Παρασκευή, 29 Νοεμβρίου 2013

«Χειρόγραφη πόλη» της Ελευθερίας Κυρίτση

Πόσες φορές πρέπει να διαβάσει κανείς μια ποιητική συλλογή για να πει ότι την κατάλαβε; Βάλτε ό,τι αριθμό θέλετε και, για την «Χειρόγραφη Πόλη»της Κυρίτση, προσθέστε τουλάχιστον άλλη μία φορά. Όχι ότι είναι κακό για μια ποιητική συλλογή να σε βάζει να σε σκέφτεσαι περισσότερο – ίσα-ίσα! Πρέπει όμως να σε διευκολύνει να βγάζεις νόημα αντί να σε μπερδεύει. Υπάρχουν ποιήματα στη συλλογή που φέρνουν τον αναγνώστη σε αμηχανία από αυτή την άποψη, όπως π.χ. αυτό της σελ. 26 (“Basso continuo”), και άλλα που περιέχουν τόσες πολλές εικόνες που τελικά μπερδεύουν τον αναγνώστη, όπως ο «Εξώστης υπαίθριων χώρων». Υπάρχουν επίσης ποιήματα γραμμένα με στόμφο ή άλλα που οι μεταφορές είναι μάλλον ατυχείς, κυρίως επειδή οι συνδυασμοί λέξεων που επιλέγονται παρουσιάζουν «εξαιρετική συμφραστική αντίσταση». Ένα ποίημα που συνδυάζει και τα δύο αυτά στοιχεία είναι το «Ωμέγα», ίσως το πιο αδύναμο της συλλογής.

Νομίζω ότι ο βασικός λόγος που δεν είναι εύκολο να βγάλει κανείς αβίαστα νόημα σε πολλά ποιήματα, είναι η πληθωρικότητά τους: είναι πάρα πολλές οι εικόνες, πάρα πολλές οι μεταφορές, πάρα πολλά τα συμπεράσματα που συνωστίζονται σε κάθε ποίημα. Πράγμα εντυπωσιακό, από την άλλη, αν αναλογιστεί κανείς πόση ένδεια παρατηρείται στον αντίποδα – ωστόσο έχει το κόστος του από πλευράς ροής.

Η αλήθεια είναι ότι η Κυρίτση έχει πολλά δυνατά στοιχεία. Είναι αποφθεγματική – πράγμα δύσκολο να κατακτήσει ένας νέος ποιητής, αφού προϋποθέτει πολλή και ώριμη σκέψη («Οι τελευταίοι περαστικοί που/Νομίσαμε ότι γίνεται να/Συναντηθούμε στα ψίχουλα της πραγματικότητας», από το καλό ποίημα «Θερινό σινεμά») και αλλού: «Στη μικρή αυλή δημιουργούνταν οι ώρες του φθινοπώρου» και «Δεν ήθελα οι λέξεις να τρομάξουν την αναμονή» (στο πραγματικά καλό ποίημα «Εποχές ποίησης», στο οποίο ο Δον Κιχώτης-σύμβολο της φαντασίας προσπαθεί να συναντήσει τον Οδυσσέα-σύμβολο του νοήματος που ψάχνει με τη σειρά του την Ιθάκη, δηλ. τον προορισμό του – εννοείται πως δεν καταφέρνουν να συναντηθούν κι αυτή η ματαίωση μεγεθύνει δραματικά τη δυναμική του ποιήματος, άλλωστε για τις ήττες της αξίζει τελικά η ανθρωπότητα, όπως είχε γράψει ο Τερζάκης, ενίοτε και τα ο ποιήματα, θα συμπλήρωνα εγώ).

Υπήρξαν φορές που, διαβάζοντας τα ποιήματά της, «άκουγα» άλλους ποιητές να μιλούν από μέσα, μπορούσα να τους ψηλαφίσω, να τους αγγίξω σχεδόν: Ελύτη, Λειβαδίτη, Δημουλά… πράγμα που, κατά την ταπεινή μου άποψη, δεν είναι προσόν για μια ποιητική συλλογή, ωστόσο προκαλεί μια οικεία αίσθηση.

Με την πόλη να οριοθετεί τις θεματικές και τη νοσταλγική διάθεση από το φευγαλέο της μουσικής να τις συνοδεύει, η Κυρίτση αναμετράται στον ποιητικό στίβο με πολύ καλές προοπτικές, γιατί έχει μεγάλες δυνατότητες. Εάν μάλιστα καταφέρει να απλοποιήσει τα νοήματά της και να βελτιώσει τη ροή του λόγου της, είναι βέβαιο ότι θα κερδίσει πολύ καλή θέση.

Χριστίνα Λιναρδάκη



Ακολουθούν δυο πολύ ωραία ποιήματα της συλλογής:

Τετάρτη, 27 Νοεμβρίου 2013

Η ποιητική της λεξιπλασίας στο έργο του Νίκου Καζαντζάκη

Σάββατο πρωί και στα χέρια μου πέφτει τυχαία το βιβλίο «Βίος και Πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά» του Νίκου Καζαντζάκη, προσφορά κάποιας εφημερίδας ως τιμή για τα επετειακά 130 χρόνια του συγγραφέα. Αποφασίζω λοιπόν να ξαναθυμηθώ τα αναγνώσματα άλλων, πιο νεανικών χρόνων και ξεκινώ να το διαβάζω. Και ω!! του θαύματος αισθάνομαι ξαφνικά σαν τον εξαντλημένο από δίψα νομάδα που στη μέση της ερήμου ανακαλύπτει μια όαση γάργαρου νερού, κελαρυστού, άφθονου και κατακάθαρου νερού.

Λέξεις, υπέροχες, εύηχες, ξομπλιαστές, ευρηματικές που με κατακλύζουν και αρχίζουν να ξεδιψούν την δίψα μου και να χορταίνουν την πείνα μου για αυτές.

Αλλά, φευ, ταυτόχρονα ενδυναμώνουν μέσα μου τη συνειδητοποίηση της ένδειας του σημερινού λόγου, κάθε είδους λόγου με τις ίδιες, απελπιστικά ίδιες, λιγοστές, άηχες, άοσμες λέξεις που τις σούρνουμε νυχθημερόν σαν πολυφορεμένα παπούτσια στα λόγια μας στις σκέψεις μας και τέλος στην ψυχή μας, χωρίς να καταλαβαίνουμε πόσο μας ενοχλεί η στέγνια τους.
Μοναστραπίς,

Αποταυρίστηκε, 
Δακτυλιδώνεται,

Πολυπλάνητο,
Αναθίβανε,

Γαλαχτώνεται,

Λιγνομεσάτος.
Λέξεις που έχεις την αίσθηση ότι ακούς τον απόηχό τους στην ποίηση του Σεφέρη και του Ελύτη, που σε ξαναγυρίζουν στα Ομηρικά μονοπάτια και που σου θυμίζουν κάθε στιγμή ότι έχεις μια ευλογημένη γλώσσα που έχει τη δυνατότητα να ελίσσεται και να εξελίσσεται χωρίς να χάνει σε τίποτα από την αρχική της δύναμη κι εσύ την κουτσουρεύεις, τη λοιδορείς, τη μισεύεις μαζί με τα κομμάτια της ψυχής σου που είναι άρρηκτα κομποδεμένα μαζί της.

Άραγε θα καταφέρουμε να αναστήσουμε αυτόν τον ζωτικό - ζωντανό λόγο κάποια στιγμή ή θα επιμένουμε να τον σταυρώνουμε και να τον ξανασταυρώνουμε χωρίς ελπίδα σωτηρίας;

Μαρία Γενιτσαρίου
Καλλιγράφος


Δευτέρα, 25 Νοεμβρίου 2013

Ο ποιητής και η κότα του

Διαβάζοντας το πρόσφατο σχόλιο της Χριστίνας στο editorial του ΤΕΦΛΟΝ, μου γεννήθηκαν διάφορες απορίες που έχουν να κάνουν με τη σύγχρονη υπόσταση των ποιητών. Όχι, δεν αναφέρομαι σε κάποια εξωκοσμική υπόσταση, αλλά σε αυτή που είναι παρούσα στην καθημερινότητα, ως αναπόσπαστο, επίμονο μέρος της.

Από τη μία το ΤΕΦΛΟΝ ωρύεται ότι η γλώσσα είναι δέσμια στην εξουσία, αν και σπάνια στην ιστορία ήταν ποτέ κάτι άλλο, ενώ από την άλλη υπερασπίζεται την ανάγκη να σπάσουν οι φραγμοί της, κατά πάσα πιθανότητα σοκάροντας τον αναγνώστη ώσπου αυτός να… ξυπνήσει.

Αυτή η ανάγκη για «απελευθέρωση» της γλώσσας δεν είναι κάτι καινούριο, φυσικά. Όλοι όσοι γράφουμε ποιήματα ή ασχολούμαστε γενικότερα με την ποίηση, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, έχουμε περάσει από το στάδιο της «γλωσσικής επανάστασης», διαστρεβλώνοντας προς όφελος της βλακείας μας την χαοτική ικανότητα της ποίησης να σημαίνει πάντα κάτι, όπως και να τη χρησιμοποιούμε.

