Δευτέρα, 13 Οκτωβρίου 2014

Ο Γιάννης Στίγκας συζητά με τη Χριστίνα Λιναρδάκη




Λίγες ημέρες μετά την επίσημη παρουσίαση της τελευταίας του ποιητικής συλλογής «Βλέπω τον κύβο Ρούμπικ φαγωμένο» συνάντησα τον Γιάννη Στίγκα για μια συζήτηση εφ’ όλης της ύλης. Ήταν μια συζήτηση ανατρεπτική, όπως ακριβώς η ποίησή του.





Χριστίνα Λιναρδάκη: κ. Στίγκα, είστε γιατρός απ' όσο γνωρίζω. Τι σας ώθησε στην ποίηση; 

Γιάννης Στίγκας: Ναι, πρώτα ποιητής και μετά γιατρός. Θα καταλάβαινα καλύτερα την ερώτηση "τι σας ώθησε στην ιατρική;", γιατί στην ποίηση δεν με ώθησε τίποτα ή με ώθησαν τα πάντα. Νομίζω, το έχω ξαναπεί αυτό, την ποίηση δεν την διαλέγουμε εμείς, αυτή μας διαλέγει. Δεν ξυπνάς ένα πρωί και λες: "λοιπόν, θα γίνω ποιητής". Αυτά είναι γραφικά πράγματα. Αλλιώς επέρχεται το μοιραίο. Πιο μυστικά, πιο αργά, πιο μοβόρικα.

Χ.Λ.: "Τη φωνή μου ρε/κι ας μην έχω να φάω", έχετε γράψει. Θέλετε να είστε η φωνή της γενιάς σας;

Γ.Σ.: Όχι, αλίμονο. Θέλω να είμαι η φωνή η δική μου. Και –πιστέψτε με– αυτό είναι κομματάκι πιο δύσκολο.

Χ.Λ.Έχετε φανατικούς αναγνώστες που πιστεύουν πολύ σε σας. Είναι φανερό αυτό από τα γραπτά όσων κριτικών, blogger κ.ά. έχουν ασχοληθεί μαζί σας. Νιώθετε να σας βαραίνει αυτή η αφοσίωση;

Γ.Σ.: Καθόλου. Άμα με βάραινε θα έγραφα τα ίδια και τα ίδια. Εμένα κάθε βιβλίο μου είναι διαφορετικό. Ο αναγνώστης πρέπει κάθε φορά να δοκιμάζεται. Όπως κι ο ποιητής. Η σχέση, οφείλουμε, να είναι ισότιμη. Αν ο αναγνώστης δεν έχει τα κότσια να μπει σ’ αυτή τη διαδικασία, ε τότε ας διαβάσει κάτι άλλο. Θα βρει μπόλικους να του χαϊδέψουν τ’ αυτιά. Μπορεί να ακούγομαι επιθετικός, αλλά –πιστέψτε με- αυτή η δοκιμασία, αυτό το ξεβόλεμα, που σας λέω, είναι η ύψιστη τιμή που μπορεί να κάνει ένας ποιητής προς τους αναγνώστες του. Και η ύψιστη ευγένεια.

Χ.Λ: Αποφεύγετε τις πολλές δημόσιες σχέσεις, τις εμφανίσεις σε εκδηλώσεις κ.λπ. και γενικά δίνετε την εντύπωση ότι είστε αποτραβηγμένος . Τα βιβλία σας όμως κάνουν δύο και τρεις εκδόσεις. Τελικά, το καλό PR δεν είναι απαραίτητο για την προώθηση ενός ποιητικού έργου;

Γ.Σ.: Όχι, καθόλου αποτραβηγμένος. Έχω μερικές γενναίες φιλίες σ’ αυτό το χώρο που κρατάνε χρόνια. Και λέω γενναίες, γιατί μία φιλία χωρίς γενναιότητα είναι μια τρύπα στο νερό, ένα τίποτα.

Όσο για το PR που λέτε, μην το υποτιμάτε. Είναι μια τρομερά απαιτητική δουλειά. Τόσο απαιτητική, που δεν έχεις χρόνο για ανάγνωση, για σκέψη, για ποίηση. Ακούγεται συναρπαστικό. Αλλά εγώ δεν μπορώ να το κάνω. Έχω άλλες προτεραιότητες.

Χ.Λ.: Ποιους άλλους ποιητές και ποιήτριες της γενιάς σας – εννοώ της ηλικιακής – θεωρείτε αξιόλογους;

Γ.Σ.: Κοιτάχτε, η Γιάννα Μπούκοβα, ο Βασίλης Αμανατίδης, η Κατερίνα Ηλιοπούλου, είναι ήδη γνωστοί. Και δικαίως. Εγώ, όμως, θέλω να αναφερθώ ειδικά στην περίπτωση του Δημήτρη Άλλου. Το θεωρώ σκανδαλώδες ότι ένας τέτοιος ποιητής είναι εντελώς άγνωστος. Διαβάστε το "Βίαιο μαγνήσιο" στο 1ο τεύχος του περιοδικού [φρμκ] και θα με καταλάβετε.

Αλλά να σας πω και δυο καινούριους: Δημήτρης Πέτρου και Κυριάκος Συφιλτζόλγου. Χαίρομαι που η Δράμα μπήκε δυνατά στο παιχνίδι.

Και τέλος, δύο αδικοχαμένους: την Ελευθερία Σαπουντζή και τον Γιώργο Φιλιππίδη. Να μην τους ξεχνάμε.

Χ.Λ.: Πιστεύετε ότι στην εποχή μας συντελείται επιστροφή του κοινού στην ποίηση;

Γ.Σ.: Ναι, το πιστεύω. Σε κάθε εποχή επιστρέφει το κοινό στην ποίηση και σε κάθε εποχή απομακρύνεται για να επιστρέψει κ.ο.κ. Με δυο λόγια, το κοινό της ποίησης παραμένει σταθερό μέσα στον χρόνο. Θέλω ακόμη να προσθέσω ότι η εποχή μας είναι ιδανική για ποίηση, όπως και κάθε εποχή άλλωστε. Όσο υπάρχουν έστω και δύο άνθρωποι είναι καιρός για ποίηση. Αν έμενε ένας μονάχα άνθρωπος, τότε δεν ξέρω.

Χ.Λ.: Διαβάζοντας τις συλλογές σας, διαπιστώνει κανείς εύκολα πως δεν σας πειράζει διόλου να τσαλακώσετε τις λέξεις, να τις χρησιμοποιήσετε με τρόπους που δεν θα περίμενε κανείς σ' ένα ποίημα. Διάβασα κάπου ότι οι στίχοι σας είναι σαν "βέβηλος απόηχος δημοτικού τραγουδιού". Συμφωνείτε;

Γ.Σ.: Τα δημοτικά μας τραγούδια είναι η μέγιστη συμπύκνωση ρυθμού και πόνου, σοφίας και εικόνας. Υπό αυτό το πρίσμα, θα δεχθώ το παραπάνω σχόλιο ως κομπλιμέντο. Τώρα, για το τσαλάκωμα των λέξεων επιτρέψτε μου να σας απαντήσω με ένα ποίημα:

ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ
Άλλαξε τους την πίστη
Άρπαξ’ τες απ’ την ουρά
(ας στριγγλίζουν οι πουτάνες)
Μαστίγωσε τες,
Βάλ’ τους ζάχαρη στο στόμα
Στις αχαλίνωτες,
φούσκωσε τες σαν μπαλόνια, τρύπησε τες,
Ρούφηξε τους αίμα και μεδούλι,
Ξέρανε τες (ευνούχισε τες)
Ποδοπάτησε τες, πετεινέ δανδή,
Στρίψ’ τους το λαρύγγι, μάγειρα,
Ξεπουπούλιασε τες,
Ξεκοίλιασε τες, ταύρε,
Βόδι, σύρε τες στο χώμα,
Καν’ τες, ποιητή,
Κάνε τες να καταπιούν
Όλες τις λέξεις.

Του Οκτάβιο Παζ, βέβαια.

Χ.Λ.: Εκφράζεστε με αναπάντεχους στίχους που φέρνουν την ανατροπή στην επόμενη αράδα. Αναρωτιέμαι: αντανακλά αυτός ο τρόπος τα βιώματά σας ή τη σκέψη σας; Ή εκφράζει απλά μια "επιθυμία ο κόσμος να αναγνωστεί από την αρχή";

Γ.Σ.: Α, αυτό είναι μυστικό. Δεν απαντάμε.

Χ.Λ.: Η πρόσφατη ποιητική σας συλλογή «Βλέπω τον κύβο Ρούμπικ φαγωμένο» είναι ένας θίασος τεράτων όπως φαίνεται στην πρώτη ανάγνωση ή είναι τελικά κάτι άλλο;

Γ.Σ.: Είναι πάρα πολλά πράγματα. Αλλά δεν το βρίσκω σωστό να εξηγεί ο γράφων το βιβλίο του. θα είχε περισσότερο ενδιαφέρον να σας κάνω εγώ αυτή την ερώτηση. Ποιο είναι το δικό σας τέρας; Σας έχει δαγκώσει; Πώς πάει η πληγή; Κακοφόρμισε; Πώς τα πάτε με τον καθρέφτη σας; Του λέτε ψέματα; Σας γονατίζει η καθημερινότητα; Σας γονατίζει πραγματικά; Έχετε νιώσει ποτέ αόρατη; Πατώνει ή δεν πατώνει η μοναξιά; Θελήσατε ποτέ να πετρώσετε; Εσάς ή κάποιον άλλον; Φοβάστε τον χρόνο; Τι θα σας κάνει; Ξέρετε τρίλιζα; Και στην μοιραία εκδοχή της; Γνωρίζετε να χάνετε; Σας διψάει αυτό; Πώς τα πάτε με τον καθρέφτη σας; Πιστεύετε πως θα γλιτώσετε; Πόσες ευχές έχετε κάψει; Έχετε πίστη; Αισθάνεστε διχασμένη; Σας έχει ορμήσει ποτέ το χέρι σας; Κοιμάστε τα βράδια; Σε πόσο σκοτάδι; Θα γλιτώνατε κι εμένα; Στ’ αλήθεια διψάτε; Θα μου χαρίσετε ένα χαμόγελο; Αλήθεια; Ναι; Στα σίγουρα;

Χ.Λ.: Μόνο ένα; Όσα θέλετε! Σας ευχαριστώ πολύ...




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου