege

The child raises his fists against his father
in the march of the generations
who scream Africa scream the smell
of justice and blood
in the streets of his armed pride

The child is not dead
neither at Langa nor at Nyanga
nor at Orlando nor at Sharpeville
nor at the police station in Philippi
where he lies with a bullet in his head

The child is the shadow of the soldiers
on guard with guns saracens and batons
the child is present at all meetings and legislations
the child peeps through the windows of houses and into the hearts of mothers
the child who just wanted to play in the sun at Nyanga is everywhere
the child who became a man treks through all of Africa
the child who became a giant travels through the whole world

Without a pass


Το παιδί που σκοτώθηκε από πυροβολισμό στη Νυάνγκα*

Το παιδί δεν είναι νεκρό
το παιδί υψώνει τις γροθιές του προς τη μεριά της μητέρας του
που ουρλιάζει Αφρική ουρλιάζει τη μυρωδιά
της ελευθερίας και της ερείκης**
στα μέρη της καρδιάς υπό κατάληψη

Το παιδί υψώνει τις γροθιές του προς τη μεριά του πατέρα του
στην παρέλαση των γενεών
που ουρλιάζουν Αφρική ουρλιάζουν τη μυρωδιά
της δικαιοσύνης και του αίματος
στους δρόμους της ένοπλης περηφάνιας του

Το παιδί δεν είναι νεκρό
ούτε στη Λάνγκα ούτε στη Νυάνγκα
ούτε στο Ορλάντο ούτε στο Σάρπβιλ
ούτε στο αστυνομικό τμήμα στους Φιλίππους
όπου κείτεται με μια σφαίρα στο κεφάλι

Το παιδί είναι η σκιά των στρατιωτών
που στέκουν σε ετοιμότητα με όπλα, μαχαίρια και κλομπ
το παιδί είναι παρόν σε όλες τις συσκέψεις και τα νομοθετήματα
το παιδί κρυφοκοιτάζει απ’ τα παράθυρα των σπιτιών μες στις καρδιές των μανάδων
το παιδί που απλώς ήθελε να παίξει κάτω απ’ τον ήλιο στη Νυάνγκα είναι παντού
το παιδί που έγινε άντρας διατρέχει όλη την Αφρική
το παιδί που έγινε γίγαντας ταξιδεύει όλο τον κόσμο

Χωρίς πάσο***

* Η Γιόνκερ έγραψε το ποίημα αφού επισκέφθηκε το αστυνομικό τμήμα των Φιλίππων για να δει το πτώμα ενός παιδιού που σκοτώθηκε στην αγκαλιά της μητέρας του από πυροβολισμό αστυνομικών στον δήμο Νυάνγκα του Κέηπ Τάουν. Το περιστατικό σημειώθηκε μετά τη σφαγή του Σάρπβιλ (όπου, το 1960, η αστυνομία σκότωσε 69 και τραυμάτισε 180 έγχρωμους φοιτητές που συμμετείχαν σε ειρηνική πορεία διαμαρτυρίας κατά του καθεστώτος του απαρτχάιντ), νότια του Γιοχάνεσμπουργκ, τον Μάρτιο της ίδιας χρονιάς. Το ποίημα επίσης απήγγειλε ο Νέλσον Μαντέλα κατά την πρώτη του ομιλία στο κοινοβούλιο της Νότιας Αφρικής, τον Μάιο του 1994.

** Η ερείκη (calluna vulgaris, αγγλ. heather) είναι σύμβολο καθαρότητας και θεωρείται ότι φέρνει καλή τύχη.


***  Αν κάποιος τολμούσε να διασχίσει απαγορευμένο δρόμο χωρίς να έχει πάσο, τον εκτελούσαν επιτόπου, όπως τον Hector Pieterson.

Χριστίνα Λιναρδακη 
Σημ.: Οι μεταφράσεις των ποιημάτων δημοσιεύθηκαν για πρώτη φορά στο τεύχος 31 του ηλ. περιοδικού vakxikon.gr. Περισσότερα για την Ίνγκριντ Γιόνκερ δείτε εδώ και για τη Νοτιοαφρικανική ποίηση γενικά εδώ.

Τετάρτη, 25 Νοεμβρίου 2015

"Έσπασε" του Κώστα Καναβούρη

Λοιπόν, είναι γεγονός ότι δεν συναντά κανείς κάθε μέρα συλλογές σαν αυτή του Κώστα Καναβούρη. Τι συμβαίνει με το Έσπασε; από ό,τι φαίνεται, συμβαίνουν διάφορα πράγματα, αν μη τι άλλο ενδιαφέροντα. Καταρχάς μου φαίνεται απαραίτητο να γίνει ένα σχόλιο για τον τίτλο: οριστικός και αμετάκλητος, βάζει τον αναγνώστη στο κλίμα εξαρχής, και στην πορεία της ανάγνωσης αποδεικνύεται και ακριβής. Τα κείμενα που απαρτίζουν την συλλογή αυτή είναι θραύσματα μιας κάποιας προηγούμενης κατάστασης που δεν αποσαφηνίζεται, κομμάτια από το παρελθόν και το παρόν σε διάφορα μεγέθη, ενός, δύο, το πολύ τριών στίχων. Δεν υπάρχει συνοχή με την κλασσική έννοια που θα περίμενε κανείς από ένα σύνολο κειμένων στην ίδια έκδοση, υπάρχει όμως κοινή αφετηρία και αναμφισβήτητα κοινό στυλ γραφής, που τελικά καταλήγουν να δώσουν ένα περίγραμμα σε μια μάλλον ετερόκλητη θεματολογία.

