Παρασκευή, 3 Οκτωβρίου 2014

Φάκελος υπερρεαλισμός - Μακριά από τον ρεαλισμό

Συνεχίζεται το αφιέρωμα στον υπερρεαλισμό με βάση κείμενα που είχαν δημοσιευθεί στο περιοδικό "Ομπρέλα" (για περισσότερα βλ. εδώ). Το τρίτο κατά σειρά κείμενο που φιλοξενούμε είναι το "Μακριά από τον ρεαλισμό" του Άρη Μαραγκόπουλου:

Είμαστε τα ζωντανά του γλιτωμού
σε ξένες θετικότητες
κι ανύπαρχτο περνάει το διάστημα
απ' την υγεία ως την αρρώστια
Θ. Ντόρρος, Στου Γλυτωμού το Χάζι, 1930

Στην Ελλάδα η νεοτερικότητα στη λογοτεχνία δεν έτυχε της καλύτερης υποδοχής. Ακόμα και σήμερα που η ιστορική της εμφάνιση και εδραίωση στους συγγραφείς του εικοστού αιώνα αποτελεί πλέον μέρος του κλασικού κανόνα, κοινώς αποδεκτή σε όλο τον υπόλοιπο κόσμο ως η δεσπόζουσα λογοτεχνική παρακαταθήκη αυτού του αιώνα, στη χώρα μας αντιμετωπίζεται είτε με τις επιφυλάξεις του αγνωστικιστή είτε με την καχυποψία του ευκαιριακού αναγνώστη.

Η ειρωνεία του πράγματος είναι ότι στην Ελλάδα υπάρχει μια μακρά παράδοση προνεοτερικότητας και ένας αυτόχθων μοντερνισμός ο οποίος, αν και ουδέποτε ακολούθησε κατά γράμμα τα εις Εσπερίαν συμβαίνοντα (και γιατί άλλωστε;), δεν έπαψε να είναι απολύτως (και εγκαίρως) ενήμερος γι' αυτά. Ο αυτόχθων αυτός μοντερνισμός έχει, ως γνωστόν, την προνεοτερική του αφετηρία στον Σολωμό (της Γυναίκας της Ζάκυθος) και στον Κάλβο, καθώς και στους μείζονες πεζογράφους Παπαδιαμάντη, Βιζυηνό, Ροΐδη, Μητσάκη, συγγραφείς οι οποίοι ανέπτυξαν το έργο τους στο μεταίχμιο δύο αιώνων. Η συνέχειά του ανιχνεύεται σε διαφορετικές εκλεκτικές τάσεις και συγγραφείς (π.χ. Βουτυράς, Θεοτόκης, Ροδοκανάκης, Χατζόπουλος, Πολίτης, κ.ά.) για να φθάσαει έως τη γενιά του Τριάντα που, πρώτη αυτή, αναγνωρίζει τη συγγένειά της με το ιστορικό κίνημα του ευρωπαϊκού μοντερνισμού.

