Τρίτη, 7 Οκτωβρίου 2014

Φάκελος υπερρεαλισμός - Μακριά από τον ρεαλισμό (2)

Το κείμενο που ακολουθεί αποτελεί συνέχεια της αμέσως προηγούμενης ανάρτησης:

Περνώντας μέσα από αυτές τις συμπληγάδες ο υπερρεαλισμός στην Ελλάδα δεν μπόρεσε να καταγραφεί ούτε ως "κίνημα" ούτε ως "ομάδα" ούτε ως κοινή δημιουργική πορεία. Ακόμα και στις λίγες περιπτώσεις που κάποιοι δημιουργoί δοκίμασαν να συσπειρωθούν σε κάποια περιοδικά (π.χ. η όψιμη περίπτωση του περιοδικού "Πάλι" -1963-1967) το εγχείρημα πολύ δύσκολα θα οριζόταν "συλλογικό" (δες Νάνου Βαλαωρίτη: Μοντερνισμός, πρωτοπορία  και Πάλι, Καστανιώτης 1997). Εδώ εξάλλου δεν υπάρχουν τα πολιτικά και κοινωνικά οράματα με τον στρατευμένο χαρακτήρα του γαλλικού κινήματος. Εδώ οι εκφράσεις περιορίζονται στη λογοτεχνία και ελάχιστα στον εικαστικό χώρο - και ούτε φυσικά υπήρξε η προγενέστερη εμπειρία ενός Νταντά ούτε έγινε αντιληπτή η συμμετοχή στον υπερρεαλισμό ως σύνθετο καλλιτεχνικό/πολιτικό κ.λπ. δρώμενο.

Για όλους αυτούς τους λόγους στην Ελλάδα κρίνεται προτιμότερο να μιλούμε για "υπερρεαλιστικές φωνές". Ο Αναστάσιος Δρίβας (1899-1942), ο Ανδρέας Εμπειρίκος της Υψικαμίνου, ο Νίκος Εγγονόπουλος (1910-1985), ο Δημήτρης Παπαδίτσας (1922-1987), η Μαντώ Αραβαντινού (1926-1998), η Μάτση Χατζηλαζάρου (1914-1987), ο Μίλτος Σαχτούρης (1919-), ο Νάνος Βαλαωρίτης (1921-), ο Έκτωρ Κακναβάτος (1920-), ο Ε.Χ. Γονατάς (1924-) θεωρούνται εν γένει υπερρεαλιστές -με την πολύ απλή έννοια ότι το επίθετο "υπερρεαλιστής" προσδιορίζει σε επαρκή βαθμό (;) τον ορίζοντα του λογοτεχνικού τους έργου. Ο ύστερος όμως Εμπειρίκος δεν είναι με τίποτε υπερρεαλιστής (βλ. άρθρο τού γράφοντος στο "Βήμα της Κυριακής", 23.12.2001: "Ο μοντερνιστής... Ανατολικός"). Ούτε ο Νίκος Γκάτσος (1911-1992) της τυπικά μοντερνιστικής Αμοργού. Ούτε καν ο οιονεί "στρατευμένος" Νίκολας Κάλας (1907-1988), που τα "γαλλικά" του ποιήματα της εποχής των Foyers d' Incendie (βλ. Ν. Κάλας:16 Γαλλικά ποιήματα και Αλληλογραφία με τον Ουίλλιαμς Κάρλος Ουίλλιαμς, επιμ. Σπ. Αργυρόπουλος, Βασιλ. Κολοκοτρώνη, Ύψιλον, Αθήνα 2002) αποδεικνύουν του λόγου το αληθές. Ούτε ακόμα οι "εμπειρικοί του μοντερνισμού", πεζογράφοι Γιάννης Σκαρίμπας (1897-1984), Γιάννης Μπεράτης (1904-1968), Μέλπω Αξιώτη (1905-1973) ή ο "γήινος σαλός" Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης (1909-1993). Ούτε φυσικά ο πολυσυζητημένος Οδυσσέας Ελύτης. Ακόμα και ο διάττων αστήρ Θεόδωρος Ντόρρος (ο οποίος είθισται να κατατάσσεται πρώτος υπερρεαλιστής τη ιστορική τάξει - το γνωστό του βιβλίο εκδόθηκε στα 1930/31) έχει προ πολλού καταδειχθεί (1981) ότι είναι τέκνο του αυτόχθονος μοντερνισμού (βλ. Νάσου Βαγενά Η ειρωνική γλώσσα, σ. 63-89, Στιγμή 1998).

Εξάλλου στίχους συγγενείς στο ύφος του Δρίβα, της Χατζηλαζάρου ή ακόμα και του Σαχτούρη, διαβάζουμε σήμερα σε πολλούς νεότερους ποιητές που κάθε άλλο παρά θα κολακεύονταν αν τους κατατάσσαμε στους υπερρεαλιστές. Οι παραπάνω θέσεις δεν είναι αυθαίρετες. Ο καθένας από τους παραπάνω σημαντικούς δημιουργούς διασταυρώθηκε γόνιμα σε κάποια φάση του έργου του με τον υπερρεαλισμό (διασταυρώθηκαν κι ένα σωρό άλλοι έως τις ημέρες μας) και με εκλεκτικό τρόπο, μέσα από ζυμώσεις που δεν απορρέαν αποκλειστικά από αυτή τη μονόδρομη σχέση, διαμόρφωσε στην πορεία του χρόνου την προσωπική του νεοτερική φωνή -  αυτή που θα ήταν άδικο αν την χαρακτηρίζαμε "υπερρεαλιστική". Άδικο με την έννοια ότι θα παραγνωρίζαμε τον εμφατικά προσωπικό της νεοτερικό χαρακτήρα. Σήμερα άλλωστε, "τεχνικές" του υπερρεαλισμού, όπως και όλου του μοντερνισμού, έχουν καταχωρηθεί σε ένα κοινό ταμιευτήριο απ' όπου αντλούν οι πάντες αδιαφορώντας (με την καλή έννοια...) για τους πρώτους διδάξαντες.