Έτσι, όταν θέλουμε να αντισταθούμε στην εξουσία και να κάνουμε επανάσταση, πρέπει τα ποιήματά μας να στάζουν αίμα και κόπρανα, τα γαμήσια μας να είναι διονυσιακά και τα νοήματά μας τουλάχιστον μέρος μιας Γραμμικής Χ.

Δίχως σκέψη, λοιπόν, ή καν μιαν ανάλυση χαμηλού επιπέδου, αραδιάζουμε στο χαρτί έναν κυκεώνα-αποπαίδι του πάλαι ποτέ υγιούς υπερρεαλισμού, δίνουμε μια συνέντευξη ως αναμαλλιασμένοι ήρωες σε ένα από τα εκατοντάδες blog ή περιοδικά και ανακοινώνουμε την ποιητική επανάσταση της εβδομάδας.

Διαμηνύουμε την κατάντια της σύγχρονης ποίησης και αιωρούμενοι στο κενό αναφλεγόμαστε με την αύρα της μεγαλοσύνης, βέβαιοι πως οι Θεοί μάς έχουν μεγεθύνει με το ματογυάλι τους.

Όλα αυτά, εντούτοις, γίνονται επειδή ακριβώς είμαστε τόσο εξαρτημένοι από τα κόμπλεξ μας έναντι άλλων ποιητικών γενεών που δεν έχουμε το θάρρος να αναμετρηθούμε μαζί τους, ούτε νοηματικά ούτε γλωσσικά.

Είναι εύκολο, λοιπόν, να αναγάγουμε τη γλώσσα σε κυρίαρχο ποιητικό πυρήνα από εργαλείο, που στην ουσία είναι, τρέχοντας να κρυφτούμε από όποιες ανάγκες ιδεών ή οραμάτων μας φορτώνει αυτός ο κόσμος. 

Μα είναι δυνατόν πρώτα να φτιάχνεις το τυρί κι ύστερα το γάλα;

Το μόνο που μας μένει είναι η αποδόμηση και η ανάκληση της ποιητικής μας παράδοσης σε αφιερώματα, posts στο facebook, ψευτο-θεωρητικά κείμενα και τα λοιπά, που σκοπό έχουν μόνο την προσωπική μας ποιητική ματαιοπονία. 

Οι λίγοι που αλήθεια νοιάζονται και που αλήθεια προσπαθούν, φυσικά, είναι θαμμένοι στην αφάνεια.

Ο λόγος για τη δειλία μας δεν είναι ιδιαίτερα περίπλοκος, μηχανικά τουλάχιστον, αλλά ενέχει πολλαπλά στάδια ποιητικού κομπλεξισμού. Δεν μας ενδιαφέρει να ρωτήσουμε σε ποιον απευθυνόμαστε, μια ερώτηση που οι μεγάλοι μας ποιητές στο μεγαλύτερο ποσοστό τους δεν σταμάτησαν ποτέ να κάνουν, αλλά ποιος θα μας υπηρετήσει ή ποιον ανταγωνιζόμαστε. Κυρίως δε επειδή μέσα μας ξέρουμε ότι το πραγματικό μας ταλέντο έχει μόνο ελάχιστα γραμμάρια καθαρού χρυσού.

Πιστεύουμε ότι σκοπός μας είναι να αναδειχτούμε και όχι να αναδείξουμε και, δίχως άλλο, γελάνε και οι πέτρες μαζί μας. Και είναι περίεργο, κατά την ταπεινή μου άποψη, να κρυβόμαστε τόσο δεινά από τον εαυτό μας, σε μια εποχή που κραυγάζει για ποίηση και για αφύπνιση. 

Τις νύχτες κοιταζόμαστε στον αέρα και το είδωλο στη φαντασία μας είναι αρκετό. 

Άρα, που να τρέχω τώρα; Άσε που έχω και παρουσίαση.




Ηλίας Θ. Παππάς

Παρασκευή, 22 Νοεμβρίου 2013

Ένα editorial κι ένα σχόλιο - διαβάσαμε... στο Τεφλόν που κυκλοφορεί (αλλά δεν μας τα λέει καλά!)

Διαβάστε στη σημερινή ανάρτηση το editorial του τελευταίου Τεφλόν (τεύχος 9, καλοκαίρι-φθινόπωρο 2013) και στη συνέχεια κάποια σχόλια:

Εγώ θέλω να μιλάω την πραγματική γλώσσα
Άρης Πορτοσάλτε, ΣΚΑΙ 100,3


Γεννιόμαστε. Εκφέρουμε φθόγγους, αρθρώνουμε συλλαβές, μαθαίνουμε λέξεις, σκαρώνουμε προτάσεις, σκεφτόμαστε, κάνουμε τη σκέψη λόγο, επικοινωνούμε. Απλά καθημερινά πράγματα. Αγνά και παρθένα. Παράγουμε λόγο, τον απευθύνουμε στον/στη δείνα, γινόμαστε αποδέκτριες λόγου και τούμπαλιν. Λέμε τα νέα μας και τα παλιά μας, ανταλλάσσουμε απόψεις, αφηγούμαστε ιστορίες του πριν και του μετά, λογομαχούμε, παρεξηγούμαστε, βρίζουμε, τα βρίσκουμε, εκφράζουμε ιδέες, δικαιολογούμε, προτείνουμε, επιχειρηματολογούμε. Και όλα τα συναφή και τ’ αντίθετα σε ποικίλες περιστάσεις ανεπίσημης ή επίσημης χροιάς. Συχνά αγνοώντας ότι κάθε γλωσσική επιτέλεση είναι μια πράξη κοινωνική.

Σε ποιον ανήκει όμως ο λόγος που αρθρώνουμε; Ποιοι είναι οι «ιδιοκτήται» του λόγου που τίθεται σε κυκλοφορία; Και, για να το κάνουμε πιο λιανά, ποιος κρύβεται πίσω από τις λέξεις, αν όχι ο Αλέξης;

Εν έτει 2013, δίχως περιττά καλολογικά μέσα και φραστικές συστολές, απαντάμε ότι μέσα στη γλώσσα περιπολεί η αστυνομία με αποστολή να πατάξει κάθε αντί-λογο, να καταστείλει την ανυποταξία των λέξεων, να μπουζουριάσει τις μετανάστριες λέξεις, εκείνες που μετοίκησαν στη γλώσσα από μέρη λιγότερο ή περισσότερο μακρινά.

Η εξουσία, λοιπόν, έχει αναθέσει στη γλώσσα τη φροντίδα να διαφυλάξει την τάξη και την κοινωνική ειρήνη, το καθήκον να μεταδίδει τα μηνύματά της και να εκφράζει τις σκέψεις της, ένα διαρκές ψέμα που επιβάλλεται ως καθολική αλήθεια. Πρόκειται για μια γλώσσα φορέα του λόγου των αφεντικών. Μια γλώσσα νοθευμένη. Μια γλώσσα πατριαρχική, σεξιστική, ρατσιστική. Μια γλώσσα αιχμάλωτη των ΜΜΕ, του εκπαιδευτικού συστήματος, της γραφειοκρατίας, της συντηρητικίλας των δημοσιογράφων, των πολιτικάντηδων, των λεφτάδων. Μια γλώσσα που παραμορφώνει εξωραϊστικά – ή, καλύτερα, αντιστρέφει – την πραγματικότητα. Μια γλώσσα μέσο χειραγώγησης, πλύσης εγκεφάλου, αποχαύνωσης, αδιαφάνειας, διαπλοκής, προπαγάνδας, προσηλυτισμού, ελιτισμού. Μια γλώσσα οικονομικής συναλλαγής και αποφοράς κέρδους. Μια γλώσσα κοινωνικά και πολιτικά ένοχη. Μια γλώσσα που μόνο για γλείψιμο κάνει.

Σ’ ένα τέτοιο περιβάλλον, η αφυπνισμένη ποιήτρια αισθάνεται την καταπίεση από τη γλώσσα ακόμα πιο έντονα. Δέσμια στο ίδιο της το εργαλείο, δεν παραδίδει τα όπλα, περνά στην αντεπίθεση. Απομυθοποιεί τη γλώσσα, την καίει και την αναδομεί, χτίζοντας νέα σημαινόμενα. Ο ποιητικός λόγος στρέφεται ενάντια σε κάθε εξουσία, γλωσσική ή άλλη. Ο Στέφαν Ντέρινγκ ορθώνει το ανάστημά του απέναντι στη γλώσσα-θηρίο, ορμάει να απελευθερώσει τις λέξεις. Υπογραμμίζει τη σχέση του κειμένου με το σώμα, προτείνει μια νέα γραμματική και εισάγει νέα σύμβολα. «Ένας ποιητής είναι εκτελεστής μιας πράξης», γράφει ο Κάι Πολ, γιατί εντέλει η ποίηση είναι πράξη, υποταγής ή εξέγερσης. «Η ποίηση δεν είναι η αλήθεια, είναι η πραγματικότητα που ανατρέπει την αλήθεια».


*

Τι editorial κι αυτό! Πράγματι, η γλώσσα στις μέρες μας χρησιμοποιείται ως μέσο χειραγώγησης, αποχαύνωσης και ό,τι άλλο. Μα πόσοι είναι πια αυτοί που τη χάφτουν έτσι όπως τους δίνεται; Πόσοι από τους σύγχρονους ανθρώπους; Το να διαγράψουμε ολοκληρωτικά τη γλώσσα όπως χρησιμοποιείται, επειδή τάχα μου είναι συμβιβασμένη ή τα έχει κάνει πλακάκια με την εξουσία, συνιστά ανεπίτρεπτο ολίσθημα και στηρίζεται σε μια επιχειρηματολογία που μπάζει νερά. Και συμβαίνει αυτό επειδή όλοι θέλουν να γράψουν ποίηση, χωρίς να έχουν διαβάσει τίποτε άλλο πριν (π.χ. δοκίμιο) και χωρίς να έχουν προβληματιστεί. Καθόλου δεν τους εμποδίζει αυτό από το να επαναστατήσουν, ωστόσο. Όμως, τι σημαίνει επαναστατική γλώσσα εντέλει; Τι σημαίνει ποίηση ως πράξη εξέγερσης; Σημαίνει ότι πετάω όλα τα σκουπίδια μου μέσα; Έτσι εξεγείρομαι; Έτσι την απελευθερώνω;

Παιδιά, σας έχω νέα: η γλώσσα δεν χρειάζεται την κηδεμονία κανενός, γιατί είναι ζωντανή και χωρίς πρόθεση. Τη χρωματίζουν με την πρόθεσή τους αυτοί που τη χρησιμοποιούν, αυτούς πυροβολήστε - όχι τη γλώσσα. Και ακριβώς επειδή είναι ζωντανή οφείλουμε να αποτρέψουμε την κακοποίησή της. Ούτε και μπορούμε, για να αποφύγουμε το συμβιβασμό της να πάμε στο άλλο άκρο και να καταργήσουμε ό,τι αυτή δομεί. Δεν ασπάζομαι την άποψη του Βαγγέλη Κούτση, ούτε είμαι υπέρ του εξαγνισμού του λόγου, αλλά ναι, δεν αντέχω να βλέπω ούρα και άλλες σωματικές απεκκρίσεις ή αναπαραγωγικά όργανα μέσα στα ποιήματα, τα βρίσκω φτηνό τέχνασμα που προσπαθεί να επιτάξει την προσοχή των αναγνωστών. Ε, λοιπόν όχι, δεν το έχουμε ανάγκη! Αρκετή μαυρίλα έχει η ζωή μας, δεν χρειάζεται να την έχει και η ποίησή μας. Ας είναι λίγο πιο φωτεινή, ας είναι το κομμάτι μας που θα περισώσουμε, που θα διαφυλάξουμε.

Ίσως κάποιοι βρουν την παρατήρησή μου ελιτίστικη. Κι όμως. Χρειάζεται να διαφυλάξουμε κάτι - ας είναι η ποίηση αυτό το κάτι - και όσοι δεν κατανοούν την ανάγκη μιας τέτοιας διάσωσης δεν έχουν ιδέα του τι σημαίνει χρονική συνέχεια και ιστορική ευθύνη. Δεν έχουν πιθανώς βρεθεί στη ζωή τους σε στιγμή που ανοίγουν οι ασκοί του Αιόλου και χρειάζεται να επιστρατεύσεις ό,τι είσαι και ό,τι έχεις. Κι αν έχουν βρεθεί, τότε βρυχώνται ορμώμενοι από ένα σημείο θυμού. Χρήσιμος και ο θυμός, όταν όμως κατευθύνεται δημιουργικά, όχι όταν μας καταργεί στο όνομά του.

Το είπε και ο Τάσος Λειβαδίτης στο Βιολί για μονόχειρα: «ακριβώς όπως ένας άνθρωπος, ίσως, μπορεί να παίξει και μ' ένα χέρι βιολί, όταν με τ' άλλο πρέπει να κρατήσει τη ζωή του». Όταν με το ένα χέρι παίζουμε βιολί (γράφουμε ποίηση, μαγειρεύουμε, ερωτευόμαστε ή πάμε στη δουλειά μας), με το άλλο χέρι κρατάμε τη ζωή μας: δεν την φτηναίνουμε, δεν την ξεφτιλίζουμε ούτε την ξεπουλάμε υπέρ μιας ιδέας, ενός συναισθήματος ή για προσωπικό όφελος (κι αυτό καλύπτει όλο το φάσμα, από τη μία άκρη ως την άλλη). Είμαστε πάντα αυτοί που είμαστε: άνθρωποι με όλη τη σημασία της λέξης.


Χριστίνα Λιναρδάκη

Τετάρτη, 20 Νοεμβρίου 2013

Δημοτική ποίηση - στο φως και στο σκοτάδι

Σε μια ανθρωποκεντρική και φυσιολατρική ποίηση όπως η δημοτική είναι αναμενόμενο η μέρα και η νύχτα να κατέχουν ιδιάζουσα σημασία τόσο σε ρεαλιστικό όσο και σε συμβολικό και μεταφυσικό επίπεδο. Η πορεία του ήλιου στον ουρανό οριοθετεί ημέρες και καταστάσεις, κάνει το πέρασμα του χρόνου μετρήσιμο μέγεθος: ο δημοτικός ποιητής στηρίζεται σ’αυτήν για να αποδώσει με την απαραίτητη ακρίβεια το πλαίσιο της ιστορίας.

Το φως και το σκοτάδι ως αυτοτέλειες, αλλά και ως συνδυασμός, αλληλεπιδρούν και αλληλοεξουδετερώνονται, συνυπάρχουν όμως σε μια δυναμική ισορροπία που καθιστά το δημοτικό τραγούδι πιστευτό και λειτουργικό. Η εναλλαγή της μέρας και της νύχτας προδιαθέτει το ακροατήριο για το ύφος του τραγουδιού και του επιτρέπει να ενταχθεί στο σύμπαν της διήγησης. Η παντελής απουσία του ήλιου και του φωτός γενικότερα, στα μοιρολόγια παραδείγματος χάριν, είναι ένα καταλυτικό στοιχείο όχι μόνο ατμόσφαιρας αλλά και συγκεκριμένων συνθηκών, κατατοπίζει τον νεκρό αλλά και όσους μένουν πίσω σχετικά με την νέα πραγματικότητα που τους περιμένει. Στα μοιρολόγια ειδικότερα, το μόνιμο σκοτάδι μετατρέπεται γρήγορα από περιγραφικό στοιχείο σε ένα ισχυρό σύμβολο: όπως δεν υπάρχει πια φως, έτσι δεν υπάρχει πλέον ίχνος ζωής και ελπίδα, η ατέλειωτη νύχτα είναι η νέα πραγματικότητα τόσο εξωτερικά όσο και ψυχολογικά. Η διαρκής νύχτα στον Άδη επιδρά και σε ένα άλλο επίπεδο: παγιώνει τον χρόνο σε μια λυμφατική κατάσταση, οι νεκροί μένουν στάσιμοι σε αυτή τη νέα πραγματικότητα που δεν έρχεται καμία ανατολή για να διαλύσει.

Ο κάτω κόσμος είν’κακός γιατί δεν ξημερώνει
Γιατί δεν κράζει ο πετεινός δεν κελαδεί τ’αηδόνι.
Εκεί νερό δεν έχουσι και ρούχα δε φορούσι,
Μόνο καπνό μαειρεύουσι και σκοτεινά δειπνούσι.[1]

Στα κλέφτικα τραγούδια η νύχτα είναι συνυφασμένη με την αβεβαιότητα και την αγωνία. Ο ύπνος είναι κατά κανόνα προάγγελος κακών και τα όνειρα των πολεμιστών δεν είναι η ανάπαυλα της μέρας, αλλά το αντίθετο: τα όνειρα και η νύχτα μεταφέρουν αμφίσημα μηνύματα, δεν καταλαγιάζουν τον φόβο της μάχης και καθιστούν έναν ούτως ή άλλως επικείμενο θάνατο μια σχεδόν αναπόφευκτη πραγματικότητα. Από την άλλη μεριά το κιβούρι του κλέφτη, ο μοναδικός τάφος στο νεοελληνικό φαντασιακό που βρίσκεται πάνω στη γη και όχι μέσα στο χώμα, δίνει την δυνατότητα στον νεκρό να συνεχίσει έστω και πλασματικά να έχει μια ζωή κατά τη διάρκεια της μέρας, όπως οι σύντροφοι που άφησε πίσω: μια κίνηση που συνδέει το φως του ήλιου με την μόνη δυνατή και έστω κατ’επίφαση εφικτή υπέρβαση του θανάτου. Είναι λοιπόν ο άνθρωπος των δημοτικών τραγουδιών καταλυτικά «ηλιοκεντρικός», και παρόλο που περιμένει το σκοτάδι της νύχτας ως συνέπεια της μέρας, του αναγνωρίζει ιδιότητες θανάτου και φόβου: το σκοτάδι έρχεται να αλλοιώσει τα περιγράμματα και να δώσει μια πρόγευση του Άδη.

Είδα απόψε στον ύπνο μουκ’είδα και στ΄όνειρό μου,
είχα μια γούνα κόκκινη κ’ένα πισλί γαλάζιο.
- «Ξήγα το Γιώργη μ’, ξήγα το, τί’ναι τ’όνειρό μου;»
- «Τί να σού ειπώ, Αντώνη μου, τι να σου μολοήσω.
Το κόκκινο είναι αγλήγορο και το πισλί φαρμάκι!»[2]

Κρις Λιβανίου

[1] Guy Saunier, Ελληνικά δημοτικά τραγούδια. Τα μοιρολόγια.εκδ. Νεφέλη, Αθήνα, 1999, σελ. 324.
[2] Ελληνικά Δημοτικά Τραγούδια (εκλογή), εκδ. Ακαδημία Αθηνών, σελ. 202.

Δευτέρα, 18 Νοεμβρίου 2013

Σιωπή και ποίηση

"Η γλώσσα της μεγάλης λογοτεχνίας φέρνει τον λόγο σύρριζα στο δικό του θάνατο, τη σιωπή – ή κάποιο είδος σιωπής", όπως είπε ο Γιώργος Χειμωνάς. Νομίζω ότι προσωπικά αγάπησα τόσο βαθιά την ποίηση, επειδή δεν κατάφερα να μάθω μουσική. Κι αυτό γιατί η ποίηση μεταχειρίζεται τις σιωπές-θαυμαστικά που προκαλεί στον νου του αναγνώστη, καθώς τον αιφνιδιάζουν τα νοήματά της, ακριβώς όπως η μουσική.

Πέρα από αυτό, όμως, η ποίηση έχει στενή σχέση με τη σιωπή. Προτού να γεννηθεί άλλωστε, εκεί ζούσε. Και, ως ένα βαθμό, ζει πάντα εκεί: «Η ποίηση είναι ορφανό της σιωπής. Οι λέξεις ποτέ δεν καταφέρνουν να γίνουν ένα με την εμπειρία που βρίσκεται πίσω τους», ισχυρίζεται ο Ντούσαν Σίμιτς. Ίσως γιατί «είμαστε απ’ την ύλη που ‘ναι φτιαγμένα τα όνειρα. και τη ζωούλα μας την περιβάλλει ολόγυρα ύπνος» (Σαίξπηρ), οπότε δουλειά της ποίησης «είναι να καθαρίσει την παραμορφωμένη με λέξεις πραγματικότητα δημιουργώντας σιωπές γύρω από τα πράγματα» (Μαλαρμέ) ή «να διακόπτει τη συνηθισμένη κατάσταση, την κοινή ζωή, σχεδόν σαν ένας ελαφρύς ύπνος, για να μας ανανεώσει» (Νοβάλις).

Ο ύπνος αυτός αντιστοιχεί ίσως σε έναν άλλον κόσμο, αληθινό πλην αθέατο, έναν τόπο όπου λέξεις, σκέψεις και ιδέες περιφέρονται, συγκρούονται και συγχωνεύονται. «Το βλέμμα του ποιητή», λέει ο Σαίξπηρ, «στριφογυρίζοντας σε μια έξοχη μανία / ατενίζει από τον ουρανό στη γη, από τη γη στον ουρανό / και καθώς η φαντασία ενσαρκώνει / μορφές άγνωστων πραγμάτων, η πένα του ποιητή / τα μετατρέπει σε σχήματα, και δίνει στο αερικό τίποτα /εντόπια κατοικία κι όνομα».

Η ποίηση, όπως η μουσική, όπως κάθε καλλιτεχνική δημιουργία, γεννάται στο κενό, μέσα στη σιωπή, και εκεί οικοδομείται χρησιμοποιώντας εργαλεία της γλώσσας. Είναι «μια δαγκωματιά στο σώμα του Αρρήτου και η προσφορά του ως ζεστό ψωμί». Μετατρέπει δηλαδή η ποίηση τη σιωπή σε λόγο, όμως σε έναν λόγο που παραπέμπει πίσω στη σιωπή.

Χριστίνα Λιναρδάκη



Πηγή: “The Athens Review of books”, τεύχος 45, Νοέμβριος 2013.


Παρασκευή, 15 Νοεμβρίου 2013

Σημειώσεις στη μετάφραση από την Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ του βιβλίου «Αυτό που όλα στοχεύουν» του Michael March (εκδ. Άγρα, 2013)

Το Δεκέμβριο του 2008 ο Βασίλης Βιτσαξής, Πρόεδρος της Ελληνικής Εταιρείας Μεταφραστών Λογοτεχνίας, έγραφε στα Τετράδια Πολιτισμού του ΥΠΠΟ: «Λέχτηκε (ΣΣ: από τον Νάσο Βαγενά), και πολύ εύστοχα, πως η λογοτεχνική μετάφραση είναι ‘συνάντηση δύο ευαισθησιών’, εκείνης του συγγραφέα και εκείνης του μεταφραστή. […]. Η συνάντηση τούτη θυμίζει πολύ εκείνη του τρένου με τους σταθμούς του. Ο συρμός-πρωτότυπο μένει πάντα ο ίδιος μέσα στην πορεία του. Οι μεταφράσεις, οι σταθμοί, καθένας με τις ιδιαιτερότητές του κρατούν πρόσκαιρα μόνο τον συρμό. Εφήμερη, όπως η σπίθα της φωτιάς, η μετάφραση θα χαρίζει στο πρωτότυπο πρόσκαιρα μόνο φτερά για να υψωθεί σε χώρους που δεν μπορεί να φτάσει η ίδια».

Έχοντας επίγνωση των παραπάνω, είδα λίγο πιο εξεταστικά τη μετάφραση της Κατερίνας Αγγελάκη-Ρουκ σαν δεύτερο μεταφραστικό μάτι. Η μετάφρασή της είναι καλή σε γενικές γραμμές, υπάρχουν όμως σημεία στα οποία προσωπικά θα έκανα διαφορετικές επιλογές. Θα συζητήσω εδώ τρεις μόνο περιπτώσεις απ’ όσες εντόπισα, τις πιο «χτυπητές». Η πρώτη αφορά το ποίημα της σελ. 28:

“The past rotting in the future”
“Carnival of dead leaves”
At best – mischievous
Because it’s not enough


Μετάφραση της κας Ρουκ:

«Το παρελθόν σαπίζει μες στο μέλλον»
«Καρναβάλι φύλλων μαραμένων»
Στην καλύτερη περίπτωση με κακές προθέσεις
Γιατί τίποτα δεν είναι αρκετό


Η συγκεκριμένη μετάφραση ενσωματώνει σε αρκετά σημεία την ερμηνεία της ποιήτριας, ενθέτοντας λέξεις που δεν υπάρχουν στο πρωτότυπο. Οι δικές μου επιλογές θα με έφερναν πιο κοντά στο πρωτότυπο χωρίς, πιστεύω, να διακύβευα τα νοήματά του, αντιθέτως:

«Το παρελθόν που σαπίζει μες στο μέλλον»
«Καρναβάλι φύλλων μαραμένων»
Στην καλύτερη περίπτωση επιβλαβές
Επειδή 
τίποτα δεν είναι αρκετό

Ειλικρινά πιστεύω ότι η δική μου εκδοχή βγάζει καλύτερο νόημα.

Βέβαια, το πραγματικό Βατερλώ του μεταφραστή (οποιουδήποτε, όχι μόνο της κας Ρουκ) τον περιμένει στο ποίημα της σελ. 46:

Where no one stood
He understood
Where no one went
He underwent
the vastness of
his lies


Είναι πάρα πολύ δύσκολο να μεταφέρει κανείς στα ελληνικά τις επαναλήψεις της μορφής (stood-under/stood, went-under/went) και του μοτίβου (under στο ρήμα των ζυγών στίχων) και η αναπόφευκτη επιλογή είναι να τις αγνοήσει. Η κα Ρουκ έχει μεταφράσει το ποίημα ως εξής:

Εκεί που κανείς δεν στάθηκε
κατάλαβε
Εκεί που κανείς δεν πήγε
ένιωσε
την απεραντοσύνη
του ψέματός του


Αν δεν υπήρχει το «του» στο τέλος, η μετάφραση θα αντιμετώπιζε ένα θεμελιώδες μεταφραστικό πρόβλημα που, όπου παραβλέπεται, κάνει τη μετάφραση άτεχνη: θα χανόταν το γένος του προσώπου που μιλάει. Εδώ το «του» λοιπόν λύνει το πρόβλημα αναίμακτα, παρόλα αυτά πιστεύω πως ένα «αυτός» στον δεύτερο και τον τέταρτο στίχο επιστρέφει στο ποίημα, διά της ισχύος της επαναλήψεως της λέξης, λίγη από την ένταση που χάνεται αφού δεν μπορούν να επαναληφθούν η μορφή και το μοτίβο. Για κάποια από τα ρήματα θα προτιμούσα επίσης παραπλήσιες σημασίες κι έτσι στη δική μου εκδοχή το ποίημα θα μεταφραζόταν έτσι:

Εκεί που κανείς δεν άντεξε
αυτός κατάλαβε
Εκεί που κανείς δεν έφθασε
αυτός ένιωσε
την απεραντοσύνη
του ψέματός του


Και, για το τέλος, ένα μεταφραστικό λάθος που εντόπισα. Στη σελίδα 64 διαβάζουμε:

“No thing – no side of a thing – shows itself except by actively hiding the others.”

το οποίο έχει μεταφραστεί:

«Κανένα πράγμα, καμιά πτυχή κανενός πράγματος, αποκαλύπτεται, παρά μόνο όταν δραστήρια κρύβονται οι άλλες.»

αντί του σωστού:

«Κανένα πράγμα - καμιά πτυχή κανενός πράγματος - δεν αποκαλύπτεται, παρά μόνο όταν δραστήρια κρύβει τις άλλες.»

Στα ελληνικά χρησιμοποιούμε πάντα διπλή άρνηση και θα συμφωνήσετε μαζί μου ότι το νόημα αλλάζει δραματικά όταν το ρήμα γίνεται ενεργητικό.

Χριστίνα Λιναρδάκη

Τετάρτη, 13 Νοεμβρίου 2013

Michael Stipe & R.E.M. - Η ποίηση των... "σταρ"

Σχεδόν ποτέ ένας στιχουργός-τραγουδιστής δεν έχει γίνει αποδεκτός ως ποιητής. Ιδιαίτερα δε όταν η επιτυχία του ξεφεύγει από τα στενά σύνορα μιας αγοράς και αγκαλιάζει εκατομμύρια κόσμο.

Ακόμα και καλλιτέχνες όπως π.χ. ο Jim Morrison, ο Bob Dylan, o Roger Waters ή ο Neil Young, ενώ κατεξοχήν ποιητές, έχουν αντιμετωπίσει μεγάλες δυσκολίες όσον αφορά στην κατηγοριοποίηση του έργου τους.

Όχι ότι τους νοιάζει, βέβαια. Για καλλιτέχνες τέτοιου βεληνεκούς έχουν άλλα πράγματα σημασία, πέρα φυσικά από την προσωπική τους αγωνία για έκφραση. 

Μάλιστα, κανένας από αυτούς δεν έχει φανερά αποδεχτεί τον όρο «ποιητής», σε αντίθεση με όλα τα... ψώνια, εγχώρια και εξωτερικού, που βλέπουμε να εκδίδουν ποιητικά βιβλία και να αποκτούν αυτόματα την οίηση της βλακείας στο αίμα: "είμαι ποιητής και σ' όποιον αρέσει". 

Προσωπικά πιστεύω ότι η απήχηση σε εκατομμύρια κόσμο είναι το μεγαλύτερο φράγμα μπροστά στην ποιητική αξία ενός στιχουργού. Οι ποιητές δεν είναι σταρ, δεν έχουν γκρούπις, δεν γεμίζουν στάδια και σίγουρα δεν είναι πλούσιοι. Ό,τι περνούν το περνούν μόνοι με το έργο τους. Έχουν αυτή την πολυτέλεια.

Από την άλλη, καλλιτέχνες όπως π.χ. ο Michael Stipe των R.E.M., για τον οποίο θα γράψω μερικά πράγματα παρακάτω, βρίσκονται στο μάτι του κυκλώνα, πάντα κάτω από ένα μικροσκόπιο που μεγεθύνει κάθε ασήμαντη λεπτομέρεια για λογαριασμό, και μόνο, μιας ευρείας κατανάλωσης. 

Πώς είναι δυνατόν, λοιπόν, το έργο του να θεωρηθεί ως σημαντική ποιητική σελίδα στη λογοτεχνία, όταν δεν ταιριάζει στα παραδοσιακά καλούπια της ποιητικής σύνθεσης;

Φυσικά, ο Stipe, όπως και οι υπόλοιποι που ανέφερα στην αρχική παράγραφο είναι τραγουδιστές και μουσικοί, οπότε η ποίησή τους έχει ρυθμικά και νοηματικά όρια, καθώς απευθύνεται εκ των προτέρων σε ακροατές και όχι σε αναγνώστες. 

Σε αντίθεση με την ποίηση των «κανονικών» ποιητών, οι στιχουργοί-ποιητές δεν γίνεται να κρυφτούν στις αγκαλιές κολάκων που τους εξυμνούν για ό,τι χαζομάρα γράφουν, αλλά εκτίθενται στις συμπληγάδες του κοινού και των media, σπάνια επιβιώνοντας.

Εκείνο όμως που μετράει για αυτόν που θέλει να δει πίσω από τα λαμπερά φώτα είναι το ποιητικό σύμπαν και η συνοχή του, αν υπάρχει, καθώς και το πόσο πιστός μένει σε αυτό ο καλλιτέχνης.

Ο Michael Stipe, ο πρώτος που θα παρουσιάσω σε ένα μικρό αφιέρωμα για κορυφαίους «τραγουδιστές-ποιητές» (ακολουθούν ο Eddie Vedder των Pearl Jam και ο Thom Yorke των Radiohead), έχει ένα εντελώς ξεχωριστό ποιητικό σύμπαν. Φυσικά, οι στίχοι του περιλαμβάνουν και κλασικές pop προσεγγίσεις, όπου εξυπηρετούν τη mainstream δίψα, αλλά σε πολλά του τραγούδια η ποίηση είναι έμφυτη και πάντα υπάκουη στους νόμους που τίθενται βάσει της ψυχοσύνθεσής του αλλά και των μουσικών διαδρομών του συγκροτήματος: αυτό που λέμε "έργο".

O Stipe από τη δεκαετία του 1980 έχει δημιουργήσει ένα ποιητικό κόσμο που βασίζεται στη νοσταλγία, στο γενικότερο συναίσθημα της απώλειας και στην αμφισημία του έρωτα. Παράλληλα έχει καταπιαστεί ιδιαίτερα με κοινωνικά θέματα, αν και πάντα καλά μεταμφιεσμένος. Αυτή η μεταμφίεση έχει συχνά προκαλέσει και παρεξηγήσεις, όπως με το κλασικό Losing my Religion, μια εμμονή για την απώλεια πίστης σε ένα πρόσωπο (και κατ’ επέκταση στον άνθρωπο) όπου παρερμηνεύτηκε ενίοτε ως ύμνος για τους gay ή ως αφιέρωμα στον John Lennon.

Η πένα του Stipe ξέρει και βρίσκει έντονα συναισθήματα, τα ξεγυμνώνει, τα αποτελειώνει και προσπαθεί να τα αναστήσει. Με ιδιαίτερα πολύπλοκο λεξιλόγιο και εντυπωσιακές στιχουργικές αλχημείες, η ποίησή του πολλές φορές διαβάζεται εκτός ρυθμού του τραγουδιού, αν και είναι εντυπωσιακά ακριβής νοηματικά στις αλλαγές του. 

Βασικό στοιχείο είναι η έλλειψη ξεκάθαρου ρεφρέν, καθώς ο Stipe προτιμάει πότε πότε μια ροή με αρχή, μέση και τέλος, δίχως να εγκλωβίζεται στη μάντρα της επανάληψης για να αποδώσει συναίσθημα. 

Το αποτέλεσμα, για όποιον πρώτα διαβάζει και μετά ακούει, είνα μια ποιητική έκφραση που μας έχει δώσει ορισμένα αριστουργήματα τις τελευταίες 3 δεκαετίες. 

Ακολουθούν μικρά δείγματα από ορισμένα τραγούδια του. Φυσικά, σας προτείνω να τα ακούσετε κιόλας πατώντας στον κάθε τίτλο ξεχωριστά:

Ηλίας Θ. Παππάς

Δευτέρα, 11 Νοεμβρίου 2013

"Άγρυπνες αντιλόπες" της Χαράς Ναούμ

Κι έπλυνα δυο φορές τα ποιήματα να αλλάξουν βλέμμα
(ποίημα Πέντε δέκα δεκαπέντε

Βλέπω στο δελτίο τύπου που συνοδεύει την έκδοση τη φράση: «μια νέα γενιά ποιητών που διεκδικεί δυναμικά το δικαίωμά της στην τέχνη» και αυτομάτως οι προσδοκίες μου ανεβαίνουν καθώς ανοίγω το βιβλίο.

Διαβάζοντας τη συλλογή, βρίσκω σημεία για την κατανόηση των οποίων πρέπει να ανοίξω λεξικό ή να ψάξω στο ίντερνετ και αναρωτιέμαι: δεν θα έπρεπε μια ποιητική συλλογή να στέκεται αυτόνομα, χωρίς να χρειάζεται λεξικό προκειμένου να μη χάσει ο αναγνώστης σημαντικό κομμάτι απ' αυτό που διαβάζει; Πώς μπορείς, ας πούμε, να βρίσκεις αναφορά στο "Κεφάλι στο Νερό" του Odilon Redon (στο ομότιτλο ποίημα) και να μην αναζητήσεις το συγκεκριμένο έργο, ακόμη κι αν το συγκεκριμένο ποίημα τελικά δεν επιτάσσει την αναζήτηση; Πόσο μάλλον όταν την επιτάσσει, όπως στο αμέσως επόμενο ποίημα, τον Σωματικό διάλογο, στο οποίο γίνεται αναφορά στον πίνακα του Schiele με (ή για) την ερωμένη του. Και οι δύο πίνακες, δηλ. και αυτός με το πορτραίτο της Wally μόνης και αυτός με το πορτραίτο των δυο τους μαζί, δεν παραπέμπουν καθόλου σε «τσακισμένα σώματα» ή «χέρια των γυναικών καρφιτσωμένα στους ώμους», όπως θα παρέπεμπε ένας άλλος πίνακας του ίδιου ζωγράφου με τίτλο “Seated female nude with elbows propped”, ο οποίος όμως δεν αφορά τη Wally.