Είναι στην περίοδο του μεσοπολέμου, περίοδο μοναδικής γονιμότητας της ελληνικής κοινωνίας σε όλους τους τομείς, που εμφανίζονται οι πρώτες υπερρεαλιστικές τάσεις. Ο υπερρεαλισμός εγκλωβίστηκε, από την αρχή του κιόλας, στη μέγγενη της ίδιας συντηρητικής ιδεοληψίας και μυθολογίας στην οποία παραμένει έως σήμερα εγκλωβισμένος και ο μοντερνισμός. Η συντηρητική μικροαστική κοινωνία και η πλειονότητα των κριτικών της, σταθερά διχασμένοι στην εμφύλια διαμάχη του δεξιού εθνισμού και της λόγιας γλώσσας από τη μια, του αριστερού λαϊκισμού και της δημοτικής από την άλλη, καθόρισαν το ασφυκτικό πλαίσιο μέσα στο οποίο έγινε η πρόσληψη του μοντερνισμού στη νεοελληνική κοινωνία. Αμφότερες οι πλευρές δεξιώθηκαν τα έργα τέχνης με τα μυωπικά ματογυάλια των ιδεολογημάτων τους, θέτοντας έτσι αυτομάτως σε δεύτερη μοίρα τη λογοτεχνικότητά τους. Αυτή η κοινωνικά και πολιτισμικά διασπασμένη και ταυτοχρόνως βασανισμένη κοινωνία ήταν φυσικό να βρίσκει καταφύγιο σε μια λογοτεχνία που παρουσιαζόταν στιβαρή, ακέραια, αληθοφανής, που έπειθε για την αρχή, τη μέση και το τέλος των πραγμάτων, μια λογοτεχνία που δεν αμφισβητούσε την αναπαραστατική δύναμη της γραφής ως αληθοφανούς καθρέφτη που αντανακλά τη μία και ενιαία ιστορική πραγματικότητα... Ο ρεαλισμός του ευρωπαϊκού 19ου αιώνα μέσα από ποικίλες εντόπιες παραφυάδες και αποφύσεις (ηθογραφικές, αστικές, σοσιαλίζουσες, κ.λπ.) αποτέλεσε έκτοτε για τη μικροαστική Ελλάδα των αναγνωστών, σε όλο το μάκρος του εικοστού αιώνα μια πραγματικότητα τόσο ισχυρή, τόσο αδιαπραγμάτευτη, όσο, ας πούμε, η έννοια του Έθνους ή της Ορθοδοξίας.

Στην Ελλάδα του μεσοπολέμου ορισμένοι κοσμοπολίτες συγγραφείς ήταν σε θέση να συνειδητοποιήσουν τον πολυπρισματικό, αν όχι θρυμματισμένο καθρέφτη της εποχής τους. Αυτό και μόνο το θέμα υπαγόρευε, ακριβώς όπως και στους Ευρωπαίους συναδέλφους τους, νέους τρόπους (κατα)γραφής των πραγμάτων. Γι' αυτούς τους συγγραφείς, η λογοτεχνικότητα, οι τρόποι του γράφειν, αποκτούσαν εξ ανάγκης πρωτεύουσα σημασία. Οπότε η κυρίαρχη κοινωνική/λογοτεχνική συνθήκη που θεοποιούσε την ευθύγραμμη ρεαλιστική ιστορία, τον αφηγηματικό ομοιοκατάληκτο στίχο, ισοδυναμούσε γι' αυτούς με διπλή φυλακή.

Γίνεται επομένως κατανοητό ότι σ' αυτό το σύνθετο πλαίσιο ο νεοέλληνας συγγραφέας του μεσοπολέμου που αναπτύσσει μοντερνικές τάσεις οποιουδήποτε ύφους, από τον απλό ελεύθερο στίχο έως την υπερρεαλιστική "κραυγή", το επιχειρεί πρωτίστως για να "ελευθερώσει" τη δημιουργικότητά του από τα δεσμά της αληθοφάνειας. Για να αρθρώσει με δυο λόγια τη δική του ποιητική φωνή έναντι μιας διαλυμένης πραγματικότητας, που ωστόσο, η περιρρέουσα ατμόσφαιρα επέμενε υποκριτικά να την παριστάνει ως αρραγή και ενιαία. Η ευρωπαϊκή επιρροή, όση κι αν υπήρξε η δραστικότητά της σ' αυτό το εγχείρημα, δεν θα μπορούσε να αναπτυχθεί έξω από το γόνιμο έδαφος αυτής της εντόπιας συγκυρίας.

Στη χώρα μας η λεγόμενη προνεοτερικότητα ουδέποτε έγινε αντιληπτή με τη σαφή έννοια που αυτό συνέβη στην Αγγλία του Έλιοτ, την Ιρλανδία του Τζόυς, τη Γαλλία του Μπρετόν. Επομένως εξ ορισμού η σχέση του Έλληνα μοντερνικού με το αντίστοιχο ευρωπαϊκό κίνημα παρέμεινα πάντα σχέση εξαιρετικά εκλεκτική και, θα τολμούσα να ειπώ, "ανάπηρη" - εφόσον ο Έλληνας συγγραφέας όχι μόνον δεν αντιλαμβάνεται τον εαυτό του σε μια διαλεκτική συνέχεια προς τους εντόπιους προγόνους (με ελάχιστες φωτεινές εξαιρέσεις, όπως π.χ. ο Σεφέρης, ο Γκάτσος, ο Εμπειρίκος ή ο Πεντζίκης) αλλά, εντελώς παράδοξα, τον θεωρεί καινοτόμο ως εκ παρθενογενέσεως! Η θεώρηση αυτή παρέσυρε και σοβαρούς κριτικούς στην ίδια κατεύθυνση - δυστυχώς οι επιπτώσεις της διαρκούν ακόμα.

Ουσιαστικά αυτή η αφελής στάση ενσάρκωνε τη θεμελιώδη παρανάγνωση που τροφοδότησε άκρως αρνητικά την πρόσληψη του μοντερνισμού στην Ελλάδα: ότι δηλαδή ο μοντερνισμός είναι ένα κίνημα που εφόσον διαρρηγνύει τις παλιές φόρμες, διαρρηγνύει αυτομάτως κάθε σχέση και με το νόημα, την παράδοση, τους προγόνους, τη μνήμη, την ιστορία, κ.λπ.  Με τον ίδιο τρόπο που στη ζωγραφική ο αφελής όρος "αφηρημένο" ισοπέδωσε κάθε εγχείρημα κατανόησης νέων εικαστικών αναζητήσεων, στη λογοτεχνία ο όρος "μοντέρνο" και, ακόμα χειρότερα, ο όρος "σουρεαλισμός" κατάντησε να σημαίνει, στα όρια του τραγελαφικού, την απόλυτη ρήξη με ό,τι ο αναγνώστης αναγνωρίζει ως πολλαπλή επικοινωνία με το κείμενο.

Αν μάλιστα ο ελληνικός μοντερνισμός κατάφερε να τύχει κάποιας "ειδικής μεταχείρισης" στο συντηρητικό αναγνωστικό σώμα, κυρίως λόγω του τεκμηριωμένου κύρους δημιουργών όπως ο Σεφέρης, ο ελληνικός υπερρεαλισμός έγινε πολύ εύκολα, όπως μπορούμε να φανταστούμε σ' αυτές τις πραγματικά δεινές συνθήκες, ο αποδιοπομπαίος τράγος του δεξιού και του αριστερού αγνωστικισμού. Αυτή η ιστορία είναι πολύ γνωστή για να την επαναλάβουμε. Η σκληρή όμως αυτή συνθήκη καθόρισε τόσο τα περιορισμένα όρια ανάπτυξής του όσο και την εμβέλεια της γραφής του. Οι Έλληνες υπερρεαλιστές επωμίστηκαν αφενός τον δύσκολο ρόλο του "αιρετικού πρωτοπόρου"σε σχέση με μια ενήμερη ελίτ, αφετέρου, ως προς τη μεγάλη πλειονότητα, τον ρόλο του περιθωριακού συγγραφέα, που δεν έχει καμία επαφή με το ευρύ κοινό. Το έργο τους ουδέποτε διαβάστηκε ως αυτό που το ίδιο πρότεινε. Παρέμεινε εγκλωβισμένο στη διττή αυτή σαγήνη της πρωτοπορίας και του περιθωρίου. Η κυριότερη συνέπεια: οι υπερρεαλιστές σπανίως είχαν την τύχη να έχουν διάλογο επί ίσοις όροις με την κριτική. Αυτό με τη σειρά του δεν επέτρεψε να διαμορφωθεί μια σαφής και, κατά το δυνατόν, ευανάγνωστη κριτική άποψη για την υπερρεαλιστική γλώσσα, τη μορφή, το ύφος αλλά και (γιατί όχι;) για το περιεχόμενό της.

(διαβάστε τη συνέχεια την ερχόμενη Δευτέρα)


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου