Πέμπτη, 29 Μαΐου 2014

Τα Τετράδια του Βορρά 03: Η υποκρισία μπροστά στο φασισμό

H άνοδος της λέξης φασισμός στην επιφάνεια της καθημερινότητά μας είναι πλέον γεγονός, αδιαμφισβήτητο και ξεκάθαρο.

Δεν αφορά μόνο στην άνοδο της Χ.Α., που στα μάτια μας είναι ο κύριος φορέας του σύγχρονου νοήματος της λέξης, αλλά και στις αλληλοκατηγορίες μεταξύ των πολιτών, μιας και σύμφωνα με τα νέα και παρανοϊκά ευρήματα μας, όσο και αυτά πολλών δημοσιογράφων, ένας στους δέκα Έλληνες είναι φασίστας.

Με λυπεί αφάνταστα το γεγονός όταν βλέπω, για μια ακόμη φορά, τον λαϊκισμό να εισβάλει στις απόψεις μας, δίχως να υπάρχει διάθεση για ανάλυση εις βάθος, για στοιχειοθετημένες απόψεις που θα μας έδιναν τα εφόδια να καταπολεμήσομε αυτό το βδελυρό καρκίνωμα που σκιάζει τη δημοκρατία.

Το πρόβλημα, βέβαια, είναι ότι έχουμε καταντήσει τόσο διαχειρίσιμοι, που δεν μπορούμε να δούμε μπροστά στα μάτια μας έναν άλλο φασισμό, που δεν χρησιμοποιεί τη βία ή τους αγκυλωτούς σταυρούς, αλλά τους νόμους και την οικονομία για να εγκαθιδρύσει μια τάξη που έχει -τουλάχιστον- την ίδια δίψα για εξουσία και επιθετικότητα με την Χ.Α.

Το μέσο πρόβλημα στην άνοδο του φασισμού, ούτως ή άλλως, δεν είναι η καθαυτή δύναμη του φασισμού αλλά η αδυναμία εφαρμογής της δημοκρατίας. Όταν στερείς από τον πολίτη, φανερά ή υπόγεια, τη δυνατότητα να διαμορφώσει με την ψήφο του την πραγματικότητα που θέλει, τότε ανοίγεις την πόρτα στον πολυπλόκαμο πυρήνα της φασιστικής εξουσίας.

Ο μέσος Έλληνας, όμως, και όχι μόνο, είναι ανίκανος να διακρίνει αυτό το φασιστικό μόρφωμα που έχει δημιουργήσει το ΠΑ.ΣΟ.Κ. και η Ν.Δ., διότι έχει ανάγκη να προστατέψει τη λογική του. Χρειάζεται, έστω και στους τύπους, να μπορεί να διαχωρίσει μεταξύ του «κακού» και του «καλού», καθώς είναι η πιο ανθρώπινη βάση που του έχει απομείνει για να στηρίξει τα πόδια του.

Εντούτοις δεν πρόκειται να ξεφύγουμε από το ψέμα αν δεν αντιμετωπίσουμε τα πράγματα ως έχουν. Το πώς θα γίνει αυτό, με την απουσία ευρέως γνωστών αυθεντικών ποιητών και ανθρώπων της Τέχνης, που έχουν τη διάθεση να καθοδηγήσουν το πνεύμα μας στο φως, είναι ένα ερώτημα που ακόμα δεν έχει απάντηση.

Ίσως σε αυτή την εποχή ζυμώνονται οι αληθινοί, νέοι μας ποιητές.

Κατά τη διάρκεια λοιπόν αυτού του ελλαδικού χάους, ο κυβερνητικός συνασπισμός, έχοντας χάσει τις Ευρωεκλογές, διαπράττει τη χείριστη προπαγάνδα αλλοίωσης της πραγματικότητας μέσω την Μ.Μ.Ε., θέλοντας να μετατρέψει την ήττα σε νίκη, ανατρέποντας την οφθαλμοφανή αλήθεια.

Αυτή η ανατροπή της αλήθειας μέσω της προπαγάνδας ήταν και είναι ένα από τα κύρια όπλα του φασισμού.

Ο Ευάγγελος Βενιζέλος, που η πολιτική του προσωπικότητα έχει σχεδόν εξαϋλωθεί σε ένα μίγμα δοσιλογισμού και αυταπάτης, ζητάει την κατάργηση των 50 εδρών μπόνους του εκλογικού νόμου, σε μια ακόμα προσπάθεια να διαστρεβλώσει και να ελέγξει και τα τελευταία ψήγματα της δημοκρατίας που έχουν απομείνει.

Υπό την αιγίδα της Ν.Δ. και του μπόνους η κυβέρνηση έχει οδηγήσει τη χώρα σε μια άνευ προηγουμένου παράδοση και τώρα θέλει να της απαγορεύσει να λάβει μέρος στη μάχη, σε περίπτωση που το θελήσει.

Η πολιτική τιμιότητα δεν εμφανίζεται ποτέ όταν η εξουσία κινδυνεύει να χαθεί. Εκεί ίσα ίσα είναι που εγείρεται το τέρας.

Αναρωτιέμαι, λοιπόν, γιατί ασχολούμαστε μόνο με το φασισμό της Χ.Α. και όχι με τον κατεξοχήν φασισμό που μας κυβερνάει; Τι είναι αυτό που φοβόμαστε ώστε να παραδεχθούμε ότι η δική μας ψήφος, τόσα χρόνια, έχει πάει σε πολιτικούς που έχουν κατασπαταλήσει το δημόσιο χρήμα, έχουν κυβερνήσει με πράξεις νομοθετικού περιεχομένου, έχουν ελέγξει τα Μ.Μ.Ε. ως το μεδούλι, έχουν δώσει τη δύναμη στους ισχυρούς χαρίζοντας δις ευρώ στις εναπομείναντες τράπεζες, έχουν επιτεθεί αλόγιστα στους ανίσχυρους και έχουν κάνει τα πάντα, κυριολεκτικά, για να κρατηθούν στην εξουσία, ανεξάρτητα με ποιο είναι το καλό της χώρας και του πολίτη;

Από πότε η λέξη "φασισμός" είναι ταμπού όταν θέλει κάποιος να αναφερθεί στην αποτυχημένη λειτουργία της δημοκρατίας και κοινωνικής ισότητας, στην κατάργηση του Συντάγματος;

Όταν λοιπόν η εξουσία γίνεται αυτοσκοπός η δημοκρατία καταλύεται. Δεν ξέρω αν όσοι ψήφισαν Χ.Α. είναι φασίστες ή όχι. Αλλά θα ήθελα κάποιος να μου απαντήσει τι είμαστε όταν ψηφίζουμε εδώ και σαράντα χρόνια όσους πράττουν όλα τα παραπάνω;

Αν δεν ισχύει η δικαιολογία του "παραπλανημένου"για τους ψηφοφόρους της Χ.Α., τότε δεν πρέπει να ισχύει και για τους ψηφοφόρους των άλλων πολιτικών δυνάμεων.

Ισότητα, δηλαδή, στην παράνοια.


Ο Ηλίας Θ. Παππάς ζει και εργάζεται στη Νορβηγία. Έχει εκδώσει δύο ποιητικές συλλογές: "Λυρική Αρχή και Τέλος" (1997) και "Οι Αρνήσεις μιας Ημέρας" (2013).

Τετάρτη, 28 Μαΐου 2014

Η γενιά του '30

Ο όρος "γενιά του '30" ή καλύτερα "λογοτεχνική γενιά του ’30" αναφέρεται στους λογοτέχνες που πρωτοεμφανίστηκαν κατά την τελευταία δεκαετία του Μεσοπολέμου.

Επηρεάστηκαν, μελέτησαν και ανταποκρίθηκαν άμεσα στα προερχόμενα από τη Δύση λογοτεχνικά κινήματα. Αρνήθηκαν τις παραδοσιακές μορφές και προσπάθησαν να προσαρμόσουν τις καινούριες φόρμες έκφρασης στην ελληνική γλώσσα και κοινωνία. Ένα χαρακτηριστικό γνώρισμά τους είναι ότι πρώτοι αυτοί ενστερνίσθηκαν τον μοντερνισμό, γι' αυτό και ίσως θα πρέπει να θεωρήσουμε ως πρόδρομό τους τον Καρυωτάκη.

Αντιμετώπισαν με υπευθυνότητα τα πνευματικά ζητήματα και προσπάθησαν να χαράξουν νέους δρόμους. Είχαν κριτικές ικανότητες και εξέδωσαν το περιοδικό "Νέα Γράμματα" για να διατυπώσουν τις θεωρίες τους. Ο Μακρυγιάννης και ο Κάλβος, για παράδειγμα, αναγνωρίστηκαν ως μεγάλες μορφές και επιβλήθηκαν στα ελληνικά γράμματα από τους εκπροσώπους της γενιάς αυτής.

Πρώτες εκδηλώσεις τους ήταν: η έκδοση από τον Γιώργο Θεοτοκά του άτυπου μανιφέστου της Γενιάς τους, του δοκιμίου "Ελεύθερο πνεύμα" (1929), οι πρώτες εκδόσεις υπερρεαλιστικών ποιημάτων από τον Νικήτα Ράντο και τον Θοδωρή Ντόρρο και η έκδοση από τον Σεφέρη της ποιητικής συλλογής "Στροφή" (1931), την οποία χαρακτήρισε ο Πάλαμας (ως κριτικός) "στροφή για την ελληνική λογοτεχνία". Kύριοι εκφραστές της γενιάς αυτής στην ποίηση υπήρξαν οι: Γ. Σεφέρης, Οδ. Ελύτης, Ανδρέας Εμπειρίκος, Νικήτας Ράντος, Γ. Σαραντάρης, Δημήτριος Αντωνίου, Αν. Δρίβας, Θεόδ. Ντόρρος, Νίκος Εγγονόπουλος, Γιάννης Ρίτσος, Νικ. Βρεττάκος,ο Νίκος Γκάτσος κ.ά.
Άλλο χαρακτηριστικό των εκπροσώπων της γενιάς αυτής είναι ότι οι περισσότεροι έζησαν και δημιούργησαν πολλά χρόνια, ως τις αρχές της δεκαετίας του '90, με τελευταίο τον Ελύτη.

Ορισμένοι ποιητές που κινούνται πέριξ των ποιητών αυτών , όπως ο Καββαδίας, δεν ανήκουν σ’ αυτήν, γιατί δεν φέρουν τα χαρακτηριστικά που προαναφέρθηκαν.

Οι ποιητές της "γενιάς του ’30", μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, συγκροτούν την ενιαία φυσιογνωμία τους. Από τη δεκαετία του ’40 και ύστερα μπορούμε να μιλάμε για μία νέα εκφραστική στη λογοτεχνία μας.

Εστιάζοντας περιπτωσιολογικά στον Ελύτη και αναρωτώμενοι αν είναι πιο συγγενής προς τους υπερρεαλιστές ή προς τον Σεφέρη, μπορούμε να πούμε ότι ο Ελύτης σε επίπεδο ποιητικής πρακτικής είναι πιο κοντά στους μοντερνιστές παρά στους υπερρεαλιστές. Αν και στην ποίησή του κάνουν αισθητή την παρουσία τους υπερρεαλιστικά στοιχεία..

Όταν μιλάμε για τη «γενιά του ’30», συνειρμικά σκεφτόμαστε αυτές τις δύο περιπτώσεις. Ο Σεφέρης, βέβαια, πιο νωρίς από τον Ελύτη, κατέθεσε τις απόψεις του, ο δεύτερος αργότερα. Όμως στις ιδέες και των δύο αναφερόμαστε, όταν κάνουμε λόγο για τη γενιά τους. Στο συλλογικό μας ασυνείδητο έχουν εγγραφεί εμβληματικά τρεις μορφές, από αυτή την γενιά: Σεφέρης, Ελύτης, Ρίτσος. Στο επίπεδο, όμως, της κριτικής αποτίμησης πρέπει να συνυπολογίσουμε και τους Εμπειρίκο και Εγγονόπουλο. Άρα, μιλώντας για τη "γενιά του ’30" αναφερόμαστε, κυρίως, σ’αυτές τις πέντε μορφές, εκ των οποίων οι τρεις είναι σημαντικότατες. Εννοώ τον Σεφέρη, τον Ελύτη- στους οποίους δόθηκε το Νόμπελ Λογοτεχνίας- και τον Ρίτσο. Ο Εμπειρίκος και ο Εγγονόπουλος είναι ποιητές που η γραφή τους ήταν καθαρά υπερρεαλιστική.

Εκτός του Ρίτσου, οι υπόλοιποι συνδέθηκαν βαθύτατα με τη Δύση. Υπάρχει μία αγωνία να παρακολουθούν τη δυτική πνευματική ζωή. Έχουν πρόσφατες τις μοντερνικές εξελίξεις στη Γαλλία, κυρίως, και προσπαθούν με "ελληνικούς" τρόπους να συμπορευθούν.

Αναφερόμενοι στα χαρακτηριστικά αυτής της γενιάς και στις συγγένειες ή τις διαφορές στον ποιητικό τους λόγο δεν θα μπορούσαμε να μην αναφέρουμε την ελληνοκεντρικότητα της ποίησης του Ελύτη, μέσα από τον εικονοποιητικό και αισθητηριοκεντρικό του λόγο, με τον οποίο δημιουργεί το προσωπικό ποιητικο του Σύμπαν. Ο Ελύτης αντιμετωπίζει τη θάλασσα του Αιγαίου μέσα από το φως και την ομορφιά της, που παίρνει τις διαστάσεις του μαγικού, του θαύματος.Σε αντίθεση με τον Σεφέρη, όπου το δικό του Αιγαίο είναι σκοτεινό.

Υπάρχoυv στoιχεία πoυ εvώvoυv τη στάση τωv δύo μεγάλων πoιητώv, του Ελύτη και του Σεφέρη, στη γλώσσα και άλλα πoυ τoυς διαφoρoπoιoύv. Φαίvεται vα συγκλίvoυv σε δύo καίριες θέσεις: στov εvιαίo χαρακτήρα της ελληvικής γλώσσας και στηv αvάγκη αξιoπoίησης από τov πoιητή της εvιαίας γλωσσικής μας παράδoσης. Και oι δύo εμπvέovται από τov αρχαίo λόγo, σταματoύv και μεταγράφoυv ιερά κείμεvα, αvάγovται και πρoβάλλoυv ως πρότυπα γλώσσας ή ύφoυς τov Ερωτόκριτo, τov Μακρυγιάvvη, τov Σoλωμό, τov Κάλβo και τov Καβάφη o Σεφέρης, τov Ρωμαvό, τov Παπαδιαμάvτη, τov Σικελιαvό o Ελύτης. Ο Ελύτης θεωρεί ως oρόσημα τov Σoλωμό και τov Καβάφη και αvάμεσα σε σ'αυτoύς τoυς δύo "πόλoυς" τoπoθετεί τov Κάλβo, τov Παλαμά, τov Σικελιαvό, τov Καζαvτζάκη.

Η γλωσσική διαφoρoπoίηση τωv δύo πoιητώv είvαι φαvερή στηv πoίησή τoυς. Ο Σεφέρης αvτιπρoσωπεύει μια γεvικότερη τάση στηv πoίηση πoυ θέλει τηv πoιητική γλώσσα vα μη διαφέρει από τηv καθημεριvή. Ο Ελύτης φρovεί, αvτιθέτως, ότι η πoίηση πρέπει vα εκφράζεται με γλώσσα πλήρως απoστασιoπoιημέvη από τη γλώσσα της καθημερινότητας. Ο Σεφέρης πιστεύει ότι "o πoιητής δεv έχει άλλo τρόπo vα πράξει παρά με τη γλώσσα πoυ μιλoύv oι άvθρωπoι πoυ βρίσκovται γύρω τoυ" και "είτε μας αρέσει είτε όχι, δεv μπoρoύμε vα φαvταστoύμε πως o πoιητής γεvvιέται μέσα σ'έvα κεvό και δημιoυργεί τη γλώσσα όπως τoυ στέργει, δεv μπoρoύμε vα φαvταστoύμε πως έχει τηv άδεια vα κατασκευάζει φραστικές μηχαvές ασύvδετες με τη ζωή" (Δoκιμές Β' 163 και 172-3). Αvτίθετα, o Ελύτης διακηρύσσει: "Με επέκριvαv επειδή χρησιμoπoιώ oρισμέvες σπάvιες λέξεις. Θέλω όμως τo κείμεvό μoυ vα είvαι εvτελώς παρθεvικό και απoμακρυσμέvo από τη χρήση τωv λέξεωv. Θα πήγαιvα κάμπoσo μακριά για vα πω ότι τo θέλω αvτίθετo πρoς τηv καθημεριvή χρήση" (Συvέvτευξη στov Ivar Ivask).

Η ποίηση της γενιάς αυτής, παρά τις όποιες διαφορές διαφοροποιήσεις στην έκφραση έχει διαμορφώσει μια ολόκληρη εποχή και η δύναμη της είναι αξεπέραστη. Ακόμα και σήμερα είναι εδώ, ζώσα, παρούσα, αγαπημένη και επίκαιρα διαχρονική.

Φανή Αθανασιάδου



(Στη φωτό, όρθιοι από αριστερά: Θανάσης Πετσάλης, Ηλίας Βενέζης, Οδυσσέας Ελύτης, Γιώργος Σεφέρης, Ανδρέας Καραντώνης, Στέλιος Ξεφλούδας, Γιώργος Θεοτοκάς. Καθιστοί, πάλι από αριστερά: Άγγελος Τερζάκης, K.T. Δημαράς, Γιώργος Κατσίμπαλης, Κοσμάς Πολίτης, Ανδρέας Εμπειρίκος).

Δευτέρα, 26 Μαΐου 2014

Φαντασία, πραγματικότητα και πραγματικότητες στον Νίκο Καββαδία

Στην ποίηση του Νίκου Καββαδία οι λέξεις αυτές καθεαυτές, και το ειδικό βάρος τους, δεν βρίσκονται συχνά στην πρώτη γραμμή της παρατήρησης. Είναι στην θέση τους, χωρίς πολλά πολλά και χωρίς φιοριτούρες, ουσιαστικοί αγωγοί συναισθήματος και σκέψης.

Τί συμβαίνει όμως με την εικόνα της πραγματικότητας στην ποίησή του; Καθρέφτισμα ακριβείας, αντικατοπτρισμός ονείρου κοιμώμενου ή ξύπνιου, οριοθέτηση της προσωπικής κρυμμένης αγωνίας ή αναπαράσταση συμβάντων και τεκταινόμενων, τα όρια είναι ασαφή, κυρίως επειδή ο αναγνώστης βυθίζεται σε ένα σύμπαν στεγανό σχεδόν από τον πρώτο στίχο. Όταν το σύμπαν του ποιητή γίνεται και σύμπαν του αναγνώστη, τότε εκτός από τα συμβαίνοντα, αυτοί οι δύο μοιράζονται και τις πραγματικότητες, ή την όποια πραγματικότητα που οριοθετεί τον αναγνωστικό χώρο. Ενδιαφέρον και ταυτόχρονα αγχωτικό αυτό το μοίρασμα, αλλά ταυτόχρονα τόσο προσωπικό και εσωστρεφές, σαν κάποιος να διαβάζει τις μύχιες σκέψεις σου και να τις αραδιάζει στους στίχους. Η ποίηση του Καββαδία είναι για πολλούς αγχωτική γι αυτό ακριβώς τον λόγο, επειδή γίνεται μέρος του αναγνώστη και τον αναγκάζει να βγει από τη δική του πραγματικότητα και να βυθιστεί σε μια άλλη. Με προβλημάτιζε πάντα το γεγονός ότι το καββαδιακό σύμπαν είναι μια ερμητικά κλειστή οντότητα, αυθύπαρκτη σχεδόν, αυτοτελής. Λειτουργεί μόνο του και οριακά απερίσπαστο με τον αναγνώστη να καταλήγει μέρος του, συνταξιδιώτης σε ένα περίπλου κάθε άλλο παρά θετικά υποσχόμενο.

Η ενδόμυχη πραγματικότητα και ο εξωτερικός ρεαλισμός καταλήγουν να χάνουν τα διακριτά όριά τους, συμπυκνώνονται και παράγουν αυτό το ενδιάμεσο και αγωνιώδες, αυτή την αμφιταλάντευση ανάμεσα στο παρελθόν και στο παρόν που γίνεται χαρακτηριστικό γνώρισμα των ποιημάτων του Καββαδία. Ο ποιητής δημιουργεί μια «στυλιστική» αντίθεση: από τη μια μεριά εδραιώνει την στεγνή πραγματικότητα της κάθε μέρας και της κάθε βάρδιας στο καράβι και από την άλλη την καλειδοσκοπική πραγματικότητα της φαντασίας, της διήγησης και του φόβου. Το καράβι, καταλυτικό στοιχείο τόσο στον καθημερινό ρεαλισμό μιας ναυτικής θεματικής όσο και στην προσωπική φαντασία, αποτελεί τη γέφυρα ανάμεσα στους δύο αυτούς κόσμους, ένα μικρό σιδερένιο κελί μέσα στην ατελείωτη θάλασσα, ένα είδος φυλακής που είναι τελικά η προστασία του ποιητή από ό,τι εγκυμονεί στην στεριά, πραγματικό ή όχι. Είναι δύσκολο να ψηλαφίσει κανείς την βαθύτερη πηγή της αγωνίας στην ποίηση του Νίκου Καββαδία: είναι ό,τι βλέπει μέσα του ή είναι όσα μπορεί να συναντήσει έξω..; Μήπως το ταξίδι είναι τελικά αυτό ακριβώς, μια γέφυρα που συνδέει και ταυτόχρονα χωρίζει τον μέσα από τον έξω φόβο...;

Στους στίχους του Καββαδία υπάρχει η πραγματικότητα που μπορεί κανείς να αγγίξει και να αναγνωρίσει για να καθησυχαστεί, και μια άλλη πραγματικότητα που διαδραματίζεται μέσα στον αναγνώστη, που έχει το περίγραμμα του κορμιού του και το ασήκωτο βάρος του φόβου του.


ΕΣΜΕΡΑΛΔΑ

Στον Γιώργο Σεφέρη

Ολονυχτίς τον πότισες με το κρασί του Μήδα
κι ο φάρος τον ελίκνιζε με τρεις αναλαμπές.
Δίπλα ο λοστρόμος με μακριά πειρατική πλεξίδα
Κι αλάργα μας το σκοτεινό λιμάνι του Gabès.

Απά στο γλυκοχάραμα σε φίλησε ο πνιγμένος
κι όταν ξυπνήσεις με διπλή καμπάνα θα πνιγείς.
Στο κάθε χάδι κ’ ένας κόμπος φεύγει ματωμένος
απ’το σημάδι της παλιάς κινέζικης πληγής.

Ο παπαγάλος σού’στειλε στερνή φορά το «γειά σου»
κι απάντησε απ’το στόκολο σπασμένα ο θερμαστής,
πέτα στο κύμα τον παλιό που εσκούριασε σουγιά σου
κι άντε μονάχη στον πρωραίον ιστό να κρεμαστείς.

Γράφει η προπέλα φεύγοντας ξοπίσω «σε προδίνω»,
κι ο γρύλος το ξανασφυράει στριγγά του τιμονιού.
Μη φεύγεις. Πες μου, τό’πνιξες μια νύχτα στο λονδίνο
ή στα βρωμιάρικα νερά κάποιου άλλου λιμανιού;

Ξυπνάν οι ναύτες του νερού ρισάλτο να βαρέσουν
κι απέ να σου χτενίσουνε για πάντα τα μαλλιά.
Τρόχισε κείνα τα σπαθιά του λόγου που μ’αρέσουν
και ξαναγύρνα με τις φώκιες πέρα στη σπηλιά.

Τρεις μέρες σπάγαν τα καρφιά και τρεις που σε καρφώναν
και συ με τις παλάμες σου πεισματικά κλειστές
στερνή φορά κι ανώφελα ξορκίζεις τον τυφώνα
που μας τραβάει για τη στεριά με τους ναυαγιστές.[1]

[1] Νίκος Καββαδίας, Πούσι, εκδ. Άγρα, Αθήνα, 1989, σελ. 21-22.


Κρις Λιβανίου

Πέμπτη, 22 Μαΐου 2014

Τα Τετράδια του Βορρά 02: "Νέα Ελλάδα"

Έγινε λόγος τον τελευταίο καιρό για τη «Νέα Ελλάδα» ως μία ελπιδοφόρος έννοια, ένα προεκλογικό όραμα για το αύριο που θα δώσει τέλος στην κρίση.
 
Α, πάντα μου άρεσαν αυτές οι μεγάλες κουβέντες. Σε γεμίζουν με μια φυλλοβόλο ευφορία που σε αφήνει εν τέλει γυμνό, διαστρεβλωμένο, σε μία στάση υποδοχής που θυμίζει περισσότερο κάποιον αντιμέτωπο με μία ταχεία, με έκπληκτα κατατρομαγμένα μάτια, παρά κάποιον που σκιάζει το βλέμμα του με την παλάμη για να αντικρύσει από το ηλιόλουστο κατάστρωμα ένα νησί που αχνοφαίνεται.

 «Νέα Ελλάδα»: οδοστρωτήρας.

Τα εγχώρια γεγονότα εδώ στο βορρά αποκτούν ένα μυθικό εύρος, σχεδόν, και για να αντέξεις τη ξενιτιά είσαι αναγκασμένος να κοιτάξεις την Ελλάδα με άλλα μάτια, που έχουν έναν αμφιβληστροειδή ικανό να συλλάβει περισσότερο την ελπίδα και λιγότερο την απόγνωση.

Είναι άμυνα, βέβαια, τίποτα άλλο. 

Όταν φεύγεις από τη χώρα σου κυνηγημένος, άνεργος, καταχρεωμένος, με λίγα μόνο χαρτιά ποίησης στα χέρια είσαι αναγκασμένος να εκλογικεύσεις τις καταστάσεις, να τις «βάλεις κάτω» και να πείσεις τον εαυτό σου πως πρέπει να υπομείνει. Το πιο δύσκολο όμως είναι να του περάσεις την ιδέα του προσωρινού. Πως όλα δηλαδή είναι μια περίοδος που θα κάνει τον κύκλο της και θα τελειώσει, σαν ένα ουράνιο σώμα σε τέλεια τροχιά να αναδείξει τη φωτεινή πλευρά του.

Και ύστερα, η «Νέα Ελλάδα». Αμέσως ζεύεσαι, ετοιμάζεσαι και αρχίζεις να σκέφτεσαι για το τι σημαίνει, τι καλό θα φέρει και πώς μπορείς να το εκμεταλλευτείς.
 
Λίγο λίγο όμως συνειδητοποιείς τι ακριβώς σημαίνει, όταν επακολουθούν εκ νέου δηλώσεις των πολιτικών αρχηγών: 500.000 θέσεις εργασίας σε τέσσερα χρόνια. 700.000 θέσεις εργασίας σε 6 χρόνια. Νούμερα, δηλαδή, κόρες του ιλίγγου που σε ξετρελαίνουν με τα δροσερά τους σκέρτσα.

Εδώ στο βορρά κάθε ελπιδοφόρος λόγος για την Ελλάδα είναι καμπανάκι για τη ψυχή, όχι τελευταίου αλλά πρώτου γύρου. Είναι τόσο μεγάλη η ανάγκη για επιστροφή, τόσο εξοντωτική η νοσταλγία του χώματος που δεν χρειάζεσαι παρά ένα ψίχουλο για να κάνεις τσιμπούσια. 

Μα τα νούμερα δεν βγάζουν νόημα.
 
Γρήγορα βλέπεις το κίβδηλο πίσω από τις υποσχέσεις αυτές, την επανάληψη των λόγων, των προσώπων και σύντομα έρχεσαι σε αντίθεση με τον ίδιο σου τον εαυτό: από τη μία η ελπίδα και από την άλλη η πραγματικότητα.

Τι να πρωτοκάνει ο ποιητής που είναι αναγκασμένος να συνδυάσει αυτά τα δύο; Τι να πρωτοκάνει ο άνθρωπος που είναι υποχρεωμένος να πιστέψει σε ένα από τα δύο;

«Νέα Ελλάδα»: Οδοστρωτήρας.

Στρώνει το δρόμο για το μέλλον και αφήνει πίσω της πολύχρωμες χαλκομανίες. Ένα αστείο για όσους θέλουν να πιστέψουν. Ένα κινούμενο σχέδιο για όσους θέλουν μια σταθερότητα. 
 
 
Ο Ηλίας Θ. Παππάς ζει και εργάζεται στη Νορβηγία. Έχει εκδώσει δύο ποιητικές συλλογές: "Λυρική Αρχή και Τέλος" (1997) και "Οι Αρνήσεις μιας Ημέρας" (2013).












 

Τετάρτη, 21 Μαΐου 2014

Ματαιότης;

Έκλεισα την τελευταία ανάρτησή μου με τη διαπίστωση ότι όλοι όσοι γράφουμε το κάνουμε επειδή προσπαθούμε να τινάξουμε από πάνω μας την ασημαντότητα της ύπαρξής μας. Και είναι αλήθεια: με τον έναν ή με τον άλλον τρόπο, όλοι πασκίζουμε να κάνουμε τη διαφορά.

"...βράζουν από θυμό μέσα μου τα μαχαίρια

μα δεν τα χαραμίζω
τα προορίζω γι' άλλον περιωπής
εχθρό: το Σπάνιο

που δεν με καταδέχτηκε
και μ' έβαλε στην ταπεινωτική
λίστα των αφθονούντων".

Καλά μας τα λέει η Κική Δημουλά στην τελευταία (και ίσως καλύτερη όλων όσων έχει γράψει μέχρι σήμερα) ποιητική συλλογή της, "Δημόσιος καιρός". Το ασήμαντο δεν αντέχεται και το κοινότοπο καταπίνεται με δυσκολία.

Με πιάνει μερικές φορές η μανία να κοιτάζω και να ξανακοιτάζω τα στατιστικά του ιστολογίου. Βρίσκω λίγες τις μηνιαίες επισκέψεις για ένα ιστολόγιο που αριθμεί πάνω από ένα έτος ζωής. Σκέφτομαι πως, αν ανεβάζαμε τα ποιηματάκια καθενός από τους φίλους στο facebook, τα νούμερα θα ήταν πολλαπλάσια και το δημοφιλές του ιστολογίου το ίδιο. Όμως, αξίζει;

Αξίζει να εκθειάζει κανείς τη μετριότητα, μόνο και μόνο για τα νούμερα και τις στατιστικές; Αξίζει να γίνει δημοφιλής, συμβιβαζόμενος με την έλλειψη επιπέδου;

Μπορεί το στίγμαΛόγου να έχει μόνο 38 μέλη, όμως ήρθε πολύ περισσότερος κόσμος στην εκδήλωση που οργανώσαμε τον χειμώνα και από τότε έχουν δημοσιευθεί άρθρα μας σε διάφορα περιοδικά και δικά μου στην "Αυγή", μας έχουν πάρει συνεντεύξεις, κάναμε νέες συνεργασίες και μας προσκάλεσαν ως ομιλητές σε διάφορες εκδηλώσεις, ακριβώς επειδή πιστεύουμε αυτά που πιστεύουμε και τα υπερασπιζόμαστε χωρίς περιστροφές. Εντάξει, το πρώτο πληθυντικό πρόσωπο το χρησιμοποίησα λίγο καταχρηστικά στο κομμάτι με τις εκδηλώσεις, γιατί με την Κρις και τον Ηλία μόνιμους κάτοικους εξωτερικού... εκτός κι αν καθιερωθούν οι τηλεδιασκέψεις στις εκδηλώσεις και τις παρουσιάσεις.

Αυτό είναι μεγάλο όφελος. Μη με παρεξηγήσετε: δεν εννοώ πως είναι όφελος για καθέναν από εμάς προσωπικά, εννοώ πως είναι όφελος για την κριτική και τη λειτουργία της. Γιατί η λειτουργία της κριτικής είναι πολύ σημαντική: γίνεται πυξίδα τόσο για τον ποιητή όσο και για τον αναγνώστη και μπούσουλας για τους εκδοτικούς οίκους. Ασχέτως αν στις μέρες μας η λειτουργία αυτή έχει ατονήσει.

"Τι να κάνουμε λοιπόν, να πεθάνουμε"; όπως αναρωτιέται ο Χρήστος Αρμάντο Γκέζος στους "Ανεκπλήρωτους φόβους" του; Όχι, να μην πεθάνουμε. Αλλά και να μην συμβιβαστούμε. Θα εξακολουθήσουμε να λέμε τη γνώμη μας και να την υπερασπιζόμαστε, όπως θα εξακολουθήσουμε και να πιστεύουμε πως ακόμη γράφεται καλή ποίηση στις μέρες μας - και να την αναζητούμε.

Σας ευχαριστούμε που μας διαβάζετε.

Χριστίνα Λιναρδάκη

Σάββατο, 17 Μαΐου 2014

"Ο επαναστατικός κύριος Γκιούλιβερ" της Έλσας Κορνέτη


Η Έλσα Κορνέτη επιστρέφει στη μικρή φόρμα, με τον "Επαναστατικό κύριο Γκιούλιβερ", μια έκδοση την οποία εμπιστεύθηκε ξανά στο "Σαιξπηρικόν". Αυτή τη φορά καταγίνεται με ένα θέμα δύσκολο να αποδοθεί ποιητικά, την τεχνολογία και τον εθισμό του ανθρώπου σε αυτήν. Είναι κάπως σαν να βάζει στοίχημα με τον εαυτό της, είναι όμως ένα στοίχημα που κερδίζει - και μάλιστα με άνεση.

Τα 22 ποιήματα του βιβλίου δίνουν την εντύπωση πως είναι τελικά πολύ λιγότερα, καθώς συνεχίζονται καθένα στο επόμενο, δηλ. κάθε ποίημα πολλές φορές αποτελεί συνέχεια του προηγούμενου. Όλα μαζί άλλωστε συνθέτουν τον διάλογο - ή μάλλον μονόλογο - ενός εθισμένου στην ψηφιακή εποχή ανθρώπου με τις μέσα του φωνές που έχουν βαλθεί να του θυμίσουν ότι υπάρχει ζωή και εκτός οθόνης.

Είναι σαφές ότι κάτω από αυτή τη φανερή θεματική υφέρπουν χαμηλόφωνες σκέψεις για ζητήματα άλλα, όπως η αποξένωση, η μοναξιά και ο εγκλωβισμός σε λύσεις που μοιάζουν εύκολες. Υφέρπει επίσης η πίστη πως ό,τι έγινε ξεγίνεται, πως είναι δυνατή η επιστροφή σε έναν φυσικό τρόπο ζωής.

Νομίζω πως αυτό που περισσότερο απ' όλα πραγματεύεται η Έλσα στη συλλογή είναι η τάση φυγής του ανθρώπου από την πραγματικότητα και αυτό ακριβώς είναι το σημείο στο οποίο ο αναγνώστης μπορεί να ταυτιστεί με τον Γκιούλιβερ-δέσμιο των λιλιπούτειων/εσωτερικών φωνών του. Κι αν η φυγή μέσω της εικονικής πραγματικότητας δεν τελεσφορήσει, υπάρχει πάντα η ποίηση που δημιουργεί εναλλακτικούς κόσμους, τους οποίους μπορεί να κατοικήσει κανείς:

Τις βλέπω να φυτρώνουν να μεγαλώνουν
Σε κάθε πόντο του σώματός μου
πεταρίζει κι από μία
Μοιάζουν με σελίδες βιβλίων

Κοιτάζω προσεκτικά
Είναι ποιήματα
Χάρτινα φτερά

γράφει στο προτελευταίο ποίημα της συλλογής η Έλσα, για να την κλείσει με το ακόλουθο:

Όσοι ελάχιστα με ξέρουν
κάποτε θα πουν για μένα:

Κοιτάξτε έναν άνθρωπο ανεδαφικό
γέμισε τις τσέπες του με μικρά πουλιά
με την ελπίδα κάποτε πετώντας
ν' αποδράσει


Η τέλεια φυγή από την πραγματικότητα. Όμως, συνολικά, ο Γκιούλιβερ δεν είναι, κατά τη γνώμη μου, τόσο συγκινητικός ή συγκλονιστικός όσο ο "ασήμαντος αυτοκράτορας και ένα λαίμαργο πουλί". Απουσιάζει η ασυμβίβαστη δύναμη που είδαμε εκεί, αν και διατηρούνται ο εκλεπτυσμένος σαρκασμός, η γνωστή διορατικότητα και η ευρηματικότητα της Έλσας.