Ωστόσο ο εγκλωβισμός σε μια μυθολογία συνεχών παραναγνώσεων δεν έχει επιτρέψει ακόμα και σήμερα μια ψύχραιμη αποτίμηση της συνεισφοράς των υπερρεαλιστών μας στη νεοελληνική λογοτεχνία. Υπάρχει γενικότερο έλλειμμα εφαρμογής της θεωρίας και των γνώσεών μας για τον ευρωπαϊκό μοντερνισμό με συγκεκριμένο τρόπο επάνω στην ελληνική περίπτωση. Σε βαθμό που, αν δεν υπήρχαν τα δύο μοντερνικά Νόμπελ, η συζήτηση για τον μοντερνισμό θα γινόταν ακόμα με όρους επαρχιακής διαπόμπευσης και σκαιότητας. Απέναντι στον πανίσχυρο κανόνα του Ελληνικού Καθρέφτη (ηθογραφία, λαϊκισμός, αληθοφάνεια, άγνοια θεμελιωδών εννοιών ως προς τον μοντερνισμό κ.λπ.) η κριτική για τον ελληνικό μοντερνισμό εξακολουθεί να τηρεί μια περίεργα επιφυλακτική στάση που ακόμα συντηρεί τις παραναγνώσεις και τα ιδεολογήματα του παρελθόντος - με άμεση συνέπεια την καθήλωση της ελληνικής λογοτεχνίας στα παραλογοτεχνικά στερεότυπα του ευπώλητου συρμού.

Άρης Μαραγκόπουλος
πεζογράφος - κριτικός λογοτεχνίας - μεταφραστής


4 σχόλια:

  1. ΠΑΙΔΙΑ ΣΑΣ ΧΑΙΡΟΜΑΙ!

    ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ...............

    ΜΕΣΤΑ ΛΟΓΙΑ , ΣΤΑΡΑΤΑ, ΑΛΗΘΙΝΑ

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Χρειάζονται αυτές οι "αναγνώσεις", όχι μόνο γιατί βλέπουμε το δάσος, έναντι του σημερινού δέντρου. Αλλά γιατί τελικά ο ποιητικός λόγος τότε μόνο βγήκε από τις σελίδες και απλώθηκε στη σκέψη και τον λόγο των ανθρώπων όταν "ηξερε ιστορία". Σήμερα βέβαια με τα νέα μέσα οι σύγχρονοι ποιητές μαθαίνουν πρώτα "γεωγραφία". Εννοώ ότι επικοινωνούν, είτε γιατί αλλού σπούδασαν, είτε γιατί άλλα ακούσματα είχαν, πρώτα με το διεθνές και μετά με το Ελληνικό. Αυτό το γεγονός, κάπως αλλάζει -δεν το χρωματίζω θετικά ή αρνητικά, απλά το επισημαίνω- τα πράγματα.
    Το αποτέλεσμα νομίζω ότι είναι αυτό που ξέρουμε -αυτό που επισημαίνεται και στο επόμενο άρθρο-, η ποίηση τείνει να γίνει "είδος πολυτελείας". Ενώ είναι καθημερινή ανάγκη, η έκφραση πέρα από τα αριθμητικά και άλλα "τετράγωνα" δεδομένα της εποχής.
    Ο χρόνος θα δείξει νομίζω, τί "πατάει" στην παράδοση και την ιστορία της γλώσσας και της τέχνης, και τί θα επιβιώσει, αλλά και ποιό νεωτεριστιτκό θα κάνει τη μεγάλη διαφορά.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Μα... αλήθεια πιστεύετε ότι οι σύγχρονοι ποιητές έρχονται σε επαφή πρώτα με το διεθνές και μετά με το ελληνικό; Θα μιλάτε για λιγοστές εξαιρέσεις, που σαφώς υπάρχουν (μέχρι που μπορώ να τις μετρήσω στα δάχτυλα), όμως η πλειοψηφία των ποιητίσκων που φέρονται και άγονται ως ποιητές δεν έχει δυστυχώς ουδεμία αντίληψη κανενός πλαισίου, ελληνικού ή διεθνούς... την ενδιαφέρει μόνο να "εκφραστεί", ό,τι κι αν σημαίνει αυτό... με αποτέλεσμα τα πράγματα να μένουν απογοητευτικά ίδια στο διηνεκές.

    Το παρήγορο είναι ότι αυτοί οι λίγοι, οι μετρημένοι στα δάχτυλα, φέρνουν έναν άλλον αέρα και κάτι που μοιάζει με υπόσχεση σε αυτούς που έχουν μάθει να αφουγκράζονται τα μηνύματα των καιρών... ευτυχώς!

    ΑπάντησηΔιαγραφή