Δευτέρα, 29 Σεπτεμβρίου 2014

Σκωτσέζοι ποιητές

Αφού λύθηκε το πολιτειακό, ας... ηρεμήσουμε και ας ταξιδέψουμε λίγο στην ποιητική παραγωγή της πανέμορφης αυτής χώρας. Το ταξίδι μας είναι χρονολογικό και ο παλιότερος ποιητής που θα συναντήσουμε είναι ο William Dunbar (1460-1520),  αδιαμφισβήτητα ο πιο λαμπερός της εποχής του. Παρότι έχουν περάσει πέντε αιώνες από αυτήν, διατηρεί ακόμη και σήμερα τη δύναμη να συγκινεί, να διασκεδάζει, ακόμη και να σοκάρει τον αναγνώστη, επιτάσσοντας την προσοχή του με καθηλωτικούς εναρκτήριους στίχους, όπως εκείνους του ποιήματός του για την Ανάσταση: "Done is a battell on the dragon blak". Οι στίχο του Dunbar είναι γεμάτοι από ασυνήθιστες εικόνες και ειρωνεία, όπως και λογοπαίγνια. Τολμηρός και γεμάτος αυτοπεποίθηση στη χρήση του της γλώσσας, είναι ιδιαίτερα ευαίσθητος τόσο στον ήχο όσο και στη συνεκδοχή των λέξεων. Ακολουθεί απόσπασμα από το ποίημά του “In honour of the city of London”:

LONDON, thou art of townes A per se.
Soveraign of cities, seemliest in sight,
Of high renoun, riches and royaltie;
Of lordis, barons, and many a goodly knyght;
Of most delectable lusty ladies bright;
Of famous prelatis, in habitis clericall;
Of merchauntis full of substaunce and of myght:
London, thou art the flour of Cities all…

Στη συνέχεια, θα πάμε στον Robert Burns (1759-1796). Είναι ο πιο γνωστός από όλους τους σκωτσέζους ποιητές όλων των γενεών και εκείνος που απέδωσε καλύτερα απ’ όλους τον χαρακτήρα του έθνους του. Τα ποιήματά του πότε είναι σατιρικά και πότε λυρικά, πλήρη συναισθήματος. Μιλούν για την αγάπη και τη λαγνεία (θέματα τα οποία ο Burns γνώριζε καλά), για τις ανθρώπινες αδυναμίες γενικά, με τρόπο άλλοτε αστείο και άλλοτε συγκινητικό. Δείχνουν επίσης βαθιά γνώση και αγάπη για τον φυσικό κόσμο (ιδίως το ζωικό βασίλειο). Αυτό που τα κάνει ξεχωριστά είναι ο τρόπος που ο Burns τα πραγματεύεται όλα αυτά: η χρήση του της γλώσσας, η ικανότητά του να φτιάχνει ρίμες, η χρήση παραδοσιακών μορφών με νέο τρόπο. Είναι ένας από τους καλλιτέχνες που απορροφούν τα πάντα και τα αποδίδουν εκ νέου μέσα από την τέχνη τους (όπως π.χ. ο Bob Dylan στην εποχή μας). Είναι πραγματικά ένας ποιητής που μιλά για την ανθρώπινη κατάσταση, ένας ποιητής για όλους και για όλες τις εποχές. Παραθέτω απόσπασμα από το ποίημά του “A fond kiss”:

…But to see her was to love her;
Love but her, and love forever.
Had we never lov'd say kindly,
Had we never lov'd say blindly,
Never met--or never parted--
We had ne'er been broken-hearted.
Fare thee well, thou first and fairest!
Fare thee well, thou best and dearest!
Thine be like a joy and treasure,
Peace. enjoyment, love, and pleasure!
A fond kiss, and then we sever;
A farewell, alas, forever!
Deep in heart-wrung tears I'll pledge thee,
Warring sighs and groans I'll wage thee!

Τον Thomas Campbell (1777-1844), από την άλλη, δεν τον θυμόμαστε μόνο για τους συγκινησιακά φορτισμένους στίχους του - αλλά ούτε μόνο για τα πολεμικά ποιήματά του. Τον θυμόμαστε επειδή είναι ο ποιητής που έγραψε το Hohenlinden το 1802, ένα από τα πιο επιβλητικά έργα μάχης που έχουν γραφτεί ποτέ. Σε λίγους μόνο στίχους, που ρέουν μελωδικά, ο ποιητής φέρνει μπροστά στα μάτια μας το όραμα της σιωπηλής σκηνής της μάχης που δίνεται τα μεσάνυχτα τυλιγμένη στο χιόνι του χειμώνα...

Hohenlinden

On Linden, when the sun was low,
All bloodless lay the untrodden snow,
And dark as winter was the flow
Of Iser, rolling rapidly.

But Linden saw another sight
When the drum beat at dead of night,
Commanding fires of death to light
The darkness of her scenery.

By torch and trumpet fast arrayed,
Each horseman drew his battle blade,
And furious every charger neighed
To join the dreadful revelry.

Then shook the hills with thunder riven,
Then rushed the steed to battle driven,
And louder than the bolts of heaven
Far flashed the red artillery.

But redder yet that light shall glow
On Linden's hills of stainèd snow,
And bloodier yet the torrent flow
Of Iser, rolling rapidly.

'Tis morn, but scarce yon level sun
Can pierce the war clouds, rolling dun,
Where furious Frank and fiery Hun
Shout in their sulphurous canopy.

The combat deepens. On, ye brave,
Who rush to glory, or the grave!
Wave, Munich! all thy banners wave,
And charge with all thy chivalry!

Few, few shall part where many meet!
The snow shall be their winding-sheet,
And every turf beneath their feet
Shall be a soldier's sepulchre.

Άλλοι κλασικοί σκωτσέζοι ποιητές είναι (ας τους αναφέρουμε τιμής ένεκεν) οι: James Thomson (1700-1748), Sir Walter Scott (1771-1832), William Topaz McGonagall (1830-1902), Robert Louis Stevenson (1850-1894), Marriott Edgar (1880-1951), A. A. Milne (1882- 956), Charles Sorley (1895-1915) και Edwin Muir (1887-1959).

Και, καθώς το ταξίδι μας φθάνει στο τέλος του, ας δούμε δύο ποιήματα από δύο σύγχρονους σκωτσέζους ποιητές που δίνουν πολύ καλό δείγμα γραφής:

Don Paterson, 1963-σήμερα

Poetry 
In the same way that the mindless diamond keeps
one spark of the planet's early fires
trapped forever in its net of ice,
it's not love's later heat that poetry holds,
but the atom of the love that drew it forth
from the silence: so if the bright coal of his love
begins to smoulder, the poet hears his voice
suddenly forced, like a bar-room singer's -- boastful
with his own huge feeling, or drowned by violins;
but if it yields a steadier light, he knows
the pure verse, when it finally comes, will sound
like a mountain spring, anonymous and serene.

Beneath the blue oblivious sky, the water
sings of nothing, not your name, not mine.


John Burnside, 1955-σήμερα

Landscapes (απόσπασμα)
…But the Landscape
I see as a reflection
Is also a lie stealing into
My words I speak without remorse
Of this image of myself
And mankind my unequaled torment

I speak of Desert without repose
Carved by relentless winds
Torn up from its bowels

Blinded by sands
Unsheltered solitary
Yellow as death
Wrinkled like parchment
Face turned to the sun… 

Χριστίνα Λιναρδάκη

Το "my love is like a red red rose" του R. Burns σε εκτέλεση 
της σπουδαίας Σκωτσέζας βιολονίστριας Nicola Benedetti



Παρασκευή, 26 Σεπτεμβρίου 2014

Φάκελος υπερρεαλισμός - Ο Andre Breton και το πρώτο μανιφέστο του σουρεαλισμού (1924)

Andre Breton
Ένα κείμενο του Φώτη Τσώνη από την "Ομπρέλα". Δείτε την εισαγωγή στην πρώτη ανάρτηση του φακέλου "υπερρεαλισμός".

"Ο σουρρεαλισμός είναι η αόρατη ακτίνα που θα μας επιτρέψει μια μέρα να νικήσουμε τους εχθρούς μας"

Γεννημένος στις 18 Φεβρουαρίου 1896 στο Tinchebray της Γαλλίας, ο Andre Breton περνά όμορφα παιδικά χρόνια σε μια αστική οικογένεια.Το 1913 αρχίζει να σπουδάζει ιατρική. Το 1915 επιστρατεύεται και υπηρετεί σαν στρατιωτικός νοσοκόμος του πυροβολικού όπου συναντά τον Louis Aragon: οι δυο τους, μαζί με τον Philippe Soupault, τον Φεβρουάριο του 1919, θα δημιουργήσουν το λογοτεχνικό περιοδικό "Λογοτεχνία" (Litterature), στο πρώτο τεύχος του οποίου θα "γεννηθεί" ο Σουρρεαλισμός, προερχόμενος από το κείμενο Dada.

To 1920 o Breton συναντά τον Ντανταϊσμό του οποίου γίνεται ένθερμος υποστηρικτής. Όμως το 1922 έρχεται σε ρήξη με το κίνημα Dada και το περιοδικό "Λογοτεχνία" εμφανίζεται ανανεωμένο και με άλλο πνεύμα.

Το 1924 ο Breton γίνεται ο θεωρητικός του Σουρρεαλισμού, δημοσιεύοντας το Πρώτο Μανιφέστο του μεγαλύτερου αισθητικού κινήματος του 20ού αιώνα.

Με το πρώτο "Manifeste du Surrealisme" (1924), o Andre Breton προσπαθεί να "βαφτίσει" και να προσδιορίσει το Σουρρεαλισμό. Ο Σουρρεαλισμός ανήκει χωρίς δισταγμό στην "Απόλυτη Επανάσταση". Υπερασπίζοντας τη φαντασία, αγωνίζεται με δύναμη ενάντια όλων αυτών που προσπαθούν να της περιορίσουν τη δύναμη. Στα μάτια του Andre Breton ο πιο άγριος εχθρός της φαντασίας και του πνεύματος είναι ο ρεαλισμός. Το κυριότερο έγκλημα του ρεαλισμού φαίνεται να είναι η γέννηση ενός ουτιδανού λογοτεχνικού είδους, του μυθιστορήματος, το οποίο, κατά τον Breton, δεν απαιτεί από τον συγγραφέα παρά μόνο το ανούσιο χάρισμα της παρατήρησης. "Χάρισμα" που αρκείται στην αντιγραφή του πραγματικού στην πιο κοινότοπη και μέτρια μορφή του.

Ο Breton τονίζει ότι η μηδαμινότητα του μυθιστορήματος στην πιο αναμφισβήτητη μορφή της βρίσκεται μέσα στις περιγραφές. Τις θεωρεί δε συνάξεις εικόνων καταλόγου και τις καταδικάζει. Μέσα στα έργα του φωτογραφίες των τόπων ή των πραγμάτων που αναπολεί αντικαθιστούν τις περιγραφές.

Ο Σουρρεαλισμός βασίζεται στη συστηματική απόρριψη όλων των λογικών δομών του πνεύματος που θέλουν να υποτάξουν κάθε έκφραση που θα μπορούσε να συντελέσει σε μια απελευθερωτική ανατροπή των κοινωνικών, πνευματικών και ηθικών αξιών. Πιστεύει στην απόλυτη δύναμη του ονείρου.

Η Σουρρεαλιστική Λογοτεχνία χρησιμοποιεί την "αυτόματη γραφή". Το υποκείμενο πρέπει να αφήσει το υποσυνείδητό του να εκφραστεί χωρίς την επέμβαση της λογικής για να αναδιοργανώσει το λόγο. Αυτή η τεχνική εφαρμόστηκε στα "Μαγνητικά πεδία" (Les champs magnetiques) που έγραψαν μέσα σε 15 ημέρες ο Breton με το Soupault το 1919, θα χρησιμοποιηθεί όμως μερικώς από τους ποιητές της ομάδας.

Η αγάπη, η εξέγερση, το μαύρο χιούμορ είναι σταθερές της σουρρεαλιστικής ποίησης. Ο Σουρρεαλισμός επέτρεψε στην τέχνη να απελευθερωθεί από ένα αριθμό περιορισμών που της είχε επιβάλει το επιστημονικό και ορθολογιστικό πνεύμα που γεννήθηκε με τον Descartes. Αυτή η απελευθέρωση οδήγησε σε μία επαναξιολόγηση γενική της τέχνης και ιδιαιτέρως της ποίησης και ευνόησε τη γέννηση καινούριων μορφών αισθητικής τόσο στη Λογοτεχνία όσο και στη Ζωγραφική. Από αυτή την πλευρά, η επίδρασή του σ'  όλη τη διάρκεια του 20ού αιώνα είναι σημαντική.

Ο Σουρρεαλισμός θα ενώσει πολλούς ποιητές (P. Eluard, R. Desnos...), ζωγράφους (M. Ernst, S. Dali), φωτογράφους (M. Ernst, S. Dali), φωτογράφους (Man Ray), σκηνοθέτες (L. Bunuel) κ.λπ. Όμως το 1929 οι πολλαπλές διαφωνίες και διαστάσεις απόψεων κάνουν το λογοτεχνικό περιοδικό "Η Σουρρεαλιστική Επανάσταση" που ιδρύθηκε το Δεκέμβριο του 1924 μετά τη δημοσίευση του Πρώτου Μανιφέστου του Σουρρεαλισμού, να σταματήσει να εκδίδεται και ένα μεγάλο αριθμό διαφορετικών προσωπικοτήτων να εγκαταλείπουν την ομάδα (Robert Desnos, Jacques Prevert, Michel Leiris, κ.λπ.) και δημοσιεύει το Δεύτερο Μανιφέστο του Σουρρεαλισμού στο τελευταίο τεύχος του περιοδικού "Σουρρεαλιστική Επανάσταση", όπου στιγματίζει τους αποστάτες και περιγράφει την αποτυχία προσέγγισης του κινήματός του με το κομμουνιστικό κόμμα του οποίου ήταν μέλος του 1926 αλλά το εγκατέλειψε το 1928, επειδή ένιωθε να μην τον καταλαβαίνουν, κυριολεκτικά ξένος.

[...] Ο Andre Breton μέχρι τον θάνατό του στις 28 Σεπτέμβρη του 1966 στο Παρίσι, συνέχισε την "επαναστατική" πορεία του, μένοντας πιστός στις αρχές του. Ίδρυσε αρκετά ακόμα λογοτεχνικά περιοδικά, εγκαινίασε "galeries", προετοίμασε Διεθνείς εκθέσεις του Σουρρεαλισμού, "Nadja", "L' amour fou" (O τρελός έρωτας), "Les vases communicants" (Τα συγκοινωνούντα δοχεία). Τα Σουρρεαλιστικά Μανιφέστα του είναι κάποια δείγματα του μεγάλου του ταλέντου. Χαρισματική προσωπικότητα ο Andre Breton θα επηρεάζει όλες τις ποιητικές γενιές που θα ακολουθήσουν.

Φώτης Τσώνης
Καθηγητής Γαλλικής Γλώσσας και Πολιτισμού του 
Διδασκαλείου Ξένων Γλωσσών του Παν/μίου Αθηνών



Τετάρτη, 24 Σεπτεμβρίου 2014

"Μουσείο άδειο" της Μαρίας Κουλούρη

Το Μουσείο Άδειο της Μαρίας Κουλούρη αποτελείται από είκοσι οκτώ σχεδόν αναπάντεχα ποιήματα: ένας ικανός αριθμός, που αφενός της επιτρέπει να παρουσιάσει μια ολοκληρωμένη εικόνα δουλειάς και αφετέρου δίνει στον αναγνώστη την ευκαιρία να καλλιεργήσει μια πιο σφαιρική ματιά στα τεκταινόμενα της συλλογής.

Το αναπάντεχο του πράγματος έγκειται στο γεγονός ότι πρόκειται σχεδόν στο σύνολό της για αφηγηματική ποίηση. Η ποιήτρια διηγείται ιστορίες, ή καλύτερα περιγράφει μεμονωμένες εικόνες εκτεθειμένες σε έντονο φως, σαν ενσταντανέ άλλοτε αυθύπαρκτα και άλλοτε σε στενή αλληλουχία, μένοντας πιστή σε έναν δουλεμένο ρυθμό και σε απρόβλεπτους όσο και ακριβείς εκφραστικούς συνδυασμούς. Αποσκοπώντας σε ένα συγκεκριμένο αισθητικό και νοηματικό αποτέλεσμα, η Μαρία Κουλούρη βρίσκει τα στυλιστικά μέσα που θα το υποστηρίξουν, ώστε ο αναγνώστης να καταλήξει να κοιτάζει τα πράγματα αποκλειστικά μέσα από τις δικές τις λέξεις.

Το ότι δεν πρόκειται για προσωπική ποίηση, τουλάχιστον όχι με την κλασσική έννοια του όρου, είναι ένα στοιχείο που ελάχιστα το περιμένει κανείς σε μια περίοδο όπου το μεγαλύτερο μέρος της ποιητικής παραγωγής γράφεται στο πρώτο ενικό πρόσωπο. Είναι όμως ενδιαφέρον, επειδή τόσο οι εικόνες όσο και η θεματική που πραγματεύεται η ποιήτρια παρουσιάζονται σταθερά από την ματιά του παρατηρητή, του τρίτου ματιού, μια τεχνική κατεξοχήν συνδεδεμένη με την πρόζα. Και με τον Καβάφη ίσως, αλλά ας μην πάμε μέχρι εκεί. Και από την άλλη μεριά, τις φορές που η ποίησή της όντως γίνεται προσωπική, ο στίχος είναι άμεσος και αμείλικτος, στηρίζεται και λειτουργεί στην ισορροπία των αντιθέσεων με επιτυχία: η προσοχή του αναγνώστη καρφώνεται στις λέξεις.

Την εμφανή απουσία του εγώ έρχεται να καλύψει το εμείς που εμφανίζεται και δρα σαν συνολική οντότητα, δίνοντας ένα άλλο ειδικό βάρος στο κείμενο. Στα ποιήματα της Μαρίας Κουλούρη το εμείς τοποθετεί στο ίδιο ισότιμο επίπεδο τον αναγνώστη, τους άλλους ανθρώπους και την ίδια, και τους κάνει όλους κοινωνούς της ίδιας κοινής πραγματικότητας, αυτό είναι κάτι που δεν το συναντάμε συχνά.

Μπορεί η απουσία του εγώ τόσο εκφραστικά όσο και θεματικά να αναιρεί την εσωστρέφεια, από την άλλη όμως η ποιήτρια σε κάποιες περιπτώσεις φαίνεται να παίρνει αποστάσεις από το ίδιο της το κείμενο, σαν να κρύβεται πίσω από τους απρόσμενους λεκτικούς συνδυασμούς και τις αποσπασματικές εικόνες. Ποιήματα όπως το Απόπειρα πρώτη, Στου Κάφκα, ή η Ιδανική μεταφορά είναι τόσο αφαιρετικά, ή τόσο προσωπικά, που δεν παρέχουν στον αναγνώστη διόδους επικοινωνίας και συμμετοχής, θέτοντας έτσι σε κίνδυνο την αμφίδρομη διαδικασία της ανάγνωσης.

Παραθέτω τρία ποιήματα που τράβηξαν περισσότερο την προσοχή μου και περιμένω να δω την εξέλιξη της Μαρίας Κουλούρη στην ποίηση, ας μην ξεχνάμε ότι αυτή είναι η πρώτη της συλλογή.

Κρις Λιβανίου



ΠΙΝΑΚΑΣ ΚΑΘΥΣΤΕΡΗΣΕΩΝ

Θα’χει περάσει μια συντέλεια από τότε
Και αυτός ακόμα εκεί
Στέκει με τη βαλίτσα στο χέρι
Όρθιος
Τα γένια του απλώθηκαν στις ράγες
Έλιωσαν τα ρούχα απ’τους αιώνες
Λίπασμα ιδανικό
Βλάστησε ολόκληρος
Άνθη αποδημητικά ρίζωσαν στα μαλλιά του
Φωλιές χελιδονιών οι τσέπες του
Πτυχώσεις γραμμένες στην αναμονή
Ο συρμός δεν έφτασε ποτέ
Εμείς ή κάποιος απ’τους επόμενους δεν είδε τίποτα
να έρχεται
Ταξιδιώτες δεν επιβιβάστηκαν
Κι όμως
Είναι σίγουρος για το δρομολόγιο
Το εισιτήριο δέρμα δεύτερο στο χέρι του
Λάκκος στο μέγεθος του πέλματος
Σκάφτηκε με τα χρόνια
Οριζόντια κολόνα μιας κατ’ επίφασιν ύπαρξης
Θα’ρθει η μέρα που η γη θα πιει το επίμονο σαρκίο
Κατά καιρούς πέρασαν πολλοί από τον σταθμό
Αργόσχολοι περαστικοί
Εμπειρογνώμονες βεβαιοτήτων
Απεγνωσμένοι ποιητές
Θρασύδειλοι επαναστάτες
Άντρες, γυναίκες, παιδιά
Όλοι να δούνε θέλησαν
Αυτόν που περιμένει τον «Γκοντό»
Όνομα κι αυτό για μια αμαξοστοιχία
Συνώνυμο της προσμονής του απόντα
Αυτού που ίσως και να έρθει
Μέχρι τότε
Μόνος στην αποβάθρα
υπάρχει



ΑΠΟΔΟΧΗ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑΣ

Σοβάρεψε η καρδιά
Μεγάλωσαν και οι προθέσεις
Ακόμα κι η όμορφη μελαχρινή ελπίδα
Σταμάτησε τις βόλτες
Έδωσε στη θάλασσα του έρωτα τα ρούχα
Αντάλλαγμα μια στάλα υγρασία για τον ξερό της μενεξέ
Σε κάποιο σύννεφο οι ρίζες του κρατιούνται
Οι φίλοι
Οι παλιοί μας ουρανοί
Τις μοιρασιές αρχίσαν
Αυτοί το μέλι
Εγώ τον αέρα
Γι’αυτούς το γάλα
Για μένα ο θάνατος
Όχι, δε μ’ενοχλεί η προίκα μου
Ψάχνω να βρω το χώρο
Δεν ευδοκιμεί παντού το οριστικό
Χώμα κυρίως θέλει



ΝΑΥΜΑΧΙΑ

Παραταγμένα στην ακτή
Κουφάρια κι αποσκευές
Επιμελώς συλλεγμένα από την απελπισία του χρόνου
Επέζησε αυτή
Με χέρι τρεμάμενο
Επέμενε να χωρέσει όλο το κάρβουνο και όλο το χιόνι
Ποιος νοιάζεται πια
Ούτε καν η κλαίουσα προδοσία
Έτρεξε χιλιόμετρα σε δρόμους άγνωστους
Τώρα περιμένει να επιστρέψει ο ήλιος στο σπίτι
Μέρες παραιτημένες από τη μνήμη
Κι ο καπνός του φουγάρου ακόμα μπλέκεται στα σύννεφα
Το μόνο ζωντανό από το ταξίδι εκείνο
Ο θολός ουρανός
Στο λιμάνι πάντα θα χάνεται η νίκη
Και κάποιος, ελπίζω, κάποιος
Να έχει χρόνο για την περισυλλογή






Παρασκευή, 19 Σεπτεμβρίου 2014

Φάκελος υπερρεαλισμός - Μια πρώτη προσέγγιση

Το στίγμαΛόγου εγκαινιάζει μια σειρά αφιερωμάτων με βάση κείμενα που είχαν δημοσιευθεί στο περιοδικό "Ομπρέλα", μέλη της συντακτικής επιτροπής του οποίου ήμασταν η Κρις Λιβανίου και εγώ μέχρι το τέλος της έκδοσής του. Πρώτο τέτοιο αφιέρωμα ο υπερρεαλισμός και φιλοξενούμε αρχικά ένα κείμενο του Απόστολου Αποστόλου με τίτλο "Προσεγγίζοντας τον σουρρεαλισμό":

Έχουν περάσει 80 χρόνια [Σημ.: πλέον είναι 90 χρόνια, το κείμενο δημοσιεύθηκε στην Ομπρέλα το 2004] από το πρώτο μανιφέστο του Α. Μπρετόν και την εμφάνιση του λογοτεχνικού και καλλιτεχνικού κινήματος που παρουσιάστηκε στη Γαλλία μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και που οι θεωρητικές του θέσεις συμπόρευσαν όλες τις πρωτοποριακές απόψεις που ήρθαν να αποθεμελιώσουν τον ρηματοκεντρικό δογματισμό της νεωτερικότητας. Στο Λα Σουρς, στο μπουλβάρ Σεν Μισέλ, στο Ντε Γκρανζ Ομ, μέσα από τα δυνατά κοκτέιλ ο Μπρετόν και η ομάδα του περιοδικού Λιτερατίρ κατεδραφίζουν τη γραμματική του αισθητικού λόγου που ήθελε την αισθητική να δικτατορεύεται από την χρησιμότητα, την ωφελιμότητα και από τα είδωλα των κατοπτρικών αντανακλάσεων ενός συμβατικού πολιτισμού.

Οι έννοιες του ποιοτικού βεβαρημένες από τις τελικότητες, τις ιδεατές και υπερβατικές χρηστικότητες, γίνονται διάφανες. Έξω από τη σφαίρα της ερμηνείας και την κατασταλτική τους προσομοίωση στοιχηματίζουν να εκκενώσουν το περιεχόμενο της φαντασίας με μια εκλεπτυσμένη τροπικότητα που περισσεύει από το πάθος και το ένστικτο και επιθυμούν να γίνουν μια ταχυδακτυλουργική βιρτουοζιτέ.

Στο μανιφέστο το 1924 ο Μπρετόν γράφει: "Καθαρός ψυχολογικός αυτοματισμός, που επιχειρεί να εκφράσει προφορικά, γραπτά ή με οποιονδήποτε άλλον τρόπο, την πραγματική ροή της σκέψης. Πρόκειται για μια υπαγόρευση της σκέψης χωρίς κανένα έλεγχο της λογικής και πέρα από κάθε αισθητική ή ηθική προκατάληψη. Ο σουρρεαλισμός βασίζεται στην πίστη σε ορισμένες συσχετίσεις από την πραγματικότητα, στην παντοδυναμία του ονείρου, στο άσκοπο παιχνίδι της σκέψης. Αποσκοπεί στο να καταστρέψει οποιουσδήποτε άλλους ψυχικούς μηχανισμούς και να πάρει τη θέση τους, όταν πρόκειται να αντιμετωπιστούν και να λυθούν τα σημαντικά προβλήματα της ζωής".

Η τέχνη εμφανίζεται έξω από την παγιοποίηση του αισθήματος και αυτό ο Α. Μπρετόν το είχε καταλάβει καλά, γι' αυτό προσπαθούσε να αναλύσει τα παραληρήματα και τα όνειρα των παράφρονων της κλινικής Saint Dizier του Παρισιού. Εξάλλου και ο Λακάν που μαθήτευσε ένα μικρό διάστημα κοντά στην ομάδα του κινήματος, μας έχει πει ότι το συμβολικό (η εκφραστική δυναμική της τέχνης)  βρίσκεται πέρα από κάθε δυνατή κατανόηση.

Ο κόσμος ως "περικεχυμένον κενόν" για τον Μπρετόν ξαναβρίσκει την ουσία του μακριά από το σύνολο των εξαρτημένων παραστάσεων. Πραγματώνεται αναιρούμενος, στήνεται αντιστεκόμενος, βεβαιώνεται στην χαοτική αβεβαιότητα. Όχι στο ποτάμι των αναπαραστάσεων, όπου η κάθε μια αναπαράσταση αναπαριστά την προηγούμενή της, αλλά στο μακάριο πήδημα προς το ταλαντευόμενο, το έκκεντρο (το αντίθετο του πηδήματος προς την αιωνιότητα: ein seliger Sprung in die Ewigkeit". Γραφή, τέχνη, είναι η εκπλήρωση της άρνησης, διαμεσολαβημένη από το όνειρο, που παράγεται, επάγεται, παρακινείται, από τη επιθυμία που με τη σειρά της βρίσκει το νόημά της στο Άλλο (ο "λόγος του Άλλου" έλεγε ο Λακάν). Ό,τι μένει έξω από σημασίες, νοήματα, σενάρια, θεωρίες, ιστορίες, στη ρήξη με τα μεσοποιημένα μοντέλα της βούλησης, την πειθώ. Κοντά στην ενεργητική και αυθόρμητη υπαρξιακή μορφή.

Ο Μπρετόν το 1914 αφιερώνοντας το βιβλίο του "Χαμένα βήματα" στο γεγονός ότι εδιώχθη από το θέατρο Μισέλ γιατί διαφώνησε με τον Τζαρά, στο κείμενό του με τίτλο "Αφήστε τα πάντα", όπου εκφράζει και την οργή του, βάζει παράλληλα το μεγάλο θέμα των αποχωρισμών του ανθρώπου (ουσιαστικά την προτεραιότητα των πικρών μετωνυμιών έναντι των μεταφορών). Θα γράψει:

Αφήστε τα πάντα / Αφήστε τη γυναίκα σας, αφήστε την ερωμένη σας / Αφήστε τις ελπίδες και τους φόβους σας / Αφήστε τα παιδιά σας στη γωνιά του δρόμου /Αφήστε το γάμο και πηγαίνετε για πουρνάρια / Αφήστε στην ανάγκη μιαν άνετη ζωή, αυτά που σας δίνουν / για μια θέση με μέλλον... /Ξεχυθείτε στους δρόμους.

Το κάλεσμα του Μπρετόν "ξεχυθείτε στους δρόμους" θα βρει ανταπόκριση. Τα νέα κινήματα που προέκυψαν από την οδό Γκρενέλ 15 (όπου υπήρχε το "Γραφείο Σουρρεαλιστικών Ερευνών"), θα πάρουν τη σκυτάλη και θα ανδρωθούν από την αχαλίνωτη δοκιμασία της υπαρξιακής περιπέτειας, την ενατένιση του εσωτερικού (από τους σιτουσιανιστές έως την ομάδα Spur), την διάρκεια του βιώματος, καταγγέλλοντας παράλληλα την πολιτισμική θανατολαγνεία, την αφαίρεση της πληρωματικής σχέσης που διέθετε η ερωτική επιθυμία, την κυκλώσιμη μετωνυμία της ομιλίας.

Το κίνημα που ήθελε λίγο βιαστικά να βαπτίσει ο Γκ. Απολλιναίρ στο "Les Mamelles de Tiresias" θα στηριχθεί με επιφυλάξεις ίσως από τους Αραγκόν, Κρεβέλ, Ντενό, Περέ, Τανγκί, Μπατάιγ, Μπουαφάρ, Πρεβέρ, Λεμπούρ κ.ά. Θα δώσει διάρκεια και έκταση για καλλιτεχνική δημιουργία, πνοή και προσφορά στην αναζήτηση, θα αναζητήσει ένα νέο φαντασιακό χωρίς μετωνυμικά υποκατάστατα ή "λυκοφωτικές καθρεπτίσεις".

Απόστολος Αποστόλου
Δρ. Φιλοσοφίας διδάσκων στο Πάντειο Πανεπιστήμιο



Τετάρτη, 17 Σεπτεμβρίου 2014

"Τοπία του τίποτα" του Αντώνη Φωστιέρη

Στην κβαντική θεωρία το κενό έχει σύνθετη δομή και πολλές ιδιότητες από τις οποίες μία ιδιαίτερα σημαντική: δεν μένει εντελώς άδειο ποτέ. Βάσει δε της αρχής της απροσδιοριστίας, είναι πιθανό ανά πάσα στιγμή να δημιουργήσει με αυθόρμητο τρόπο εικονικά σωματίδια, τα οποία στη συνέχεια χάνονται όπως ακριβώς δημιουργήθηκαν, δηλ. μέσα σε μια στιγμή. Το κενό, λοιπόν, το τίποτα, μόνο κενό και τίποτα δεν είναι. Αντίθετα, είναι το πεδίο όπου διεξάγεται κλεφτοπόλεμος ανάμεσα στην ύπαρξη και την ανυπαρξία - όπως η ποίηση είναι το πεδίο μάχης ανάμεσα σ το μηδέν και το κάτι, τον λόγο και τη σιωπή.

Γι' αυτόν ακριβώς τον κλεφτοπόλεμο μιλάει ο Αντώνης Φωστιέρης στα Τοπία του τίποτα: για τις στιγμές που από το ανύπαρκτο γεννιέται το πραγματικό σαν μια φωτοβολίδα - και αμέσως σβήνει. Τις στιγμές που εμείς, ως παρατηρητές, προσπαθούμε να ερμηνεύσουμε, μεταμφιέζοντάς τες με σύμβολα προκειμένου να τις φέρουμε στα μέτρα μας. Αυτή η μεταμφίεση, που καθορίζει την πρόσληψή μας του κόσμου, αναπόφευκτα του προσδίδει κάτι το κίβδηλο και υποκριτικό.

Ο Μωρίς Μπλανσό έχει γράψει ότι η τέχνη είναι ένα "σαν να". Αυτό που λέει τώρα ο Φωστιέρης είναι ότι και η ζωή ολόκληρη ένα "σαν να" είναι, όπως διέπεται ανηλεώς από τη σχετικότητα του χώρου και του χρόνου. Και έτσι ακριβώς τη ζούμε: μέσα από μια σειρά εκούσιες και ακούσιες παραδοχές που κάνουμε στην προσπάθειά μας να αντιμετωπίσουμε τις φοβερές και αδυσώπητες συνθήκες της. Μα είναι η ευαισθησία ενός ποιητή όπως ο Αντώνης Φωστιέρης, που μπορεί να διαστείλει το πρόσκαιρο προσδίδοντάς του βάθος και να αναδείξει αυτήν ακριβώς την ανθρώπινη προσπάθεια. Ή που μπορεί να κλείσει όλο το σύμπαν σε ένα βιβλίο. Τα έργα τέχνης, όπως ο ίδιος μας λέει, από τη στιγμή που θα γεννηθούν, αντιστέκονται στην παραδοξότητα του βίου: μένουν καρφιτσωμένα για πάντα στο κενό, υπερβαίνοντας τον χρόνο, σαν σκηνές από θεατρικό που επαναλαμβάνονται ακούραστα κάθε φορά που πέφτει πάνω τους η ματιά ενός πρόθυμου παρατηρητή.

Τα κεντρικά λοιπόν ερωτήματα που θέτει ο Φωστιέρης και σε αυτή τη συλλογή του αφορούν την αντοχή των υλικών από τα οποία είμαστε φτιαγμένοι ή με τα οποία δομούμε το κτιστό, στην προσπάθειά μας να μιμηθούμε το άκτιστο. Είναι ερωτήματα στα οποία απαντά άλλοτε με οργή, κυνικότητα και σοβαρότητα και άλλοτε με τρυφερότητα, λυρισμό και διάθεση για παιχνίδι, πάντοτε όμως με τη δωρική λιτότητα που ανέκαθεν χαρακτήριζε τον λόγο του, η οποία μάλιστα σε αυτή τη συλλογή βρίσκει απροσδόκητη, συγκριτικά με τα όσα μέχρι τώρα μας έχει συνηθίσει, έκφραση και σε ποιήματα δυο-τριών στίχων. Πολύ ενδιαφέροντες είναι ακόμη οι αναστοχασμοί του με βάση την καρκινική γραφή, όπως και το επανερχόμενο μοτίβο του ουροβόρου όφι που καθιστά αδύνατη τη διάκριση ανάμεσα σε τέλος και αρχή.

Από κει και πέρα... τίποτα! Η συλλογή κινείται γραμμικά, χωρίς αναταράξεις, χωρίς ιδιαίτερες συγκινήσεις, τελικά χωρίς μεγάλο ενδιαφέρον. Τα Τοπία του τίποτα θα μπορούσαν να είναι τοπία του πολύ, των πολλών ταξιδιών που όμως εγγυώνται την επιστροφή στην ασφάλεια. Είναι αυτή ακριβώς η επιστροφή που κάποιοι θα δουν σαν μια ευχή που βγαίνει αληθινή και κάποιοι άλλοι θα την αντιμετωπίσουν σαν μια εντελώς βαρετή περιπέτεια.

Χριστίνα Λιναρδάκη

Ακολουθούν ποιήματα της συλλογής:


Η ΠΑΡΑΒΟΛΗ ΤΗΣ ΠΑΡΑΒΟΛΗΣ

Από την πρώτη κιόλας μέρα μου καρφώθηκε:
Απόλυτη παραβολή
Στο βάζο
Η τουλίπα.
Πρωί πρωί ανοίγοντας τα πέταλά της όλα
Κι ως το σούρουπο
Που μ' απαλές κινήσεις τα μαζεύει
Κλείνεται
Σιγά σιγά στον εαυτό της
Γίνεται
Ξανά μπουμπούκι.
Την άλλη την παράλλη
Τα ίδια:
Ώριμο άνθος ανοιγμένο
Κι έπειτα
Κοντά στο σούρουπο ξανά
Μπουμπούκι.

Μια εύληπτη παραβολή ένα κήρυγμα
Ισόβιας ανανέωσης αιώνιας ήβης
Μέσα στο βάζο η τουλίπα. Μάλιστα.

Την πέμπτη έκτη μέρα
Σαν να υπέθεσα
Μικρά σημάδια κόπωσης στο άνοιξε κλείσε
Κάτι λεπτές ρυτίδες αφυδάτωσης -
Τίποτα πάντως ευκρινώς
Ανησυχητικό.
Γι' αυτό μου ήρθε ξαφνικό
Καθώς την έβδομη
Ούτε λουλούδι ούτε μπουμπούκι
Αλλά τα πέταλα
Ριγμένα ξέπνοα στο τραπέζι.

Πάει λοιπόν το καημένο το λουλούδι
Πάει το κήρυγμα
Πάει μαζί του ολόκληρη παραβολή.

Α όχι, αυτή τη νέα παραβολή
Θα την κρατήσω.



ΤΟΠΙΑ ΤΟΥ ΤΙΠΟΤΑ

Ξανά το σήμερα κι η σπάθη του αμετάθετου
Ξανά η άβυσσος του νου.
Δεν έχει εντέλει τίποτα
Πραγματικά δικό της
Μια μικρή στιγμή;
Κάτι δανείζεται απ'το πριν
Κάτι απ' το αύριο
Το ξεπληρώνει
Με το υστέρημα του άλλου.
Αέρινη
Κι όμως πατάει στο στήθος σου ατσάλι -
Έτσι ακριβώς
Όπως το σύμπαν περισφίγγει:
Ατσάλινο.
Γεμάτο τρύπες από θάλασσες κενού
Τοπία του τίποτα
Να πλέουν μέσα νησάκια νετρονίων
Και γαλαξίες. Ευφάνταστη
Φενάκη του ορατού
Στη φτερωτή
Μπαγκέτα ενός ιλίγγου.
Που ηλεκτρισμένη
Μεταμφιέζεται το μηδέν
Το πουθενά
Και το ποτέ.

Σε κόσμο.



***

Εκατομμύρια οι μαστοί
Που στάζουνε - 
Να λάμπει στο στερέωμα
Το γάλα.

****

Όπως πέφτει αόρατο βότσαλο χρόνου
Και γύρω του ανοίγουν
Ομόκεντροι κύκλοι:
Ο κορμός ο εγκάρσιος
Του δέντρου.

Δευτέρα, 15 Σεπτεμβρίου 2014

Κωστής Παλαμάς vs. Κώστα Καβάφη, γιατί τιμήσαμε τον δεύτερο και "ξεχάσαμε" τον πρώτο

Αφορμή για τούτο το κείμενο στάθηκε η εισαγωγή ενός άρθρου της Ανθούλας Δανιήλ, στο τεύχος της «Φιλολογικής» που κυκλοφορεί, σχετικά με τον Κωστή Παλαμά. Αντιγράφω:

«Το 2013 εορτάστηκε ως έτος Καβάφη και οι επετειακές εκδηλώσεις προεκτάθηκαν στο 2014 χωρίς να ξέρουμε πότε θα πάρουν τέλος. Αυτό δεν σημαίνει πως ο συγκεκριμένος ποιητής έχει ανάγκη από επετείους ή ότι η ποίησή του δείχνει να παίρνει τέλος. Αντίθετα, το αντίπαλο δέος, ο Κωστής Παλαμάς που, όταν ο Καβάφης έκανε την εμφάνισή του, μεσουρανούσε αστέρας τρανός στο ποιητικό στερέωμα, μάλλον ξεχάστηκε (;) ή καλύτερα δεν προβλήθηκε όσο θα έπρεπε και όσο θα ταίριαζε στην προσωπικότητά του.

Πολλοί θα πουν ότι η ποίησή του δεν διαβάζεται, όπως λένε ότι ο Παπαδιαμάντης δεν διαβάζεται, αλλά το ερώτημα είναι και ποιος διαβάζεται ποιητής ή πεζογράφος που πέρασε ήδη έναν αιώνα από την εποχή της ακμής του. Κανείς».


Συμφωνώ με την κα Δανιήλ και σε όσα γράφει στη συνέχεια για τον Κωστή Παλαμά, αλλά έχω να κάνω ένα σχόλιο στο ερώτημά της ποιος ποιητής που πέρασε ήδη έναν αιώνα από την εποχή της ακμής του διαβάζεται. Η απάντηση στο ερώτημα αυτό δεν είναι "κανείς": είναι ότι όλοι διαβάζονται, απλά κάποιοι διαβάζονται ευκολότερα από άλλους και ο Κωστής Παλαμάς δεν είναι ένας από αυτούς, ενώ ο Κώστας Καβάφης είναι. Γιατί; Για τον ίδιο λόγο που αν διαβάσει κανείς σήμερα τις τελευταίες συλλογές του Αντώνη Ζέρβα από τη μία και του Αντώνη Φωστιέρη από την άλλη, θα μείνει να θυμάται εκείνη του Ζέρβα (φυσικά δεν επιχειρώ συγκρίσεις μεγεθών ούτε αναλογίες με τον Παλαμά και τον Καβάφη, φέρνω απλώς ένα παράδειγμα από τη σύγχρονη εποχή)! Γιατί ο κυνισμός (στην περίπτωση του Καβάφη, η περίφημη ειρωνεία του) εντυπώνεται περισσότερο στη μνήμη απ’ ό,τι ο λυρισμός και, αν κάτι μας ενοχλεί, εντέλει έχει μεγαλύτερες πιθανότητες να το θυμόμαστε.

Εντάξει, στην περίπτωση του Παλαμά και του Καβάφη υπάρχουν και άλλα στοιχεία που προκρίνουν τον δεύτερο έναντι του πρώτου: η μορφή της ποίησης καθενός από τους δύο είναι το βασικότερο, η γλώσσα είναι ένα άλλο, ο τρόπος διαχείρισης των εθνικών ιδεών ένα τρίτο και ο τρόπος διαχείρισης της ποιητικής κληρονομιάς ένα τέταρτο. Ας τα δούμε λίγο πιο αναλυτικά:

Η μορφή και το ύφος της ποίησής τους

Ο Κωστής Παλαμάς βασίστηκε πολύ στο μέτρο. Όπως παρατηρεί ο Παναγιώτης Μαστροδημήτρης σε άλλο άρθρο του ίδιου τεύχους της «Φιλολογικής», χρειαζόταν ένα μετρικό σχήμα μέσα από το οποίο να αναπτύξει τους θεματικούς του πυρήνες και ιδίως τους αισθητικούς του πειραματισμούς, ενώ βασικό χαρακτηριστικό της ποίησής του είναι ο λυρικός της χαρακτήρας. Ο Κώστας Καβάφης, από την άλλη, έγραψε σε ελεύθερο και ανισοσύλλαβο στίχο και ένα σημαντικό στοιχείο της ποίησής του, όπως ήδη αναφέραμε, είναι η αντιλυρικότητά της, η οποία εκφράζεται με την ειρωνεία. Κι αν ο Παλαμάς έγραψε μακρότατες συνθέσεις και ένα πολύτομο έργο και η ποίησή του ήταν μια επική θάλασσα, ο Καβάφης έγραψε έναν μικρό αριθμό σύντομων ποιημάτων, δίνοντας όμως στίχους που «συχνά θυμίζουν παροιμιακό ή γνωμικό λόγο», όπως παρατηρεί ο Μιχάλης Μερακλής σε άλλο άρθρο στο ίδιο τεύχος της «Φιλολογικής».

Η γλώσσα

Η γλώσσα του Παλαμά είναι χυμώδης και ενίοτε ανοικονόμητη, όπως εύστοχα παρατηρούσε ο Νάσος Βαγενάς σε άρθρο του στο «Βήμα» έντεκα χρόνια πριν. Ο Παλαμάς δείχνει «μια σταθερή προτίμηση σε μια γλωσσική μορφή αρθρωμένη γύρω από επίθετα και σύνθετες λέξεις που σε πολλές περιπτώσεις δίνουν την εντύπωση μιας τεχνητής λογοτεχνικής γλώσσας χωρίς άμεση αναφορά στο κυρίαρχο γλωσσικό αίσθημα της εποχής» (Π. Μαστροδημήτρης). Η γλώσσα του Καβάφη, από την άλλη, είναι ειρωνική, αντιλυρική και «ασυγκίνητη», κάποτε μάλιστα γίνεται αντιποιητικά στεγνή. Όμως εντυπώνεται και προοιωνίζεται τη μελλοντική γλώσσα που θα χρησιμοποιήσουν οι ποιητές, γι’ αυτό και έχει τελικά μεγαλύτερη συγγένεια με την εποχή μας.

Ο τρόπος διαχείρισης των εθνικών ιδεών

Μολονότι και ο Καβάφης είναι ελληνοκεντρικός, ο Παλαμάς δεν είναι απλά αυτό: είναι εθνικός ποιητής, όπως ο Διονύσιος Σολωμός και ο Αριστοτέλης Βαλαωρίτης. «Βγαίνει από τα σπλάχνα του έθνους», όπως παρατηρεί η Ανθούλα Δανιήλ σε άλλο άρθρο της «Φιλολογικής», εμπνέεται από τη Μεγάλη Ιδέα και ανασαίνει τις μεγάλες στιγμές του έθνους. Αποτέλεσμα αυτού του γεγονότος είναι μια ποίηση μεγαλόστομη και πομπώδης στο μεγαλύτερο μέρος της. Όλα αυτά ο Καβάφης δεν τα επεδίωξε ποτέ. Αντίθετα, έθεσε εαυτόν εκτός γενεάς και τεκταινομένων, έστρεψε το βλέμμα του στον άνθρωπο και την καθημερινότητα και γι’ αυτόν έγραψε, ουσιαστικά σηματοδοτώντας μια νέα εποχή στην ποίηση.Ήταν σαν να έκλεισε πίσω του την αυλαία και όταν την ξανάνοιξε, να πήρε θέση στο κέντρο της σκηνής.

Ο τρόπος διαχείρισης της ποιητικής κληρονομιάς

Το είπαμε ήδη εμμέσως: ο Παλαμάς ήταν συνεχιστής της ποιητικής κληρονομιάς των προγενεστέρων του, υφολογικά και θεματολογικά, ενώ ο Καβάφης ήταν εκείνος που την αμφισβήτησε και επιχείρησε ένα δικό του ιδίωμα, ένα δικό του ποιητικό σύμπαν.

Ας ήταν λοιπόν ποιητές της ίδιας γενιάς και οι δύο. Ο Παλαμάς ήταν το τέλος μιας εποχής και ο Καβάφης η αρχή μίας άλλης.

Χριστίνα Λιναρδάκη

Παρασκευή, 12 Σεπτεμβρίου 2014

Ποίηση και εικόνα: δεσμός και δέσμευση

Η κριτική της προηγούμενης εβδομάδας για την συλλογή ERO(S) 7 βήματα – 7 λεύγες εντός του Γιώργου Αλισάνογλου με έσπρωξε να βγω από την πεπατημένη για μένα προσέγγιση ανάγνωσης και να αναζητήσω στοιχεία του ποιητικού λόγου που δεν με είχαν απασχολήσει μέχρι τώρα. Κατ’εξοχήν «παιδί» της πρόζας στην κριτική, για μένα η ποίηση γενικά, πόσο μάλλον η σύγχρονη, είναι πεδίο προκλήσεων και αναθεώρησης, συνεχούς επανεξέτασης και επαναοριοθέτησης σταθερών, ένας σχεδόν άγνωστος τόπος με τους δικούς του μηχανισμούς και ιδιαιτερότητες.

Άρχισα να αναρωτιέμαι πάνω σε τι είδους «επιφάνεια» χτίζεται ένα ποίημα: επειδή η θεματολογία είναι –και ευτυχώς– κάτι το προσωπικό, το διαφορετικό σε κάθε περίπτωση, είναι ίσως ενδιαφέρον να κοιτάξει κανείς τον καμβά πάνω στον οποίο συμβαίνουν τα τεκταινόμενα, όποια και αν είναι αυτά. Εκεί που στην πρόζα υπάρχουν η ιστορία και οι πρωταγωνιστές γιατί αλλιώς είναι δύσκολο να σταθεί με επιτυχία, η ποίηση μια χαρά στέκεται χωρίς αυτά, εξελίσσεται και επικοινωνεί ιδέες και συναισθήματα. Διαβάζοντας ένα ποίημα, ο αναγνώστης βρίσκεται μπροστά σε μια αλληλουχία εικόνων, οι οποίες είτε λειτουργούν σαν κομμάτια ενός παζλ, είτε αυτόνομα, σαν στιγμιότυπα, σαν φευγαλέες στιγμές ακινητοποιημένες από την πένα του δημιουργού σε πραγματικό χρόνο. Και ακριβώς επειδή ο χρόνος δεν είναι θεμελιώδες εργαλείο κατανόησης, μπορεί να συμπυκνωθεί, να ακινητοποιηθεί ή ακόμα και να εξαλειφθεί, ανάλογα με τις ανάγκες του ποιητή και του νοήματος. Σε ένα ποιητικό έργο τα πράγματα τελικά δεν είναι ευθύγραμμα, αλλά έχουν άλλους τρόπους λειτουργίας για να φτάσουν στον αποδέκτη, πιο αποσπασματικούς, πιο αυτάρκεις. Δεν είναι μόνο ο χρόνος που ρευστοποιείται, αλλά και ο χώρος, το μέσα και το έξω του ατόμου, τα όρια της πραγματικότητας και της σκέψης του, το περίγραμμα του συναισθήματος και της συγκίνησης. Ο ποιητικός λόγος έχει στη δυναμική του μια χαρακτηριστική πλαστικότητα που δεν συνανατάται ούτε στην πρόζα, ούτε στο θέατρο και που οδηγεί σε αυτή την ιδιάζουσα αυτάρκεια: το νόημα αρκείται στο περίγραμμα του στίχου.

Στην ποίηση του Ελύτη, πολλοί ακούν και βλέπουν τη θάλασσα, στον Καρυωτάκη η πόλη διαφαίνεται σαν γκρίζο φόντο ακόμα και τις φορές που δεν αναφέρεται στον στίχο, ο Καββαδίας τοποθετεί κάθε ποίημα σε μία βάρδια, κι ας μην το λέει. Η ουσία είναι ότι η ποίηση φαίνεται πως είναι το κατεξοχήν λογοτεχνικό είδος όπου ο αναγνώστης εισπράττει τα περισσότερα από το διακείμενο. Ο δημιουργός πετυχαίνει να μεταφέρει αισθήσεις και φαινόμενα ανάμεσα στους στίχους και ο αναγνώστης αποκτά συγκεκριμένες «αναμνήσεις» από το ποίημα που διάβασε, σχεδόν ανεξάρτητα από το θέμα του.

Τελικά η εικόνα στην ποίηση είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τις ιδέες του κάθε κειμένου, με τα ερωτήματα που θέτει και την αγωνία που μοιράζεται, με τις αισθήσεις που χρησιμοποιεί αλλά και αυτές που παράγει στον αναγνώστη του, και αυτό είναι το στοιχείο εκείνο που καθιστά αυτή την αμφίδρομη σχέση ανάμεσα στον δημιουργό και τον αναγνώστη μια βαθιά προσωπική υπόθεση.

Κρις Λιβανίου

Τετάρτη, 10 Σεπτεμβρίου 2014

Τι είναι η Ποίηση;

[...] Υπάρχει δυσκολία ως προς τη διατύπωση ενός ορισμού, επειδή θα καλούπωνε την Ποίηση. Οι τεχνοτροπίες δεν διαρκούν πολύ, αλλάζουν και η αλλαγή φέρνει πρόοδο. Οι ορισμοί που κατά καιρούς έχουν δοθεί είναι μονομερείς και "ανταποκρίνονται σε ένα μόνο μέρος του νοηματικού και αισθητικού της εύρους". Ποίηση είναι "η ιδανική διάταξη ιδανικών λέξεων", "μια μελωδία από μετρημένα λόγια", "ανάπτυξη ενός επιφωνήματος" ή "ανάπτυξη στίλβοντος ποδηλάτου". Από τους τέσσερις αυτούς ορισμούς ο πρώτος αφορά τη μορφή, ο δεύτερος το μέτρο και οι δύο άλλοι το περιεχόμενο. Σ' αυτούς τους δύο άλλους όμως υπάρχει πάλι διαφορά. Γιατί ο πρώτος αφορά το συναίσθημα και ο δεύτερος την εικόνα, την αίσθηση.

[...] Κι εδώ δεν έχουμε παρά να σκύψουμε στα φαινομενικώς ασήμαντα που οι μεγάλοι μας ποιητές ύμνησαν και τα ανύψωσαν σε σύμβολα μεγάλων εννοιών και ιδεών. Και ποίηση δεν είναι μόνο η Ποίηση αλλά και άλλες μορφές του λόγου. Ποίηση κάνει και ο Παπαδιαμάντης, ποίηση έκανε και ο Ηρόδοτος. Και ο Όμηρος, ακόμα κι αν δεν έγραφε σε στίχους, πάλι ποίηση θα είχε κάνει. Ο ποιητής "γεννιέται", λέει ο Δέτσης, και το ποίημα "γίνεται", αλλά ο ποιητής έχει και "πείρα ζωής αντλημένη από την παράδοση". Ο Σεφέρης, μας θυμίζει, "ήταν γεμάτος από το Δημοτικό Τραγούδι, τον Μακρυγιάννη, Σολωμό, Παλαμά, Κάλβο, Σικελιανό". Και βέβαια δεν είναι ποιητής αυτός που τα έχει αυτά, ούτε αυτός που έχει μόνο ιδέες, χωρίς να έχει και το ταλέντο να αξιοποιήσει όλα τα καλά της κληρονομιάς και της εμπειρίας του. "Η Ποίηση πλαταίνει, βαθαίνει και πολλαπλασιάζει τη ζωή. Είναι 'η εκ βαθέων' φωνή μας. Ας την αφουγκραστούμε".

Ας την αφουγκραστούμε λοιπόν. [...] Ο Στέλιος Γεράνης λέει:

Ακάθιστος Ύμνος η Ποίηση
και το Ποίημα
η ευλάβεια στο στασίδι.

Ο παραλληλισμός που ανυψώνει την Ποίηση και το Ποίημα σε περίοπτη θέση αυτομάτως επενεργεί στο συναίσθημα, αγιοποιώντας και την Ποίηση και το Ποίημα. Ταυτόχρονα, υποβάλλει μια αίσθηση θρησκευτικότητας στον αναγνώστη, έστω κι αν δεν θρησκεύεται.

"Αν δεν καταλάβαινα λίγο από Ποίηση, αν δεν είχα τη σχετική ευαισθησία, δεν θα έκανα ποτέ μου Ιστορία. Θα έκανα Στατιστική", μας λέει ο Ν. Σβορώνος. Κι εδώ είναι η άποψη ότι Ποίηση υπάρχει και σε άλλες μορφές του λόγου. Η Ιστορία έχει ποίηση και όχι μόνο η Ιστορία του Ηροδότου, αλλά και του Θουκυδίδου και άπασα η ιστορική αφήγηση. Και σ' αυτή την ιδέα έρχονται να ταιριάξουν τα λόγια του Σεφέρη:

Είναι παντού το ποίημα
σαν τα φτερά του αγέρα
μες στον αγέρα.

Αυτή λοιπόν η διατύπωση έχει την ομορφιά της δημιουργίας μιας εικόνας από το τίποτα. Το εκ του μη όντος ον, τα "φτερά" που αποκτά ο "αέρας" που σαν άγγελος περιίπταται αόρατος και είναι παντού, ή αλλιώς "πανταχού παρών". Και φυσικά το ποίημα μεταμορφώθηκε σε άγγελο και αναπτέρωσε τη σκέψη και το συναίσθημα.

Και μια ακόμη πρωτότυπη εικόνα φτάνει με τα φτερά του ανέμου από το Ιόνιο πέλαγος και από τον επαναστάτη Ανδρέα Κάλβο, προ υπερρεαλισμού, υπερρεαλιστή, ο οποίος σαν Δίας επενέβη στα ουράνια για να μας αποκαλύψει την κρυμμένη ομορφιά:

"Με την Ποίηση τα νέφη εσχίσθησαν και των άστρων εφάνη η αρμονία". Κι ο Ελύτης: "Όπου υπάρχει  Ποίηση εκεί και ο Θεός".

Και ο Γιώργης Παυλόπουλος μας δίνει μια ηχητική εικόνα: "Όλα σημαίνουν στο ποίημα. Και το ξέρεις".

Ανθούλα Δανιήλ, δ.φ.
κριτικός λογοτεχνίας
για το βιβλίο του Νίκου Δέτση "Τι είναι η ποίηση"


Απόσπασμα από κείμενό της που δημοσιεύθηκε στο τελευταίο τεύχος της "Φιλολογικής" (τεύχος 127, Απρίλιος-Ιούνιος 2014). Το ίδιο τεύχος περιλαμβάνει και άλλα ενδιαφέροντα κείμενα περί ποίησης όπως "Ο προφητικός λόγος του Σεφέρη και η επαλήθευσή του στη σύγχρονη τραγική πραγματικότητα" και "Η δυναμική των παρομοιώσεων στον 'Αλαφροϊσκιωτο' του Άγγελου Σικελιανού".

Δευτέρα, 8 Σεπτεμβρίου 2014

"Α΄ Παθολογική" του Δημήτρη Πέτρου

Η «Α΄ Παθολογική» είναι η πρώτη συλλογή του Δημήτρη Πέτρου, μια συλλογή αναπάντεχη όσον αφορά την επίδρασή της και αναμφισβήτητα πολύ ενδιαφέρουσα. Ο τρόπος του Δημήτρη Πέτρου, στην πρώτη ανάγνωση, μου θύμισε λίγο Γιάννη Στίγκα – αν και δεν είναι με τίποτα το ίδιο αιχμηρός. Ξαναδιαβάζοντας τη συλλογή, κατάλαβα πως η διαφορά μεταξύ τους δεν περιορίζεται μόνο στο ύφος, είναι πολύ βαθύτερη και ουσιαστική. Ούτως ή άλλως και οι δύο γράφουν με έναν τρόπο φρέσκο, όπου έννοιες φαινομενικά ασύνδετες μπερδεύονται πότε με αιφνιδιαστικό αποτέλεσμα και πότε με καθησυχαστικό: όπως τα κομμάτια ενός παζλ που, όταν μπουν στη θέση τους, συνθέτουν μια οικεία και αγαπημένη εικόνα. Αλλά μέχρι εκεί.

Στην ποίηση του Δημήτρη Πέτρου αρχέτυπα, όπως η μητέρα και ο πατέρας, ζητήματα που προκύπτουν από την οικογένεια και την αλληλεπίδραση των μελών της, το θέμα του χρόνου που γλιστρά αμείλικτος, της φιλίας, του θανάτου και της φθαρτότητας απασχολούν τον ποιητή, ο οποίος τα πραγματεύεται με τρόπο άμεσο, σαν να τον αφορούν προσωπικά, και όχι μέσα από μια ακαδημαϊκή-θεωρητική προσέγγιση. Ταυτόχρονα, όμως, καταφέρνει να τα παραδίδει ανοικτά, έτσι που ο αναγνώστης να νιώθει ότι τον αφορούν και αυτόν και δεν πρόκειται για την προσωπική ιστορία κάποιου που δεν τον αγγίζει. Αυτό είναι ένα σημείο που δυστυχώς δεν διαχειρίζονται με επιτυχία πολλοί σύγχρονοι ποιητές, καθώς δεν καταφέρνουν να μετατρέψουν το προσωπικό βίωμα σε κάτι καθολικό, να θωπεύσουν δηλ. το βαθύτερο, το «διά ταύτα» του βιώματος, το υπόστρωμα πάνω στο οποίο «πέφτοντας» η προσωπική εμπειρία, θραύεται και γίνεται πανανθρώπινο κτήμα.

Μέσα από στίχους που θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν και παράλογοι ακόμη, όπως «είναι μαγεία να ανακαλύπτεις κατσαρόλες στα ερείπια» (από το ποίημα «Κεντρικός συνοικισμός») επιτυγχάνεται μια ανακουφιστική γείωση-αποφόρτιση της έντασης που έχει χτίσει ο ποιητής στους προηγούμενους στίχους (εν προκειμένω: «Μεγαλώνοντας ανατρέπεις πολλά δεδομένα, αυτό είναι γνωστό,/και ξαφνικά τα μάτια δακρύζουν./ Μην αναρωτιέσαι λοιπόν γιατί τα σπίτια τρίβονται,/ γιατί το χορτάρι φυτρώνει στις ταράτσες και γιατί/ όσα ονειρεύτηκες δεν θα εκπληρωθούν./Εδώ τελούνται μυστήρια. Ζωή γεμάτη πολυφαινόλες/και άγρια δέντρα.») κι αυτός είναι ένας βασικός μηχανισμός της ποίησής του.

Ο Δημήτρης Πέτρου γράφει απαλά, σαν ένα παιδί που κοιτάζει γεμάτο απορία, έχοντας επίγνωση του συντριπτικού μεγέθους του κόσμου. Η ποίησή του είναι ένα ατέρμονο κρυφτό με τις λέξεις και τα νοήματα, ένα κρυφτό που χαρακτηρίζεται από μελαγχολική διάθεση και που, σε κάθε περίπτωση, συγκινεί και αποζημιώνει.


Χριστίνα Λιναρδάκη

* Το κείμενο πρωτοδημοσιεύθηκε στη Λέσχη Ανάγνωσης Ιουλίου του vakxikon.gr 


Παρασκευή, 5 Σεπτεμβρίου 2014

Ανθολογία μεσαιωνικής γερμανικής ερωτικής ποίησης



Saget mir ieman, waz ist minne?
(Ποιος θα μου πει τι είναι αγάπη;)

Walther von der Vogelweide


Μια ποίηση χίλια χρόνια μετά; Έχει μετά η ποίηση; Μπορεί να έχει; Μια ποίηση χίλια χρόνια μετά. Για ποιους ανθρώπους; Αλλάζει ο άνθρωπος; Οι..."διαφορές" των εποχών, μολονότι σε ένα σημείο υπαρκτές, υπολογίσιμες και καθοριστικές, τον... διαφορίζουν; Μα την αλήθεια, το μπορούν; Μια ποίηση χίλια χρόνια μετά. Για ποιους; Για κείνους που πια ζουν τη ζωή τους αγωνιώντας να υπάρχει τριγύρω κάποιο wi-fi, να βρεθούν δίχως την επικίνδυνη περιπέτεια, σε δυο μονάχα ώρες, δυο-τρεις χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά, που συνομιλούν πατώντας πλήκτρα, και βλέπουν πρόσωπα μέσα από οθόνες; Ή μήπως για κείνους που ένα τραγούδι περσινό είναι πια παλιό, τόσο παλιό που ακουμπά τα όρια της προϊστορίας, αφού η διάρκεια ζωής "ορίστηκε" εταιρειοκρατικά στους έξι το πολύ μήνες;

Μα, επιτέλους, μια ποίηση χίλια χρόνια μετά. Για ποιους ανθρώπους; Ίσως για κάποιους των πόλεων Ροβινσώνες που επιμένουν στην ερώτηση: "Και τι είν' παλιό;". Κι ακόμη: "Κι αν το παλιό πέρασε πια, πόσο αφορά στο τώρα; Πόσο αφορά εμάς; Και, πάνω απ' όλα, πώς;", και τέλος: "Υπάρχει στ' αλήθεια παρελθόν;". Λόγου χάρη, μέσα στην υψικάμινο και στο χυτήριο της σύγχρονης ζωής όπου συμφύρονται οι ποιότητες και οι απαραίτητες διακρίσεις τους, για να επικρατήσει ένας χρηστικός πολτός, πόσο μπορεί να λειτουργήσει και πόσο μας ενδιαφέρει η απόσταση δυο ερωτευμένων μες στο καμίνι της αγάπης;

Πόσο μας ενδιαφέρει να βάλουμε ένα στοίχημα, στοίχημα ζωής και θανάτου, για να παραμείνουμε ασάλευτοι σ' έναν πόθο δίχως να μετακινηθούμε βολικά, όπως ορίζει ίσως η εποχή, όπως θα ήθελε η εύκολη σε συνθηκολογήσεις αδυναμία μας; Μας ενδιαφέρει ένας πληθυντικός στον έρωτα δύο ανθρώπων; Θα έπρεπε; Όχι, φυσικά, καρατομώντας τον ενικό, αλλά να κρατά κανείς αριστοτεχνικά τα διπλά του κόσμου, παίζοντάς τα άνετα με τη μπαγκέτα της ανθρώπινης αξιοπρέπειας που του χαρίστηκε από το πρώτο του φως. Είναι πάντοτε κρίμα βαρύ να αποδεικνυόμαστε οι σαλτιμπάγκοι του εαυτού μας.

Η ανθολογημένη ποίηση που παρουσιάζεται εδώ μετρά περίπου χίλια χρόνια. Είναι ποίηση των τροβαδούρων, ποίηση ερωτική, που πήρε την εναρκτήρια πάσα της από τη γαλλική ερωτική ποίηση των τροβαδούρων. Είναι ετερόφωτη. Κι αυτό δεν είναι καθόλου κακό. Άλλωστε, ποιος δεν είναι ετερόφωτος; ... Μα πάντοτε είναι καλό κανείς να το θυμάται.

Ο έρωτας, αυτός και μόνον είναι το αποκλειστικό λογοτεχνικό θέμα και το αποκλειστικό, συνάμα, θέμα της ίδιας της ζωής: ο έρως. Αν κανείς θέλει με μια μονάχα λέξη, με ένα μόνο στίχο, να πει ή να μάθει τι είναι ολόκληρο το φαινόμενο της τροβαδουρικής ποίησης, τότε ας ξαναδιαβάσει το στίχο του Walther von der Vogelweide που προτάξαμε της εισαγωγής. Αυτός είναι τα πάντα. Επίσης, η ποίηση αυτή είναι μια ποίηση που η εποχή της τη μάρκαρε στενά με τον ιπποτισμό και ό,τι αυτός μπορεί να αντιπροσωπεύει. Το αποκορύφωμά της τοποθετείται γύρω στο 1200.

Ασφαλώς, όπως και στην ελληνική αρχαιότητα, η μουσική δεν έλειπε ούτε στιγμή μες στην ποίηση, αποδεικνύοντας όχι μόνο την αυτάδελφη συνάφειά τους, αλλά ακόμη περισσότερο, ίσως, πως ο ήχος πιθανόν να είναι το ίδιο το Νόημα....  Η μουσική σημειογραφία, ωστόσο,  αυτών των ασμάτων δεν διασώθηκε.

Η πτώση και της ιπποσύνης και του ερωτικού τραγουδιού των γερμανών τροβαδούρων τοποθετείται στα τέλη του 13ου αι., με μια-δυο φωτεινές αναλαμπές, όπως πάντα συμβαίνει, να προκύπτουν στα τέλη του 14ου αι.(!) με τους Hugo von Montfort και τον Oswald von Wolkenstein, κυρίως. Περιττεύει, νομίζω, η αναφορά τόσο στα Carmina Burana, που μέσα στην ετερογλωσσία τους ακόμη υπάρχει ασφαλώς και η γερμανική γλώσσα, την οποία επιδιώκουν να παγιώσουν οι γερμανόφωνοι ποιητές του 12ου-13ου αι., όσο και στο βαγκνερικό ενδιαφέρον για όλο αυτό το φαινόμενο. Με τις δυο αυτές αναφορές είναι προφανής, θεωρώ, η διείσδυση αυτού του πολιτισμικού φαινομένου μια-δυο ανάσες απόσταση από την εποχή μας.

Όσο για τους ανθολογημένους εδώ ποιητές, ξεκινώ από τον πολύ διάσημο Walther von der Vogelweide, αυστριακό αριστοκρατικής καταγωγής, που δραστηριοποιούνταν στην περιοχή της Βιέννης. Μια πολύ σημαντική συμβολή του στην ανάπτυξη της γερμανικής ποίησης ήταν η πρωτοποριακή τάση του που ήθελε το ποίημα να πηγάζει από τη διάθεση της στιγμής. Αυτή απέκοπτε τη γερμανική ποίηση από την παράδοση που μέχρι τότε ίσχυε, η οποία επέβαλε κυρίως το εκκλησιαστικό μοντέλο ποιητικής δημιουργίας. Στη συνέχεια, ο Heinrich von Morungen θεωρείται από τους κύριους εκπροσώπους της κλασικής εποχής του ιπποτικού ποιήματος. Προέρχεται από την περιοχή της Θουριγγίας και έχει και αυτός αριστοκρατική καταγωγή. Είναι ελκυστική η οραματικότητα που διακρίνει την ποίησή του. Ο Alfred von Johansdorf καταγόταν από την κάτω Βαυαρία.και ήταν επίσης αριστοκρατικής καταγωγής. Σχετίστηκε και με εκκλησιαστικούς κύκλους. Ο Der von Kuerenberg είναι ο πρώτος επώνυμος και γνωστός τροβαδούρος του γερμανόφωνου χώρου. Είναι σημαντική η μορφολογική του συνδρομή στη δομή του τροβαδούρικου άσματος, η οποία επηρεάζει και επηρεάζεται από τα άσματα των Νιμπελούνγκεν. Τέλος, ο Rudolf von Fenis θεωρείται ότι είναι αυτός που δομεί τη δεύτερη φάση στην εξέλιξη του ιπποτικού ερωτικού άσματος των τροβαδούρων, την επονομαζόμενη φάση του Ρήνου.

Η μεταφραστική απόπειρα είχε ως στόχο να διατηρήσει πολλά επίπεδα και να τα διατηρήσει δημιουργικά. Δεν θα μιλήσω καθόλου γι' αυτά. Αφήνω τον αναγνώστη ολότελα ελεύθερο και... υποχρεωμένο να τα ανακαλύψει και να τα κρίνει μοναχός του. Αν κανείς επιθυμεί μια γενικότερη και σαφώς εκτενέστερη γνωριμία, σ' ένα εύρος μάλιστα που ξεπερνά τη χιλιετία, με τη γερμανόφωνη ποίηση, υπάρχει η εξαίρετη εργασία του Άρη Δικταίου.

Στάθης Κομνηνός



ΥΓ. Τα πρωτογράμματα και τα κοσμήματα των ποιημάτων φιλοτεχνήθηκαν από την καλλιγράφο Μαρία Γενιτσαρίου. Oλόκληρο το άρθρο του Στάθη Κομνηνού εδώ.

Δευτέρα, 1 Σεπτεμβρίου 2014

Το φθινόπωρο στην ποίηση

Τα "Φθινοπωρινά φύλλα" του Ουγγρογάλλου συνθέτη Joseph Kosma

Πρώτη Σεπτέμβρη σήμερα, καλό μήνα σε όλους! Υποδεχόμαστε το φθινόπωρο, την εποχή που τα φύλλα  πέφτουν και οι άνθρωποι φεύγουν για άλλα μέρη... Έτσι και εμείς φύγαμε κατά το ένα τρίτο: ο Ηλίας Θ. Παππάς αποφάσισε να αποχωρήσει. Δυστυχώς, γιατί η αλήθεια είναι ότι, χωρίς τον Ηλία, στίγμαΛόγου δεν θα υπήρχε. Ήταν η δική του αποφασιστικότητα και το δικό του πάθος που, τότε στην αρχή, οδήγησαν στη δημιουργία του. Θα θέλαμε πολύ να είχε παραμείνει κοντά μας, αλλά τι να κάνουμε! Το μόνο που μπορούμε να κάνουμε εμείς, δηλ. η Κρις Λιβανίου και η υπογράφουσα, είναι να του ευχηθούμε καλή συνέχεια στην (ελπιδοφόρα) ποιητική του πορεία και στη ζωή του γενικότερα!

Φθινόπωρο λοιπόν και θα κάνουμε ποδαρικό στο ιστολόγιο με ένα αφιέρωμα στο πνεύμα λίγο-πολύ εκείνου που είχαμε κάνει για την άνοιξη: φθινόπωρο στην ποίηση. Ας αρχίσουμε με δύο ποιήματα που πραγματεύονται το θέμα του πόθου σε σχέση με το φθινόπωρο, ένα του Λαπαθιώτη και ένα του Εμπειρίκου:

ΠΟΘΟΣ - Ναπολέων Λαπαθιώτης

Βαθύ χινόπωρο γοερό, πόσο καιρό σε καρτερώ,
με τις πλατιές, βαριές σου στάλες
των φύλλων άραχλοι χαμοί, των δειλινών αργοί καημοί,
που με μεθούσατε τις άλλες...

Τα καλοκαίρια μ᾿ έψησαν και τα λιοπύρια τα βαριά,
κι οι ξάστεροι ουρανοί οι γαλάζοι:
απόψε μου ποθεί η καρδιά πότε να ῾ρθεί μέσ᾿ τα κλαριά,
ο θείος βοριάς και το χαλάζι!

Τότε, γερτός κι εγώ ξανά, μέσ᾿ τα μουγγά τα δειλινά,
θ᾿ αναπολώ γλυκά, -ποιος ξέρει-,
και θα με σφάζει πιο πολύ, σαν ένα μακρινό βιολί,
το περασμένο καλοκαίρι...


ΑΡΧΑΓΓΕΛΟΣ ΤΟΝ ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟ ΒΟΩΝ ΜΕΣΑ ΣΤΗΝ ΠΛΑΣΗ - Ανδρέας Εμπειρίκος
(απόσπασμα)

Τις μέρες τις γλυκιές του Σεπτεμβρίου, όταν δεν έχει ακόμη βρέξει και είναι το άκουσμα των ήχων πιο αραιό και η γεύσις των ωρών και από του θέρους πιο πυκνή, όταν στους κήπους σκάνε τα ρόδια, και πάλλονται υψιτενείς οι στήμονες των λουλουδιών, και σφύζουν στις πορφύρες των φλεγόμενοι οι ιβίσκοι, όλοι σαν υπερβέβαιοι γαμβροί που στων νυμφών κτυπούν τις θύρες, τότε, σαν να ‘ναι πάντα καλοκαίρι (γιατί όποια κι αν είναι η εποχή, ο πόθος είναι πάντα θέρος) αναγαλλιάζουν οι ψυχές, και ο Έρωτας, ο πιο ξανθός αρχάγγελος του Παραδείσου, βοά και λέγει στο κάθε που άγγιξε κορμί:
Τα ρούχα πέτα, γδύσου.
Τίποτε μη φοβάσαι.
Έαρ, χειμώνας, θέρος-
όπου κι αν είσαι-
είναι η ρομφαία μου μαζί σου.


Από τους πιο σύγχρονους, η Κική Δημουλά έχει γράψει δύο ποιήματα για το φθινόπωρο. Το ένα έχει τον τίτλο "Αποδημητικές καλημέρες" και το άλλο "Βροχή επιστροφής"

ΑΠΟΔΗΜΗΤΙΚΕΣ ΚΑΛΗΜΕΡΕΣ - Κική Δημουλά

Άρχισε ψύχρα.
Το γύρισε ο καιρός σε αναχώρηση.
Η πρώτη μέρα του Σεπτέμβρη
ξοδεύτηκε σε κάποια υδρορροή.
Ως χθες ακόμα όλα έρχονταν.
Ζέστες, η διάθεση για φως,
λόγια, πουλιά,
πλαστογραφία ζωής.
Γονιμοποιούνταν κάθε βράδυ τα φεγγάρια,
πολλοί διάττοντες έρωτες
ήρθαν στον κόσμο τον περασμένο μήνα.
Τώρα η γνωστή ψύχρα
κι όλα να φεύγουν.
Ζέστες, πουλιά, η διάθεση για φως.
Φεύγουν τα πουλιά, ακολουθούν τα λόγια
η μία ερήμωση τραβάει πίσω της την άλλη
με λύπη αυτοδίδακτη.
Ήδη αποσυνδέθηκε το φως από την επανάπαυση
κι από τις καλημέρες σου.
Τα παράθυρα ενδίδουν.
Το χέρι του μεταβλητού κλείνει τα τζάμια,
άλλοι λεν ως την άνοιξη,
άλλοι φοβούνται διά βίου.
Κι εσύ τι κάθεσαι;
Καιρός να μπεις κι εσύ στα αλλαγμένα.
Να γίνεις ό,τι αναρωτιόμουν πέρυσι:
«ποιος ξέρει τ᾿ άλλο μου φθινόπωρο;».
Καιρὸς να γίνεις «τ᾿ άλλο μου φθινόπωρο».
Άρχισε ψύχρα.
Ρῖξε στην πλάτη σου ένα ρούχο αποδημίας.


ΒΡΟΧΗ ΕΠΙΣΤΡΟΦΗΣ - Κική Δημουλά

Εγώ, όταν μεγαλώσω
θα γίνω Σεπτέμβριος έλεγε ο Αύγουστος.
Έβρεξε δω λιγάκι.
Δοκιμαστικά, σαν έλεγχος
αν λειτουργούν καλά οι πτώσεις.
Όπως χτυπάνε κάθε τόσο
ξαφνικά οι σειρήνες, δοκιμαστικά,
αν λειτουργεί καλά
ο τρόμος του πολέμου.
Ελάχιστη βροχή,
ίσα που την πλατάγισε στο στόμα του
το χώμα τη σταγόνα
– καθώς δοκιμαστής κρασιών-,
μόλις που πρόλαβε η υγρόεσσα ευωδιά
παραπονιάρα να τριφτεί
πάνω στα περιβόλια.
Δέναν οι παραθεριστές
στις σχάρες των αυτοκινήτων την Αθήνα
μαρσάραν τις βαλίτσες τους και φεύγαν.
Πεθαίναν απ’ τη ζήλια τους τα σπίτια
κοιτώντας τα τροχόσπιτα
στην Εθνική Οδό του Σεπτεμβρίου.
Απ’ τ’ ανοιχτά παραθυράκια τους
μικρά όσο ένα σάντουιτς ματιάς
κουρτινάκια φτερακίζαν κατά έξω,
νάιλον γλάροι εμπριμέ, δεμένοι.
Λοξά στημένη
νανούριζε τα τέλια της
μια κιθάρα ηλιοκαμένη.
Ευτυχώς βελτιώθηκε
το βιοτικό επίπεδο της βάρκας.
Γίνανε βάρκες κατοικίδιες
– αστυφιλία των σκαριών.
Αστραφτερές, εξωλέμβιες,
πάνω στα τρέιλερ κουρνιασμένες
ακολουθούν τ’ αφεντικά τους,
σκυλάκια ράτσας
χωρίς καθόλου τρίχωμα θαλάσσης.
Γαύροι πηδάνε κατά πάνω,
μια τελευταία ασημένια περιέργεια.
Κάτι θα την πονέσει απόψε τη βραδιά
γι’ αυτό το προς το τέλος.
Αν έχει ξαστεριά
θα πιει κάποιο παυσίπονο αστέρι.
Εγώ θα μείνω ακόμα λίγο.
Μήπως και ξαναβρέξει.
Να σε ξεπλύνω λίγο.
Είσαι μες στην αρμύρα και τ’ αλάτια
από τότε που ήμουνα θάλασσα.


Και από την Κική Δημουλά σε έναν άλλον αγαπημένο, τον Τάσο Λειβαδίτη. Αμέσως μετά, ακολουθεί ένα ποίημα της Μελισσάνθης:

ΑΝΕΜΟΣ ΤΟΥ ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ - Τάσος Λειβαδίτης

Τώρα όμως βράδιασε. Ας κλείσουμε την πόρτα κι ας κατεβάσουμε τις κουρτίνες
γιατί ήρθε ο καιρός των απολογισμών. Τι κάναμε στη ζωή μας;
Ποιοι είμαστε; Γιατί εσύ κι όχι εγώ;
Καιρό τώρα δεν χτύπησε κανείς την πόρτα μας κι ο ταχυδρόμος έχει
αιώνες να φανεί. Α, πόσα γράμματα, πόσα ποιήματα
που τα πήρε ο άνεμος του Νοεμβρίου. Κι αν έχασα τη ζωή μου
την έχασα για πράγματα ασήμαντα: μια λέξη ή ένα κλειδί, ένα χτες ή ένα αύριο
όμως οι νύχτες μου έχουν πάντα ένα άρωμα βιολέτας
γιατί θυμάμαι. Πόσοι φίλοι που έφυγαν χωρίς ν’ αφήσουν διεύθυνση,
πόσα λόγια χωρίς ανταπόκριση
κι η μουσική σκέφτομαι είναι η θλίψη εκείνων που δεν πρόφτασαν ν’ αγαπήσουν.

Ώσπου στο τέλος δεν μένει παρά μια θολή ανάμνηση από το παρελθόν (πότε ζήσαμε;)
και κάθε που έρχεται η άνοιξη κλαίω γιατί σε λίγο θα φύγουμε και κανείς δεν θα μας θυμηθεί.


ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ - Μελισσάνθη

Ώρα δειλινού.
Του φθινοπώρου τα νέφη στίβουν το φουστάνι
να στεγνώση τ’ ουρανού
και στου απόβροχου τη σκόλη
βγαίνουν για σεργιάνι
οι σαλίγκαροι όλοι
κάτω απ’ το ξεθωριασμένο παρασόλι
του ήλιου… Τώρα η λάμια
η γη λιάζει τα βρεγμένα της τα χράμια
με των κάμπων τα πλουμίδια
κι από τα χορτάρια
κι από τα ψιλά γρασίδια
οι σταλαματιές γλυστρούνε χάντρες
και μαργαριτάρια
από ουράνια δαχτυλίδια.
Τις μαζώνουν οι νεράιδες οι ανυφάντρες
μες στα υπόγεια τους σεράγια και στ’ ανήλια
πολυέλαιους κι αργυρά καντίλια
σε πλεμμάτια κρυσταλλένιες μπάλλες
μάγισσα γριά κι αράχνη τις κρεμάει μες στυς κουφάλες
και λογής-λογής
ένα-ένα όλα τα ζούδια
ξεφαντώνουν απ’ τη γης
κι απομέσα από τα φλούδια,
κ’ ένας μύρμηκας σκαλώνει σ’ ένα αγκάθι φουντωτό
ν’ αγναντέψη όλο τον κόσμον από τέτοιο λιακωτό!..
Να! Το αυλάκι
κάνει χάζι,
το άχυρο – σχεδία που αράζει
και το δρασκελούν βαθράκοι!..
Κόσμοι ολόκληροι, ζωύφια,
ταξιδεύουν με πιρόγιες τα κελύφια!..
(...Κρύα ανατριχίλα στα νερά
σαν πεταλουδιώνε σμάροι…
Τώρα ο σίφουνας θα πάρη
απ’ τα δέντρα όλα τα φύλλα τα ξερά!
Στα καλάμια τη φλογέρα του σφυράει,
κι όπως πάη, πάη, πάη,
ο άνεμος-τσοπάνος σαλαγάει
σ’ άλλα πια λημέρια –

σ' άλλο τώρα χειμαδιό τα καλοκαίρια!...

Και η Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ έχει μιλήσει για το φθινόπωρο:

Η ΦΥΣΗ ΕΧΕΙ ΤΗΝ ΠΙΟ ΩΡΑΙΑ ΜΝΗΜΗ - Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ

Η φύση έχει μια μνήμη με σύννεφα μπλάβα
με κίτρινες προεκτάσεις του φεγγαριού
στις λίγες αναμνήσεις που μου μένουν
όταν υμνούσα το Σεπτέμβρη
κι απ' τα νερά τα γκρίζα, τα μαλαματένια του
είχα δει ν' αναδύονται τα πιο ωραία
σώματα της αγάπης μου.
Ήταν α υ τ ή η ψύχρα
α υ τ ή  η θολή καθαρότητα
κι ένα γλυκό φωτοστέφανο
τριγύριζε τα πρωινά ψάρια
στον μαρμάρινο μπάγκο.
Ο αέρας ύφασμα
με τέλεια εφαρμογή
η μυρωδιά του γιασεμιού
λες κι ήταν προσωπικό μου χάρισμα
λες και με αφορούσε κι εμένα
η ωραιότητα.
Η αγάπη έχει αξία συλλογική
τα τόσα πρόσωπα είναι ένα
μες στο γαλάζιο
κι η συμβολή τους συμβολική
στης εποχής το γύρισμα
στον τρύγο
στο πλύσιμο των βαρελιών
δίπλα στη θάλασσα
στα μαύρα σακιά με κοπριά
ακουμπισμένα στην πόρτα μου
σαν κακοί οιωνοί.
Η φύση έχει την πιο ωραία μνήμη
φοράει το ίδιο φως
σε κάθε επέτειο
κρατάει το ίδιο κλαρί
με τα λαχανιασμένα φύλλα
στην εκθαμβωτική πτώση τους.
Γιατί εγώ άσχημα θυμούμαι
Βλέπω μόνο σταγόνες πίκρας
στα χείλη μου που τα ΄σχιζε
η χαρά
και σημάδια αλλοίωσης στα μέλη
τα κρυφά
ανθεστήρια θανάτου.

Θα κλείσουμε το μίνι αφιέρωμα με Μίλτο Σαχτούρη και Οδυσσέα Ελύτη:

ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ - Μίλτος Σαχτούρης

Τι γυρεύει το κορίτσι στο σκοτάδι της καρέκλας;
Γρήγορα καθώς νυχτώνει το φθινόπωρο
γδύνεται με σύννεφα μπροστά στα μάτια
με τη βροχή μες στο κεφάλι με τη βελόνα στην καρδιά
βγάζει τις κάλτσες βγάζει τα λουλούδια πετάει το φωτοστέφανο
έξω τα φύλλα του καιρού βάφονται μες στο αίμα


ΕΛΕΝΗ - Οδυσσέας Ελύτης
(απόσπασμα)

Με την πρώτη σταγόνα της βροχής σκοτώθηκε το καλοκαίρι
Μουσκέψανε τα λόγια πού είχανε γεννήσει αστροφεγγιές
Όλα τα λόγια που είχανε μοναδικό τους προορισμόν Εσένα!
Κατά πού θ' απλώσουμε τα χέρια μας τώρα που δε μας λογαριάζει πια ο καιρός
Κατά πού θ' αφήσουμε τα μάτια μας τώρα πού οι μακρινές γραμμές ναυάγησαν στα σύννεφα
Τώρα που κλείσανε τα βλέφαρα σου απάνω στα τοπία μας
Κι είμαστε — σαν να πέρασε μέσα μας η ομίχλη —
Μόνοι ολομόναχοι τριγυρισμένοι απ' τις νεκρές εικόνες σου.


Μελαγχολική η διάθεση, αλλά έτσι είναι το φθινόπωρο... καιρός για στοχασμό! Μετά την καλοκαιρινή ανάπαυλα, άλλωστε, λίγη ενδοσκόπηση επιβάλλεται.

Χριστίνα Λιναρδάκη