Το ότι δεν διαφαίνεται μια ξεκάθαρη δομή εμπεριέχει κατά την γνώμη μου ένα είδος «ευκολίας» στην γραφή, όχι με την έννοια «γράφω ό,τι μου έρθει στο κεφάλι» αλλά περισσότερο με το ότι αν δεν υπάρχουν πολλοί κανόνες, δεν μπορεί κανείς να τους παραβεί ιδιαίτερα. Οι στίχοι παρόλο που είναι πραγματικά τόσο σύντομοι, αρκετές φορές έχουν το ειδικό βάρος που εξασφαλίζει την επικοινωνία του αναγνώστη με τον ποιητή. Στην πλειοψηφία τους καταφέρνουν να ισορροπήσουν στην παράδοξη δυναμική που εγκαθίσταται ανάμεσα στο ξάφνιασμα της συντομίας και στο καθεαυτό περιεχόμενο, είναι διάσπαρτες σκέψεις, σαν διάλογος ονείρου. Είναι δύσκολο να παραβλέψει κανείς την ριζική εσωστρέφεια της ποίησης του Κώστα Καναβούρη που εδώ τουλάχιστον κλείνεται ερμητικά στον εαυτό της, ταυτόχρονα όμως είναι ορατή η προσπάθεια αναζήτησης του Άλλου που υποβόσκει, και αυτό είναι ένα στοιχείο που θα μπορέσει ίσως να κατοχυρώσει την συνάντηση ανάμεσα στον ποιητή και τον αποδέκτη του.
 
Οι στίχοι είναι στον πλειοψηφία τους εκτός χρόνου, ή εντός του υποκειμενικού, που τελικά κάνει το ίδιο, και οι συχνές αναφορές στις έννοιες του παρόντος, του μέλλοντος και του παρελθόντος δεν το αλλάζουν αυτό. Δεν είναι εύκολο να διακρίνει κανείς πού τοποθετεί ο ποιητής τον εαυτό του, αν τον φαντάζεται θεατή, πρωταγωνιστή ή κομπάρσο αυτών που συμβαίνουν, αλλά το σίγουρο είναι ότι είναι παρών με διαυγές πνεύμα και χωρίς αυταπάτες: είναι σαν να φωτογραφίζει σκιές με τις λέξεις.

Διαβάζοντας αυτή τη συλλογή, βρέθηκα μπροστά σε μια διαρρηγμένη ενότητα σε σπασμένα κομμάτια που όμως άγνωστο πώς, εξακολουθούν να λειτουργούν ως ποιητική πραγματικότητα, με ό,τι συνεπάγεται αυτό. Η συνοχή και η συνέχεια δεν είναι στο πρώτο πλάνο αλλά η συλλογή κατά τη γνώμη μου λειτουργεί ούτως ή άλλως, και μάλιστα με μια αμεσότητα που ανατρέπει σταθερές και κινείται εκτός πεπατημένης. 

Κρις Λιβανίου



Παραθέτω κάποιους στίχους που μου άρεσαν:



Ερείπια φωτιάς.[1]

Μες στην πλατεία της κραυγής
Τα σύμφωνα ζητιανεύουν.[2]

Χωρίς κρίσεις, νίκες,ηττημένους,
Χωρίς οπισθοχώρηση.[3]

Να προσέχεις τα ερωτηματικά ˙ στάζουν.
Είναι πολύς καιρός
Που άφησες το ποίημα πεινασμένο.
Να προσέχεις.[4]

Τα ποιήματα δεν έχουν αναγνώστες,
Έχουν αυτόπτες μάρτυρες.[5]

 

[1] Σελ. 12
[2] Σελ. 17
[3] Σελ. 20
[4] Σελ. 23
[5] Σελ. 34



Δευτέρα, 23 Νοεμβρίου 2015

"Γιατί γράφω ποίηση" του Χάρη Βλαβιανού

Το καλοκαίρι που μας πέρασε, είχαμε αναδημοσιεύσει από την The Athens Review of Books ένα κείμενο του Άρη Μπερλή με τίτλο «Γιατί δεν γράφω ποίηση». Το κείμενο αυτό είχε πυροδοτήσει τότε εκτενή διάλογο στo facebook, όπου συζητιούνται πολλά από τα θέματα που δημοσιεύει το στίγμαΛόγου: από ορισμένους η αναδημοσίευσή μας είχε εκληφθεί τότε ως μομφή προς όσους γράφουν ποίηση αμετροεπώς (μάλλον επειδή όποιος έχει τη μύγα μυγιάζεται, κατά τη λαϊκή ρήση), ενώ άλλοι του επιφύλαξαν ενθουσιώδη υποδοχή. Σήμερα δημοσιεύουμε το αντίθετό του κείμενο, «Γιατί γράφω ποίηση», ορμώμενοι από το ομότιτλο βιβλίο του Χάρη Βλαβιανού που πρόσφατα κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Άγρα. 

Και, καθώς σε αυτό το blog συνηθίζουμε να γράφουμε τη γνώμη μας για ό,τι διαβάζουμε, θα τη γράψουμε και τώρα: το βιβλίο του κ. Βλαβιανού είναι τόσο μικρό σε έκταση που θα μπορούσε κάλλιστα να έχει τη μορφή άρθρου σαν αυτό του κ. Μπερλή. Συγκεκριμένα, περιλαμβάνει όλες κι όλες «εξηνταδύο κατηγορηματικές και ολιγόλεξες απαντήσεις» όπως μας πληροφορεί ο εκδότης στο οπισθόφυλλο. Στη συνέχεια ο εκδότης, σε μια προσπάθεια να προλάβει τον αναγνώστη και να τον προϊδεάσει, λέει ότι «οι απαντήσεις στο ερώτημα “γιατί γράφω ποίηση” αντλούνται ισομερώς από την ίδια την ποίηση και από τη ζωή» του κ. Βλαβιανού, η οποία είναι «αξεδιάλυτα συνδεδεμένη με την ποίηση». Δυστυχώς για μένα, διάβασα το περιεχόμενο προτού διαβάσω το οπισθόφυλλο – και βρέθηκα πολλές φορές να αναρωτιέμαι τι σχέση έχει αυτό που διαβάζω με το ερώτημα που υποτίθεται ότι απαντά.

Ίσως είναι βέβαια και το εκτενώς παραπεμπτικό στιλ του κ. Βλαβιανού, που προσωπικά δεν το προτιμώ, γιατί δεν πιστεύω ότι ο αναγνώστης είναι υποχρεωμένος να έχει δίπλα του λεξικό ή internet για να μπορεί να παρακολουθήσει αυτό που διαβάζει. Όταν κάποιος συγγραφέας κάνει τόσο εκτενείς αναφορές σε άλλους συγγραφείς, μουσικούς και έργα φαίνεται τελικά σαν να κάνει επίδειξη γνώσεων, ακόμη κι αν δεν έχει αυτή την πρόθεση, γιατί δεν είναι (ούτε πρέπει να είναι) αυτονόητο ότι όλοι οι αναγνώστες έχουν τα ίδια αναγνώσματα ή εμπειρίες με τις δικές του. Και, επιτέλους, πολύς κόσμος έχει διαβάσει Σολωμό, Σικελιανό, Γέητς, Πάουντ, Έλιοτ και πολλούς άλλους, αλλά δεν το κάνει θέμα.

Χριστίνα Λιναρδάκη

ΥΓ. Βρήκα ωστόσο και μερικούς αφορισμούς που απαντούν στο αρχικώς τιθέν ερώτημα με τη δική τους αξία, έστω κι αν δεν αποφεύγονται σε όλους οι παραπομπές. Από αυτούς παραθέτω τέσσερεις:
  


Γιατί γράφω ποίηση

  
Επειδή μια φλόγα που φωτίζεται από άλλη φλόγα μπορεί να δημιουργήσει τη δική της σκιά.

Επειδή διεκδικώ διαρκώς αυτό που δεν μπορεί ν’ αποκτηθεί: “La fleur l’ absente de touts bouquets”.

Επειδή «για να λάμπουν τα ποιήματα όπως τ’ αστέρια», πρέπει η νύχτα να είναι ήδη μέσα σου.

Επειδή ένα άσπρο μαντίλι στη σκιά μπορεί να είναι πιο σκούρο από ένα κάρβουνο στο φως του ήλιου.

Τετάρτη, 18 Νοεμβρίου 2015

Ο Παναγιώτης Παναγάκης επιλέγει νέες μουσικές κυκλοφορίες (2)

J.S.Bach, Violin Concertos/Alina Ibragimova, Arcangelo, Jonathan Cohen/Hyperion

«Πάλι τα κοντσέρτα για βιολί του Μπάχ;;;». Αυτό λοιπόν είναι το cd που δίνει αποστομωτική απάντηση σε αυτή τη μάλλον ελαφρά τη καρδία διατυπωμένη ερώτηση. Πρόκειται για μια ηχογράφηση που περιλαμβάνει τα δύο (όντως πασίγνωστα) κοντσέρτα του Μπαχ για βιολί με αριθμό καταλόγου BWV1041 σε Λα ελάσσονα και BWV1042 σε Μι μείζονα, καθώς και μεταγραφές για βιολί τριών επίσης πολύ γνωστών κοντσέρτων του συνθέτη για τσέμπαλο. Όμως ο πραγματικός λόγος για να ακούσει κανείς εκ νέου αυτά τα έργα είναι η ερμηνεία της Alina Ibragimova. Γεννημένη στη Ρωσσία το 1985, αλλά με βρετανική παιδεία, έχει ξεχωρίσει τα τελευταία χρονια για τις ερμηνείες της τόσο στο standard ρεπερτόριο (Bach, Beethoven, Mendelssohn) όσο και για την προβολή λιγότερο γνωστών συνθετών, όπως ο Roslavets και ο Hartmann. Με σιγουριά και απόλυτη αίσθηση του ύφους της εποχής, χωρίς προσπάθεια εφήμερου εντυπωσιασμού, η ερμηνεία της Ibragimova είναι απλά εκληκτική. Εξίσου σημαντική στο τελικό αποτέλεσμα είναι η συνοδεία της ορχήστρας δωματίου με όργανα εποχής, Arcangelo, υπό την άψογη διεύθυνση του Jonathan Cohen. Να σας το θυμίσουμε: η σεμνή Ibragimova είναι μόλις 30 ετών!!!


Α Tribute to Bill Evans/Monika Lang Trio/Gramola

Τριανταπέντε χρόνια μετά το θάνατo του Bill Evans σε ηλικία μόλις 51 ετών, η Αυστριακή Monika Lang αποδίδει με σεβασμό και γνώση ένα φόρο τιμής σε έναν από τους πιο σημαντικούς πιανίστες στην ιστoρία της jazz. Με στιβαρή κλασσική παιδεία, ο Evans ξεχώρισε – ειδικά στα πρώτα χρόνια της καριέρας του στη δεκαετία του 1950 – με τον σχεδόν ιμπρεσιονιστικό, πρωτότυπο αρμονικό του κόσμο. Ο πρώτος που τον ξεχώρισε ήταν ο (πάντα οξυδερκής) Miles Davis και το αποτέλεσμα της συνεργασίας τους έχει αποτυπωθεί στο υπέροχο “Kind of Blue”. Ομως ο Bill Evans υπήρξε ο θεμελιωτης του σύγχρονου jazz piano trio. Με το μπάσο και τα τύμπανα να συμμετέχουν ισότιμα στη διαμόρφωση του ήχου, οι ηχογραφήσεις του στην αρχή της δεκαετίας του 1960 έχουν μείνει κλασσικές (ειδικά το “Sunday at the Village Vanguard”). Ο Evans, στον ταραχώδη και γεμάτο εξαρτήσεις σύντομο βίο του, άφησε πίσω του και καποιες δικές του πολύ γνωστές (και μάλλον μελαγχολικές) συνθέσεις που αποτελούν και τη «μαγιά» πάνω στην οποία κινήθηκε η Monika Lang σε αυτό το εξαιρετικά ηχογραφημένο album.


Solitudes, Baltic Reflections/Mr McFall’s Chamber/Delphian Records

Αποχρώσεις του γκρι, χειμωνιάτικο τοπίο, ομίχλη, μια μικρή βάρκα στη θάλασσα, απόκοσμη ηρεμία, μοναξιά. Τα πάντα παραπέμπουν στο μακρινό και σκοτεινό βορρά με τον υπότιτλο του εξωφύλλου να μας “στέλνει” κατευθείαν στη θάλασσια περιοχή της Βαλτικής. Το μικρό σύνολο από τη Σκωτία “Mr McFall’s Chamber” μας προτείνει μουσική από τη Φινλανδία, την Εσθονία, τη Λετονία και τη Λιθουανία σε έναν από τους πλέον ευφάνταστους θεματικά δίσκους της χρονιάς: δημοφιλή νοσταλγικά tangos του ’50 από τη Φινλανδία και η μουσική του Jean Sibelius εναλλάσσονται με τις συνθέσεις των σύγχρονων Arvo Part, Aulis Sallinen, Kalevi Aho, Peteris Vasks, Olli Mustonen, Erkki-Sven Tuur και Zita Bruzaite. Κάποιοι από αυτούς, όπως ο Arvo Part, είναι πασίγνωστοι και όλοι τους προέρχονται από χώρες με πολλά κοινά πολιτιστικά στοιχεία αλλά και κοινή (και ενίοτε δραματική) πρόσφατη ιστορία. Άρτια ηχογράφηση, εξαιρετική παραγωγή, όμορφη, χαμηλόφωνη και ενίοτε σχεδόν κινηματογραφικού ύφους μουσική, πολύ καλές ερμηνείες, ένα cd που συστήνεται ανεπιφύλακτα για τις μικρές χειμωνιάτικες ώρες...

Παναγιώτης Παναγάκης

"Ένας καλός γιος" του Πασκάλ Μπρυκνέρ


Ο Πασκάλ Μπρυκνέρ δίνει σήμερα Τετάρτη μια διάλεξη στο μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης στη Αθήνα, αυτό είναι και η αφορμή αυτού του άρθρου. Ένα λαμπρό μυαλό χωρίς αμφιβολία, με όλες τις πιθανές και δυνατές προκλήσεις στο ενεργητικό του, είναι ένας χαρισματικός συγγραφέας με εξαιρετικά ευρύ φάσμα λογοτεχνικών ενδιαφερόντων. Αυτό που ξαφνιάζει περισσότερο είναι το γεγονός ότι κάθε βιβλίο του είναι καθόλα διαφορετικό από το προηγούμενο, με έναν απόλυτο, σχεδόν ψυχαναγκαστικό τρόπο. Ο ακραίος ερωτισμός στα Μαύρα φεγγάρια του έρωτα δίνει τη θέση του στον ρασιοναλισμό του Πειρασμού της αθωότητας και η παραδοξότητα στους Κλέφτες της ομορφιάς στην αλληγορία των Ανώνυμων δράκων, περνώντας από όλα τα ενδιάμεσα στάδια και είδη.

Η συντριπτική πλειοψηφία των συγγραφέων (αναφέρομαι κυρίως στην πρόζα) έχουν σχεδόν εξαρχής μια ορισμένη μυθολογία, την οποία καλλιεργούν και επεκτείνουν, κινούνται σε μονοπάτια που τους είναι γνώριμα και εξερευνούν όσα τους ενδιαφέρουν λίγο-πολύ από την αρχή της λογοτεχνικής τους περιπέτειας. Ο Πασκάλ Μπρύκνερ κάθε φορά που εκδίδει ένα βιβλίο, ένα πράγμα είναι σίγουρο: ο αναγνώστης θα βρεθεί σε ένα ριζικά καινούριο σύμπαν. Είναι τόσο έντονο αυτό που φτάνει να γίνει παράδοξο, γιατί δεν αλλάζει μόνο η θεματολογία αλλά και το πλαίσιο, το ύφος, και το είδος ακόμα. Περνάει από τη νουβέλα στο μυθιστόρημα και από το δοκίμιο στην αλληγορία με δεξιοτεχνία ακροβάτη και με συμπεριφορά βιρτουόζου απέναντι στις λέξεις, τις καταστάσεις και τους ήρωες.

Το Ένας καλός γιος δεν αποτελεί εξαίρεση. Το διάβασα πριν κάποιους μήνες από το πρωτότυπο, και άρα δεν είμαι σε θέση να ξέρω κατά πόσο είναι καλή η μετάφραση των εκδόσεων Πατάκη, είμαι όμως βέβαιη ότι πρόκειται για ένα ακόμα πολύ καλό βιβλίο... που δεν έχει καμία απολύτως σχέση με τα προηγούμενα, όπως είπα και πριν. Προφανώς και κάθε έργο οποιουδήποτε συγγραφέα, εμπεριέχει αυτοβιογραφικά στοιχεία, συγκαλυμμένα ή μη, η περίπτωση όμως του Ένας καλός γιος είναι ενδιφέρουσα επειδή ο συγγραφέας παρουσιάζει όλα τα χαρακτηριστικά μιας αυτοβιογραφίας, όπως για παράδειγμα το πρώτο ενικό πρόσωπο της αφήγησης, την χρονολογική αλληλουχία και μια κάποια ιστορική ακρίβεια στα πρόσωπα, αφήνει όμως τον αναγνώστη να αποφασίσει τι από όλα αυτά είναι αυτοβιογραφικό, άρα πραγματικό, και τι μυθοπλασία.

Ο Μπρυκνέρ ξέρει ακριβώς τι θέλει να πει, πού θέλει να φτάσει και τι είδους συγκίνηση θέλει να περάσει στον αναγνώστη του, και μάλιστα με ακρίβεια χιλιοστού, στοιχεία σπάνια στη λογοτεχνική παραγώγη των ημερών μας. Δεν είναι εύκολη υπόθεση να ψηλαφήσει κανείς τις ισορροπίες που καταφέρνει να εδραιώσει στο συγκεκριμένο βιβλίο, οι ενώσεις ανάμεσα στην πραγματικότητα, την ανάμνηση και την υποκειμενική προσέγγιση είναι ανεπαίσθητες, σχεδόν σβησμένες. Παρόλο που εκ πρώτης όψεως πρόκειται για ένα αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα και στο κάτω-κάτω μπορεί και να είναι, αυτό που παίζει τον μεγαλύτερο ρόλο δεν είναι τι συνέβη στον συγγραφέα αλλά τι συνέβη γενικώς, σε κάποιον, σε κάποιους λιγότερο ή περισσότερο γνωστούς, στον καθένα από μας εν τέλει. Η αυτοβιογραφία είναι ο κατεξοχήν παραμορφωτικός καθρέφτης που κοιταζόμαστε όλοι μας όταν θέλουμε να εξασφαλίσουμε μια έστω και κατ’επίφαση αντικειμενικότητα για κρατηθούμε, να φτιάξουμε σταθερές και να ακολουθήσουμε αρχές και πεποιθήσεις. Το Ένας καλός γιος είναι ακριβώς αυτό, αλλά είναι και κάτι ακόμα: ένα μυθιστόρημα ηρώων με ονοματεπώνυμο πέραν της πλοκής, μπερδεμένους σε ιστορίες παραδόξως οικείες σε όλους, ανεξαρτήτως ηλικίας, καταγωγής ή εθνικότητας. 

Κρις Λιβανίου

Δευτέρα, 16 Νοεμβρίου 2015

Ξαναδιαβάζοντας την ποίηση του Γιώργου Ιωάννου

Τριάντα ολόκληρα χρόνια από την εκδημία του ποιητή και συγγραφέα Γιώργου Ιωάννου, του λογοτέχνη που σφράγισε με τον δικό του, ανεπανάληπτο τρόπο και το ξεχωριστό του ύφος και ήθος, τη λογοτεχνία μας. Γυρνώντας, μετά από τρεις δεκαετίες στο ποιητικό έργο, καταθέτουμε μερικές ίχνιες σκέψεις για το ποιητικό του σώμα και αίμα.

Τα περισσότερα ποιήματα έχουν ένα ή δύο στίχους στο τέλος, που λειτουργούν σαν επιμύθιο ή συμπέρασμα ή καρπός αντίθεσης με το όλο σώμα του ποιήματος, ή ακόμη λειτουργούν σαν μπούσουλας και σαν σηματωρός στη συνέχεια του ποιήματος, στη συνέχεια της ζωής, όπως:

 «Ας κατεβούμε γρήγορα – ξέρει ο Θεός τι κάνει» (δράση) ή
«Αυτοί αντλούνε από κάπου εξουσία»
(ή προσπάθεια ερμηνείας του απύθμενου θράσους) ή

«Τώρα γυρίζω για να βρω τον εαυτό μου»
(η αλήθεια – η αναζήτηση της χαμένης ταυτότητας)

ή ακόμη
«Αυτό το απόστημα θα σπάσει σαν τον ήλιο»
(η διέξοδος-λύση)…

Μέσα στους στίχους του Γιώργου Ιωάννου, αναπτύσσεται με σφοδρότητα μεγάλη η αντιπαράθεση ανάμεσα σε δυο διαφορετικούς κόσμους – της σιωπής της γόνιμης και της φλύαρης και ανούσιας πολυλογίας, η υποκρισία και το ξέσπασμά της με την αιμάσσουσα καταγραφή της ειλικρίνειας, το μαρτύριο γιατί τα πάντα οδηγούν στην απευχόμενη λύση:

«Κι όμως για κει όλα τραβούν.
Το βλέπω με τα μάτια μου, το ξέρω»…


Ο Γιώργος Ιωάννου υπήρξε ένας «ελεύθερος πολιορκημένος» από τους σκληρούς ανθρώπους των γραφείων, με μια «σφραγίδα μοναξιάς» στο μέτωπο, αρνούμενος παρ’ όλ’ αυτά να συνθηκολογήσει:

«Όλη τη μέρα πέθανα να τρέχω
από γραφείο σε γραφείο
να δείχνω τις συστατικές επιστολές,
να κάνω υποκλίσεις»…


Έτσι περνά με αλληλοδιαδεχόμενα ρεύματα από την ελπίδα («Πάλι θαρθεί όμως ο καιρός/πάλι θα πάμε ραντεβού όλο γλυκά απρόοπτα») στην απελπισία («Τι σχέση έχω εγώ μ’ αυτή τη νύχτα;») μέσα σ’ ένα αδιάκοπο πεδίο βολής με τη νοσταλγία των αγαπημένων του προσώπων όπως «η μάνα του των πρώτων πρώτων παιδικών του χρόνων» με την ιδιαίτερη επισήμανση ακατάλυτη και καθοριστική «Τότε που τον φωνάζαμε μοναχογιό»…

Τα ποιήματα του Γιώργου Ιωάννου είναι προπομπός για τη δημοσίευση των πεζογραφημάτων του, μέσα από μια διαλεκτική σχέση που αναπτύσσεται και οριοθετεί το ποίημα αλλά και μια γόνιμη αμφιβολία και μια σκληρή αυτοκριτική απολογισμού που τρυπά κατάσαρκα τον ίδιο:

«Και δεν σε φτάνει ο πυρετός, έχεις και τύψεις,
Γιατί ποτέ σου δεν κατάλαβες ποιοι σ’ αγαπούσαν»….


Η αναμονή, η διάψευση, η προσμονή, η απογοήτευση, η αξία και η απαξία, το ανελέητο μαστίγωμα και η αναζήτηση της ταυτότητας, η πίκρα και η απογύμνωση μέσα σε τρεις μόνο στίχους, το παράπονο, το μεγάλο σχολείο του πόνου, η συνειδητοποίηση πως δεν πρόκειται ν’ αλλάξει τίποτα, το γενικότερο κλίμα αδυναμίας διαφυγής μέσα από μια έξοδο κινδύνου:

«Νιώθω σαν σπόρος αγκαθιού
με γαντζωμένο το κεντρί
στην αγκαθένια την καρδιά μου»…


Μέσα στο καμίνι της ερημιάς ψυχής του ο ποιητής νιώθει αδύνατο να περιγράψει αφού θα πρέπει πρώτα να διαγράψει κι αυτό το ρολόι είναι ανήμπορο να δείξει τα πραγματικά όρια του χώρου και του χρόνου. Η μοναξιά φτάνει φορές που δεν παλεύεται αφού εξαντλημένη η φαντασία αδυνατεί να φέρει πίσω τις ξεθωριασμένες μνήμες. Και μπορεί να έχει την αίσθηση του ρολογιού, όμως αυτό σε τίποτα δεν πρόκειται ν’ αλλάξει τα λιμνάζοντα και τα σήποντα:

«Ύστερα έχασα τον ύπνο.
………………………………….
Άκουγα μόνο το ρολόι ως το πρωί»…

Δεν επιθυμεί τέτοια σιγουριά κι ασφάλεια, προκαλεί ακόμη κι αυτό τον ίδιο το θάνατο, ν’ αλλάξει κάτι, και μέσα σ’ αυτή την εξομολόγηση τη λυρική, η σπαραχτική κραυγή του ανθρώπου όπου γης, προσλαμβάνει πλατύτερες διαστάσεις, όταν θυμάται τις εκτελέσεις των αθώων, τις ριπές των πολυβόλων τις ανατριχιαστικές!

«Ο τοίχος είναι απέναντί μου που τους έστηναν
στο δέντρο που ακουμπάω τους κρεμνούσαν.
Το όπλο αυτό ζωντάνεψε κάτω απ’ τη νύχτα»…


Η ερωτική προσμονή, η αφοσίωση, έστω και η καταδίκη και η τιμωρία αντέχεται φτάνει ναρθεί το αγαπημένο πρόσωπο που χρόνια έχει να φανεί. Ως τότε κάποιο σημείωμα, η θολή μνήμη, η ψευδαίσθηση θα συντηρούν την ελπίδα:

«Μπορώ να περιμένω χρόνους άπειρους
να περπατώ και να μη βλέπω γύρω μου.
Έστω για να με φτύσεις, έλα κάποτε»…


Ποίηση με θραυσματικές απολήξεις, με αγώνα και αγωνία, γνήσιες λυρικές καταθέσεις, απόσταγμα ζωής:

«Και με το στήθος ίδιο ρόδι να τριζοβολά,
να χαίρεται να αποστάζει την ανάσα»!

Δημήτρης Ι. Καραμβάλης
 
Σημ.: Αναδημοσίευση από το βιβλίο "Γιώργος Ιωάννου - οκτώ κείμενα για την ποίησή του" του Δ. Ι. Καραμβάλη (εκδ. Δρόμων, 2015) στο οποίο ο συγγραφέας επιχειρεί μια προσέγγιση στο ποιητικό έργο του Ιωάννου "Τα χίλια δέντρα" (εκδ. Διαγώνιος, Θεσσαλονίκη 1963), όπου "βρίσκεται σε μικρογραφία το κατοπινό πεζογραφικό του έργο". Τα κείμενα που περιλαμβάνει το βιβλίο έχουν δημοσιευθεί σε διάφορα λογοτεχνικά έντυπα.

Πέμπτη, 12 Νοεμβρίου 2015

Ο Εμπειρίκος της ηδονής και η ηδονή της εμπειρίας

 
Ανδρέας Εμπειρίκος
...Το ποιητικό έργο πλάθει κόσμο αλήθειας ή δεν πλάθει. Αφήνει με άλλα λόγια την αλήθεια να φανεί για ένα ορισμένο χρονικό διάστημα με αισθητή μορφή, διότι η αλήθεια δεν είναι ούτε ορατή, ούτε συνώνυμη της τρέχουσας ζωής. Κόσμος αλήθειας είναι η αγωνιώδης αναρώτηση της πολύμορφης σχέσης μεταξύ περατού και αιώνιου από τη σκοπιά του περατού. Αλλά και οι νύξεις ακόμη προς αυτή την κατεύθυνση, έστω κι αν δεν αφήνουν πίσω τους παρά χαλάσματα, έστω κι αν δεν σκάβουν παρά φωλιές αφιλόξενες, μετέχουν στη βαθύτερο νόημα της αλήθειας. Η ποίηση, όπως και η Τέχνη γενικότερα, είναι ένα συνεχές ιλιγγιωδών χασμάτων, και όχι φυσιολογική συνέχεια. Αντιθέτως, τα ποιήματα των αξιών, τα «ποιοτικά ποιήματα», όπως εν πολλοίς αυτοσυστήνονται τα κοινά ποιήματα, αποτελούν τροχούς μιας συγκεκριμένης πολιτιστικής περιόδου και εξαντλούνται κατ’ αναλογία με τη φθορά των χρηστικών προϊόντων. Δεν είναι τυχαίο αν όλα σήμερα καταλήγουν στο τραγούδι και τη λάιφ στάιλ λογοτεχνία. Είναι τρομακτικό να ταυτίζεται η ποίηση με τη μελωδική στιχουργία, τις αξίες και την πολιτιστική φλυαρία. Αυτή όμως ήταν η γραμματική μας μοίρα στον ολωτικό ορίζοντα της διαδικτυακής επικοινωνίας, και γι’ αυτό θα πρότεινα « Ολίγη ποίηση πολύ».

(...) Ανεξαρτήτως δόγματος, στη ρίζα κάθε ποίησης βρίσκεται η λατρευτική διάθεση του πνεύματος. Ο υψηλός λόγος της ορθόδοξης υμνογραφίας που δεν έπαψε ποτέ να ακούγεται στον ελληνικό χώρο ήταν λογικό, αν και θεότρελλο για την εποχή, να γίνει ένα από τα μεταλλεία του Εμπειρίκου, εξού και ο λόγιος χαρακτήρας της ποιητικής του.

Όπως όλοι οι σπουδαίοι ποιητές και αληθινοί μάστορες, ο Εμπειρίκος μας δείχνει ότι η μορφή δεν είναι εξωτερική σκευή και εξοπλισμός, αλλά εσωτερική ανάγκη του Λόγου. Και ο λόγος του Εμπειρίκου είναι μια εμπειρία στην επικράτεια ενός απωθημένου ελληνισμού, του εκστασιακού ελληνισμού, του Ελληνισμού των Μυστηρίων και της λατρευτικής, οργιαστικής κοινότητας."



Αντώνης Ζέρβας


Σημ. Το κείμενο προέρχεται από την εισήγηση του Αντώνη Ζέρβα στο Ιδρυμα “Τάκης Σινόπουλος” στις 20 Μαΐου 2015, όπως ακριβώς εκφωνήθηκε. Εμείς το αναδημοσιεύουμε από το τρέχον τεύχος του περιοδικού Φρέαρ (αριθ. 12/13, Οκτώβριος 2015) όπου πρωτοδημοσιεύθηκε. Αρχικά βέβαια είχαμε δημοσιεύσει ολόκληρο το κείμενο, κατόπιν όμως παρέμβασης του διευθυντή του περιοδικού δεν είχαμε επιλογή από το να αφήσουμε μόνον τρεις παραγράφους.

Τετάρτη, 11 Νοεμβρίου 2015

"Μνήμη σχεδόν πλήρης" του Λεωνίδα Κακάρογλου

Τριάντα ποιήματα, σύντομης έκτασης ως επί το πλείστον, απαρτίζουν την συλλογή του Λεωνίδα Κακάρογλου Μνήμη σχεδόν πλήρης. Στα τριάντα αυτά ποιήματα ο ποιητής επιχειρεί να ιχνηλατήσει την σύνδεση και την αλληλεξάρτηση ανάμεσα σε ένα Εγώ και ένα Εσύ που σε μια δεδομένη χρονική στιγμή έπαψαν να αποτελούν οντότητα. Ταυτόχρονα, αυτή η συλλογή καταπιάνεται με το πέρασμα του χρόνου, του διαφοροποιημένου χρόνου εννοώ, αυτού που άρχισε να μετράει την στιγμή που το σύνολο αποτελούμενο από το εγώ και το εσύ διασπάστηκε για να συνεχίσει με τον ένα ή τον άλλο τρόπο να πορεύεται σε διαφορετικές τροχιές.

Υπάρχει σταθερή σκέψη και ευθύς λόγος στημένος σε ένα ακριβές λεξιλόγιο, όπου η πρωτοτυπία γεννιέται από τα μη αναμενόμενα πλησιάσματα των λέξεων και των σκέψεων. Και ενώ οι λέξεις σχηματίζουν απτά περιγράμματα καταστάσεων και συνθηκών, οι συγκερασμοί τους διαγράφουν το οριακά ανομολόγητο: τι συμβαίνει σε δύο ανθρώπους που μέχρι πρότινος αποτελούσαν ένα σύνολο την στιγμή που αυτή η ένωση διαρρηγνύεται. Το πέρασμα του χρόνου είναι ένα παράδοξο εφαλτήριο ψηλάφησης της καινούριας πραγματικότητας και ο ποιητής καταφέρνει, αν όχι να τον εξημερώσει, τουλάχιστον να συνυπάρξει μαζί του χωρίς να φοβάται. Προσεγγίζει τις αναμνήσεις του ως αφορμές όχι περισυλλογής αλλά επικοινωνίας, όχι αποκλειστικά με το άλλο άτομο αλλά και με τον εαυτό του, με τα όριά του και τις ανάγκες με τις οποίες πλέον βρίσκεται αντιμέτωπος.

Αυτό που αποτελεί ίσως τον πιο ισχυρό άξονα αυτής της συλλογής είναι η χαρτογράφηση μιας πορείας, παραδόξως με το βλέμμα στραμμένο στο παρελθόν. Σαν να έχουν όλα ειπωθεί, αλλά τα κενά να μένουν εκεί, ανοιχτά και εκτεθειμένα στα μάτια του ήρωα: ίσως η κάθαρση να προκύψει από την μετουσίωση της όποιας θλιψης σε μια νοσταλγία χωρίς πίκρα. Τα ποιήματα που απαρτίζουν την Μνήμη σχεδόν πλήρης δείχνουν σαν κωδικοποιημένα στιγμιότυπα της ζωής του ήρωα (είναι πάντα τόσο δύσκολο και ακόμα περισσότερο επικίνδυνο, να ταυτίζει κανείς το εγώ στα κείμενα με τον ίδιο τον ποιητή...), εξ ου και μια ορατή εσωστρέφεια. Δεν ξέρω αν είναι κέρδος ή αν αντίθετα βαραίνει το σύνολο ένας τόσο εσωτερικός διάλογος, υποθέτω ότι παραμένει πάντα ένα ρίσκο και έγκειται στον αναγνώστη να σταθεροποιήσει ή όχι τους δεσμούς που χρειάζεται.

Υπάρχει η αίσθηση του τετελεσμένου ακόμα και στις περιπτώσεις που δεν αναφέρεται, και η αναζήτηση (μέσω της μνήμης) της γεύσης που αφήνει ο έρωτας που έχει τελικά προ πολλού τελειώσει. Η μνήμη φαίνεται να είναι ο κατεξοχήν χώρος που παγώνει ο χρόνος και τα γεγονότα, πραγματικά ή μη, ακινητοποιούνται εκεί που ο ποιητής, ή ο ήρωας, το Εγώ εν πάση περιπτώσει, βρίσκει καταφύγιο και ξανασυναντιέται με ό,τι χάθηκε, με την ανάμνησή του.


Κρις Λιβανίου


Κάποια από τα ποιήματα που μου άρεσαν περισσότερο:





ΤΙ ΓΡΗΓΟΡΑ ΠΕΡΝΑΕΙ Ο ΚΑΙΡΟΣ[1]

Κοιμάμαι με το φως αναμμένο
Λένε πως διώχνει τα άσχημα όνειρα
Και θρυμματίζει το σκοτάδι του δωματίου
Σε μικρά κομμάτια αναμνήσεων
Που ταξιδεύουν τη σιωπή
Να γίνει αντίλαλος
Στους λεκιασμένους τοίχους
Οι φωνές
Στα όνειρα έμειναν



ΚΙΤΡΙΝΗ ΒΡΟΧΗ[2]


Έβρεξε μια κίτρινη βροχή
Παλιοί καημοί
Στη λασπωμένη νύχτα
Κι η μνήμη
Φωτογραφία που κάηκε

Βαδίζω στην άκρη
Μετέωρων υποσχέσεων
Ανείπωτων λέξεων
Και μιας τρυφερής ελπίδας
Που αχνοφέγγει



ΝΑΫΛΟΝ[3]


Όπου και να κοιτάξω βλέπω το ανάλαφρο
     περπάτημά σου
Σα να έφυγαν οι ημερομηνίες από τα ημερολόγια
Κι ο χρόνος να κόλλησε
Στις λεπτομέρειες ενός υγρού απογέματος

Όπου και να κοιτάξω βλέπω το ανάλαφρο
     περπάτημά σου
Και μνημονεύω την τύχη
Που σου χάρισα
Το νάυλον αδιάβροχο
Να μαζεύεις τη βροχή
Για να ξεδιψάς από το λίγωμα του χρόνου

Σαν χθες
Ήταν


[1] Σελ. 14.
[2] Σελ. 28.
[3] Σελ. 17.