Οι ειδικές αναφορές συχνά αποδεικνύονται δίκοπο μαχαίρι, όπως και στην περίπτωση του καλού ποιήματος Albedo (ελληνιστί Λευκαύγεια, θα λέγαμε) στο οποίο αναφέρεται η λέξη «χαρακίρι» αντί της σωστής «σεπούκου» (η δεύτερη παραπέμπει στην ιαπωνική τελετουργία αυτοκτονίας για λόγους τιμής, η πρώτη στη σφαγή ζώων). Και πόσοι αναγνώστες γνωρίζουν τη σημασία του χαντίθ (στο επίσης καλό ποίημα Αμπίντα); Μια εύλογη, τέλος, ερώτηση αφορά τους λόγους για τη χρήση των μανδρίλων (πιθήκων που μοιάζουν με μπαμπουίνους) στο ποίημα Κατεδάφιση, καθώς σε μια πρώτη ανάγνωση η παρουσία τους στο ποίημα δεν φαίνεται να το εμπλουτίζει ή να εξυπηρετεί κάτι άλλο. Εκτός, βέβαια αν όλη αυτή η επιστράτευση αναφορών πρόκειται για μια αλληγορία των άχρηστων γνώσεων που αναγκαζόμαστε να συσσωρεύσουμε στην εποχή της πληροφορίας και των πολλών πτυχίων. Όμως αυτός ο συλλογισμός απαιτεί μάλλον περισσότερες από μία αναγνώσεις.

Εντάξει, δεν είμαι σίγουρη ότι πρέπει να (ανα)ζητούμε την ευκολία στην ποίηση. Προσωπικά δεν τη ζητώ. Αλλά σίγουρα ζητώ νόημα και πρέπει αυτό που διαβάζω να είναι κατανοητό - ιδίως όταν πρόκειται για ποίηση. Από αυτή την άποψη, η συλλογή της Χαράς Ναούμ βγάζει νόημα, τουλάχιστον στο μεγαλύτερο μέρος της. Έχει πολύ καλές στιγμές, κάποιες ατυχείς, αρκετά καλά ποιήματα (πέρα από τα ένα-δύο που ήδη ανέφερα, θα αναφέρω ακόμη τα: Ες αεί, Ισόβια μεταφυσική, Οίηση εσωτερικού χώρου, Παθητικό κάπνισμα και Φυλλομέτρημα συλλογής κοχυλιών μεταξύ άλλων). Η ροή και ο ρυθμός της γενικά είναι καλά, η διαχείριση των αναμνήσεων επίσης καλή, ωστόσο υπάρχουν ποιήματα στα οποία η δραματικότητα χάνεται μέσα στην πολυπλοκότητα των νοημάτων (όπως για παράδειγμα στη Σκονισμένη Τριστέσσα - η οποία παρεμπιπτόντως αναφέρεται στην ομότιτλη νουβέλα του Κέρουακ).

Πρόκειται επομένως για μια συλλογή με δυνατότητες, αλλά και αρκετά σημεία στα οποία η Χαρά Ναούμ θα ήθελε ίσως να προβληματιστεί. Νιώθω ότι στην περίπτωσή της το στοίχημα θα κριθεί στη δεύτερη συλλογή της, την οποία ελπίζω ότι δεν θα αργήσει να μας προσφέρει.

Χριστίνα Λιναρδάκη

Παρασκευή, 8 Νοεμβρίου 2013

Νίκος Καββαδίας: ήχοι, βουή, θάλασσα

Στην ποίηση, περισσότερο ίσως από τα άλλα λογοτεχνικά είδη, φαίνεται πως "εν αρχή ην ο ήχος". Οι φθόγγοι, οι λέξεις, οι παύσεις και οι σιωπές. Οι θόρυβοι.

Η ποίηση του Νίκου Καββαδία κατακλύζεται κυριολεκτικά από ήχους: γιατί ενώ η βάση της είναι προσωποκεντρική, ακούγονται δηλαδή οι σκέψεις και οι ιστορίες του «αφηγητή», ο ήχος είναι παρόν και έχει και ισχυρό ρόλο στην ατμόσφαιρα.

Τι ακούγεται σε ένα ποίημα του Καββαδία εκτός και πίσω από τις λέξεις που το απαρτίζουν...; Ποιοι είναι οι ήχοι που συνθέτουν το ντεκόρ και υποστηρίζουν την φωνή;

Καταρχάς το θεμελιώδες στοιχείο είναι προφανώς ο ήχος της θάλασσας. Όχι όμως της γαλήνης: το ηχητικό περιβάλλον όπου ξετυλίγεται η ποίηση του Καββαδία είναι σχεδόν πάντα η φουρτούνα. Η θάλασσα δείχνει τον τρομακτικό εαυτό της, δηλώνει την παρουσία της μέσα από συναισθήματα αγωνίας, μέσα από το βουητό της καθορίζονται οι σχέσεις ισχύος: παραμένει κατάφωρα η παράμετρος που ορίζει την έκβαση του κάθε ταξιδιού. Η φουρτούνα, ο αέρας, ο ήχος της τσιμινιέρας, είναι το φόντο στο οποίο ξεδιπλώνονται οι στίχοι του ποιητή, ο χώρος όπου η εξωτερική αγωνία του θανάτου συναντά την εσωτερική, την ανασφάλεια, τον φόβο: πρόκειται για έναν καθόλα ισορροπημένο διάλογο.

Κάθε καράβι έχει τους δικούς του ξεχωριστούς ήχους, το δικό του ξεχωριστό αποτύπωμα, ο ποιητής το αφουγκράζεται και προσπαθεί να ενσωματωθεί σ’αυτό το περιβάλλον. Συγκεκριμένα τριξίματα, θόρυβοι και ακούσματα είναι αυτά που συνθέτουν την αυτοτέλεια, οριακά την αυθυπαρξία του καραβιού ως προς το πλήρωμα, και αποτελούν παράλληλα μια πηγή αγωνίας, ακόμα μια. Αγωνίας, αλλά και σιγουριάς κατά ένα τρόπο, της ανακούφισης του γνώριμου.

Τα βράδια όταν η θάλασσα χτυπάει τις λαμαρίνες,
και πολεμάει με δύναμη να σπάσει τα καρφιά,
μέσα στης πλώρης τη βαριά σιγή, που βασανίζει,
είναι γι αυτούς σα μια γλυκιά γυναίκεια συντροφιά.[1]

Οι ήχοι και οι θόρυβοι στο έργο του Καββαδία, απρόσμενοι ή γνώριμοι, έρχονται να σπάσουν την πλασματική, ησυχία του υγρού στοιχείου: θα έλεγε κανείς πως λειτουργούν στον αντίποδα των ήχων της στεριάς, και είναι ίσως παρόντες για να διαψεύσουν την αντίληψη της ήρεμης θάλασσας. Στον Καββαδία η γαλήνη, τόσο σε προσωπικό όσο και σε φαντασιακό επίπεδο είναι ο προορισμός που δεν διαγράφεται ποτέ στον ορίζοντα, η πλασματική υπόσχεση και η προσωπική αυταπάτη, συνειδητή τελικά, που επιτρέπει στον ποιητή να ξεκινάει και να συνεχίζει το κάθε ταξίδι. Η σιωπή είναι τελικά η κατάσταση που εγκυμονεί κινδύνους, που παραπέμπει σε στεριανές συνθήκες, γι αυτό και στον Καββαδία η ησυχία είναι από παντού απούσα: ο άνθρωπος εντάσσεται στους ήχους που τον περιβάλλουν και τους αναγνωρίζει, προσπαθεί να χάνεται στον χώρο, πετυχαίνει να ενσωματωθεί και τελικά να αφομοιωθεί σ’αυτή την τόσο ιδιάζουσα πραγματικότητα που είναι το ταξίδι στην ποίηση.


Κρις Λιβανίου


[1] Νίκος Καββαδίας, «Οι γάτες των φορτηγών», in. Μαραμπού, εκδ. Άγρα, Αθήνα, 1990.

