Παρασκευή, 17 Οκτωβρίου 2014

Μοιρολόγια - λέξεις και σκέψεις για τον καθρέφτη του θανάτου στα ελληνικά δημοτικά τραγούδια

Στη δημοτική ποίηση και ακόμα ειδικότερα στα μοιρολόγια, όλα είναι χτισμένα πάνω σε ακραίες αλληλουχίες εννοιών: ζωή και θάνατος, ευτυχία και δυστυχία, πατρίδα και ξενιτιά, οικογένεια και ερημιά. Είναι ξεκάθαρο ότι δεν υπάρχουν ενδιάμεσα στάδια, ούτε μέση λύση. Από τη μια πλευρά λοιπόν έχουμε τα άκρα, και από την άλλη την προσπάθεια του ανθρώπου αρχικά να ισορροπήσει, και στη συνέχεια να εκτιμήσει και να κατανοήσει τους παράγοντες που διέπουν και οριοθετούν την καθημερινότητά του. Είναι γεγονός ότι στα μοιρολόγια δεν υπάρχει η έννοια της παρηγοριάς, της γαλήνης που ενδεχομένως ακολουθεί την αποδοχή του θανάτου ως συμβάν, ή τουλάχιστον όχι με την μορφή της εγκαρτέρησης. Αν υπάρχει κάποιο ενθαρρυντικό συναίσθημα ανάμεσα σε όλα τα αρνητικά που κατακλύζουν το συγκεκριμένο είδος, αυτό είναι μόνο το ότι η απώλεια εκτός από το ότι παγιώνει την έλλειψη, αποδεικνύει και την –θέλοντας και μη– συνέχεια της οικογένειας, της κοινωνικής ομάδας, του συνόλου γενικότερα.

Με τα μοιρολόγια, ο δημοτικός ποιητής χορεύει στα άκρα των ισορροπιών και των καταστάσεων, των συναισθημάτων, ακόμα και των δυνατοτήτων των ανθρώπων, αυτός είναι ο καταλύτης της συγκίνησης. Στο προσκεφάλι του νεκρού μαζεύονται όσοι «μιλούν την ίδια γλώσσα», οι διαθέτοντες κοινές εμπειρίες και εικόνες, αυτό είναι και ο μοχλός της λειτουργίας του μοιρολογιού: ο συγκεκριμένος θάνατος αφενός φέρνει όλο το χωριό κοντά και αφετέρου λειτουργεί ως αφορμή επικοινωνίας για όσους ήδη έχουν χάσει κάποιον δικό τους στο παρελθόν.

Χτυπούν καμπάνες θλιβερά, πικρά, φαρμακωμένα,
για να τ’ακούσ’ η γειτονιά, νά’ρθει η απάνου ρούγα,
νά’ρθουν ματάκια θλιβερά, νά’ρθουν καρδιές καημένες
νά’ρθουν όσες εβάλανε χρυσά κορμιά στον Άδη,
άλλη να κλαίει τη μάνα της και άλλη τον καλό της
κι άλλη να κλαίει μικρά παιδιά, τα φύλλα της καρδιάς της,
να κλαίω κ’ εγώ τα νιάτα σου κι αυτή τη λεβεντιά σου.[1]

Τα μοιρολόγια αποδεικνύουν ένα εκ πρώτης όψεως οξύμωρο: η ανανέωση και η επαναφορά της ανάμνησης του χαμένου οικείου είναι αυτό που τελικά θα επιφέρει ισορροπία στην καινούρια καθημερινότητα των ζωντανών. Στα δημοτικά τραγούδια δεν μπορούμε να μιλήσουμε για αποδοχή του θανάτου ως γεγονός επειδή δεν την συναντάμε ποτέ, διαπιστώνουμε όμως μια αποκλιμάκωση της συναισθηματικής έντασης μετά από κάποιο χρονικό διάστημα. Και παρόλο που η λησμονιά είναι απαγορευτική, στα τραγούδια γίνεται λόγος για το μετά του θανάτου, τόσο στην ζωή όσων μένουν πίσω όσο και στην ύπαρξη αυτών που πλέον πέρασαν ανεπιστρεπτί στην απέναντη όχθη. Πρόκειται για έναν θεμελιώδη φόβο, αυτόν της εξαφάνισης της συνέχειας, που ο ποιητής εκθέτει έξω στο φως και στα μάτια όλων, ώστε να τον μετατρέψει από βαθιά προσωπική υπόθεση σε οικουμενικό γεγονός.

Με τη μοναξιά να είναι ένα από τα επαναλαμβανόμενα και ίσως πιο σκληρά χαρακτηριστικά του κάτω κόσμου, η αξία των κοινωνικών και οικογενειακών δεσμών αποκτά καινούρια σημασία: στην διάσπαση που επιφέρει ο θάνατος, η απάντηση όσων μένουν πίσω είναι η προσήλωση στο σύνολο, στην ομάδα.

Τώρα στο αποχωρισμό τρεις ποταμούς διαβαίνω
ένας χωρίζ’ αντρόγενα κι άλλος χωρίζ’ αδέρφια,
κι ο τρίτος ο φαρμακερός τη μάν’ απ’τα παιδιά τση.[2]


Κρις Λιβανίου



[1] Guy Saunier, Ελληνικά Δημοτικά Τραγούδια. Τα μοιρολόγια., εκδ. Νεφέλη, Αθήνα, 1999, σελ. 32.
[2] σελ. 146.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου