Πέμπτη, 10 Ιουλίου 2014

Φεύγουμε για διακοπές (ώρα ήταν!)



Αγαπητοί μας φίλοι, έφθασε και φέτος η ώρα να σας αποχαιρετήσουμε για το υπόλοιπο του καλοκαιριού.

Σας ευχαριστούμε που μας τιμήσατε με περισσότερες από 34.000 επισκέψεις και σας περιμένουμε ξανά στις αρχές Σεπτεμβρίου με πολλά και ενδιαφέροντα θέματα γύρω από την ποίηση!

Μέχρι τότε, σας αποχαιρετούμε με ένα ποίημα του Οδυσσέα Ελύτη...

Σῶμα τοῦ καλοκαιριοῦ

Ὢ σῶμα τοῦ καλοκαιριοῦ γυμνὸ καμένο
Φαγωμένο ἀπὸ τὸ λάδι κι ἀπὸ τὸ ἀλάτι
Σῶμα τοῦ βράχου καὶ ῥῖγος τῆς καρδιᾶς
Μεγάλο ἀνέμισμα τῆς κόμης λυγαριᾶς
Ἄχνα βασιλικοῦ πάνω ἀπὸ τὸ σγουρὸ ἐφηβαῖο
Γεμᾶτο ἀστράκια καὶ πευκοβελόνες
Σῶμα βαθὺ πλεούμενο τῆς μέρας!

... και σας ευχόμαστε - τι άλλο; Καλές διακοπές!

Οι συντάκτες, συνεργάτες 
και αρθρογράφοι του 
στίγμαΛόγου

Τρίτη, 8 Ιουλίου 2014

"Ελάχιστος αιθέρας" του Ιάκωβου-Θήρα Καραμολέγκου


Ο Ιάκωβος Θήρας Καραμολέγκος γεννήθηκε το 1985 στο χωριό Εμπορείο της νήσου Θήρας (Σαντορίνης). Σπούδασε κοινωνική θεολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και φιλοσοφία στο Πανεπιστήμιο Πατρών. Γνωρίζει άριστα την αγγλική γλώσσα και μελετά από μόνος τις κύριες ευρωπαϊκές γλώσσες και λογοτεχνίες. Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί στα αγγλικά από τον αείμνηστο καθηγητή Κάρολο Μητσάκη και τον ποιητή Θανάση Γιαπιτζάκη.

Ο Ιάκωβος–Θήρας Καραμολέγκος με την ποιητική του συλλογή «Ελάχιστος αιθέρας - ποιητική πορεία 2001-2013», διεισδύει στο πνεύμα των μεγάλων ποιητών της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας, χωρίς να εξαιρεί και την παράδοση του δημοτικού τραγουδιού. Ένα χαρακτηριστικό της ποίησής του είναι οι επιδράσεις σε αρκετά ποιήματά του από την πλατωνική φιλοσοφία, τους μυστικούς ποιητές των μεσοβυζαντινών χρόνων (Συμεών ο νέος θεολόγος, Ιωάννης της Κλίμακος, Μάξιμος ο Ομολογητής): λέξεις και νοήματα που συνδέονται με την άνοδο του ανθρώπου για την κατάκτηση των υψηλών αρετών. Στίχοι για την αγάπη, την θεία αγάπη που πηγάζει από το αίμα της καρδιάς και όχι την νόηση, μια αγάπη που ενώνει το πρόσωπο με την εικόνα της αιώνιας ζωής. Αγάπη άναρχη, άκτιστη, «καθαρή αγάπη και μόνο παντάνασσα αγάπη» όπως εξομολογείται στο ποίημά του: «Η φωνή μιας γενιάς» από την συλλογή των πρώτων του ποιημάτων «Υψικρατήματα». Σύμβολα και έννοιες από την ορθόδοξη λατρευτική ζωή γίνονται αφορμές για ποιητικές συνθέσεις. Ο ποιητής βιώνει το μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας, τα βιώματά του εξωτερικεύονται σε ένα εξαίσιο ποίημα στο «Ψωμί και κρασί» όπου γράφει:

«Ψωμί και κρασί και θεία κοινωνία
Σχωρνάνε το ψέμα που ζούσα ως τώρα
Και ας τρέχουν τα ουράνια, άγιο ποτάμι
Στους κήπους της ημέρας που μάδησα χθες».

Οι «διά Χριστόν σαλοί», άγιοι της ορθόδοξης εκκλησίας που διακατέχονται από ιερή ψυχική νόσο (σαλότητα, κατά τους Συναξαριστές), ένα σπάνιο είδος αγίων, μοναδικοί στον χώρο των χριστιανικών εκκλησιών. Η σαλότητα ξεφεύγει από την κατεστημένη ηθική, ακόμη και αυτής της επίσημης εκκλησίας. Κατά τους Χριστιανούς στοχαστές η σαλότητα είναι προαίσθηση αγιότητας και οι λόγοι των σαλών αληθινή προφητεία. Ο Ι. Κ. στο «Σαλεμένο ποίημα» φαντάζεται έναν σαλεμένο αδελφό του (κατά την χριστιανική έννοια) στην έρημη οδό Σταδίου στην Αθήνα της εποχής, να προφητεύει για το επικείμενο τέλος των αδίκων καιρών με παραβολές και βιβλικές ποιητικές εικόνες από τις επτά πληγές του Φαραώ.

Το δημοτικό τραγούδι που ενέπνευσε μεγάλους ποιητές από τον Σολωμό, τον Παλαμά έως τον Γκάτσο και τον Ρίτσο δεν θα τον αφήσει αδιάφορο. Το ποίημα του «Δημοτικό Τραγούδι» γραμμένο σε ελεύθερο στίχο, μας παραπέμπει στο τραγούδι του «Νεκρού αδελφού», η θεματική όμως είναι διαφορετική. Μάνα προφανώς είναι η Ελλάδα της φτώχειας, της πείνας της κατοχής που αντέχει στον χρόνο. Την παρακαλεί ο ποιητής να του δώσει την ευχή της για να «πετά τα σύννεφα, Με άρματα χρηστά. Επίμοχθης ζωής». Ενώ στο «Λαϊκό Παραμύθι (σε πέντε πράξεις)», γραμμένο σε δεκαπεντασύλλαβους στίχους, ξαναζωντανεύει τον θρύλο του Διγενή Ακρίτα και της Ηλιογέννητης Κυράς.

Η ποίησή του δεν είναι ατομική, εσωστρεφής προσωπική, απαισιόδοξη. Είναι μια ποίηση δημόσια, αισιόδοξη με τη γλώσσα της καθημερινής ζωής των λαϊκών στρωμάτων. Ποίηση δεμένη με τις ηρωικές και τις τραγικές στιγμές της ιστορίας, τις αγωνίες των νέων, τις σημερινές σκληρές οικονομικές συνθήκες που μαστίζουν τα λαϊκά στρώματα. Αποφεύγει να χαρακτηριστεί «στρατευμένος ποιητής» όπως και ο ίδιος με ειλικρίνεια γράφει, στο ποίημά του «Δήλωση κοινωνικών φρονημάτων»: «και όμως είναι ελεύθερος πολίτης στο κόμμα της αγάπης, στη χώρα των προσώπων της ψυχωμένης πόλης». 

Ο κόσμος της ελληνικής μυθολογίας, της τραγωδίας, των φιλοσόφων και των Νεοελλήνων ποιητών κοσμεί αρκετά ποιήματά του. Μια Ελλάδα οικουμενική, δημοκρατική, γεμάτη φως που αγωνίζεται, πληγώνεται, αλλά ανασταίνεται σαν τον Ιησού Χριστό. Παραφράζοντας το ποίημα του Γ. Σεφέρη γράφει: «Όπου κι αν κοιτάξω η Ελλάδα με πεθαίνει, Κύριε και Θεέ μου», «και όμως ρε μάγκες ακόμα ελπίζω και βλέπω μια άλλη Ελλάδα λουσμένη στο φως και στην αγάπη». Η συνύπαρξη Ελλάδος και ορθοδοξίας είναι η μεγάλη παρακαταθήκη που μας κληροδοτήθηκε, όπως εννοεί στο ποίημά του «Πατερική παρακαταθήκη»: «Πατέρα μου άγιε και γιε και αδελφέ μου, Έλληνα ήλιε μου και ορθόδοξε εαυτέ μου», από την ποιητική του συλλογή «Λευκάνεμος». Οι αγώνες του κυπριακού λαού για την αυτοδιάθεση από την αγγλική αποικιοκρατία, οι αδικίες σε βάρος της Κύπρου, η Τουρκική εισβολή του 1974 και η συνεχιζόμενη κατοχή εγγίζουν τον συναισθηματικό κόσμο του.

Μια νεανική, ευγενική και μαρτυρική μορφή της Κυπριακής ελευθερίας, ο Ευαγόρας Παλληκαρίδης στο ποίημα «Κυπριακό Πάντουμ» γίνεται αδέλφι του ποιητή. «Ανάξια τα λόγια μου αδέλφι Ευαγόρα και αμόλευτη η όψη σαν θα λάμπει στον αιώνα». Τον ήρωα της ΕΟΚΑ τον τοποθετεί δίπλα στον Διγενή Ακρίτα των Βυζαντινών δημοτικών τραγουδιών, και τους νεομάρτυρες της χριστιανικής πίστης.  Το «αντιηρωικό» ποίημα «Μέρες του '74», έτους της Κυπριακής τραγωδίας, με «αντιήρωα» τον Μάκη τον Καφετή, όχι στρατιώτη μαχητή της πρώτης γραμμής, αλλά ένα απλοϊκό άνθρωπο: «Σερβιρίζοντας καφέ και φαΐ σε μια επίλεκτη ρωμέικη μονάδα, λες και απένειμε παράσημα ανδρείας. Δίπλα του πέφτανε κορμιά και οι αγνοούμενοι σφαγμένοι. Μα είχε όπλο την καρδιά και άγιος πολεμιστής της ιστορίας της πατρίδας στους αντρειωμένους της αγάπης, εις τους αιώνες των αιώνων». 

Ο Γερμανός Νομπελίστας συγγραφέας Γκύντερ Γκρας, γνωστός στο διεθνές αναγνωστικό κοινό με το διήγημά του «Το Τενεκεδένιο Ταμπούρλο», στέλεχος του Γερμανικού Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος, που συγκυβερνά σήμερα στην Γερμανία, σε ποίημά του-καταγγελία κατακεραυνώνει τους δανειστές-τοκογλύφους που έφεραν εξαθλίωση στην Ελλάδα. Απευθύνεται στους πολιτικούς και πνευματικούς ανθρώπους της Ευρώπης υπενθυμίζοντάς τους ότι έχουν χρέος να εκφράσουν την έμπρακτη αλληλεγγύη τους για τους δεινοπαθούντες Έλληνες. Ο Ι. Θ. Καραμολέγκος πλάθει το εγκώμιο του νέου Γερμανού φιλέλληνα, αποκαλώντας τον «πατέρα και αδελφό, αγέραστο ταμπούρλο που μ’ αγωνία αντηχεί, μες στου κόσμου την απόβλητη ενοχή».

«Ελλάς βαρβάρων αντιχρίστων»: σατιρίζοντας το σύνθημα της Απριλιανής δικτατορίας, μιλά για την Ελλάδα της παρακμής, της έλλειψης αξιών, την Ελλάδα της ιδιώτευσης των πολιτών, του ατομισμού και της αλλοτρίωσης. Ο ποιητής αμφιταλαντεύεται με την συνείδησή του ανάμεσα στη φυγή από την όμορφη χώρα του και στο χρέος να παραμείνει στις επάλξεις του αγώνα για θυσίες. Η ελπίδα όμως δεν έχει χαθεί, τελειώνει το συγκλονιστικό ποίημα λέγοντας: «Ωσότου ο κυρ Απρίλης και η Ιθάκη γίνουν ένα, κι αυτό γιατί ο κυρ Απρίλης και η Ιθάκη είναι ένα, ο Θεός και η ειρήνη του μαζί μας, Αμήν».

Η φυγή των νέων επιστημόνων της χώρας μας στο εξωτερικό για να αναζήτηση καλύτερης τύχης είναι μια σύγχρονη Οδύσσεια. Γνωστή η μετανάστευση στην ιστορική πορεία της ελληνικής φυλής. Μια Οδύσσεια, όπως κάθε Οδύσσεια έχει την Ιθάκη της, και αυτή η περιπέτεια θα έχει την ομηρική της Ιθάκη. Η σύνθεση πεζών και ποιημάτων στο «Αίμα και Μελάνι μιας αιώνιας εβδομάδας», από τη συλλογή «Ημερολόγιο μιας άλλης εποχής», μας παραπέμπει στις ημέρες της Μ. Εβδομάδας. Μια εβδομάδα χαρμολύπης που οδηγεί στην αναστάσιμη Κυριακή. Ένα ποίημα-ποταμός, σύμβολο για την Οδύσσεια των νέων της σύγχρονης Ελλάδας που αναμένουν την δική τους Ιθάκη τους, την ανάστασή τους.

Η ποίηση του Ι. Θ. Κ. δεν είναι παρά μια κραυγή αγωνίας, ένα σάλπισμα για να αφυπνισθούν ξανά οι συνειδήσεις. Μια επίκληση των ανθρωπίνων αλλά και των θείων δυνάμεων, προκειμένου να παραμείνει άσβεστη η φλόγα για τον αγώνα του ανθρώπου, ώστε να εξυψωθεί και να καταξιωθεί ως πρόσωπο και ως υποκείμενο της ιστορίας. Στίχοι γραμμένοι με επιγραμματική λιτότητα, επηρεασμένοι από τον ταλαντούχο ποιητή του μεσοπολέμου Γ. Σαραντάρη.


Λουκάς Θεοχαρόπουλος

Επιλογή ποιημάτων:

(ΥΨΙΚΡΑΤΗΜΑ)

ΨΩΜΙ ΚΑΙ ΚΡΑΣΙ

Ψωμί ζυμωμένο με ρόζους κι ιδρώτα
Κρασί τρυγημένο ρογούλα ρογούλα
Νωρίς το πρωί θα ξυπνήσω το γέλιο
Στους δρόμους της χώρας που έκλαιγα χθες.

Ψωμί και κρασί και θεία κοινωνία
Σχωρνάτε το ψέμα που ζούσα ως τώρα
Κι ας τρέξουν τα ουράνια άγιο ποτάμι
Στους κήπους της μέρας που μάδησα χθες.

Ψωμί και κρασί και πράξη αγάπης
Αδιάλειπτα οφείλω να είναι εσείς
Πομπός και δέκτης μουράτης γιορτής
Στα κλαμπ των αγγέλων που πλήγωσα χθες.



ΣΑΛΕΜΕΝΟ ΠΟΙΗΜΑ

Ο σαλεμένος μου αδερφός
Βολτάροντας στην έρημη Σταδίου
Μιλούσε για ακρίδες και βατράχια
Του αρχαίου βασιλείου της Αιγύπτου
Και για το τέλος των αδίκων
Μα και για κείνους που διαβαίνουν
Τη θάλασσα των κόκκινων ψαριών
Απ’ την πολλή αγάπη και το αίμα
Και για τους λίγους από δαύτους
Που φτάνουν σώοι κι αβλαβείς
Στη χώρα της πρώτης υπόσχεσης
Για δουλειά στους αγρούς του Κυρίου
Κι αργία στους δρόμους της μέρας
Που ασπρίζει τη μαύρη ανάγκη
Με προαίρεση βιώνοντας
Χρυσές ενσαρκώσεις
Τραγούδια γυμνά
Που υμνούν τις καλές μας:

Αρχή στη γέννησή μου
Πνοή στη βάφτισή μου
Πτώση στα βήματά μου
Πτήση στα ρήματά μου
Σαλεμένα σ’ αγαπώ
Για τον υψηλό σκοπό
Να διπλοθανατωνόμαστε
Για να διαπλανασταινόμαστε
Παίζοντας τ’ άστρα και τους ήλιους
Θεατές σαλεμένοι
Κι αιθέριοι αθλητές
Στο στάδιο των αγγέλων.



(ΛΕΥΚΑΝΕΜΟΣ) 


ΠΑΤΕΡΙΚΗ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΗ

Όταν μπορείς χωρίς ντροπή
Μπάλα να παίζεις σαν παιδί
Να τραγουδάς κάθε πρωί
Να ζεις την ποίηση της όποιας συγκυρίας
Τη φωτοσύνθεση των πάντων να τιμάς
Τη Μούσα να διακρίνεις στην ευγένεια των προσώπων
Τις κόρες και τους γιους σου στα παιδιά που σε αντέχουν
Την άπλα ν’ αγκαλιάζεις στην πληρότητα του σπόρου
Το αίμα σου να βρέχεις στην ανίδεη ξηρασία
Το χέρι σου να σφίγγεις συμφωνώντας με τ’ αστέρια
Να ζεις την κάθε μέρα ανασαίνοντας το τέλος
Κι άλλα πολλά μα παραπλήσια
Σε λέω άξιο του γάλακτος που πίνεις
Της αμβροσίας που κρυφά σ’ έχει μορφώσει
Με άπειρη κατάφαση στο σχέδιο της αγάπης
Πατέρα μου άγιε και γιε και αδερφέ μου
Έλληνα ήλιε μου κι ορθόδοξε εαυτέ μου.



(ΕΠΑΝΕΚΚΙΝΗΣΗ) 

ΚΥΠΡΙΑΚΟ ΠΑΝΤΟΥΜ

Ανάξια τα λόγια μου αδέρφι Ευαγόρα
Την άγια θυσία σου πιστά να αποδώσουν
Ω μάρτυρα που σήκωσες στην πλάτη σου μια χώρα
Προτού οι μαύροι δαίμονες πισώπλατα σε δώσουν.

Την άγια θυσία σου πιστά να αποδώσουν
Μπορούν μονάχα ο Κύριος κι η Μούσα Ελευθερία:
Προτού οι μαύροι δαίμονες πισώπλατα σε δώσουν
Στην πάλλευκη αγκάλη της σε πήρε η Μαρία.

Μπορούν μονάχα ο Κύριος κι η Μούσα Ελευθερία
Να πλέξουν δαφνοστέφανα για την παλληκαριά σου
Στην πάλλευκη αγκάλη της σε πήρε η Μαρία
Ν’ ανοίξει ρόδο αμάραντο στον Κήπο η καρδιά σου.

Να πλέξουν δαφνοστέφανα για την παλληκαριά σου
Δεν ξέρουν μα παλεύουνε οι δώδεκα σου φίλοι
Ν’ ανοίξει ρόδο αμάραντο στον Κήπο η καρδιά σου
Κοντά σ’ αυτό τ’ Ακρίτα μας με την αιθέρια ύλη.

Δεν ξέρουν μα παλεύουνε οι δώδεκά σου φίλοι
Να φτάσουνε στο ύψος σου όσο μπορούν κι εκείνοι
Κοντά σ’ αυτό τ’ Ακρίτα μας με την αιθέρια ύλη
Κορφούλα πενταδάκτυλη μ’ ανδρείους λόφους σμήνη.


Σάββατο, 5 Ιουλίου 2014

"Το ρόπτρο" του Ορέστη Αλεξάκη


Θα είμαι απόλυτα ειλικρινής. Όταν διάβασα τη σημείωση του εκδότη στην αρχή του "Ρόπτρου" (το βιβλίο ουσιαστικά είναι μια συνοπτική ανθολογία ποιημάτων του Ορέστη Αλεξάκη από όπου εξαιρούνται τα προσωδιακά), μαζεύτηκα. Μου φάνηκε υπερβολική στην κρίση της και μου ήρθε αμέσως στο νου η γνωστή παροιμία "όπου ακούς πολλά κεράσια...". Όμως ο Γιώργος Γκέλμπεσης δεν συνηθίζει τους προλόγους στις εκδόσεις των ποιητικών συλλογών και αυτό από μόνο του ήταν αρκετό για να με πείσει να διαβάσω τη συγκεκριμένη.

Τα πρώτα λίγα ποιήματα της συλλογής, ανθολογημένα τα περισσότερα από τις πρώτες συλλογές του ποιητή, "Λάμψη" (1982) και "Οι κόνδορες και το αντιπρανές" (1983) δεν με προϊδέασαν και τόσο θετικά. Συγχωρήστε μου την τόση ειλικρίνεια. Οπωσδήποτε υπάρχει κάτι εκεί, κάτι πολλά υποσχόμενο, όπως όμως υπάρχει και μία αμηχανία, μία εκζήτηση, μία αδεξιότητα στον χειρισμό των νοημάτων και όλα αυτά ανάκατα με αυθεντικές - ομολογουμένως - στιγμές που δύσκολα συναντά κάποιος στις πρώτες προσπάθειες, τουλάχιστον όχι με την ένταση και την ισχύ που τις βλέπουμε εδώ, καθώς και μία ουσιαστική αίσθηση ρυθμού. Ανάμικτη η εντύπωση λοιπόν, αλλά πολλά τα συν. Κι έτσι, συνέχισα να διαβάζω, κάπως ανόρεχτα είναι η αλήθεια, ώσπου έφθασα στη σελίδα 32.

Εκεί ακριβώς απογειώθηκα, το ίδιο και η συλλογή. Ήταν σε εκείνο ακριβώς το σημείο που πήρα μια βαθιά ανάσα και μπήκα στην ποίηση του Ορέστη Αλεξάκη για να μην ξαναβγώ πια, εκούσια αιχμάλωτη της ποιητικής του μαγείας (συγκεκριμένα, των συλλογών "Ο ληξίαρχος" και "Θίασος στην εξέδρα", που είχαν αρχίσει να παρατίθενται, για να αναφέρω δυο).

Δεν είναι μόνο η απαράμιλλη μουσικότητα των ποιημάτων του, η οποία αψηφά καθολικά τη φόρμα (η μουσικότητα είναι κυριολεκτικά πανταχού παρούσα: τόσο στη ρίμα όσο και στον ελεύθερο στίχο, τόσο στα ολιγόστιχα όσο και στα πεζά ποιήματά του, γιατί ο Ορέστης Αλεξάκης δεν φοβάται να πειραματιστεί ούτε να εκτεθεί), είναι ο τρόπος που παρουσιάζει τις εικόνες μέσα από άλλες εικόνες και αυτές μέσα από άλλες, δημιουργώντας παράδοξα τοπία ανάμεσα στη μνήμη και τη λήθη, την επιθυμία και την πραγματικότητα, το παρόν και το παρελθόν, το αέναο και το προσωρινό.

Ο ποιητής βρίσκεται σε συνεχή διάλογο με τον εαυτό του, τους αγαπημένους του εκλιπόντες (βρήκα βαθιά συγκινητικές τις αναφορές στο πρόσωπο της μητέρας: "Σκοτείνιασε στην κάμαρα μητέρα/θέλεις ν' ανάψω το κερί/στο μέτωπό σου;"), τον θάνατο που είναι η άλλη όψη της ζωής, το τίποτα και το παν. Εντέλει, ο κόσμος που δημιουργεί διέπεται από την επίγνωση της φθαρτότητας της ύπαρξης, την αναζήτηση του νοήματος της ζωής που παραμένει εσαεί φευγαλέο, την αποδοχή της ματαιότητας που κρύβει η κάθε προσπάθεια και τη συνειδητοποίηση ότι τα σημαντικά γεγονότα μας ξεπερνούν και μας σφραγίζουν για πάντα.

Η διαχείριση του χρόνου στην ποίησή του συμβάλλει και αυτή στη δημιουργία της θολής, ονειρικής ατμόσφαιρας που είναι χαρακτηριστική του έργου του, αφού εν τη απουσία χρονικής γραμμικότητας το παρόν παραμένει μια απροσδιόριστη συνιστώσα που αναμιγνύεται παράξενα με ένα παρελθόν ολοένα αναμορφούμενο και ένα μέλλον μυστηριωδώς βέβαιο, αν και άπιαστο συνάμα. Σε όλη τούτη τη στρέβλωση της έννοιας του χρόνου που συντελείται, ο ποιητής εντάσσει αβίαστα και φυσικά την ούτως ή άλλως ρευστή και εφήμερη πραγματικότητα και μας την επιστρέφει ολοκαίνουργια, με χαρακτηριστική απλότητα, ακόμη και όταν γίνεται σπαρακτική ("Κι όπως θρηνούσα/σιωπηλά/στο μνήμα/μια ξαφνική χαρά/με συνεπήρε/σα να'χε κάπου/μόλις/ξημερώσει").

Ρούφηξα το βιβλίο μέχρι την τελευταία σελίδα. Κι όταν το τελείωσα, ξαναδιάβασα το σημείωμα του εκδότη στην αρχή. Είχα πια καταλάβει τι εννοούσε ο Γιώργος. Ο Ορέστης Αλεξάκης είναι πράγματι ένας σημαντικός ποιητής.

Χριστίνα Λιναρδάκη




(αναδημοσίευση από το λογοτεχνικό περιοδικό "Το κοράλλι", τεύχος 2, Απρίλιος-Ιούνιος 2014)

Τετάρτη, 2 Ιουλίου 2014

Η συνέχεια για το ποίημα "Mending a wall" του Ρόμπερτ Φροστ - με τη ματιά του Διονύση Καψάλη

(Συνέχεια από την προηγούμενη ανάρτηση).

Κάτω από την πεφωτισμένη στάση του ομιλητή υποβόσκει ένας ανεξιλέωτος τρόμος που φέρνει αντιμέτωπη τη φύση, σαν μια σκοτεινή απρόθετη δύναμη που εργάζεται "ανεπαισθήτως", με τα φιλήσυχα έργα των ανθρώπων, τους φράχτες, τους τοίχους και τα λόγια τους. Η περιφρόνηση που δείχνει προς τις απαρχαιωμένες ιδέες του γείτονά του είναι ίσως ο τρόπος του να εξευμενίσει, αντιστρέφοντάς τη, την απρόσωπη βούληση που νιώθει να τον απειλεί. Στο τέλος του ποιήματος ο ομιλητής θα παραδοθεί ολοκληρωτικά σ' ένα ανήμερο σκοτάδι που έρχεται από πολύ μακριά, και δεν είναι το σκοτάδι του δάσους ή ο ίσκιος των δέντρων. Ο γείτονάς του κατοικεί τώρα την ευερέθιστη φαντασία του σαν ένας ρουσωικός άγριος, που με την αταβιστική, μη στοχαστική συμπεριφορά του εντέλει εξευμενίζει καλύτερα και είναι σε θέση να αντιμετωπίσει αποτελεσματικότερα την απειλή, κάνοντας απλώς ό,τι έκαναν αι γενεαί πάσαι πριν από αυτόν - εκπολιτίζοντάς τη με την εργασία του:

Something there is that doesn't love a wall,
That wants it down. I could say 'Elves' to him,
But it's not elves exactly, and I'd rather
He said it for himself. I see him there
Bringing a stone grasped firmly by the top
In each hand, like an old-stone savage armed.
He moves in darkness as it seems to me -
Not of woods only and the shade of trees.
He will not go behind his father's saying,
And he likes having thought of it so well
He says again, "Good fences make good neighbors".

Κάτι στον κόσμο αντιπαθεί τους τοίχους
και θέλει να τους ρίξει. "Ξωτικά"
θα' θελα να του πω, αλλά δεν είναι
ξωτικά ακριβώς, και θα προτιμούσα
να το πει μόνος του. Τον βλέπω εκεί
να φέρνει την κοτρόνα που κρατά
από την άκρη, μια σε κάθε χέρι,
σαν οπλισμένος άγριος βγαλμένος
από τη λίθινη εποχή. Κινείται,
όπως μου μοιάζει εμένα, σε σκοτάδι.
όχι από δάση μόνο κι ίσκιους δέντρων.
Δεν θ' αναρωτηθεί, δεν θα ερευνήσει
την παροιμία του πατέρα του.
Τόσο του αρέσει που τη σκέφτηκε,
που όλο την ξαναλέει: "Οι καλοί φράχτες
κάνουνε τους καλούς γειτόνους".

Συνοψίζω. Ο γείτονας, παρά την αρχαϊκή, πρωτόγονη εντέλει αντίληψή του, εξανθρωπίζει τον τρόμο, εκεί που ο ομιλητής, παρά την υπέρτερη γνώση του (ίσως εξαιτίας της), στέκει αμήχανος απέναντί του και προσπαθεί να τον εξορθολογίσει παρωδώντας τον στο πρόσωπο του γείτονά του. Κανένας απ΄ τους δύο δεν περιέχει τον άλλον ώστε να αποτελέσει την υπέρβασή του. Μάλλον, για να είμαι ακριβέστερος, ο ομιλητής, που η στάση του, ως πιο ορθολογική, πιο στοχαστική, πιο φωτισμένη, μοιάζει να περιέχει τη στάση του άλλου, δε μπορεί τελικά ν' αφομοιώσει και να υπερβεί τη στάση του άλλου. Την προσπάθειά του την εμποδίζει η ίδια δύναμη που χαλάει και τους τοίχους: η ανεπαίσθητη και απρόσωπη δύναμη μιας φύσης που στη φαντασία του ομιλητή έχει λάβει δυσθεώρητες διαστάσεις.

Αλλά και η στάση του γείτονα δεν αποβαίνει για τούτο θετική: το ότι ο τοίχος ανάμεσά τους δεν χρειάζεται, όπως ισχυρίζεται ο ομιλητής, είναι απολύτως ακριβές. Τουλάχιστον δεν χρειάζεται για τους προφανείς λόγους που προκαλούν την πατροπαράδοτη θυμοσοφία του γείτονα: για να μην συγχέονται οι ιδιοκτησίες τους ή για να παραμείνουν καλοί γείτονες. Χρειάζεται όμως ως όριο ανάμεσα σε αυτούς και σε κείνο που δεν επιδέχεται όρια και περιορισμούς, εκείνο που δεν αγαπάει τους τοίχους που χτίζουν οι άνθρωποι. Τελικά, η μια στάση υποδεικνύει τα όρια της άλλης, και το ποίημα μοιάζει να ξαναχτίζει το όριο ανάμεσά τους, αλλά με διαφορετικό τρόπο, με λιγότερη βεβαιότητα και σίγουρα με λιγότερη αλαζονεία, καθώς φανερώνει την απρόσωπη δύναμη ως μέρος, οσοδήποτε ανεξέλεγκτο, της ζωής των ανθρώπων.

Η ηθική αμηχανία που λανθάνει στην αλαζονική βεβαιότητα του ομιλητή δεν βρίσκεται πολύ μακριά από την αντίστοιχη του καβαφικού ομιλητή των "Τειχών". Εδώ η δύναμη που χαλάει τους τοίχους, και στην οποία δεν μπορεί να αποδοθεί εμπρόθετη δράση ή ευθύνη, είναι εκείνη που ενεργοποιεί την ανήσυχη σκέψη ότι οι τοίχοι χρειάζονται ακριβώς σαν όριο ανάμεσα στον άνθρωπο και αυτή τη δύναμη. Ο ομιλητής χρειάζεται τον γείτονα για να μπορέσει να ενσωματώσει στη συνείδησή του μια παραδοχή που, χωρίς την περιφρόνησή του προς τον γείτονα, θα του ήταν αφόρητη. Το ποίημα τελικώς τον δείχνει να βαδίζει επικίνδυνα πάνω στο όριο ανάμεσα στον άνθρωπο και αυτό που δεν εξανθρωπίζεται, το οποίο ο ίδιος μπορεί να το αντιληφθεί μόνον ως απειλή. Ένα βήμα μετά τον Φροστ - ένα μεγάλο όμως και αποφασιστικό βήμα - βρίσκεται η τραγωδία και η τραγική αντίληψη του κόσμου.

[...]

Οι υπερβολές των ποιητών που ψηλαφούν το φθαρμένο ύφασμα του κόσμου εκεί όπου είναι ακόμα λαμπερό, στον έρωτα, τη φιλία, τη βαθιά αλληλεγγύη των ανθρώπων, και ο κατεδαφιστικός γέλως, όπου ακούγονται τα κουδούνια του γελωτοποιού αλλά και το μαστίγιο της σάτιρας, ίσως αυτές οι δυναμικά αντίρροπες στάσεις να κατεβαίνουν στο ίδιο βάθος πόνου και απορίας και να ενεργοποιούνται από τον ίδιο ηθικό πυρήνα: μια τραγική αντίληψη του κόσμου, η οποία συνομιλεί βαθύτερα με αυτό που η βλοσυρή φιλοσοφία δυσκολεύεται να αναγνωρίσει - το τρομαχτικό ηθικό κύρος της τύχης στις υποθέσεις των ανθρώπων.

Δεν αλλάζει σε τίποτε αν την τύχη αυτή την ονομάσουμε χρησμό, μοίρα ή πεπρωμένο. Ούτε ωφελεί να διαπιστώσουμε, όπως το ακούμε στις Τραχίνιες, κουδέν τούτων ό τι μη Ζευς: δεν υπάρχει τίποτε σε όλα αυτά που να μην είναι Δίας, δηλαδή εκ θεού. Δεν ωφελεί, γιατί, όπως παρατηρεί ο Bernard Williams, η φράση "απλώς καταγράφει την ανεξήγητη αναγκαιότητα, μιαν αναγκαιότητα που μπορεί βεβαίως να αποδοθεί στη δράση των θεών, αλλά, σ' αυτή την περίπτωση, σε θεούς που ούτε εξηγήσεις δίνουν ούτε την παραμικρή σημασία στον πόνο που προκαλούν". Αναγκαία τύχη (a necessary chance) είναι το μεγαλειώδες οξύμωρο που δανείζεται ο Άγγλος φιλόσοφος από τον Αίαντα του Σοφοκλή για να εξηγήσει με ποιον τρόπο οι αδροί μύθοι της αρχαίας τραγωδίας, και πρωτίστως του Σοφοκλή, μπορούν να χρησιμεύσουν στον σημερινό ηθικό στοχασμό. "Ένα από τα προφανέστερα επιτεύγματα [αυτών των μύθων]", γράφει ο Williams, "αν όχι το πιο θεμελιώδες και σημαντικό, είναι ότι παρέχουν ένα αναγκαίο συμπλήρωμα και τον αρμόζοντα περιορισμό στην ακαταπόνητη προσπάθεια της ηθικής φιλοσοφίας να κάνει τον κόσμο ασφαλή για τους καλοπροαίρετους ανθρώπους".

Όταν θα έρθει η ώρα να ακούσουμε τον ήχο της αναγκαίας τύχης, το πιθανότερο είναι ότι δεν θα ξέρουμε αν ο τοίχος* που έπεσε ήταν ο τοίχος μιας φυλακής, ο τοίχος στον οποίο ήταν ζωγραφισμένος ο "Μυστικός δείπνος" ή το ντουβάρι που στήριζε κάποτε ο Χάρπο. Μπορούμε το πολύ πολύ να ελπίζουμε ότι δεν θα ορθώσουμε νέους τοίχους προσπαθώντας να καταρρίψουμε τους παλιούς ή ότι η ηρωική έξοδός μας, για όσους το επιθυμούν, δεν θα είναι προς μια νέα, χειρότερη τυραννία. Αλλά και αυτή ακόμα η ελπίδα μοιάζει ουτοπική μπροστά στη μελαγχολική γνώση που μας προσφέρει ο προηγούμενος αιώνας. Το πιθανότερο πάλι είναι πως είτε θα βλέπουμε τους τοίχους να σωριάζονται σιωπηλά, σαν σε βουβή ταινία, ή θα ακούμε τον εκκωφαντικό πάταγο της πτώσης τους χωρίς να βλέπουμε, τυφλοί. "Επάνω,/στα τείχη, άρχισεν ήδη ο θρήνος".**

* Ο Δ. Καψάλης αναφέρεται στην ενδιαφέρουσα ομοηχία τύχη/τοίχοι/τείχη. Νωρίτερα έχει αναφερθεί στα "Τείχη" του Κ.Π. Καβάφη.
** Στίχος από το ποίημα "Διόνυσος" του Κ. Π. Καβάφη.



[Απόσπασμα από την ομιλία του Διονύση Καψάλη "Ανεπαισθήτως, ο ήχος της τύχης" στο "σεμινάριο της Παρασκευής", έναν κύκλο συζητήσεων που λειτουργεί από το φθινόπωρο του 2012 στο κεντρικό κτήριο του ΜΙΕΤ στην οδό Θουκυδίδου. Η ομιλία δημοσιεύθηκε στο πρώτο αριθμημένο τεύχος της νέας σειράς demo του ΜΙΕΤ].