Δευτέρα, 4 Νοεμβρίου 2013

"Μερησαήρ, Μερησαήρ" του Αντώνη Ζέρβα

Πήραμε μια σημαντική απόφαση εδώ, στο στίγμαΛόγου. Από δω και στο εξής θα γράφουμε τη γνώμη μας για όλες τις συλλογές που πιάνουμε στα χέρια μας, όποια κι αν είναι αυτή. Βέβαια, το α΄ πληθυντικό πρόσωπο στην περίπτωση αυτή είναι ευφημισμός, μια και ο Ηλίας Παππάς, ως ενεργός ποιητής ο ίδιος, είναι πράγματι αδύνατο να γράφει κριτικές για άλλους ποιητές και η Κρις Λιβανίου είναι περισσότερο θεωρητικός της λογοτεχνίας, οπότε… ποιος μένει;



Η απόφαση αυτή αναπόφευκτα θα οδηγήσει σε κάποια αναδιαμόρφωση του ιστολογίου. Για παράδειγμα, δεν θα μπορούμε πια να έχουμε κατηγορία «συλλογές που μας άρεσαν» μόνο, όπως πέρυσι που ξεκινήσαμε το ιστολόγιο και σκεφτόμασταν πως θα είχαμε να γράψουμε για αρκετές συλλογές, προτού ανακαλύψουμε στην πορεία ότι επρόκειτο για ελπίδες φρούδες…

Κι ενώ σκεπτόμουν ότι θα πρέπει, κατ’ ανάγκην, να δημιουργηθεί μια νέα κατηγορία στο ιστολόγιο «συλλογές που δεν μας άρεσαν» ή κάτι τέτοιο ώστε να ξεχωρίσουμε την ήρα από το σιτάρι, έπιασα να διαβάσω το «Μερησαήρ, Μερησαήρ» του Αντώνη Ζέρβα και άρχισα να σκέφτομαι πως οι αυστηρές κατηγοριοποιήσεις τελικά δεν είναι εύκολο πράγμα.

Ήξερα ότι το «Μερησαήρ, Μερησαήρ» έχει ήδη συζητηθεί και έχει φανατικούς αναγνώστες, αλλά αυτός ήταν απλά ένας λόγος παραπάνω για μένα να το πλησιάσω με καχυποψία. Αυτό που τράβηξε την προσοχή μου στα ποιήματα του πρώτου μέρους (η συλλογή διαρθρώνεται σε τρία μέρη και αριθμεί 70 ποιήματα συν επίλογο συν επίμετρο) ήταν ο πεζολογικός χαρακτήρας τους – σε βαθμό που σκέφτηκα πως θα ήταν πιο έντιμο αν δεν υπήρχαν κοψίματα στίχων και το κείμενο ήταν ενιαίο, μια μικρή παράγραφος που θέλει να πει κάτι. Χρειάστηκε να διαβάσω τα πρώτα 36 ποιήματα, να ολοκληρώσω δηλ. τα δύο από τα τρία μέρη της συλλογής, για να αφήσω οριστικά πίσω μου οποιεσδήποτε σκέψεις τεχνικής φύσης.

Κι αυτό γιατί το τρίτο μέρος (ιδίως) είναι ο γνήσιος, ειλικρινέστατος θρήνος ενός ανθρώπου που έχασε τη σύντροφο της ζωής του και έχει μείνει αντιμέτωπος με το απόλυτο κενό και με την καρδιά του να σπαράζει. Δεν πρόκειται για persona, όχι, ο άνθρωπος που μιλάει και ο ποιητής είναι το ίδιο πρόσωπο κι αυτό το πρόσωπο ξεγυμνώνεται και μας δείχνει την απώλεια που έχει εισχωρήσει μέχρι το μεδούλι του και τον τρώει. Την ένταση των λόγων επιτείνουν οι φωτογραφίες του εξωφύλλου που δείχνουν μια νέα γυναίκα σε δύο ενσταντανέ και σε ένα τρίτο την ίδια σε μεγαλύτερη ηλικία, εμφανώς ταλαιπωρημένη από την ασθένεια και αναίσθητη ή ίσως νεκρή. Δεν νομίζω ότι θα υπάρξει άνθρωπος που είχε στη ζωή του μια σημαντική απώλεια αγαπημένου ανθρώπου και δεν θα νιώσει ότι το έργο αυτό τον αφορά. Επίσης, είμαι σίγουρη ότι θα κλάψει οπωσδήποτε σε κάποιο του σημείο.

Ποιος ο λόγος όμως να δημοσιεύσει κανείς έναν τέτοιο έργο, τόσο προσωπικό; Προφανώς ο ίδιος που έκανε τον Ινδό αυτοκράτορα Μουγκάλ Τζαχάν να χτίσει το Ταζ Μαχάλ: για να δημιουργήσει ένα μαυσωλείο που θα διατηρήσει την αγάπη του ζωντανή. Προσωπικά δεν πιστεύω ότι τόσος πόνος και μάλιστα δοσμένος με τόση αξιοπρέπεια (ακόμη και στο τρίτο μέρος που το συναίσθημα αναλαμβάνει εμφανώς τα ηνία και η εξομολόγηση βαθαίνει) θα άφηνε περιθώριο σε σκέψεις εκμετάλλευσης για προσωπικό όφελος.

Κι αφού διαρκώς επανέρχομαι στο τρίτο μέρος της συλλογής, γεννάται η εύλογη απορία: μήπως θα έφτανε μόνο το τρίτο μέρος και η υπόλοιπη συλλογή είναι περιττή; Πιστεύω πως όχι, γιατί τα άλλα δύο συνθέτουν ένα συγκείμενο βασικό για τη δημιουργία της σωστής ατμόσφαιρας και την κλιμάκωση της έντασης που βιώνουμε στο τρίτο. Ίσως όμως τα άλλα δύο θα μπορούσαν να είναι πιο μικρά.

Η συλλογή «Μερησαήρ, Μερησαήρ» είναι η δεύτερη που διαβάζω φέτος και ασχολείται με τον θάνατο. Η πρώτη ήταν του Σάκη Σερέφα «Γιάννης Μαρία Χένριξ» από τις εκδόσεις Ίκαρος. Ο κ. Σερέφας έγραψε ποιήματα για απροσδόκητα περιστατικά θανάτου που σημειώθηκαν στη Θεσσαλονίκη το δεύτερο μισό του 20ού αι. και καταγράφηκαν από την εφημερίδα Μακεδονία. Οι δύο συλλογές δεν έχουν καμία ομοιότητα, μολονότι η θεματική τους είναι φαινομενικά η ίδια. Η μία (Μερησαήρ) είναι μια κατάθεση ψυχής που συγκλονίζει, η δεύτερη (Γιάννης Μαρία Χένριξ) μια εγκεφαλική υπόθεση που προσωπικά αμφισβητώ ότι πρόκειται για ποίηση και μάλιστα το έγραψα και δημοσία (στο facebook).

Διαβάζοντας το «Μερησαήρ, Μερησαήρ», υπήρξαν στιγμές που ένιωσα αμηχανία, σαν να κοιτούσα μέσα από μια κλειδαρότρυπα τα άδυτα της σχέσης ενός ζευγαριού και το «γράψιμό» τους στην ψυχή του άνδρα. Παρά το βάθος και την έντασή της, πάντως, η συλλογή αντιστέκεται στην αποθησαύριση: μέσα σε σύνολο 70+ ποιημάτων δεν νομίζω ότι θα μπορέσει κανείς να βρει περισσότερους από 15 στίχους-αποφθέγματα που να στέκονται αυτόνομα και να είναι δυνατή η απομόνωσή τους. Τεχνικά, υπάρχουν αρκετά σημεία στα οποία η συλλογή θα μπορούσε να είναι καλύτερη. Όχι όμως ότι αυτό έχει μεγάλη σημασία όταν κανείς θρηνεί με τον τρόπο του Αντώνη Ζέρβα:
Τι είναι απουσία; Η κατάργηση της πλησιότητας,
η εισβολή της αμεσότητας χωρίς παράδειγμα,
το έξω απέναντι στο έξω, ο φόβος απέναντι στον φόβο
ώστε μόνο η κόλαση να δικαιώνει. (26)
Απουσία είναι να μην έχεις κοντά σου την αγάπη σου, να ψάχνεις την αμεσότητα της επαφής έτσι όπως την ήξερες και να μη μπορείς να τη βρεις σε κανέναν, να είσαι έξω, έξω από τη ζωή, έξω κι από τον θάνατο και να φοβάσαι και τα δύο, έτσι ώστε μόνο η κόλαση να δικαιώνει…


Χριστίνα Λιναρδάκη

ΥΓ: Θα ήθελα να προσθέσω δύο σημεία που μου έθιξε ο κ. Ζέρβας, αφού πρώτα διορθώσω τη λέξη "πεζολογικός" χαρακτήρας σε "αφηγηματικός", μια και η λέξη "πεζολογικός" έχει αρνητική συνεκδοχή την οποία δεν είχα πρόθεση να υπαινιχθώ όταν έγραφα τη φράση. Προσθέτω λοιπόν ότι: (α) το Μερησαήρ είναι ουσιαστικά μοιρολόι, είδος κατ' εξοχήν - και ιστορικά - αφηγηματικό. (β) Με τη λέξη Μερησαήρ τέλειωνε η "Ανάσταση της Κυρά Τσίνης" (Καστανιώτης 1983) του Αντώνη Ζέρβα. Εκεί το παρατσούκλι ταυτιζόταν με την ανατολή του ελληνικού λόγου στη συνείδηση ενός νέου άνδρα. Ύστερα από τριάντα τόσα χρόνια, με την τελευταία συλλογή, η ίδια λέξη γίνεται η δύση του...

Παρασκευή, 1 Νοεμβρίου 2013

Συνέντευξη της εκδότριας του κυπριακού λογοτεχνικού περιοδικού "Άνευ", Ντίνας Κατσούρη

Σήμερα έχουμε τη χαρά και την τιμή να φιλοξενούμε μια φωνή από την Κύπρο, την εκδότρια του λογοτεχνικού περιοδικού «Άνευ» και ποιήτρια Ντίνα Παγιάση-Κατσούρη:


στίγμαΛόγου: Κυρία Κατσούρη, έχετε τιμηθεί με 3 κρατικά βραβεία ποίησης, αλλά πέρα από αυτό είστε και στο πηδάλιο του «Άνευ» από το 2001. Υπήρξατε επίσης δημοσιογράφος και ραδιοφωνική παραγωγός στο ΡΙΚ. Πιστεύετε ότι αυτές οι ιδιότητες αντανακλούν την ουσία της Ντίνας Κατσούρη;

Ντίνα Κατσούρη: Αν σ’ αυτές τις ιδιότητες προσθέσετε και την ιδιότητα της αγωνίστριας σε όλα τα επίπεδα, τότε οι ιδιότητες που αναφέρατε αντανακλούν την ουσία της Ντίνας Κατσούρη. Γι’ αυτό και φέτος βραβεύθηκα από το Πανεπιστήμιο Κύπρου για την προσφορά μου στον πολιτισμό και την κοινωνία.

σΛ.: Ένα από τα πράγματα που προσωπικά θαυμάζω σε εσάς είναι η πίστη στους νέους ανθρώπους, στη δυναμική και τις δυνατότητές τους, αλλά και στην ευκαιρία που τους δίνεται να αλλάξουν το μέλλον. Έχετε προσπαθήσει να τους υποστηρίξετε με πολλούς τρόπους, έτσι δεν είναι; Ακόμη τότε που είχατε εκπομπή στο ραδιόφωνο, αλλά και με το «Άνευ».

Ντ. Κ.: Η εκπομπή «Κοντά στους νέους», που είχα για πολλά χρόνια στο ραδιόφωνο, ήταν αυτή που μου έδωσε το έναυσμα για να εκδώσω ένα περιοδικό, όπου τον βασικό λόγο τον έχουν οι νέοι. Από τότε είχα διαπιστώσει ότι οι νέοι δεν έχουν το βήμα και τις ευκαιρίες που θα ήθελαν, για να προβληθούν και να καταθέσουν τις δικές τους απόψεις και γνώμες για τα πολιτιστικά δρώμενα. Η χειρονομία μου αυτή βρήκε πέρα για πέρα ανταπόκριση.

σΛ.: Τι έχετε λοιπόν να πείτε για την πρόσφατη κατάργηση του κρατικού βραβείου πρωτοεμφανιζόμενου ποιητή στην Κύπρο;

Ντ. Κ.: Πρόκειται για απαράδεκτη ενέργεια. Αντί να ενθαρρύνονται οι νέοι, σπρώχνονται στη γωνιά. Θα μπορούσαν να μειώσουν τα λεφτά του βραβείου, αλλά η προσφορά του να παραμείνει.

σΛ.: Πώς είναι, αλήθεια, το ποιητικό τοπίο στην Κύπρο; Διαβάζει ο κόσμος ποίηση στις μέρες μας; 

Ντ.Κ.: Είναι γεγονός ότι εδώ στην Κύπρο διαβάζουν πιο πολύ πεζογραφία παρά ποίηση. Έχει, όμως, και η τελευταία το αναγνωστικό της κοινό.

σΛ.: Και ποιο είναι το επίπεδο της ποιητικής παραγωγής στην Κύπρο; Βλέπετε ταλαντούχους ποιητές στις μέρες μας; 

Ντ.Κ.: Σίγουρα υπάρχουν ταλαντούχοι ποιητές στις μέρες μας, απλά δεν προβάλλονται κατάλληλα. Το γεγονός ότι, μέσα σ’ αυτή την κρίση που περνά ο τόπος, υπάρχουν νέοι που γράφουν και εκδίδουν, είναι το πιο ενθαρρυντικό.

σΛ.: Πιστεύετε ότι έχει φανεί ο αντίκτυπος της κρίσης στη σύγχρονη κυπριακή λογοτεχνία;

Ντ.Κ.: Φυσικά και έχει φανεί ο αντίκτυπος της κρίσης, σε πολλά επίπεδα. Ειδικότερα στον εκδοτικό τομέα και στις κρατικές επιχορηγήσεις.

σΛ.: Πώς λειτουργεί ο εκδοτικός κλάδος στη νήσο; Κυριαρχεί και σε εσάς η μέθοδος της αυτοέκδοσης, ο ποιητής δηλ. να μπορεί να εκδώσει τη δουλειά του αποκλειστικά και μόνο πληρώνοντας τον εκδοτικό οίκο, όπως στην Ελλάδα;

Ντ.Κ.: Υπάρχουν δυο τρόποι, για να εκδώσει κανείς τη δουλειά του. Είτε να την εκδώσει ο ίδιος εδώ στην Κύπρο σε κάποιο ντόπιο εκδοτικό οίκο με όλους τους σχετικούς όρους ή στην Ελλάδα, πληρώνοντας τον εκδοτικό οίκο.

σΛ.: Σε τι παραμέτρους κινείται η κριτική της ποίησης στην Κύπρο; Είναι μόνο θετική ή ασκούνται και αρνητικές κριτικές; Σας ρωτώ επειδή στην Ελλάδα οι αρνητικές κριτικές έχουν εκλείψει παντελώς με δυσμενείς συνέπειες στην ποιητική παραγωγή, αφού η κριτική βοηθά τον ποιητή να βελτιωθεί και μορφώνει τον αναγνώστη.

Ντ.Κ.: Η κριτική της ποίησης κινείται στις ίδιες παραμέτρους όπως και στην Ελλάδα. Σε μας, μπορώ να πω, ακόμα χειρότερα, γιατί είμαστε μικρότερος τόπος. Εμείς, όμως, στο «Άνευ» προσπαθούμε να βάζουμε τα πράματα στη θέση τους και με ήθος να κάνουμε τις δικές μας κριτικές παρεμβάσεις.

σΛ.: Πώς θα ορίζατε την προσωπική σας σχέση με την ποίηση;

Ντ.Κ.:Υπόθεση ζωής και προσφοράς.

σΛ.: Πιστεύετε ότι η ιδιότητά σας ως εκδότριας έχει στοιχίσει στην ιδιότητά σας ως ποιήτριας; Ή το γεγονός ότι βρίσκεστε σε αναπηρικό αμαξάκι;

Ντ.Κ.: Κάθε άλλο. Το ένα συμπληρώνει το άλλο. Όσο για το τελευταίο, δίνω καθημερινά το δικό μου αγώνα επιβίωσης σε όλα τα επίπεδα, ιδιαίτερα στην προάσπιση των δικαιωμάτων των ανθρώπων με ειδικές ανάγκες. Το να είσαι σε αναπηρικό καροτσάκι δε σημαίνει ότι θα πρέπει να εγκαταλείψεις την προσωπική σου ζωή. Είναι ένα κίνητρο για νέους αγώνες.

σΛ.: Πώς βλέπετε το μέλλον του «Άνευ» και γενικά των λογοτεχνικών περιοδικών στη δύσκολη συγκυρία της κρίσης;

Ντ.Κ.: Υπάρχει ένας μεγάλος προβληματισμός γύρω από το θέμα αυτό. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η οικονομική κρίση επηρέασε τα πάντα. Και είναι άθλος το γεγονός ότι ακόμα εκδίδονται κάποια περιοδικά. Είναι το μεράκι και η αγάπη για τις τέχνες και τα γράμματα που τα κρατούν ζωντανά. Εμείς θα συνεχίσουμε την πορεία μας με κάθε τίμημα.

σΛ.: Η τελευταία σας συλλογή είναι «Τα ποδοσφαιρικά». Πώς παρακινηθήκατε να γράψετε μια τέτοια συλλογή; Θέλω να πω, το ποδόσφαιρο συνήθως δεν είναι μέσα στα γυναικεία ενδιαφέροντα.

Ντ.Κ.: Οι ποιητές είναι ευαίσθητοι δέκτες. Λειτουργούν κάπως σαν σεισμογράφοι της εποχής τους και ελκύονται κι από θέματα που μπορεί να φαίνονται απόμακρα από αυτούς. Στην δική μου περίπτωση απλά έκανα «κλικ», αφού διαπίστωσα ότι το ποδόσφαιρο έχει τις δικές του ευαισθησίες και παραμέτρους, ιδιαίτερα όσον αφορά τα κοινωνικά θέματα.

σΛ.: Τι θα θέλατε να επιφυλάσσει το μέλλον;

Ντ.Κ.: Να μπορούμε να υπερασπιζόμαστε και να προσφέρουμε περισσότερα για τον πολιτισμό και την κοινωνία.

Ας δούμε ένα ποίημα από "Τα ποδοσφαιρικά":