Παρασκευή, 28 Φεβρουαρίου 2014

Η ποίηση του Γιώργου Ιωάννου

Ο Γιώργος Ιωάννου είναι ένας από τους πιο σημαντικούς Νεοέλληνες λογοτέχνες. Γεννήθηκε το 1927 στη Θεσσαλονίκη και πέθανε το 1985. Ανήκει στην πρώτη μεταπολεμική γενιά. Αν και είναι περισσότερο γνωστός ως πεζογράφος, οι ποιητικές συλλογές που εξέδωσε, τα Ηλιοτρόπια και Τα χίλια δέντρα, προσδιόρισαν και το μετέπειτα προσωπικό ύφος της γραφής του.

Η ποίηση του Γιώργου Ιωάννου διακρίνεται για το λιτό, ευκρινή νοηματικά λόγο, τον απαλλαγμένο από λεκτικές υπερβολές και λυρικές εξάρσεις: είναι πηγαία απλός, εξομολογητικός, χαμηλόφωνα αποκαλυπτικός. Εστιάζει και αναδεικνύει το πρόσωπο, το συναίσθημα, το γεγονός, την κατάσταση που προκύπτει και επιθυμεί να καταγράψει. Όμως τι λέει ο Γιώργος Ιωάννου, τι είναι γι’ αυτόν η Ποίηση; "Ποίηση νομίζω είναι η γενική ερωτική διάθεση δοσμένη με λογοτεχνική τέχνη. Την ερωτική διάθεση την εννοώ και διαψευσμένη και τη λογοτεχνική διάθεση όχι πάντα απαραίτητη".

Η γραφή του χαρακτηρίζεται από εσωτερικότητα, τρυφερότητα, αισθαντικότητα. Ο ερωτισμός του ποιητή είναι παρών, άλλοτε διακριτικά, υπαινικτικά και άλλοτε περισσότερο τολμηρά. Περιπλανάται στην απρόσωπη μεγαλούπολη και αναζητά τον έρωτα, την αγάπη μέσα από τις εναγώνιες υπαρξιακές του διαδρομές. Όπως λέει ο ίδιος: "ο έρωτας υπήρξε η αιώνια ανοιχτή πόρτα προς τους άλλους ανθρώπους και με έχει τοποθετήσει τελεσίδικα σε μια θέση συμπάθειας απέναντί τους".

Εμβληματική η ονομασία της δεύτερης ποιητικής του συλλογής Τα χίλια δέντρα, (έτσι όπως ονομάζεται το δάσος του Σέιχ Σου στη Θεσσαλονίκη). Στην ποίησή του αναφέρει τοποθεσίες της αγαπημένης του πόλης με τις οποίες με έμμεσο ή άμεσο τρόπο συνδέεται ο χώρος με την ιστορική μνήμη ή η στιγμή με το χρόνο, όπως π.χ.στο ποίημα "Στρατόπεδο Παύλου Μελά", σαν ένα είδος συνομιλίας όπου συναντάται το συλλογικό με το προσωπικό. 

Ένα γεγονός που έχει συγκλονίσει το Γιώργο Ιωάννου ώστε να επανέρχεται σε αυτό μέσα από τα ποιήματά του αλλά και τα πεζογραφήματά του είναι ο βίαιος ξεριζωμός και η εξόντωση των Εβραίων της Θεσσαλονίκης από τους Γερμανούς ναζί το 1943 στη διάρκεια του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου. "Τα ηλιοτρόπια των Eβραίων", "Tο μάθημα", "Mε το τρένο", "Σαν να ‘ναι άνοιξη" είναι τίτλοι ποιημάτων αφιερωμένα στο ξεκλήρισμά τους, ενώ ο ίδιος είχε επισημάνει τριάντα χρόνια μετά την έκδοση της ποιητικής του συλλογής Ηλιοτρόπια ότι ο τίτλος αυτός αναφερόταν στο κίτρινο αστέρι των Εβραίων που τους είχανε υποχρεώσει να φορούν οι Ναζί για να ξεχωρίζουν από τον υπόλοιπο πληθυσμό.

Αναμονή, προσμονή, αναπόληση, η μνήμη παρούσα, μα άλλοτε δεν αρκεί.Αναζητά την επικοινωνία με τους ανθρώπους και ας φαίνεται έντονα πως προτιμά τη μοναξιά του. Και εκεί ανάμεσα να ελλοχεύει ο φόβος, ο φόβος της απώλειας, της απουσίας, της μοναξιάς, της σιωπηρής ερημιάς, ο φόβος της προδοσίας, της εγκατάλειψης καταλυτικός διαλυτικός. Εντοπίζει τη μοναξιά και μοιάζει να την ξορκίζει με τη γραφή του. "Φράνσυ, έχασα πια την επαφή μου με τις ματιές και τις καρδιές των ανθρώπων."

"Βάρυνα μέσα στην ενοχή", γράφει, ταλανίζεται από το μαρτύριο της ερωτικής του απόκρυψης. Βρίσκεται ανάμεσα στο καμίνι των πόθων του, των επιθυμιών του και τις ενοχές, τις Ερινύες του που τον ακολουθούν, αποζητά τη λύτρωση, παλεύει να βρει τον εαυτό του.

Παρόντα συχνά στα ποιήματά του τα στοιχεία της φύσης, δηλ. η νύχτα, ο άνεμος, η καταιγίδα, η ομίχλη (που αγαπά τόσο να περπατά και να χάνεται μέσα σ΄ αυτήν, έχει γράψει άλλωστε και ομότιτλο κείμενο), η βροχή άλλοτε με λυτρωτική, ευεργετική, καθαρτική διάθεση, άλλοτε πάλι συνώνυμη ή συνοδευτική της ερημιάς της απόλυτης μοναξιάς.

Υποδόρια ειρωνεία και σαρκασμός, όταν τα ποιήματά του ασκούν πολιτική ή κοινωνική κριτική, όταν άπτονται θεμάτων που αφορούν την αδικία προς τους αδύναμους και την καταγγελία της εξουσίας.

Ζήτω η ελευθερία γιατί κι’αυτή καλή
όμως γλυκό και το ψωμί πράγματα
τόσο για την ώρα ασυμβίβαστα

(από το ποίημα του "Σε επαρχία μακρινή")

Φανή Αθανασιάδου






Δευτέρα, 24 Φεβρουαρίου 2014

Καημένε ποιητή, τι τραβάς!


Πολύ, πολύ θλίψη έχει ανάγκη αυτό το ποιητικό πηγάδι που έχουμε μέσα μας για να γεμίσει, να ανεβάσει νερό.

Όχι μόνο θλίψη, βέβαια. Μια χούφτα φιλοσοφία, εμπειρία, βλακεία, χαρά και αναλυτική ικανότητα -μέσω της κλασικής μεθόδου trial and error- χρειάζονται για να παραχθεί ο πιο μικρός, ο πιο ασήμαντος στίχος.

Σκέφτομαι τον τελευταίο καιρό πόσο δύσκολο, στην ουσία, είναι να γράψει κάποιος ποίηση. Πρόκειται για ένα σχεδόν αδύνατο εγχείρημα, η δυσκολία του οποίου εμφανίζεται μόνο σε όσους έχουν αποφασίσει να πάρουν εκείνο το δρόμο, το δρόμο της συνεχούς αποποίησης του εαυτού, που επιφέρει την εκκίνηση των πραγμάτων, ξανά και ξανά. 

Δεν έχω ιδέα, φυσικά, αν αυτό είναι ένα μονοπάτι που μπορεί να βοηθήσει όποιον γράφει ποιήματα. Η συνεχής αμφισβήτηση, ούτως ή άλλως, της όποιας ποιητικής μας παραγωγής είναι μια πάθηση που γίνεται αντιληπτή μόνο όταν κάποιος ήδη υποφέρει από αυτή.

Θέλω να πω, αυτή η προσπάθεια να φτάσει κάποιος σε έναν πυρήνα που διαφέρει κάθε φορά δεν είναι μια επιλογή, ένας ψυχαναγκασμός, αλλά μάλλον μια ασυνείδητη πραγματικότητα η οποία μας ορίζει μέσω κάποιας ποιητικής ή άλλης θεότητας.

Η εύκολη λύση του μεταμοντερνισμού (και μου ήρθε τώρα στο νου μιας και είναι το πιο πρόσφατο μεταμορφωτικό μας κίνημα), όπου καθιστά όλα τα υλικά ποιητικώς αγώγιμα και στοχεύει σε μια πνευματική ελίτ που ανακυκλώνει το εγκυκλοπαιδικό της φετίχ, δεν με συγκίνησε ούτε με εξιτάρει.

Όχι ότι δεν έχει τη δυνατότητα να πάει ένα ποίημα πιο πέρα -εκεί που πιθανώς το μυαλό και το ποιητικό ταλέντο πέφτουν θύματα μιας ψυχολογικής αποκάλυψης- την έχει. Εντούτοις δεν αποσκοπεί στο να φέρει την ποίηση εκεί που, κατά την ταπεινή μου γνώμη, ανθίζει: στα αυτιά του άλλου.

Η οδός που είναι στρωμένη με ρόδα κρύβει τον ποιητή από το χρέος του, να δοθεί δηλαδή ως βορά σε όποιον τον διαβάζει, κάτι που για να γίνει εφικτό είναι αναγκαίος ο συνεχής μηδενισμός του ποιητικού εαυτού και ο επαναπροσδιορισμός του.

Το γεγονός, βέβαια, ότι μετά από τόσο μόχθο πρέπει να έχεις τη γλώσσα σου σε συνεχή λειτουργία για να μπορέσει το έργο σου να φτάσει σε ένα-δυο αναγνώστες (όχι παραπάνω), ρουφάει όλο το θεωρητικό αέρα των όσων έγραψα λίγο παραπάνω.

Η γλώσσα, όλοι οι πονηροί το γνωρίζουμε, λιώνει την ποιότητα και διεγείρει τη ματαιοδοξία. Άρα, ποιο το νόημα;

Το νόημα είναι ότι η πιο μικρή νίκη έρχεται από την πιο μεγάλη προσπάθεια και, όπως είναι γνωστό, αυτή είναι η βάση κάθε ποιητικού εγχειρήματος. Το δέχεσαι και προχωράς. Και κάνεις πολλές, πολλές προσευχές.

Ηλίας Θ. Παππάς


*Το δεύτερο βιβλίο μου, Οι Αρνήσεις μιας Ημέρας, κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Στοχαστής.

Παρασκευή, 21 Φεβρουαρίου 2014

"φλέβα που σπάει" του Γιώργου Μπουρλή και "πλαστική άνοιξη" της Στέργιας Κάββαλου


Ξεκινώ ομολογώντας ότι είναι άδικη η σύγκριση.  Όμως διάβασα αυτές τις δύο συλλογές τη μία μετά την άλλη και ήταν αναπόφευκτη.



Πρώτα διάβασα την "πλαστική άνοιξη" της Στέργιας Κάββαλου. Είναι ένα συμπαθές ποιητικό βιβλίο. Μια ποιήτρια με δυνατότητες. Αλλά δεν ξετρελλάθηκα. Ας κρύβονται πίσω από τους στίχους της σπασμένα παιδικά παιχνίδια, η παιδική ηλικία (ένα θέμα που πάντα με δονεί), καραμέλες, ζαχαρωτά και δόντια χαλασμένα από τη ζάχαρη. Είναι ο τρόπος που κλείνει τα ποιήματά της με μια, μάλλον άστοχη, ερώτηση (βλ. για παράδειγμα το ποίημα «12 εβδομάδων») ή με έναν στίχο που αντιστρατεύεται το προηγούμενο ποίημα χωρίς να το ανατρέπει ωραία («Α7», «πλαστική άνοιξη», «υπέρ υγείας») ή ίσως είναι το γεγονός ότι τα περισσότερα ποιήματά της είναι τόσο μικρά που δεν προλαβαίνουν να αναπτυχθούν όσο θα έπρεπε και φαίνονται ανολοκλήρωτα. Σίγουρα πάντως κάτι φταίει που το αποτέλεσμα δεν είναι αυτό που θα περίμενε κανείς. Φυσικά, η συλλογή περιλαμβάνει και ορισμένα πολύ ωραία ποιήματα («χρόνια πολλά», “it’s a sin”, «ξανά και πάλι», «της μοίρας σου», καθώς και το «ή να μη ζει;», αν δεν τελείωνε όπως τελειώνει, δηλ. με πολύ φτωχό κι αδύναμο τρόπο γι’ αυτό που επιχειρείνα πει), αλλά δυστυχώς δεν αρκούν για να πει κανείς ότι πρόκειται για ένα πραγματικά καλό ποιητικό βιβλίο.

Και μετά από αυτό, άνοιξα το «φλέβα που σπάει» του Γιώργου Μπουρλή. Και χωρίς να έχω ούτε καν φτάσει στη μέση αναφώνησα: «Επιτέλους!» και ρούφηξα το υπόλοιπο χωρίς δεύτερη σκέψη. Γιατί πράγματι πρόκειται για ποίηση καλή, απόλυτα ανθρώπινη, που – επιτέλους – νιώθω ότι με αφορά. Είναι ποίηση γραμμένη από έναν άνδρα με πολύ υψηλό EQ, ο οποίος γνωρίζει πολλά για την ανθρώπινη κατάσταση, για τον μέσα του κόσμο, για την αρσενική ψυχή και την ψυχή γενικά. Και όλα αυτά που γνωρίζει μας τα φανερώνει με μεγάλη δύναμη και δυναμική, με τόλμη, αποφασιστικότητα, πάθος και...ναι, λοιπόν, μπράβο! Όχι δεν με έχουν ματιάσει, εγώ είμαι που τα λέω όλα αυτά, εγώ που έγραψα και την πιο πάνω παράγραφο. Εξαιρετικά είναι τα ποιήματα για και προς την κόρη του («Γυναίκα πια», «Νανουρίζοντας την κόρη μου»), συγκλονιστικά τα ερωτικά του (ιδίως το «Γέννα είναι... γέννα», “Le vent nous portera”, «Κάποιοι πολύ τυχεροί») και, ακόμη και αν υπάρχουν μερικά όχι τόσο καλά ποιήματα μέσα σε όλα, δεν είναι τόσο «ηχηρά» ώστε να αλλοιώσουν τη συνολική εντύπωση που αφήνει το βιβλίο, η οποία είναι πως πρόκειται για πολύ καλή ποίηση (ψιθυρίζω, ευλαβικά σχεδόν, έναν στίχο του: «να είσαι λάμπα πυρακτωμένη και να ζητάς να σ΄ αγγίξουν»)!

Χριστίνα Λιναρδάκη

Παραθέτω λίγα ποιήματα και από τις δύο συλλογές:



της Στέργιας Κάββαλου

ξανά και πάλι

φιλιά πεσμένα στο πάτωμα.

με χλωρίνη καθάρισα,
τις γλώσσες προσπέρασα.

σε καυτές μασέλες γλιστρίζω.

και με καταπίνουν τα παρελθόντα,
και με θάβει το σπίτι.
και μου τα έλεγε η μαμά,
να μαζεύω τα παιχνίδια μου από κάτω,
μη σκοτωθώ.


της μοίρας σου


τρύπησαν τα σκουπίδια στο σαλόνι,
σημάδι το πήρα κι άρχισα

να πίνω το ληγμένο γάλα
να μασουλάω τα τσόφλια,
να αλείφομαι τηγανισμένο λάδι.
βρήκα και κάτι μικρά ρούχα,
τα φόρεσα κι αυτά
κι έγινα από βάτραχος πριγκίπισσα.

όταν ήρθε το σκουπιδιάρικο,
μάζεψε την άδεια σακούλα.
καθόλου δεν με αναγνώρισε.



του Γιώργου Μπουρλή

Κάποιοι πολύ τυχεροί

Μπήκα σ’αυτόν τον έρωτα
μ’ ένα μπουκάλι κρασί στο χέρι
και τα μαλλιά γεμάτα αγριόχορτα.
Ένας άσχημος κι ασήμαντος ποιητής. Μα ποιητής.
Αυτή; Η πιο όμορφη ιστορία του κόσμου.
Με θυμάμαι να της πλέκω με
τις λέξεις μου σκεπάσματα. Και κρυφά, την ώρα που
κοιμόταν, ν’ αγγίζω φοβισμένος τα χείλια,
τις φλέβες στο λαιμό της, τις ρώγες της,
και να μετρώ τα κόκκαλα στα
πλευρά της να δω αν είναι άνθρωπος.
Ήταν ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΗ.
Κι ήταν οι πιο μυρωδάτες οι μέρες και οι ώρες κι όλα τα
δευτερόλεπτα τότε. Ένας πλανήτης
χωρίς καμιά ισορροπία.
Θυμάμαι την πόλη να βάζει τα
ξυπνητήρια της πρωί πρωί να μας
χορτάσει. Εμείς τ’ ακούγαμε και γελούσαμε.
Οι δρόμοι αγριεμένοι από τη ζήλεια
κι ο χειμώνας έκανε πως κορόιδευε,
η νύχτα έλιωνε μόνη τ’ αστέρια της,
καθώς μανάδες ξεχνούσαν τα
παιδιά τους στα σούπερ μάρκετ.
Εγώ; Οξειδωμένο μέταλλο
κι ένα ξεθωριασμένο κομμάτι ρούχο,
έτσι τσακισμένος.
Πληγή καλυμμένη με μια βρώμικη γάζα,
έτσι δοσμένος.
Μπήκα σ’ αυτόν τον έρωτα
με την πιο μεγάλη μου ανάσα. Και δεν βγήκα.
Ένας άσχημος κι ασήμαντος ποιητής. Μα ποιητής.

Πώς μπορεί ένας νέος ποιητής να προωθήσει το έργο του;

Η απάντηση είναι ότι δυστυχώς δεν μπορεί! Οι «καλοί» εκδοτικοί οίκοι, αυτοί που κάνουν μια στοιχειώδη προώθηση δηλαδή, εξαντλούν τις προσπάθειές τους στην αποστολή δελτίων τύπου εν είδει ανακοίνωσης, π.χ. «κυκλοφόρησε η νέα συλλογή του τάδε», γράφοντας και ένα-δυο λογάκια, βάζοντας και ένα κάπως χαρακτηριστικό ποίημα. Και, υποτίθεται, όποιος ενδιαφέρεται περισσότερο (κοινώς όποιος «τσιμπήσει») ζητά να του στείλουν αντίτυπο του βιβλίου. Παρένθεση: σε αυτή την κατηγορία (αυτών που τσιμπάνε δηλαδή), κατατασσόμαστε κι εμείς στο στίγμαΛόγου. Αν μας κάνει κλικ κάτι, ζητάμε να μας στείλουν το βιβλίο και γράφουμε σχετικά. Υπάρχουν και οίκοι που απλά μας δίνουν τα βιβλία τους όπως και να’χει, να είναι καλά.

Είναι μια πρακτική που δεν ισχύει για τα μεγάλα έντυπα ευρείας κυκλοφορίας, τα οποία δεν το κάνουν αυτό, γιατί πάντα έχουν κάποια χάρη να επιστρέψουν. Τι εννοώ. Την περασμένη εβδομάδα δημοσιεύθηκε μια κριτική μου στην Αυγή της Κυριακής. Εννοείται πως δεν ξέρω κανέναν στην εφημερίδα. Εννοείται επίσης πως δεν γράφω κείμενα και τα στέλνω γύρω-γύρω στα έντυπα ευρείας μπας και δημοσιευθούν σε κάποιο, θα ήμουν τραγικά αφελής. Στην προκείμενη περίπτωση, την κριτική μου την έστειλε απευθείας ο ποιητής στην εφημερίδα προς δημοσίευση. Αυτόν γνώριζαν και σε αυτόν έκαναν χάρη. Έτσι γίνεται. Με τέτοιου είδους χάρες «κλείνει» ο διαθέσιμος χώρος των εφημερίδων. Χάρες σε ποιητές, χάρες σε εκδότες, χάρες σε γνωστούς γνωστών. Υποστήριξη στην gay community (ναι, πιστέψτε με, και αυτό παίζει πολύ). Δεν πιστεύω ότι υπάρχει δημοσιογράφος εντύπου ευρείας που παίρνει μια ποιητική συλλογή από το ράφι, ενθουσιάζεται και γράφει κάτι. Απλά δεν γίνονται αυτά τα πράγματα. Ποτέ.

Οπότε μεγάλο κομμάτι της προώθησης είναι οι καλές δημόσιες σχέσεις. Ξέρω τον τάδε που είναι εκδότης στο τάδε περιοδικό λογοτεχνίας (αλλάξαμε κατηγορία από τα ευρείας, καταλάβατε) και, στο καλό σενάριο, θα του δώσω έτοιμη μια κριτική για το έργο μου να τη δημοσιεύσει, επειδή με ξέρει και με εκτιμά ή, στο βέλτιστο σενάριο, θα του ζητήσω να γράψει εκείνος (ή η συντακτική επιτροπή του, έστω) κάτι για το βιβλίο μου (σπάνιο). Αυτό βέβαια ισχύει για τα περιοδικά που δεν ανήκουν σε εκδοτικούς οίκους, π.χ. νέα σκέψη, φρέαρ, τεφλόν. Διότι τα περισσότερα, για να μην πω όλα, λογοτεχνικά περιοδικά που ανήκουν σε εκδοτικούς οίκους (βλ. νέα ευθύνη, μανδραγόρας, τετράδια κ.λπ.) γράφουν αποκλειστικά για δικές τους εκδόσεις – είναι άλλωστε τόσοι πολλοί οι ποιητές που εκδίδουν που αναγκαστικά εξαντλούνται εκεί – κάποιες μάλιστα φορές δεν τους φτάνει ούτε ο χώρος του περιοδικού τους καλά-καλά.

Και πάμε στο κομμάτι της προώθησης στα βιβλιοπωλεία. Άλλο Βατερλώ εκεί! Το πρώτο στάδιο είναι να πάει το βιβλίο στα βιβλιοπωλεία. Η συνεργασία με τα μεγάλα βιβλιοπωλεία είναι συνήθως πηγή προβλημάτων για τους εκδοτικούς οίκους, επειδή τα βιβλιοπωλεία τους αποδίδουν λογαριασμό (πόσα πούλησαν από τι) κάθε δύο χρόνια και, βέβαια, καταβάλουν και τα αντίστοιχα ποσά από την πώληση. Συχνά τα στοιχεία δεν είναι ακριβή και δεν μπορούν να επιστρέψουν ούτε ό,τι αντίτυπα τους έχουν απομείνει (εφόσον έχουν πουλήσει κάποια) γιατί και αυτά έχουν χαθεί κάπου σε κάποια αποθήκη, όπου πιθανότατα θα μείνουν να τα φάει η σκόνη. Αλλά ούτε και οι φτωχοδιάβολοι, τα μικρά δηλαδή βιβλιοπωλεία, αποδίδουν σύντομα στους οίκους – αν και αυτό συμβαίνει για άλλους λόγους (ο βασικότερος είναι ότι δεν έχουν ρευστότητα). 

Ας πούμε όμως ότι ο εκδοτικός οίκος του ποιητή τα έχει άριστα με όλους και ότι το βιβλίο του ποιητή φθάνει στο βιβλιοπωλείο. Πού πηγαίνει; Στο ράφι, βέβαια, και μάλιστα στο ψηλότερο και το πιο απρόσιτο. Δεν θα πάει πάνω στον πάγκο, ούτε στα ράφια που είναι κάτω από τον πάγκο, όχι. Για να μπει στον πάγκο πρέπει το βιβλιοπωλείο να πληρωθεί. Για να μπει σε χωριστό stand, το ίδιο. Για να μπει στη βιτρίνα ούτε καν το συζητώ (πέρυσι, πάντως, ζητούσαν από κεντρικό βιβλιοπωλείο της Αθήνας 300 ευρώ για να μείνει το βιβλίο στη βιτρίνα μία εβδομάδα, κατόπιν συνεννοήσεως του εκδότη με τον βιβλιοπώλη, δηλ. δεν μπορεί να κάνει τη συνεννόηση ο συγγραφέας απευθείας, γιατί προφανώς θέλουν να βάλουν κάτω τα κιτάπια τους και να δουν ποιος χρωστάει τι και σε ποιον. Από αυτά και άλλα τέτοια ξεκινούν οι τριβές μεταξύ βιβλιοπωλών και εκδοτών).

Οπότε; Θα πρέπει να είναι ευχαριστημένος ο ποιητής αν φιλοτιμηθούν κάποιοι blogger να γράψουν για το βιβλίο του και αν ο εκδοτικός του οίκος καταφέρει να του κάνει παρουσίαση σε κάποιον χώρο. Εκεί θα εξαντληθεί μάλλον η προώθηση του βιβλίου του. Από κει και πέρα, δεν είναι κακό να στείλει βιβλία του σε ποιητές που θαυμάζει και εκτιμά τη γνώμη τους – αρκεί να μην είναι κάποιος σαν τον Νάνο Βαλαωρίτη, π.χ., ο οποίος λαμβάνει τόσα βιβλία κάθε μέρα που, επειδή δεν θέλει και να πετάει τίποτα (ούτε όμως τα διαβάζει), έχει καταλήξει να ζει μέσα σε απίστευτες στοίβες βιβλίων. Α ναι, υπάρχουν πάντα και τα λογοτεχνικά σωματεία (Εταιρία Ελλήνων Λογοτεχνών, Εταιρεία Συγγραφέων, Πανελλήνια Ένωση Λογοτεχνών, παλαιότερα η Ενωτική Πορεία Συγγραφέων της οποίας ήμουν μέλος, κ.λπ), τα οποία διοργανώνουν κατά καιρούς εκδηλώσεις για τα μέλη τους, όμως η συμβολή τέτοιου είδους εκδηλώσεων είναι κυρίως το χαϊδολόγημα του εγωισμού και όχι κάτι το ουσιαστικό...

Δύσκολα τα πράγματα, φίλοι μου, δύσκολα.

Χριστίνα Λιναρδάκη

Δευτέρα, 17 Φεβρουαρίου 2014

Κριτική της Χριστίνας Λιναρδάκη στη χθεσινή "Αυγή" - "Καυσοκαλύβης" του Αντώνη Ζέρβα

ΜΙΑ "ΕΝΟΧΛΗΤΙΚΗ" ΣΥΛΛΟΓΗ

ΑΝΤΩΝΗΣ ΖΕΡΒΑΣ, "Καυσοκαλύβης", εκδόσεις Νεφέλη, 2013


Πρόκειται πράγματι για μια συλλογή κοφτερή μέχρι το κόκαλο και άκρως αποκαλυπτική μες στην άγρια γύμνια της. Τι είναι αυτό που αποκαλύπτει; Την αλήθεια του σύγχρονου τρόπου ζωής μέσα από μύχιες σκέψεις και συναισθήματα ή τις πάμπολλες μάσκες και δοκιμές της καθημερινότητας, σε ένα ακόρντο ειλικρίνειας όλο ένταση, σε αναλογία με το Tristan chord του Wagner.

Μακριά από το ομιχλώδες τοπίο του συγκαταβατικού, ο «Καυσοκαλύβης» δεν είναι ένα αμιγώς ποιητικό, δοκιμιακό ή αποφθεγματικό βιβλίο. Είναι όλα μαζί και τίποτε από αυτά συγχρόνως. Ο Ζέρβας περιφρονεί τη φόρμα, δυναμιτίζει το γνωστό έδαφος και λοιδορεί τους συναισθηματισμούς, παραδίδει όμως αλήθεια, καυστικότητα και ατόφιο συναίσθημα.

Όχι πως έχει τον αναγνώστη κατά νου, καθόλου. Είναι σαφές ότι επικοινωνεί εν κενώ, σαν να μιλά στον εαυτό του. Ούτε ισχύει πως δεν του έχει μείνει στάλα ζεστασιάς. Είναι που «στην εποχή του θεωρούσαν αισχρό να επαναλαμβάνουν τους κοινούς τόπους για να μένουν στην επικαιρότητα», όπως ο ίδιος ο Ζέρβας έχει δηλώσει, τασσόμενος κατά της διαιώνισης της αυταρέσκειας στον γραπτό λόγο. Είναι που πίστεψε στον William Butler Yeates, ο οποίος το 1936 είχε πει ότι η ποίηση του μέλλοντος θα είναι η περιγραφή του βιώματος και της στιγμής. Είναι, τέλος, που περιφρονεί τον λυρισμό, πράγμα άκρως ειρωνικό, αφού με την ένταση με την οποία επικοινωνεί τους εσωτερικούς του διαλόγους και τις βαθιές του διαπιστώσεις, καταλήγει να πλησιάζει στον ορισμό του λυρισμού περισσότερο από οποιονδήποτε δηλώνει θεράπων του, αποδεικνύοντας ότι η λυρική συνείδηση δεν είναι τελικά παρά ένα αιματώδες ερώτημα πάνω στις ασύμβατη σχέση μεταξύ ατομικού και συλλογικού, απόλυτου και σχετικού.

Ο Ζέρβας πειραματίζεται, καινοτομεί, ξεδιαλέγει, δεν φοβάται: δεν φοβάται να ψάξει, να βγει έξω από τα όρια, να κοιτάξει πίσω από τα φαινόμενα, να αναλύσει τις αναμνήσεις και τις διαπιστώσεις του μέσα από μια απρόσμενη εναλλαγή ενσταντανέ, συναισθημάτων, ενστίκτων, έλξεων και έξεων. Παραδόξως, μέσα σε όλα αυτά συναντάμε τον εαυτό μας ή, πιο καλά, τη νεοελληνική συνιστώσα της ταυτότητάς μας: σαν τον Καυσοκαλύβη, τον ασκητή Μάξιμο του 14ου αιώνα, έτσι κι εμείς εμφανιζόμαστε να καίμε και να ξανακαίμε τις εστίες μας, όχι για να υπηρετήσουμε κάποιο υψηλό ιδεώδες, αλλά από ανικανότητα, επιπολαιότητα και μια ροπή προς την ανοησία.

Η συλλογή είναι προϊόν προσεκτικής σκηνοθεσίας. Παρότι δομείται σε ενότητες, καθετί κληροδοτεί την ηχώ του στα επόμενα και συνυφαίνεται μαζί τους, την ίδια στιγμή που καινούρια θέματα κάνουν θορυβώδη είσοδο και μπλέκονται στον καμβά, συνθέτοντας ένα πικρό ενίοτε, περιπαικτικό άλλοτε, εξαιρετικό πάντως αποτέλεσμα που προβληματίζει. Η επανάληψη των θεμάτων, η επίσκεψή τους ξανά και ξανά, ολοένα εμβαθύνοντας, καθώς και το κοίταγμά τους από διαφορετικές οπτικές γωνίες που όμως πάντα καταλήγουν σε τρεις-τέσσερις κοινούς παρονομαστές (τη μοναχικότητα, το γήρας, την ασίγαστη επιθυμία, τον θάνατο), παράγουν έναν υπόκωφο ρυθμό που σφυροκοπά τον νου και εντυπώνεται εκεί με τον δικό του, μοναδικό τρόπο.

Προτείνω να διαβάσετε τον «Καυσοκαλύβη». Μην αντιδράσετε αμέσως στον ιονισμό, παραδοθείτε του για λίγο. Αφήστε τον να σας ποτίσει. Η λογοτεχνία επιτάσσει έκθεση στον κίνδυνο και η ανάγνωσή της μπορεί να εξελιχθεί σε πεδίο μάχης ανάμεσα σε ό,τι γνωρίζουμε και στο νέο νόημα. Είναι όμως μια μάχη κόντρα στη βιομηχανία έτοιμων αισθημάτων και, γι’ αυτό, εξαιρετικά σημαντική.

Χριστίνα Λιναρδάκη
Εφημ. "Αυγή", ένθετο "Αναγνώσεις", τεύχος 585, 16.2.2014

Παρασκευή, 14 Φεβρουαρίου 2014

"Αγκαλιά τα μεσάνυχτα" του Στέργιου Πολύζου

Αγκαλιά τα μεσάνυχτα λέγεται η δεύτερη συλλογή του Στέργιου Πολύζου και αποτελεί μια σαφή προσπάθειά του να χτίσει και να εδραιώσει μια διακριτή ποιητική ταυτότητα. Το πετυχαίνει; Θα το δούμε.

Η θεματολογία του είναι αρκετά ευρεία, ώστε να του παρέχει την δυνατότητα να κινείται σε πολλά επίπεδα, κάτι που είναι θετικό στοιχείο. Αυτό όμως σχεδόν αναγκάζει τον ποιητή να κινείται διαρκώς στα άκρα, τόσο εννοιολογικά όσο και λεξιλογικά, και όταν αυτή η τόσο επισφαλής ισορροπία διαταραχθεί, κάτι που αναπόφευκτα συμβαίνει, ο αναγνώστης αισθάνεται ότι τα γραφόμενα δεν τον αφορούν, ότι τον απομακρύνουν, με αποτέλεσμα το κείμενο τελικά να μην αγγίζει τον στόχο του. Το στοιχείο της έκπληξης που φέρνουν οι εναλλαγές μεταξύ λόγιου ύφους και καθομιλουμένης μπορεί να αποτελέσει ένα σημαντικό πυλώνα επικοινωνίας με το κοινό, αλλά για να λειτουργήσει θα πρέπει να οδηγεί κάπου, και μάλιστα άμεσα. Στο έργο του Στέργιου Πολύζου το ξάφνιασμα συχνά παραμένει τελικός σκοπός και μια αισθητική προσέγγιση παρά στυλιστικό εργαλείο.

Αυτή η μίξη γλωσσικών στοιχείων που κάποιες φορές επιφέρει σύγχυση στον αναγνώστη, συχνά συνδυάζεται με ένα πλησίασμα ιστορίας και ιστοριών, προσώπων και καταστάσεων που δύσκολα θα συνταίριαζε κανείς: το αποτέλεσμα είναι ενδιαφέρον, αποτελεί κίνητρο σκέψης. Το ποίημα με τίτλο «Τρωικός πόλεμος» δείχνει ακριβώς αυτή την ιδιαιτερότητα: από τη μια μεριά η ομηρική ορολογία γειτονεύει με λέξεις οριακά προκλητικές, και από την άλλη έχει ένα φινάλε που όχι μόνο αποτελεί την σύνδεση με το υπόλοιπο ποίημα, αλλά λειτουργεί και ως άξονας ανάγνωσης.

Κοιτάζοντας το βιβλίο στο σύνολό του, πρόκειται για μια ποίηση προσωπική, ατομικά συμβολική θα λέγαμε, της οποίας η αμεσότητα δεν αρκεί για να φτάσει τον αναγνώστη. Οι προβληματισμοί που διαφαίνονται δεν ξεφεύγουν από το περίγραμμα του ποιητή, δεν γίνονται κοινό κτήμα, με άλλα λόγια, το ρεύμα δεν περνάει πάντα. Παρόλα αυτά, είναι γεγονός ότι η προσωπική μυθολογία του Στέργιου Πολύζου είναι ισχυρή, υπάρχει συνοχή και τελικά ένα ιδιότυπο ποιητικό σύμπαν.

Κρις Λιβανίου

Δύο αντιπροσωπευτικά ποιήματα από τη συλλογή:


ΜΑΓΙΑ ΑΠΟ ΠΕΦΤΑΣΤΕΡΙ

Μαγιά πήρα απ’το πεφταστέρι
κι άναψα κατάστηθα στην άμμο φωτιά.
Η μαγεία μού έσφιξε το χέρι
κι ήρθες καλοκαιριά
με ξαστεριά να λαμπρύνεις τα όνειρά μου.

Ξημερώματα ξανοιχτήκαμε στο πέλαγος
χέρι με χέρι, κουπί με κουπί
μελτέμι το μελτέμι, φιλί το φιλί
κι έμεινε η φωτιά να καίει κατάστηθα στην άμμο
της αγάπης σημάδι και σύνορο
του κορμιού μας πυξίδα κι άρμενο
της ζωής μαγιά και μαγεία.



ΤΟ ΠΙΟ ΓΕΝΝΑΙΟ ΟΝΕΙΡΟ

Στην Έφη

Κράτησα για το τέλος
το πιο γενναίο όνειρο.
Φύλλα τα υπόλοιπα
φλερτάρουν τον άνεμο και
κάποια τελευταία
μόλις ν' αγγίζουν τα κλώνια.

Το τύλιξα με της Χαράς τα κεντήματα και
το κάρφωσα στον κόρφο μου
με της αγάπης τα χάδια.
Το έδεσα σφιχτά στου νου το κατάρτι και
το παρέδωσα στον άνεμο
για να πετάω μαζί του.








Τετάρτη, 12 Φεβρουαρίου 2014

Πέντε ερωτικά ποιήματα


Μια και πλησιάζει η ημέρα των ερωτευμένων, είπαμε να κάνουμε κάτι που δεν κάνουμε συνήθως και να δημοσιεύσουμε πέντε ερωτικά ποιήματα. Η επιλογή είναι, φυσικά, εντελώς τυχαία.

Tel vez no ser es ser

Ίσως η απουσία σου είναι παρουσία, χωρίς εσύ να είσαι,
χωρίς να πας να κόψεις το μεσημέρι
σαν ένα γαλάζιο λουλούδι, χωρίς εσύ να περπατάς
πιο αργά ανάμεσα στην ομίχλη και στους πλίνθους,

Χωρίς εκείνο το φως που κρατάς στο χέρι
που ίσως άλλοι δεν θα δουν να χρυσίζει
που ίσως κανείς δεν έμαθε ότι βλασταίνει
σαν την κόκκινη καταγωγή του τριαντάφυλλου,

Χωρίς εσύ να είσαι, επιτέλους, χωρίς να έρθεις
απότομη, ερεθιστική, να γνωρίσεις τη ζωή μου,
καταιγίδα από ροδώνα, σιτάρι του ανέμου,

Και από τότε είμαι, γιατί είσαι,
και από τότε είσαι, είμαι και είμαστε,
και για χάρη του έρωτα θα είμαι, θα είσαι, θα είμαστε.

Pablo Neruda

***

Μιλώ

Μιλώ γιατί υπάρχει ένας ουρανός που με ακούει
Μιλώ γιατί μιλούν τα μάτια σου
Και δεν υπάρχει θάλασσα δεν υπάρχει χώρα
Όπου τα μάτια σου δεν μιλούν.

Τα μάτια σου μιλούν εγώ χορεύω
Λίγη δροσιά μιλούν κι εγώ χορεύω
Λίγη χλόη πατούν τα πόδια μου
Ο άνεμος φυσά που μας ακούει.

Γιώργος Σαραντάρης

***

Ο Δεκέμβρης του 1903

Κι αν για τον έρωτά μου δεν μπορώ να πω -
αν δεν μιλώ για τα μαλλιά σου, για τα χείλη, για τα μάτια
όμως το πρόσωπό σου που κρατώ μες στην ψυχή μου,
ο ήχος της φωνής σου που κρατώ μες στο μυαλό μου,
οι μέρες του Σεπτέμβρη που ανατέλλουν στα όνειρά μου,
τες λέξεις και τες φράσεις μου πλάττουν και χρωματίζουν
εις όποιο θέμα κι αν περνώ, όποιαν ιδέα κι αν λέγω.

Κ. Π. Καβάφης

***

Έχει φτερά και ξάγναντο

Ονειροπόλος κι αλαφροΐσκιωτος όντας εγώ
έμεινα πίσω ταξιδιάρης της ζωής
κι έψαχνα χρόνια
για να βρω συνοδοιπόρους της αγάπης.

Πως περπατάει η αγάπη γρήγορα, δεν το 'ξερα,
πως δεν κοιτάζει πίσω αν κάποιος έμεινε,
ούτε κι αυτό
κι αν κάποιος χρόνο λιγοστό έχει γι'  αυτή
δεν νοιάζεται καθόλου.

Έχει φτερά και ξάγναντο
τρέχει με τους ανέμους,
θέλει με την πανσέληνο
όλοι ν' αγαπηθούν.

Νέλλη Β. Λαγάκου

***

i like my body when it is with your

i like my body when it is with your
body. It is so quite new a thing.
Muscles better and nerves more.
i like your body, i like what it does,
i like its hows. i like to feel the spine
of your body and its bones, and the trembling
- firm - smooth ness and which i will
again and again and again
kiss, i like kissing this and that of you,
i like, slowly stroking the, shocking fuzz
of your electric fur, and what-is-it comes
over parting flesh... And eyes big love-crumbs,

and possibly i like the thrill

of under me you so quite new

E.E. Cummings




Πέμπτη, 6 Φεβρουαρίου 2014

"Άνω τελείες και τέτοια" του Τριαντάφυλλου Η. Κωτόπουλου

Η ποιητική συλλογή Άνω τελείες και τέτοια του Τριαντάφυλλου Κωτόπουλου αποτελείται από είκοσι ποιήματα χωρισμένα σε τρεις ενότητες. Η σχεδόν παντελής απουσία του λυρικού στοιχείου σε συνδυασμό με μια ισχυρή αίσθηση του επίκαιρου, του άμεσου δίνει σ’αυτή τη δουλειά έναν ιδιότυπο χαρακτήρα.

Από τη στιγμή που η πηγή έμπνευσης του ποιητή είναι η καθημερινότητα της εποχής μας με τα προβλήματα και την βαθιά ριζωμένη ανασφάλεια που την διακατέχει, είναι αναμενόμενο να πετυχαίνεται μια άμεση σύνδεση με τον αναγνώστη. Η οποία δυστυχώς στην πορεία χάνεται. Τα διάφορα πρόσωπα που παρελαύνουν στους στίχους με τα μικρά τους ονόματα σαν παλιοί γνωστοί ή σαν αυτονόητες παρουσίες κάνουν τον αναγνώστη να χάνει τον δρόμο μένοντας με το παράδοξο συναίσθημα πως αυτό που λέγεται τον αφορά μεν, άμεσα ίσως, αλλά δεν καταφέρνει τελικά να το αποκωδικοποιήσει.

Αισθάνομαι ότι το γεγονός και μόνο ότι ο ποιητής επιλέγει την καθημερινότητα όλων μας ως καμβά έκφρασης φανερώνει μια πρωτοτυπία. Δείχνει κυρίως ότι η ποίηση μπορεί να είναι κάτι δεμένο στην πραγματικότητα, ότι μπορεί τελικά να υπηρετήσει και να αποδώσει αγωνίες σαν αυτές που βλέπει κανείς στις ειδήσεις κάθε μέρα. Σε αντίθεση με το σύνηθες που είναι να γράφει κανείς επικεντρωμένος στο εγώ του, ο Τριαντάφυλλος Κωτόπουλος τοποθετεί το εγώ σε ένα ορισμένο κοινωνικό πλαίσιο. Το κακό είναι βέβαια ότι στα περισσότερα ποιήματα το κλειδώνει εκεί. Ο ρεαλισμός και η αμεσότητα που χαρακτηρίζουν το σύνολο της ποιητικής συλλογής και είναι στοιχεία a priori θετικά, κάποιες στιγμές καταλήγουν να την περιορίσουν σε ένα πλαίσιο που φτάνει να στερείται πλαστικότητας. Το να μπορεί ένας ποιητής να χρησιμοποιήσει το σύγχρονο γίγνεσθαι για να διοχετεύσει την έμπνευσή του είναι μια σπάνια αρετή γιατί πετυχαίνει μια σύνδεση μεταξύ δημιουργού και κοινού σε μηδενικό χρόνο. Από την άλλη αν αυτή η εύθραυστη ισορροπία διαταραχθεί, όπως συμβαίνει σε κάποια ποιήματα εδώ, τότε η ποίηση από οικουμενική γίνεται στοχευμένη και χάνει έτσι τον πρωταρχικό σκοπό της.

Αν εξαιρέσουμε κάποιες κατά τη γνώμη μου αστοχίες κυρίως σε ό,τι αφορά την στίξη και τον διαχωρισμό των λέξεων, το συνολικό αποτέλεσμα είναι ενδιαφέρον, δείχνει μια διαφορετική προσέγγιση.

Κρις Λιβανίου

Παραθέτω δύο ποιήματα από τη συλλογή:


ΕΠΙΣΤΡΑΤΕΥΣΗ, ΜΑΗΣ ΤΟΥ 2013

Φτηνοί άνθρωποι
των μικρών συναισθημάτωνˑ
της πολιτικής αδράνειας και συνενοχής
Των μεγάλων επαγγελμάτων
της μετεωρισμένης παιδείας
της γενικής γενικώς
Δεν αλλάζουν όμως τα γράμματα
24 και κάτι ψιλά φωνήματα
για να μην με εγκαλέσουν για μίσθαρνες επεξηγήσεις οι γλωσσολόγοι
- Αλήθεια πώς με εμπνέουν οι διπλωματικές τους
Με σχεδιαγράμματα, ερωτηματολόγια, επαληθευμένες υποθέσεις
Πάντοτε και ολίγοι στίχοι ως αντιστάθμισμα

Όλα καλά πήγαιναν δηλαδή μέχρι που επιστράτευσαν την Άννα
Λοιπόν, άφρων εξουσιαστή εδικαιώθης;
Λοιπόν, ελάχιστε;

Μα τι θράσος η άνοιξη – χωρίς να με ρωτήσει
πάτησε με δύναμη την άνω τελεία ˑ όχι όμως
και το κουδούνι που χρόνια φοβάμαι να ζυγώσω[1]


ΓΡΑΦΗ ΚΑΘΑΡΗ

Γραφή καθαρή
χωρίς αποσιωπητικά
Λόγια
άνευ σημείων και στίξης
Για να μπορούμε να συνεννοηθούμε
να ξέρω πού να σε βρω
και πώς να σε λογαριάζω
Σε παράταξη
απ’την άλλη μεριά
στην τελεία
Να πούμε τον δημοκράτη απ’τον φασίστα
τις ερωτήσεις απ’τα θαυμαστικά
τις υποσχέσεις
Να καταλάβω το εικός ή έστω το αναγκαίον
Εσύ ξέρεις να μου γράψεις
ή κρύβεσαι πάλι σε λευκές ουδετερότητες
Ν’απαντήσεις[2]


[1] Τριαντάφυλλος Η. Κωτόπουλος, Άνω τελείες και τέτοια, εκδόσεις Μανδραγόρας, Αθήνα, 2013, σελ. 14.
[2] Όπ.π., σελ. 29.