Θα ήθελα να κλείσω αυτό το σύντομο σημείωμα-αποτίμηση με κάτι που μου έγραψε η ίδια, όταν μου έδωσε το βιβλίο: "ας παραμείνουμε ανυπότακτοι ονειροπόλοι της ζωής και της τέχνης". Και με αυτή τη σκέψη, παραθέτω δύο ποιήματα από τη συλλογή που φλερτάρουν με την έννοια του ανυπότακτου:

Ένας αυθεντικός άνθρωπος
έχει την τάση να μην πουλάει ακριβά
αλλά να ξεπουλάει
το τομάρι του

Δεν είμαι εγώ ο ανυπότακτος
Ανυπότακτα είναι τα όνειρά μου
Δεν με αφήνουν να τα επιλέξω
Έρχονται στη σύνθεση που επιθυμούν
Αναπαράγονται με τη μέθοδο
Της προτίμησής τους
Τώρα πια ξέρω
Είμαι ένας υποτακτικός
Με αναρχικά όνειρα


Χα!
Τα αναρχικά όνειρά μου
Τα βλέπω να υπερίπτανται
Όρνιων χορός
Διαγράφει στον ουρανό
Κύκλους φτερωτούς
Ιπτάμενη
Η αυθάδικη πείνα τους
Ράμφος γαμψό
Με σημαδεύει

Κρατώ τα μάτια ανοιχτά
μην τύχει και με βλέμμα επίμονο
τα εξοστρακίσω


Ας δούμε και ένα τελευταίο:

Γύρω σου
μέσα σε γούβες
με βρόχινο νερό
μικρά λασπωμένα πουλιά
κάνουν το λουτρό τους

Σκέφτεσαι
Μέσα στου τυχαίου
τον στατικό κατακλυσμό
η ασημαντότητα
το φτέρωμά της
καθαρίζει


Η ασημαντότητα. Αυτήν, αλήθεια, δεν προσπαθούμε να τινάξουμε από πάνω μας όλοι όσοι γράφουμε; Για τέτοιου είδους σκέψεις αξίζει να διαβάζει ποίηση κανείς. Σε ευχαριστώ, Έλσα.

Χριστίνα Λιναρδάκη

ΥΓ. Επιφυλάσσομαι να διαβάσω και το δεύτερο νέο βιβλίο της Έλσας Κορνέτη, το "Ημερολόγιο φιλοσοφικής ήττας".



Τετάρτη, 14 Μαΐου 2014

Εντέλει, μεταφράζεται η ποίηση;

Η απάντηση στο ερώτημα είναι, ασφαλώς, ναι. Τα πάντα μεταφράζονται. Ποιο είναι το αποτέλεσμα της μετάφρασης, όμως; Μήπως ένα έργο διαφορετικό από το αρχικό;

Στον πυρήνα κάθε μεταφραστικής προσπάθειας βρίσκεται ένα καίριο ερώτημα: πιστότητα στο πρωτότυπο ή αφοσίωση στο νόημα; Με άλλα λόγια, πιστή μετάφραση, η οποία ενδέχεται να περιέχει αναντιστοιχίες – πολιτισμικές, γλωσσικές ή άλλες, ή πιο ελεύθερη, που γεφυρώνοντας τις αποστάσεις –πολιτισμικές, γλωσσικές ή άλλες – θα λειτουργήσει υπέρ του νοήματος και θα το κοινωνήσει καλύτερα; Κάθε μεταφραστής καλείται να δώσει τη δική του απάντηση στο ερώτημα κι εμείς θα προσπαθήσουμε αυτό ακριβώς, να δούμε την απάντηση που δίνει ο εκάστοτε μεταφραστής σε μια σειρά παραδείγματα. Στο τέλος αυτής της περιήγησης, θα αναρωτηθούμε ξανά αν εντέλει μεταφράζεται η ποίηση και θα δώσουμε, πιο ενημερωμένοι πια, την απάντησή μας.

Κυκλοφόρησε πριν λίγους μήνες από τις εκδόσεις Άγρα η συλλογή «Αυτό που όλα στοχεύουν – That to which all things aim» του Michael March σε μετάφραση της Κατερίνας Αγγελάκη-Ρουκ. Εκεί βλέπουμε, στη σελ. 46, το ακόλουθο ποίημα:

Where no one stood
He understood
Where no one went
He underwent
the vastness of
his lies


Ένα τέτοιο πρωτότυπο έχει όλα τα φόντα να γίνει το Βατερλώ του μεταφραστή. Είναι πάρα πολύ δύσκολο να μεταφέρει κανείς στα ελληνικά τις επαναλήψεις της μορφής (stood-under/stood, went-under/went) και του μοτίβου (under στο ρήμα των ζυγών στίχων) και η αναπόφευκτη επιλογή είναι να τις αγνοήσει. Η κα Ρουκ έχει μεταφράσει το ποίημα ως εξής:

Εκεί που κανείς δεν στάθηκε
κατάλαβε
Εκεί που κανείς δεν πήγε
ένιωσε
την απεραντοσύνη
του ψέματός του


Αν δεν υπήρχε το «του» στο τέλος, ο μεταφραστής θα έπρεπε να αντιμετωπίσει ένα θεμελιώδες μεταφραστικό πρόβλημα που, όπου παραβλέπεται, κάνει τη μετάφραση άτεχνη: θα χανόταν το γένος του προσώπου που μιλάει. Εδώ το «του» λοιπόν λύνει το πρόβλημα αναίμακτα, αν και αυτά πιστεύω πως ένα «αυτός» στον δεύτερο και τον τέταρτο στίχο θα επέστρεφε στο ποίημα, διά της ισχύος της επαναλήψεως της λέξης, λίγη από την ένταση που χάνεται αφού δεν μπορούν να επαναληφθούν η μορφή και το μοτίβο.

Συχνά-πυκνά δεν λείπουν τα λάθη από τη μετάφραση, όσο καλοπροαίρετος κι αν είναι ο μεταφραστής. Στη σελίδα 64 του ίδιου βιβλίου («Αυτό που όλα στοχεύουν») διαβάζουμε:

“No thing – no side of a thing – shows itself except by actively hiding the others.”

το οποίο έχει μεταφραστεί:

«Κανένα πράγμα, καμιά πτυχή κανενός πράγματος, αποκαλύπτεται, παρά μόνο όταν δραστήρια κρύβονται οι άλλες.»

αντί του σωστού:

«Κανένα πράγμα - καμιά πτυχή κανενός πράγματος - δεν αποκαλύπτεται, παρά μόνο όταν δραστήρια κρύβει τις άλλες.»

Στα ελληνικά χρησιμοποιούμε πάντα διπλή άρνηση και είναι βέβαιο πως το νόημα αλλάζει δραματικά όταν το ρήμα γίνεται ενεργητικό.

Τι γίνεται όμως στην περίπτωση των πολιτιστικών αναντιστοιχιών; Όταν το ποίημα αναφέρεται σε πράγματα και θέματα μίας κουλτούρας, τα οποία είναι κατά πάσα πιθανότητα άγνωστα σε μιαν άλλη;

Ας δούμε ένα ποίημα της Mohja Kahf, σε μετάφραση της Ράνιας Καραχάλιου, από το τεύχος 9 του Τεφλόν.

MY GRANDMOTHER WASHES HER FEET IN THE SINK OF THE BATHROOM AT SEARS

My grandmother puts her feet in the sink
of the bathroom at Sears
to wash them in the ritual washing for prayer,
wudu,
because she has to pray in the store or miss
the mandatory prayer time for Muslims.
(….)
Respectable Sears matrons shake their heads and frown
as they notice what my grandmother is doing,
an affont to American porcelain,
a contamination of American Standards...


(το ποίημα συνεχίζεται, αλλά είναι πολύ μεγάλο για να το παραθέσω ολόκληρο).

Μετάφραση:

Η ΓΙΑΓΙΑ ΜΟΥ ΠΛΕΝΕΙ ΤΑ ΠΟΔΙΑ ΤΗΣ ΣΤΟΝ ΝΙΠΤΗΡΑ ΤΟΥ ΜΠΑΝΙΟΥ ΣΤΟ ΙΚΕΑ

Η γιαγιά μου βάζει τα πόδια της στον νιπτήρα
του μπάνιου στο ΙΚΕΑ1
για να τα πλύνει σύμφωνα με το τελετουργικό της προσευχής,
wudu,
γιατί πρέπει να προσευχηθεί στο κατάστημα ή να χάσει
την υποχρεωτική ώρα προσευχής για τους Μουσουλμάνους
(...)
Σεβαστές προϊσταμένες του ΙΚΕΑ κουνάνε το κεφάλι και κατσουφιάζουν
καθώς παρατηρούν τι κάνει η γιαγιά μου,
μια ύβρις στην αμερικανική πορσελάνη,
μια μόλυνση των Αμερικανικών Προτύπων2...


Βλέπουμε ότι, στη μετάφραση, το Sears έχει αντικατασταθεί με το ΙΚΕΑ, μια και τόσο το πρώτο όσο και το δεύτερο είναι πολυκαταστήματα με είδη οικιακής χρήσης (το πρώτο είναι άγνωστο στην Ελλάδα, φυσικά). Η μάρκα ειδών υγιεινής American Standards, αντίθετα, έχει αποδοθεί στην κυριολεκτική της σημασία: Αμερικάνικα Πρότυπα, δημιουργώντας ένα εντελώς διαφορετικό εφέ στο ποίημα. Βεβαίως, ο μεταφραστής έχει φροντίσει να γνωστοποιήσει στον αναγνώστη αυτές του τις παρεμβάσεις με υποσημειώσεις (γι’ αυτό και τα νουμεράκια), όμως θα υπάρξουν αναγνώστες που θα αναρωτηθούν αν πρόκειται τελικά για το ίδιο ποίημα.

Υπάρχουν περιπτώσεις που οι παρεμβάσεις δεν λειτουργούν απλά σαν γέφυρα εξομάλυνσης των διαφορών, αλλά εκμεταλλεύονται τον πλούτο της ελληνικής γλώσσας για να πουν το ίδιο πράγμα με άλλες λέξεις, όπως στην ακόλουθη περίπτωση:

WEAR ME

Wear me
I want to rub against every part of your body
Make me your necklace
I want to be close to your jugular

Wear me
As the sound wears the word
As the seed wears the skin
As the book wears the touch of hand
As the sea wears the sky
As God wears worlds
Wear me


(Amarjit Chandan, συλλογή “Sonata for four hands”)

Μετάφραση:

ΦΟΡΕΣΕ ΜΕ

Φόρεσέ με.
Θέλω να τριφτώ σ’ όλα τα μέρη του σώματός σου
Φόρεσέ με γύρω απ’ το λαιμό σου
Κοντά στον αυχένα σου.

Φόρεσέ με,
Όπως ο ήχος επενδύεται με τη λέξη,
Όπως ο σπόρος περιβάλλεται με τη φλούδα,
Όπως το βιβλίο επισκεπάζεται την αφή των χεριών,
Όπως η θάλασσα περιενδύεται τον ουρανό
Όπως ο Θεός ενδύεται τις υφηλίους.
Φόρεσέ με.


(Ανδρέας Πιτσιλλίδης, δημοσίευση σε αφιέρωμα στον Ινδό ποιητή Amarjit Chandan που δημοσιεύθηκε στο τεύχος 14-15 του λογοτεχνικού περιοδικού Έρεισμα).

Ο μεταφραστής, στην περίπτωση αυτή, χρησιμοποίησε συνώνυμα της λέξης wear (φορώ), αξιοποιώντας τις δυνατότητες της ελληνικής γλώσσας. Το αποτέλεσμα είναι, κατά τη γνώμη μου, εξαιρετικό – και η επίδρασή του ίσως και ανώτερη της επίδρασης που ασκεί το πρωτότυπο στον αναγνώστη. Πρόκειται όμως για το ίδιο ποίημα;

Και τι γίνεται σε περιπτώσεις που η μετρική ή ο σκοπός ενός ποιήματος επιτρέπουν τη διάσωση από τον μεταφραστή μόνο της ιδέας του ή της μυρωδιάς του;

Ας δούμε ένα αγγλικό νανούρισμα:

Sweet Dreams Lullaby
If dreams were like islands, I’d wish you a ship
If dreams were like ice cream, I’d wish you a dish
If dreams were like flowers, I’d give you rain
And if sleep were like kisses, I’d kiss you again


So sleep little baby, sleep in my arms
Mother will keep you safe from all harm
Close your sweet eye lids and hear my words
I’ll wish you the good life that you deserve

If dreams were like wishes, I’d make them come true
If dreams were like cookies, I’d give you two
If dreams were like aeroplanes, I’d give you the sky
And if sleep were like heaven, I’d give you paradise


Ας δούμε τη μετάφρασή του τώρα από τον Θοδωρή Τσάκωνα (συγγραφέα του μυθιστορήματος «Η Αγκούσα») για μια έκδοση που θα πραγματοποιηθεί προσεχώς:

Γίνετε όνειρα χωνάκι
κι εγώ μπάλα παγωτό
γίνετε μικρό νησάκι
άσπρο πλοίο να γινώ
γίνετε όνειρα λουλούδια
εγώ να μαι η βροχή
γίνετε χίλια φιλάκια
κι όλα να μαι ένα φιλί

Γείρε μικρό μου, μη νοιαστείς κακό δε θα τ’ αφήσω,
κλείσ' τα γλυκά σου βλέφαρα στον ύπνο να μιλήσω.
Καλή ζωή να σου εύχομαι δυο λέξεις που σου αξίζουν
και κάθε βράδυ τα όνειρα να σου τις συλλαβίζουν.

Γίνετε όνειρα του ευχές μου
και η αλήθεια τους εγώ
γίνετε δυο μπισκοτάκια
να του δώσω και τα δυο
γίνετε όνειρα αεροπλάνα
κι η αγκαλιά μου ο ουρανός
γίνετε ονειρολιακάδα
και παράδεισου το φως.

Εκπληκτικό αποτέλεσμα, έτσι δεν είναι; Διατηρώντας, βέβαια, μόνο την απαραίτητη – και τίποτα παραπάνω – σχέση με το πρωτότυπο. Όμως ήταν νανούρισμα και νανούρισμα παρέμεινε, όπως ήταν ο αρχικός σκοπός της μετάφρασης. Μια λέξη προς λέξη προσέγγιση θα είχε σακατέψει εντελώς τη μετάφραση, όπως συνέβη για παράδειγμα σε μια αντίστροφη μετάφραση του «Ερωτικού λόγου» του Σεφέρη και μάλιστα από τους Edmund Keeley και Philip Sherrard (σε μια έκδοση της Ολυμπιακής Αεροπορίας το Νοέμβριο του 1999!). Παραθέτω την πρώτη στροφή:

ΕΡΩΤΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ
Δ΄

Δυο φίδια ωραία κι αλαργινά, του χωρισμού πλοκάμια
σέρνουνται και γυρεύουνται στη νύχτα των δεντρών,
για μιαν αγάπη μυστική σ’ ανεύρετα θολάμια
ακοίμητα γυρεύουνται δεν πίνουν και δεν τρων.


Ο Γιώργος Σεφέρης μιμείται το στιλ του δημοτικού τραγουδιού, πασιφανές σε οποιονδήποτε Έλληνα αναγνώστη. Πώς μπορεί κανείς να μεταδώσει σε έναν ξένο τι σημαίνει δημοτικό τραγούδι μέσα από τη μετάφραση, ιδίως όταν το αποτέλεσμα είναι ξύλινο, επειδή επιθυμεί σφοδρά να μην απομακρυνθεί από το πρωτότυπο, δηλ. σαν αυτό:

EROTIKOS LOGOS
IV

Two serprents, beautiful, apart, tentacles of separation
crawl and search, in the night of the trees,
for a secret love in hidden bowers;
sleepless they search, they neither drink nor eat.


Ας ξαναρωτήσουμε, λοιπόν. Μεταφράζεται η ποίηση; Όχι, αν αντιμετωπίσουμε το ποίημα σαν ένα σύνολο λέξεων σε συγκεκριμένη σειρά και με συγκεκριμένη διάταξη. Ναι, αν σκοπός της μετάφρασης είναι να διασωθεί η αίσθηση και η ιδέα του αρχικού ποιήματος, ακόμη κι αν αυτό σημαίνει ότι πρέπει ουσιαστικά να ξαναγραφεί το πρωτότυπο έργο. Είναι πάντα στη διακριτική ευχέρεια του μεταφραστή να διαλέξει, έχοντας κατά νου πως ο αναγνώστης έχει κάθε δικαίωμα να γνωρίσει ένα λογοτεχνικό έργο γραμμένο σε μια γλώσσα που δεν ξέρει και πως ο ίδιος, ή μάλλον οι επιλογές του, είναι που κατασκευάζουν τη γέφυρα ανάμεσά τους.

Χριστίνα Λιναρδάκη

(Αναδημοσίευση από το τεύχος Μαρτίου 2014, αριθ. 529, του περιοδικού "Νέα Σκέψη")

Κυριακή, 11 Μαΐου 2014

Τα τετράδια του Βορρά 01: Καθημερινότητα και ποίηση

Δύο μήνες βροχή, σχεδόν τέσσερις μήνες δίχως ήλιο είναι ο απολογισμός του 2014 στην περιοχή που ζω και εργάζομαι στη Νορβηγία.
Κατά την είσοδο της άνοιξης, μόνο, το φως κατάφερε να ξεμυτίσει και να χτίσει μια-δυο εστίες εδώ κι εκεί, που τα απεγνωσμένα μάτια τις αποζητούν σαν σωτήριους φάρους.

Ξέρετε, τα μάτια αποκτούν μνήμη του φωτός και έχουν την τάση να το αναζητούν εκεί που το θυμούνται, ακόμα και όταν το φως δεν είναι πια εκεί.


Πρόκειται για μια διαδικασία σχεδόν υπερβατική ή αντίστοιχα τόσο παραπλανητική που σκοπό έχει να λυτρώσει και όχι να ξεγελάσει, σαν την πίστη στο θαύμα μπροστά σε κάποια αχαλίνωτη δίνη.

Εντούτοις, για τον ποιητή, που συχνά επισκοπεί τις αισθήσεις του με αφορμή τις πιο ασήμαντες ευαισθησίες του, σχεδόν καμία διαδικασία δεν λαμβάνει χώρα εκτός των παραμέτρων της ποίησης. Έτσι, για παράδειγμα, εγώ τείνω να συνδέω σχεδόν οποιαδήποτε ποιητική λειτουργία με την καθημερινότητά μου, προσπαθώντας να φτάσω σε συμπεράσματα που ένας Θεός ξέρει αν όντως με απασχολούν.

Υπό αυτή την έννοια, η διαβίωση σε μια ξένη χώρα δεν διαφέρει ιδιαίτερα από την ανάγκη για ποιητική δημιουργία, καθώς μπορεί να οδηγήσει τον άνθρωπο σε επιλογές που στην ουσία μπορεί να μη θέλει, αλλά είναι αναγκασμένος να κάνει επειδή οι συνθήκες το απαιτούν.

Το παραπάνω, για παράδειγμα, ταιριάζει γάντι στην ανάγκη του ποιητή να κόβει τους αγαπημένους του στίχους από ένα ποίημα, μια διαδικασία που είναι ιδιαίτερα επίπονη. Ο ποιητής βλέπετε περνάει το μεγαλύτερό του διάστημα μέσα στην ανασφάλεια και την αυτο-αμφισβήτηση, οπότε σε εκείνες τις περιπτώσεις που η έμπνευσή του και η εργασία του αποδίδουν καρπούς, γίνεται υπερπροστατευτικός: οι στίχοι γίνονται παιδιά του κι έτσι η απόρριψή τους είναι εξοντωτική.   

Η σύγχρονή μας ποίηση, στο μεγαλύτερό ποσοστό της, φέρει βαθέως αυτή την εξάρτηση των ποιητών από την ανασφάλειά τους, που είναι ούτως ή άλλως ένα διαχρονικό φαινόμενο, προκαλώντας σωρεία εκδοτικών αντιδράσεων (δράσεων) και μια παραγωγή ολιγόστιχων ποιημάτων αποτελούμενα από τους καίριους στίχους του ποιητή, στίχους που έπρεπε στις περισσότερες περιπτώσεις να κοπούν ή να μειωθούν και να δώσουν τη θέση τους σε άλλους, πιο αδύναμους αλλά με διαφορετικές ιδιότητες, ικανούς να δημιουργήσουν τον πυρήνα ενός ποιήματος και να αναδείξουν επιτυχώς την όποια κορύφωσή του.

Αλλά όταν δεν έχεις φως, είπαμε, τα μάτια επικεντρώνονται στα σημεία που το φως έχει υπάρξει, ακόμα και όταν το φως δεν είναι πια εκεί.

Είναι, βέβαια, δύσκολο. Όταν προσπαθείς να εξηγήσεις ή να αντέξεις την καθημερινότητα μέσω της ποιητικής διαδικασίας αποκτάς ταυτόχρονα μια πανοπλία και μια γύμνια. Όταν, π.χ., η απουσία του φωτός σε οδηγεί στο καταφύγιο μιας ηλιόλουστης ποίησης, η ξαφνική παρουσία του μπορεί να σε βυθίσει στο σκοτάδι και στην μελαγχολία. Η φράση «πρόσεχε τι εύχεσαι» μάλλον εφευρέθηκε για τέτοιες περιστάσεις, αν και ο ποιητής έχει την τάση να μην δίνει σημασία στη σοφία των κλισέ. 

Προσωπικά μιλώντας, η αντοχή της καθημερινότητα μέσω της ποιητικής διαδικασίας είναι μια μέθοδος που, αν είχα επιλογή, δεν θα την ακολουθούσα. Όταν ολοκλήρωνα τις «Αρνήσεις μιας Ημέρας» το 2012 (τον τελευταίο χρόνο που ήμουν στην Ελλάδα, τώρα είμαι σχεδόν δύο χρόνια στη Νορβηγία) είχα οριοθετήσει με κάποια σχετική επιτυχία τα δύο στρατόπεδα, καθημερινότητα δηλαδή και ποίηση. Έτσι μπορούσα με ευχέρεια να θρέψω το ένα με τις δυνάμεις του άλλου και τούμπαλιν.

Ο ξενιτεμός μου όμως στη Νορβηγία (προσοχή: ξενιτιά και αλλάζω χώρα κατ’ επιλογή διαφέρουν πυρηνικά) έμπλεξε εκ νέου αυτά τα δύο στρατόπεδα με αποτέλεσμα να είναι δύσκολο να ξεχωρίσω τις δυνάμεις τους. Αυτό, όπως καταλαβαίνετε, περιέπλεξε τα πράγματα και στις δύο πλευρές, καθώς η καθημερινότητα άρχισε να μοιάζει με ποίηση και η ποίηση με καθημερινότητα. Αυτή η διαπλοκή στην αρχή είχε εξαιρετικά αποτελέσματα, καθώς το τρίτο βιβλίο μου, οι «Ανατάσεις», που περιλαμβάνει δέκα ποιήματα, ολοκληρώθηκε με πειστικότητα και ελπίζω να εκδοθεί στο τρέχον ή στο επόμενο έτος.

Η συνέχεια όμως έχει αποφέρει σημαντικά προβλήματα μιας και οι δυνάμεις της ποίησης και της καθημερινότητας έχουν λιμνάσει, μην ξέροντας ποια εκβολή να αναζητήσουν. Έτσι, φαίνεται, είμαι στη διαδικασία να βιώσω κάτι που αποτελεί, κατά τη (φρέσκια) γνώμη μου, ένα από τα σημαντικά χρέη του ποιητή: τη σημασία του διαχωρισμού των δημιουργικών διαδικασιών, οι οποίοι λαμβάνουν χώρα στην καθημερινότητα και στην ποίηση με απόλυτη ισορροπία. 
Θα σας κρατήσω ενήμερους για τα αποτελέσματα (και τους πέντε που ενδιαφέρεστε).

Στο επόμενο τετράδιο: «Η παρατεταμένη εφηβεία των αισθήσεων» και πώς μας βασανίζει.



Ο Ηλίας Θ. Παππάς ζει και εργάζεται στη Νορβηγία. Έχει εκδώσει δύο ποιητικές συλλογές: "Λυρική Αρχή και Τέλος" (1997) και "Οι Αρνήσεις μιας Ημέρας" (2013).


Παρασκευή, 9 Μαΐου 2014

Η Nοτιοαφρικανή ποιήτρια Ingrid Jonker

Η Ingrid Jonker είναι μια ιδιάζουσα περίπτωση ποιήτριας που έγραψε στα Afrikaans. Πατέρας της ήταν ο Abraham Jonker, ο οποίος το 1963 είχε καταθέσει στο Κοινοβούλιο σχέδιο νόμου για την επιβολή λογοκρισίας στα έργα του λόγου. Προφανώς δεν είχε καμία σχέση μαζί του.

Η Ingrid Jonker γεννήθηκε κοντά στο Κέηπ Τάουν στις 19 Σεπτεμβρίου 1933. Ο πατέρας και η μητριά της δεν της επέτρεψαν να πάει στο πανεπιστήμιο και εκείνη έφυγε από το σπίτι σε ηλικία 18 ετών. Το 1954 συνάντησε τον κατά 17 χρόνια μεγαλύτερό της Piet Venter, τον παντρεύτηκε και απέκτησε μαζί του μια κόρη. Όμως ο γάμος τους δεν ευδοκίμησε και χώρισαν το 1960.

Ήταν μια γυναίκα με πάθος, εν μέρει λόγω ταμπεραμέντου και εν μέρει λόγω της δύσκολης παιδικής της ηλικίας που της άφησε πολλές πληγές, κάποιες από αυτές αθεράπευτες αφού η Jonker αυτοκτόνησε, με τον ίδιο τρόπο όπως ο δικός μας Κώστας Καρυωτάκης, σε ηλικία 31 ετών.

Χαρακτηριστική του παθιασμένου της τρόπου είναι μια ιστορία που την αφορά και η οποία διαδραματίστηκε στις 21 Μαρτίου 1961. Μιλάμε βέβαια για την εποχή του Απαρτχάιντ και οι διαμαρτυρίες ήταν εκτεταμένες – με κλιμάκωση τη σφαγή στη Sharpeville στις 21 Μαρτίου 1960. Στο Κέηπ Τάουν, μεταξύ άλλων σοκαριστικών περιστατικών, οι λευκοί στρατιώτες πυροβόλησαν και σκότωσαν ένα μαύρο μωρό στην αγκαλιά της μητέρας του. Ανεξέλεγκτη η Ingrid Jonker πήγε στο αστυνομικό τμήμα και απαίτησε να δει το πτώμα του μωρού. Τότε έγραψε ένα ποίημα που οι μελετητές αποκάλεσαν ένα από τα άριστα δείγματα ελεύθερου στίχου στη νοτιοαφρικανική λογοτεχνία, το “The child who was shot dead by soldiers at Nyanga”.

Παρά τις επανειλημμένες πιέσεις που δέχθηκε να συντομεύσει τον τίτλο, δεν άλλαξε ποτέ ούτε λέξη και το ποίημα, έτσι ακριβώς όπως το πρωτοέγραψε, ταξίδεψε σε πολλές γλώσσες και χώρες και έφθασε μέχρι το λόγο του Προέδρου Νέλσον Μαντέλα στη συνεδρίαση του πρώτου δημοκρατικά εκλεγμένου κοινοβουλίου της χώρας, το Μάιο του 1994.

The child who was shot dead by soldiers at Nyanga


The child is not dead
the child raises his fists against his mother
who screams Africa screams the smell
of freedom and heather
in the locations of the heart under siege

The child raised his fists against his father
in the march of the generations
who scream Africa scream the smell
of justice and blood
in the streets of his armed pride

The child is not dead
neither at Langa nor at Nyanga
nor at Orlando nor at Sharpeville
nor at the police station in Philippi
where he lies with a bullet in his head

The child is the shadow of the soldiers
on guard with guns saracens and batons
the child is present at all meetings and legislations
the child peeps through the windows of houses and into the hearts of mothers
the child who just wanted to play in the sun at Nyanga is everywhere
the child who became a man treks through all of Africa
the child who became a gian travels through the whole world

Without a pass

"Χωρίς πάσο". Αν δεν είχες πάσο και τολμούσες να διασχίσεις κάποιον απαγορευμένο δρόμο, σε σκότωναν επιτόπου, όπως τον Hector Pieterson.

Ασφαλώς, η Jonker έχει γράψει και άλλου είδους ποιήματα στις δύο όλες κι όλες ποιητικές συλλογές που εξέδωσε, ποιήματα ωστόσο που κατάφεραν να την αναδείξουν σε φιγούρα εμβληματική. Να ένα από αυτά, με πανανθρώπινο θέμα, τον έρωτα, το οποίο διάλεξα να κλείσει το αφιέρωμα στην ίδια αλλά και στη νοτιοαφρικανική ποίηση συνολικά:

Waterfall of moss and sun

Moss waterfall
tilting sun
I
love
you
Moss waterfall
tilting sun
thief of
my heart
thief
moss waterfall
tilting sun
Falling
fall
fall
Fast
fast
fin
In the small pool
tiny pebble
little rings of water
clarity

You

my own
face

4/2/1964


Χριστίνα Λιναρδάκη

Τετάρτη, 7 Μαΐου 2014

Η ποίηση της Νότιας Αφρικής

Το να ανθίσει ένα λογοτεχνικό είδος σε μια αποικία και να αποκτήσει αυτόνομη υπόσταση είναι ένα στοιχείο ξένο προς τη δική μας κουλτούρα, ακόμα όμως κι εμείς καταλαβαίνουμε ότι δεν είναι εύκολο πράγμα. Το νέο φρούτο έχει πάντα να αναμετρηθεί με τα επιτεύγματα της «μητέρας» χώρας – για την αλαζονική στάση της οποίας οι άποικοι έχουν μάλιστα και φράση: “culture cringe” (η φράση πρωτοχρησιμοποιήθηκε στην Αυστραλία και μιλάει για τη μητροπολιτική εκζήτηση που αναγκάζει τις πρώην αποικίες να αντιλαμβάνονται τους εαυτούς τους ως κατώτερους). Είναι οπωσδήποτε δύσκολο να δημιουργεί κανείς με τέτοιους όρους, όμως οι δημιουργοί δεν πτοούνται, γράφουν ανεξαιρέτως.

Και το θέμα είναι ότι στη Νότια Αφρική γράφεται καλή ποίηση, τουλάχιστον δυο αιώνες τώρα. Ποια είναι τα συστατικά της; Κατ' αρχάς, όπως και οπουδήποτε αλλού, η ιστορική μνήμη. Μόνο που εδώ η ιστορική μνήμη αντλεί από ποικίλες αλληλοαναιρούμενες αναμνήσεις, οι οποίες προβάλλουν επίκαιρα αιτήματα που αφορούν με κάθε τρόπο το παρόν.

Ένα άλλο συστατικό, πολύ συχνό, είναι η πολεμική διάθεση, συνυφασμένη κατά κύριο λόγο με την οξεία επίγνωση της φυλής στην οποία ανήκει ο ποιητής που γράφει το ποίημα. Οπωσδήποτε, θα ήταν αφύσικο να μιλήσει κανείς για νοτιοαφρικανική ποίηση αγνοώντας το ζήτημα της φυλής, αλλά η πολεμική διάθεση δεν εξαντλείται στο παρελθόν μεταξύ λευκών και μαύρων: τη βλέπουμε και μεταξύ των λευκών, μεταξύ Ολλανδών και Άγγλων, είναι δηλ. μια πολύπλοκη συνιστώσα που καλείται να διαπραγματευθεί δύσκολα ερωτήματα και μια ακόμη πιο δύσκολη πραγματικότητα:

As long as
this land, my country
is unpoetic in its doings
it’ll be poetic to disagree.

(Mafika Gwala, “In Defense of Poetry”)

brakke,
mongrels, house dogs after years still only half homely, tails clowning
but always with belching backsides waiting in the wings.
Uncouth, stinking, impossible to ignore.

(Sally-Ann Murray, “Poetry competition”)

Ευτυχώς τουλάχιστον που οι Νοτιοαφρικανοί ποιητές δεν χρειάζεται να αναμετρούνται και να υπερβαίνουν σε κάθε λέξη τους μια δεξαμενή λογοτεχνικών και μυθικών στοιχείων, όπως νιώθουν υποχρεωμένοι να κάνουν οι Ευρωπαίοι ομόλογοί τους. Παρόλα αυτά, ένας λαός αυτοχθόνων μιας χώρας που έχει αποικηθεί υφίσταται την πίεση να απαρνηθεί την ιστορία του και να επανατοποθετηθεί στην εθνική ιστορία ενός άλλου λαού: η αυτο-εξορία έχει τελικά πολλές μορφές:

I know my history damn well
to begin with it has little to do with 1652

(Sipho Sepamla, “History-books, Amen!”)

Βέβαια, η ποίηση προσφέρει τη δυνατότητα της μεταμόρφωσης της ιστορίας σε αυτό που βιώνει ο ποιητής – δεν τον υποχρεώνει, με άλλα λόγια, να αφηγηθεί τις εμπειρίες του παρελθόντος:

Something rearranged the coal dust of our souls
so that we could have the momentary radiance of flowers,
and become rubies more precious than blood.

(Karen Press, “In the cradle of humankind”)

Είδαμε μόλις ένα ποίημα που προχωρά με σίγουρα, στέρεα βήματα προς την καταληκτική λέξη “blood”, κάνοντας διττή αναφορά: από τη μια στην κληρονομιά και από την άλλη στη θυσία και τα βάσανα, υπερβαίνοντας ταυτόχρονα και τα δύο στον παρόντα χρόνο.

Τα τελευταία χρόνια έχει γίνει διακριτή μια τάση συμφιλίωσης μεταξύ των εθνοτήτων και των φυλών που απαρτίζουν τον πληθυσμό της Νότιας Αφρικής. Ένα ενωμένο έθνος έχει γίνει ορατό στον ορίζοντα. Χωρίς να αποσείει εντελώς την αβεβαιότητα του «ανήκειν», που είναι πάντα εκεί, σαν βαριά σκιά:

the hiding
dividing
fearful deciding
of what i am
who i should be

(Malika Ndlovu, “born in africa but”)

Μια λέξη έβλεπα γραμμένη ξανά και ξανά στους τοίχους: “ubuntu”. Ρώτησα τι σημαίνει. Μου είπαν: «ανθρωπιά».

Χριστίνα Λιναρδάκη

Δευτέρα, 5 Μαΐου 2014

Με αφορμή ένα ταξίδι...

Δεν έχω πολύ καιρό που επέστρεψα από ένα ταξίδι στη Ν. Αφρική, από αυτά που οι αγγλόφωνοι λένε "mind-openers", ένα ταξίδι δηλαδή που ανοίγει τον νου...

Τράβηξα αυτή τη φωτό στο μουσείο για ένα από τα θύματα των εξεγέρσεων κατά του Απαρτχάιντ, τον Hector Pieterson: 


Ο ποιητής Matika Gwala έγραψε για την περίοδο εκείνη: "Αν κάποιος πρέπει να καταγράψει τα τεκταινόμενα στη χώρα πιο καθαρά, η ποίηση είναι το καλύτερο μέσο για να το κάνει. Όταν έρχεσαι αντιμέτωπος με μιαν αλήθεια και είναι επιτακτική η ανάγκη να την εκφράσεις, μπορείς να τη συλλάβεις πιο εμφατικά μέσα από την ποίηση, γιατί δεν υπάρχει τρόπος να τη διαστρεβλώσεις μέσα σε ένα ποίημα. Πρέπει να αναδείξεις την αλήθεια όπως είναι, διαφορετικά ο κόσμος θα καταλάβει το ψέμα σου."

Αυτή η εβδομάδα το στίγμαΛόγου θα ασχοληθεί με την ποίηση της Ν. Αφρικής γενικά και της νοτιοαφρικανίδας Ingrid Jonker ειδικότερα.

Καλό μήνα σε όλους, καλώς σας ξαναβρίσκουμε!

Χριστίνα Λιναρδάκη