Παρασκευή, 3 Οκτωβρίου 2014

"ERO(S) 7 βήματα – 7 λεύγες εντός" του Γιώργου Αλισάνογλου

Αν έκανα την παρουσίαση του ERO(S) 7 βήματα – 7 λεύγες εντός του Γιώργου Αλισάνογλου ζωντανά, θα σήκωνα το βιβλίο για να το δείξω στο ακροατήριο, ως κίνηση αντί προλόγου. Η αιτία: το βιβλίο είναι τυπωμένο σε τυρκουάζ χαρτί. Σπάνιο, σπανιότατο μάλιστα γεγονός, μια συλλογή, ή και ένα βιβλίο γενικότερα, να παρουσιάζει μια τόσο... εκκεντρική εμφάνιση. Και ξαφνικά, η εμφάνιση αποκτά ρόλο σε ένα είδος εξ ορισμού αποστασιοποιημένο από αυτή. Ευτυχώς, το μείζον παραμένει τι γράφει μέσα, ανεξαρτήτως χρώματος χαρτιού.

Εκεί που η εικόνα είναι θέαμα, η ποίηση είναι πρώτα και πάνω από όλα άκουσμα, αίσθηση ήχου και έκθεση μύχιων σκέψεων και το τυρκουάζ βιβλίο τραβάει τον αναγνώστη να το ανοίξει. Το υγρό στοιχείο εμφανίζεται σαν βάση και σαν παλέτα στη θεματολογία, η θάλασσα, το νερό, το δάκρυ, είναι τα στοιχεία που επανέρχονται στο σύνολο της συλλογής για να της προσφέρουν έναν άξονα, αλλά συμβαίνει το εξής αποθαρρυντικό: ο αναγνώστης επικοινωνεί με τα ποιήματα αποσπασματικά. Κάποιες στιγμές, σε κάποιους στίχους αφουγκράζεται μια πραγματικότητα που τον αφορά, για να χάσει την επαφή του με τον ποιητή λίγες λέξεις αργότερα, και το μοτίβο αυτό επαναλαμβάνεται σε ολόκληρη την συλλογή. Το εγώ του συγγραφέα εμφανίζεται σε μια αγωνιώδη αναζήτηση του άλλου και πετυχαίνει να διαγράψει μια αρμονική πορεία σε μια σχεδόν ορφική μυθολογία που όμως τελικά αφήνει τον αποδέκτη του ποιήματος απ’έξω. Είναι δύσκολο να εντοπίσει κανείς το ανεπαίσθητο σημείο όπου η προσωπική ποίηση καταδικάζεται σε αμιγώς ατομική, φαίνεται όμως ότι ο Γιώργος Αλισάνογλου το πέρασε χωρίς να το αντιληφθεί, και έτσι τόσο εκείνος ο ίδιος όσο και ο αναγνώστης καταλήγουν να ακολουθούν παράλληλες και μοναχικές πορείες όπως για παράδειγμα εδώ:

Η διπολική ροπή του θετικού σου φορτίου να αγγίζει την πιο υψηλή ηλεκτρική σύζευξη της ένυδρης ερωτικής μας ένωσης.

Οι ασάφειες αν όχι ανακρίβειες στην στίξη και την εικόνα των ποιημάτων αποτελούν μια επιπλέον τροχοπέδη στην κατανόηση, ο αναγνώστης δυσκολεύεται να διακρίνει το γιατί των αλλαγών και των «αυθαιρεσιών» στη στίξη, μένει με το συναίσθημα ότι στο ποίημα συμβαίνουν πράγματα, αισθήματα και αισθήσεις εν αγνοία του, κάτι που ενισχύεται με τη μάλλον υπερβολικά ελεύθερη χρήση του συντακτικού.

Η πρώτη εντύπωση σ’αυτή τη συλλογή φθίνει και εξαφανίζεται, με την ανάγκη για μια όσο το δυνατόν πιο οικουμενική έκφραση του βιώματος και της σκέψης να γίνεται όλο και πιο επιτακτική όσο παραμένει ανικανοποίητη. Οι λέξεις είναι, θα λέγαμε, όλες εκεί, ατομικές εικόνες σκέψεων και αισθήσεων, όμως το νόημά τους αποσιωπήθηκε προς όφελος του εντυπωσιασμού και της εφήμερης εικόνας.

Το χέρι στα μάτια
υπερχείληση αμνιακής (ώ)ρα/σης
-τώρα ζεις;-
το άλλο προταγμένο
στην μνήμη
στην μνή-μη
στην μη-μνήμη
στην (μί)- μισή
μνήμη
σκιά – διάχυση στο
νερό
όπως την πρώτη φορά
πετάς χρυσόσκονη
βλέμμα στα ψάρια
φωτίζεις τον βυθό
-εγώ σε κοιτώ-
όπως τότε που
σώμα μέσα σε σώμα
ονειρεύτηκες-
στην ευθραυστότητα
μιας οπτικής διάρκειας
που ξεπερνάει
το περιθώριο
της κάθε/
της όλης
της πάντα
μορφής σου
όπως τότε
που ονειρεύτηκες
πως ζεις
έξω απ΄το
ενυδρείο



Κρις Λιβανίου


4 σχόλια:

  1. Με το βιβλίο αυτό, ο Γιώργος Αλισάνογλου εγκαινίασε τη σειρά Vox Humana των εκδόσεων Σαιξπηρικόν, η οποία περιλαμβάνει σύντομα κείμενα (36 σελίδες, δηλ. μόλις 2 τυπογραφικά) σε εξαιρετική τυπογραφία (μονοτυπία με πολυτελή υδατογραφημένα χρωματιστά χαρτιά μικρής διάστασης). Προσωπικά μου αρέσει το χρωματιστό χαρτί. Για το θέμα της αισθητικής του ποιητικού βιβλίου γενικότερα είχε γράψει παλαιότερα μια ανάρτηση ο Ηλίας Θ. Παππάς, την οποία μπορείτε να δει κανείς εδώ: http://stigmalogou.blogspot.gr/2013/05/blog-post_20.html

    Επί της ουσίας, τώρα, της ποιητικής του Γιώργου Αλισάνογλου, δεν μπορώ παρά να συμφωνήσω με την Κρις. Είναι σαφής και αξιέπαινη η προσπάθεια αποδόμησης της συμβατικής γλώσσας και πρότασης εναλλακτικών αναγνώσεων του στίχου, μόνο που πρέπει να κριθεί παρωχημένη. Αυτά τα κάνανε το 1916. Η σημερινή εποχή διψά για ουσιαστικό νόημα και εκεί κρίνεται η ποίηση και ο ποιητής.

    Επιπλέον, προσωπικά διαβλέπω στη συλλογή - πέρα από τη συγκινητική ευαισθησία του Αλισάνογλου - την πρόθεση να οδηγηθεί το θέμα αλλού, σε αχαρτογράφητα εδάφη. Ποιο θέμα; Της γλώσσας αφενός, της ποίησης αφετέρου. Για τη γλώσσα είπαμε, για την ποίηση...ο χρόνος θα δείξει. Αρκεί να μην του χαριστεί η κριτική, επειδή τυχαίνει ο Αλισάνογλου να είναι εκδότης.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Το γεγόνος ότι η Χριστίνα συμφωνεί με τις ενστάσεις μου σχετικά με το περιεχόμενο της συλλογής αυτό καθεαυτό είναι για μένα προφανώς μια καταξίωση. Το δεύτερο γεγονός είναι ότι δεν έχω απολύτως τίποτα με μια όμορφη εμφάνιση ενός βιβλίου, το αντίθετο μάλιστα. Το θέμα όμως δεν είναι αν η αισθητική αποτελεί statement, όπως το σύμπλεγμα "τσάντα-γόβα", παρωχημένο επίσης έτσι κι αλλιώς. Είναι κεφαλαιώδες, για μένα αυτονόητο, ότι το μόνο που μετράει είναι το μέσα, κι ας είναι γραμμένο και στις σακούλες του μανάβη. Δεν ξέρω αν ο Αλισάνογλου επιχείρησε να αποδομήσει τίποτα σε γλωσσικό επίπεδο, ξέρω όμως ότι σίγουρα δεν έβαλε τίποτα στην θέση αυτού που υποτίθεται ότι αποδόμησε. Η γλώσσα μπορεί να είναι υπέροχη, και μαγική, όσοι έχουν διαβάσει Ελύτη το ξέρουν, αλλά πρώτα από όλα είναι εργαλείο επικοινωνίας, αλλιώς θα δημοσιεύουμε ποιήματα στα σουαχίλι. Αν ο αναγνώστης έχει σοβαρές απορίες του τύπου "γιατί δεν υπάρχει συμφωνία υποκειμένου-ρήματος παρά σπάνια", τότε είμαι απόλυτα σίγουρη ότι μια τυρκουάζ έκδοση δεν θα τον βοηθήσει.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Δυστυχώς δεν έχω διαβάσει ολόκληρη την προαναφερόμενη συλλογή, η μόνη μου επαφή είναι το συνημμένο στην κριτική ποίημα το οποίο οφείλω να ομολογήσω πως μου έξαψε την περιέργεια να διαβάσω και τα υπόλοιπα γιατί απο το δείγμα αυτό δεν κατάφερα τελικά να αποκωδικοποιήσω αν συμφωνώ ή διαφωνώ με την κριτική. Αυτό όμως που μου προκαλεί αντίδραση είναι η σχέση αισθητικής βιβλιοδεσίας και συμπλέγματος και μάλιστα "τσάντα-γόβα". Από όσο γνωρίζω από την ιστορία της βιβλιοδεσίας ποτέ δεν ήταν δεδομένη η σχέση ποιότητας της βιβλιοδεσίας με το περιεχόμενο. Το μεράκι του βιβλιοδέτη ή εκδότη για μία όμορφη και προσεγμένη έκδοση δεν ήταν κατ'ανάγκη αντίστοιχο με το ταλέντο του συγγραφέα της έκδοσης. Ειδικά στους καιρούς μας που η οικονομική κρίση οδηγεί σε όλο και φθηνότερες εκδόσεις, το γεγονός ότι κάποιος εκδότης αποφασίζει να μειώσει το ποσοστό κέρδους του προκειμένου να βγάλει μια πιο καλαίσθητη έκδοση νομίζω ότι θα έπρεπε να επιβραβευθεί και όχι να κατακριθεί. Η ποίηση είναι είδος προσωπικό. Το πόσο επηρεάζει το τυρκουάζ χαρτί ή η σακούλα του μανάβη την ποιότητα του κειμένου είναι και αυτό θέμα συζήτησης, μεγάλης συζήτησης, ειδικά αν σκεφτούμε πόσο η καλλιγράφηση και εικονογράφηση ενός κειμένου στρέφουν το νόημα του κειμένου προς άλλες κατευθύνσεις και επιδρούν σε άλλα επίπεδα του εαυτού μας πολλές φορές παντελώς αθέατα. Ελπίζω πάντως να βγαίνουν διαρκώς όμορφα και αντισυμβατικά βιβλία ασχέτως αν συμφωνώ ή διαφωνώ με το περιεχόμενό τους.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Η αισθητική βιβλιοδεσία δεν συμπίπτει πάντα με το περιεχόμενο του έργου, έχετε απόλυτο δίκιο. Και ποιός δεν θαυμάζει ένα καλαίσθητο αποτέλεσμα στην βιβλιοθήκη του, τολμώ να πω μάλιστα ότι για κάποιους μια όμορφη έκδοση φτάνει και περισσεύει. Οι ενστάσεις μου περιορίζονται αποκλειστικά στο περιεχόμενο της συγκεκριμένης συλλογής, κι αυτό γιατί όσο όμορφη και αν δείχνει, το επί της ουσίας θέμα, τα ποιήματα, δηλαδή, που θα διαβάσει κανείς, μου φάνηκε ότι εγείρουν απορίες.
    Η εμφάνιση του βιβλίου είναι σίγουρα κάτι διαφορετικό από ό,τι συναντάει κανείς συνήθως, αναμφισβήτητα προσεγμένο στην λεπτομέρεια, και δεν αμφιβάλλω ότι αυτό τουλάχιστον το στοίχημα κερδήθηκε από τον ποιητή/εκδότη. Φαίνεται όμως ότι ήταν και το μοναδικό, και σε ό,τι με αφορά, ελπίζω στο μέλλον να κερδίσει και το στοίχημα της ουσίας στους στίχους του, της προσωπικής ταυτότητας και της ακρίβειας στην έκφραση.
    Το τί μας αρέσει στην ποίηση και τί όχι είναι προσωπικό θέμα χωρίς αμφιβολία, παραμένει όμως ένα λογοτεχνικό είδος ανάμεσα στα άλλα, που επιδέχεται κριτική ως προς το περιεχόμενό του και λιγότερο ως προς την εικόνα του. Όταν αυτά τα δύο ταιριάζουν και παράγουν ένα συνολικά αρμονικό αποτέλεσμα, τότε, όπως έγραφε και ο Ηλίας Παππάς, όλες μας οι προσδοκίες έχουν καλυφθεί. Στη προκειμένη περίπτωση όμως απέχουμε πολύ από αυτή την ισορροπία, και η προσεγμένη έκδοση δεν αποτελεί παρά μικρή παρηγοριά.

    ΑπάντησηΔιαγραφή