Δευτέρα, 30 Σεπτεμβρίου 2013

Η γενιά του '70 και το σήμερα

Η γενιά της αμφισβήτησης ή της άρνησης ή απλά «γενιά του ΄70», σύμφωνα με την κατάταξη που πρότεινε ο Αλέξανδρος Αργυρίου και ακολούθησαν διάφοροι κριτικοί και ανθολόγοι, περιλαμβάνει ποιητές που γεννήθηκαν μεταξύ 1941 και 1955.

Στη γενιά αυτή βρίσκεται η απαρχή πολλών από τα φαινόμενα που χαρακτηρίζουν την ποίηση σήμερα. Ήταν η εποχή που, παρά τα νέα στοιχεία που προσέδωσε, σήμανε την έναρξη μιας πορείας ελεύθερης πτώσης που από τότε δυστυχώς παρέμεινε συνεχής και απρόσκοπτη μέχρι τις μέρες μας. Ας δούμε, όμως, από πιο κοντά μερικά βασικά χαρακτηριστικά της:

Θεματικές - Συναισθήματα

Οι ποιητές που παρήγαγαν ποιητικό έργο από τα τέλη της δεκαετίας του ’60 και τη δεκαετία του ’70 άντλησαν την πρώτη τους ύλη από την ψυχροπολεμική περίοδο στην οποία μεγάλωσαν και την οποία βίωσαν ως ακαθόριστη απειλή, με τον συνακόλουθο φόβο που αυτή γεννούσε. Την ίδια εποχή, η οικονομία άρχισε να καταγράφει άνοδο και να εισέρχεται στο στάδιο του καταναλωτισμού, δημιουργώντας την απαρχή της πλασματικής μας ευημερίας. Στις εμπειρίες της γενιάς δεν θα πρέπει να λησμονήσουμε τη δικτατορία που ενίσχυσε την τάση για αντίσταση και το πνεύμα αγωνιστικότητας που τη διακατείχε και το οποίο διαπραγματεύτηκε με εριστική συνήθως διάθεση, στην οποία άλλωστε οφείλει και το προσωνύμιο «γενιά της αμφισβήτησης».

Επρόκειτο όμως για μια εριστικότητα που, ελλείψει κοινής ιδεολογικής συνιστώσας, δεν στόχευε πουθενά συγκεκριμένα. Με άλλα λόγια, η επιθετικότητα είναι επιδερμική και – όπως υπογράμμισε η Έλσα Λιαροπούλου σε ομιλία της που δόθηκε στην Εταιρεία Διαπολιτισμικών Σπουδών στις 3 Μαρτίου 2012 – οδηγεί τελικά στην επανάληψη και την κοινοτοπία. Όπως γράφει και ο Αντώνης Θ. Παπαδόπουλος στο «Η γενιά του ’70 και η μεταπολεμική ποίηση» («Δοκίμια», εκδ. Ρέω, Αθήνα 2010): «η δυσπιστία φαίνεται να είναι η αυτοματοποιημένη κίνηση συνηθισμένης καθημερινής στάσης και όχι απόρροια οξυμένης κριτικής διεργασίας. Γι’ αυτό και, διοχετευμένη μέσα στους στίχους των ποιητών της γενιάς αυτής, περνά και χάνεται…».

Η ασάφεια και η αμηχανία με την οποία πραγματεύθηκαν τα συναισθήματα που τους κατέκλυζαν, είχε αποτέλεσμα οι ποιητές της γενιάς του ’70 να μην καταφέρουν να στηρίξουν με ποιητική γνησιότητα την αντιπαράθεσή τους στον νέο κόσμο που τελούσε τότε υπό δημιουργία, έναν κόσμο που υποψιάζονταν, αλλά δεν είχαν ακόμη αρχίσει να ζουν.

Σήμερα βέβαια τον ζούμε αυτόν τον κόσμο. Κι όχι μόνο αυτόν: έχουμε ήδη περάσει στο επόμενο στάδιο, αυτό της κατάρρευσής του. Κι ενώ περιμένουμε εναγωνίως τα πρώτα δείγματα του αντίκτυπου αυτής της κατάρρευσης στον ποιητικό λόγο, εξακολουθούμε να κατακλυζόμαστε από ποιήματα που φαίνονται να έλκουν επίμονα από την προσωπική εμπειρία, κάτι που δεν μπορώ παρά να ερμηνεύσω ως κατάλοιπο του καταναλωτισμού και της πλαστής αφθονίας στην οποία τεχνηέντως μας βούτηξε η ευρωπαϊκή μας συγκυρία την τελευταία δεκαετία. Η παλινδρόμηση στο θέμα των αιώνιων προσωπικών αδιεξόδων τα οποία αντιμετωπίζει κανείς καθώς αλληλεπιδρά με τον Άλλον συνδέεται ευθέως με την αντιμετώπιση της σχέσης μαζί του ως είδους προς κατανάλωση.

Ο κόσμος στην Ελλάδα την τελευταία δεκαετία είχε μετατραπεί σε ένα κολοσσιαίο σούπερ μάρκετ με κάθε λογής προϊόντα που υπόσχονταν ευτυχία ή ένα γιγαντιαίο Jumbo με παιχνίδια ρόλων και σχέσεων - τα περισσότερα ελαττωματικά. Η θεματική του θανάτου είναι εν πολλοίς απαγορευμένη, αφού, σε έναν κόσμο «πειραγμένο» στο photoshop, όπου τα πρότυπα ομορφιάς είναι κυρίαρχα κι αν δεν τα ακολουθείς δεν έχεις θέση, η φθορά και η ασχήμια του θανάτου έχουν γίνει θέματα ταμπού. Τι μένει λοιπόν; Έρωτες λοιπόν, επιθυμίες και συνακόλουθες απογοητεύεις – κάπου-κάπου τα προσχήματα πέφτουν και βλέπουμε ποιήματα με ευθύτατες σεξουαλικές αναφορές: έχοντας αναλώσει τα ποιητικά τους πυρομαχικά και ελλείψει πρωτότυπης θεματολογίας, οι ποιητές ενίοτε επιλέγουν την εύκολη τεχνική της επικράτησης μέσω του σοκ – αναπόφευκτα, με εντελώς πρόσκαιρο και αμελητέο αποτέλεσμα.

Σαρωτική παρουσία

Τη δεκαετία του ’70, οι λογοτεχνικές συντροφιές, τα περιοδικά, οι παρέες και μια γενικότερη καλλιτεχνική ευφορία έδωσαν τη θέση τους στη διακριτικότητα και το συνειδητό αποτράβηγμα της προηγούμενης ποιητικής γενιάς, εκείνης του ’60. Την ευφορία αυτή ευνόησε και η περιρρέουσα ατμόσφαιρα: οι μελοποιήσεις ποιημάτων, οι μπουάτ της Πλάκας, το Νέο Κύμα, όλα αυτά συνέβαλαν στη δημιουργία κλίματος παρέας, ενώ παράλληλα ενίσχυαν την ανάγκη συσπείρωσης γύρω από περιοδικά, εκδόσεις και ανθρώπους του πνεύματος. Ενδεικτική της γενικότερης βεβαιότητας ότι κάτι νέο κομίζει αυτή η ποιητική γενιά ήταν και η δημιουργία πολλών λογοτεχνικών περιοδικών. Κάποια από αυτά επιβιώνουν – με πολλές απώλειες είναι η αλήθεια – και στις μέρες μας.

Υπάρχει πάντως σήμερα μια υφέρπουσα μα στέρεη βεβαιότητα μεταξύ όλων όσων ασχολούνται με την ποίηση ότι οι κλίκες διαφεντεύουν τον ποιητικό κόσμο. Πρόκειται για μια κατάσταση ευνοιοκρατίας ανάλογα με τις γνωριμίες, η οποία ελάχιστα κοινά έχει με την (ασύστατα) θριαμβευτική διάθεση της γενιάς του ’70. Πιστεύω όμως ότι σε εκείνη τη γενιά ήταν που ξεκίνησε το κακό. Η παρεΐστικη διάθεση, η ενθάρρυνση όλων να γράψουν, οι άκαιροι θρίαμβοι έστρωσαν τον δρόμο για την πελατειακή μεταχείριση των ποιητών από τους εκδοτικούς οίκους σήμερα, το βλόγημα των γενιών του καθενός από τους ημετέρους αδιακρίτως, καθώς και την έλλειψη ειλικρινούς κριτικής από την οποία θα ωφελούνταν τόσο το κοινό όσο και οι ίδιοι οι ποιητές.

Πάντως, στις μέρες μας, η ποίηση πόρρω απέχει από το να είναι σαρωτική. Αντίθετα, είναι παραγκωνισμένη – αποτέλεσμα της μεγάλης και κατά κανόνα κάτω του μετρίου ποιητικής παραγωγής που οδήγησε στην αποστροφή του αναγνωστικού κοινού (απτή απόδειξη του «ουκ εν τω πολλώ το ευ»).

Ιδεολογικό κενό

Και φθάνουμε έτσι στο τέταρτο γνώρισμα, το ιδεολογικό κενό της γενιάς του ’70. Ίσως η λέξη «κενό» να είναι κάπως τραβηγμένη, αφού, παρά την έλλειψη κοινής ιδεολογικής στόχευσης, οι ποιητές της γενιάς του ’70 είναι έντονα πολιτικοποιημένοι. Αντίθετα, στις επόμενες γενιές, όπως παρατηρεί η Λένα Κωνσταντέλλου στο δοκίμιό της «Ποίηση της γενιάς του ‘70» («Δοκίμια», εκδ. Μαυρίδη, Αθήνα 2006), οι ποιητές στερούνται στην πλειοψηφία τους πολιτικού οράματος. Ο αντίκτυπος αυτής της έλλειψης στην ποιητική παραγωγή συνίσταται στην επικέντρωση και ανάλωσή της στην προσωπική εμπειρία χωρίς να βρίσκει τον τρόπο να προσφέρει μια ιδεολογική πυξίδα που, ιδίως στις μέρες μας, θα ήταν πολύ χρήσιμη.

Γλωσσική ανανέωση

Η γλώσσα που χρησιμοποίησαν οι ποιητές της γενιάς του ’70 έφερε τη «ρηξικέλευθη ανανέωση του ποιητικού λεξιλογίου», σύμφωνα με τον Γιώργο Δ. Καραντώνη (βλ. «Μετά είκοσι έτη – Η γενιά του ’70 στη δεκαετία του ’90» από το «Η κατάσταση των πραγμάτων», εκδ. Αλεξίσφαιρο, Αθήνα 1994 – πρώτη δημοσίευση του κειμένου στο λογοτεχνικό περιοδικό «Ομπρέλα», τ. 15, Νοέμβριος 1991), ο οποίος γράφει ακόμη ότι «με την εισδοχή και την παραδοχή στην ποίηση πολλών λέξεων που μέχρι τότε δεν είχαν βρει τη θέση τους παρά σπάνια στα ποιήματα των προγενέστερων ποιητών, καθώς και μια ριζική αναδιάρθρωση της ποιητικής γραφής, φτάνουμε σε μια ‘άλλη’ ποιητική γλώσσα».

Η γλώσσα αυτή δεν είναι, στις περισσότερες περιπτώσεις, επιτηδευμένη αλλά έλκει από την καθημερινή ομιλία. Τα πάμπολλα στοιχεία που ενσωματώνει (από την ποπ κουλτούρα, τα κόμικς ή τα νέα βιομηχανικά δεδομένα αποδίδονται με εριστικό τόνο, τολμηρές μεταφορές, οξεία γλώσσα, αλλά και ασύνδετες εικόνες), τα οποία εισέβαλαν ορμητικά στην ποίηση και έχουν παραμείνει εκεί μέχρι σήμερα, στρέφονται τελικά εναντίον του ίδιου τους του εαυτού, καθώς υπονομεύουν σημαντικά την προσπάθεια ανίχνευσης νοήματος από τον αναγνώστη. Σε αυτό το τελευταίο σημείο, μοιάζουν βέβαια με το ποιητικό αποτέλεσμα του σήμερα.

Στις μέρες μας, ο ποιητικός λόγος τα διαθέτει όλα. Και οξεία γλώσσα και μη, και εριστικό τόνο και μαλθακό, και τολμηρότητα και πλαδαρότητα, κυριολεκτικά όλα. Παρατηρείται επίσης μια παλινδρόμηση σε γλωσσικές επιλογές παλαιότερων περιόδων από τους αγανακτισμένους για τον βιασμό της γλώσσας ποιητές. Απομένει να δούμε ποιήματα στην ελληνιστική κοινή ή μεσαιωνική ελληνική, ανάλογα των κοντακίων και απολυτίκιων της εκκλησίας μας – δεν μπορεί, κάποιος θα το σκεφτεί κι αυτό για να πρωτοτυπήσει! Γιατί, ενώ στο θέμα της φόρμας η πρωτοτυπία είναι κάτι το ζητούμενο πανταχόθεν, στο θέμα του περιεχομένου είναι δυστυχώς χαμένη υπόθεση: γα την πλειονότητα των ποιητών έχει εξοβελιστεί στη σφαίρα του ανέφικτου. Γι’ αυτό άλλωστε κυριαρχούν η ασημαντότητα, η τιποτολογία και η αδιάκοπη περιττολογία.

Χριστίνα Λιναρδάκη

Παρασκευή, 27 Σεπτεμβρίου 2013

Breaking Bad: Ozymandias, του Percy Shelley



Πριν δύο εβδομάδες παρακολούθησα ένα επεισόδιο του Breaking Bad, μιας τηλεοπτικής σειράς που έχει αφήσει πλέον εποχή. 

Το επεισόδιο ήταν το τρίτο πριν το τέλος και παρουσίασε ξεκάθαρα και εμπεριστατωμένα την πτώση ενός ανθρώπου στο «κακό» και ταυτόχρονα την πάλη του για να ξεφύγει από αυτό. Ήταν το αποκορύφωμα μιας συναισθηματικής χιονοστιβάδας που σοκάρει με τη χειρουργική της προσήλωση σε κλασικά, μεν, μοτίβα του αντιήρωα, αλλά τόσο σπάνια αναλυμένα σε βάθος.

Αυτό που μου έκανε επίσης εντύπωση ήταν ο τίτλος του επεισοδίου, “Ozymandias”, που για όσους δεν γνωρίζουν είναι ο τίτλος του διάσημου ποιήματος του μεγάλου Άγγλου ρομαντικού, Percy Shelley, το οποίο και παραθέτω:

I met a traveller from an antique land
Who said: "Two vast and trunkless legs of stone
Stand in the desert. Near them on the sand,
Half sunk, a shattered visage lies, whose frown
And wrinkled lip and sneer of cold command
Tell that its sculptor well those passions read
Which yet survive, stamped on these lifeless things,
The hand that mocked them and the heart that fed.
And on the pedestal these words appear:
`My name is Ozymandias, King of Kings:
Look on my works, ye mighty, and despair!'
Nothing beside remains. Round the decay
Of that colossal wreck, boundless and bare,
The lone and level sands stretch far away".

To ποίημα του Shelley, που είναι ένας ύμνος στην παροδικότητα των ηγεμόνων και των αυτοκρατοριών και ταυτόχρονα μια αλληγορία, στην ουσία, στην ασημαντότητα που βαραίνει την ανθρώπινη ματαιοδοξία, έχει χρησιμοποιηθεί συχνά και σε άλλες μορφές τέχνης αλλά και σε πολιτιστικά γεγονότα. 

Εντούτοις, η χρήση του ως τίτλος για το συγκεκριμένο επεισόδιο του Breaking Bad δηλώνει απερίφραστα και το πόσο δυνατή και μοντέρνα παραμένει η συμπυκνωτική λειτουργία της ποίησης, η κατεξοχήν αρετή που διαθέτει για τη διαμόρφωση της ανθρώπινης συνείδησης. 

Μέσα σε μία μόνο λέξη, τον τίτλο του ποιήματος, πέντε σεζόν τηλεοπτικής σειράς έγιναν δέκα γράμματα, 14 στίχοι. Το νόημά τους πέρασε αυτούσιο, το δράμα του πρωταγωνιστή αλλά και όσων έχουν υποφέρει από τα έργα του αποτυπώθηκε μεμιάς, όπως και το κέρδος του, που δεν είναι παρά μία πρώτη θέση στο καταστροφικό και πολύχρωμο ντόμινο μιας αλληλουχίας παρανοϊκών επιλογών. 

Αυτή η σπουδή πολύπλοκων και ενίοτε γραφικών χαρακτήρων στη σειρά έχει, φυσικά, το νόημά της, που δεν βρίσκεται μακριά από την ψυχαγωγία. Αναμφίβολα αν ολόκληρη η τηλεοπτική σειρά αποτελούνταν  από ένα και μόνο επεισόδιο, με τίτλο «Ozymandias», δεν θα σήμαινε τίποτε και δεν θα κατάφερνε τίποτε. Ούτως ή άλλως μιλάμε για τηλεόραση και όχι ένα ποίημα: σκοπός της είναι η αργοπορία. 

Παρόλα αυτά δεν μπόρεσα να μη σκεφτώ, έστω και λίγο, έναν μικρό παραλληλισμό. Πώς γίνεται, δηλαδή, ένα ποίημα δεκατεσσάρων στίχων να περικλείει τόσο μεστά το νόημα μιας τηλεοπτικής σειράς που έχει διαρκέσει για πέντε χρόνια;

Θα μου πείτε, αυτή είναι και η δύναμη της ποίησης, αυτή η περιεκτικότητα που κόβει δρόμο, στρίβει γωνίες και παίρνει διαδρομές για να φτάσει με τον πιο εξόφθαλμο τρόπο στην αμεσότητα μίας σοφίας. 

Ζαβολιά, με άλλα λόγια, όμως δίχως να θυσιάζει ούτε δράμι ανθρώπινης γνώσης ή κατάκτησης.

Τι ωραίο, όμως, και τι λυπηρό, ταυτόχρονα, φορέας αυτής της δύναμης να είναι συχνά κάτι άλλο, στην προκειμένη περίπτωση μια τηλεοπτική σειρά, και όχι η σύγχρονη ποίησή μας.

Ο Walter White, ο τραγικός ήρωας του Breaking Bad, δεν θα μπορούσε να οριστεί καλύτερα από το ακόλουθο δίστιχο:

`My name is Ozymandias, King of Kings:
Look on my works, ye mighty, and despair!'

Και αυτή η ποίηση, αγαπητοί φίλοι, είναι αυτό που λέμε "καλή τηλεόραση". 
                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                               Ηλίας Θ. Παππάς


                                                                                                                                      

Τετάρτη, 25 Σεπτεμβρίου 2013

Συνέντευξη με τον Κώστα Στεφανόπουλο, διευθυντή του περιοδικού "νέα σκέψη"

(με παρεμβάσεις της κόρης του και συνδιευθύντριας του περιοδικού, Φοίβης Στεφανοπούλου-Μπαλατσούρα)

Χριστίνα Λιναρδάκη: Πείτε μας λίγα λόγια για σας κ. Στεφανόπουλε.

Φοίβη Στεφανοπούλου: Στον πατέρα μου δεν αρέσει να μιλά για τον εαυτό του, οπότε θα το κάνω εγώ, αν δεν σας πειράζει. Από παιδί ακόμα – απ’ ό,τι ξέρω από τη γιαγιά μου κυρίως – έβρισκε «καταφύγιο» στην τέχνη: λογοτεχνία και μουσική με ένα φιλοσοφικό υπόβαθρο υπαρξιακής αναζήτησης που άλλωστε χαρακτηρίζει και το έργο του. Στα 18, μαθητής στη σχολή του εμπορικού ναυτικού στην Ύδρα, ίδρυσε, εξέδιδε και διηύθυνε το ναυτικό/λογοτεχνικό περιοδικό «Ναυτίλος». Αργότερα, επιστρέφοντας στην Αθήνα για τη στρατιωτική του θητεία, συνδέθηκε με μια ομάδα νεαρών λογοτεχνών, τους Παντελή Κολιότσο, Πέτρο Αμπατζόγλου, Νίκο Καμπάνη και άλλους, και υπήρξε ο αρχισυντάκτης του λογοτεχνικού περιοδικού «ο δρόμος». Λόγω, όμως, της επαγγελματικής του καριέρας, σαν πλοίαρχος που ήταν, αναγκάστηκε να λείψει από την Ελλάδα για πολλά χρόνια. Επιστρέφοντας για στεριανή πια επαγγελματική πορεία στις αρχές του ΄80, άρχισε να εκδίδει δουλειές από τα χρόνια των ταξιδιών αλλά και νέες. Έχει εκδώσει ποιητικές συλλογές, νουβέλες, διηγήματα και θεατρικά έργα, παράλληλα με τη ναυτιλιακή του αρθογραφία και τα διδακτικά του κείμενα/βιβλίο για το Κέντρο Ανωτέρας Εκπαίδευσης πλοιάρχων Εμπορικού Ναυτικού, όπου δίδασκε για μια δεκαετία.

Χ.Λ.: Πώς αποφασίσατε να αναλάβετε ένα περιοδικό όπως η «νέα σκέψη», κα Στεφανοπούλου;

Φ.Σ.:  Μετά το θάνατο του αείμνηστου Χρήστου Κουλούρη, η σύζυγος του ανέθεσε στον δικηγόρο, φίλο, ποιητή και συγγραφέα Δημήτρη Καραμβάλη να αναλάβει τη συνέχιση του περιοδικού. Το 2008, όμως, οι επαγγελματικές του υποχρεώσεις δεν του επέτρεψαν να συνεχίσει, οπότε και πρότεινε στον πατέρα μου – με τον οποίο γνωρίζονται από το 1983, είναι μέλη και οι δύο της ΕΕΛ. – να το αναλάβει.

Παρ’ όλα αυτά ήταν, όντως, μια δύσκολη απόφαση, για τον πατέρα μου αλλά και για μένα, μιας και καθένας εύκολα μπορεί να αντιληφθεί το μόχθο και το κόστος που συνεχώς καταβάλλεται για να διατηρεί το περιοδικό την ποιότητά του. Το λυπηρό για μένα που δεν αποτελώ μέλος του κύκλου των λογοτεχνών είναι η στενότητα αντίληψης ορισμένων «ανθρώπων του πνεύματος» που αδυνατούν να συν-χαρούν με την επιτυχία συναδέλφων τους. Nα προσφέρουν λίγο από τον χρόνο τους,, ίσως και από την προβολή τους, για να βοηθήσουν εκείνους τους νέους που προσπαθούν και θέλουν να βελτιωθούν. Και έτσι μένουν να αναλώνονται στην προσωπική τους προβολή αδιαφορώντας για το περιεχόμενο του υπόλοιπου περιοδικού, χάνοντας ένα υπέροχο δάσος επειδή αγναντεύουν και ποτίζουν το δέντρο του κήπου τους και μόνο. Αλλά, καθένας έχει την πορεία που επιλέγει.

Χ.Λ.: Μια ερώτηση και για τους δυο σας: Τι χρειάστηκε να καταθέσετε από το προσωπικό σας απόθεμα για να διατηρήσετε την ποιότητα του περιοδικού; Δεδομένων των θυσιών που απαιτούνται για την έκδοσή του, κ. Στεφανόπουλε, θα επιθυμούσατε να το αναλάβει μια μέρα εξ ολοκλήρου η κόρη σας, η Φοίβη;

Φ.Σ.: Ακούω συχνά τον πατέρα μου να λέει: Στη ζωή όλοι μας έχουμε μια έμφυτη κατεύθυνση που στην πορεία την προσαρμόζουμε, άλλοτε περισσότερο και άλλοτε λιγότερο θετικά, στον τελικό προορισμό που διακρίνουμε στο βάθος του χρόνου.

Πιστεύω πως όλα στη ζωή μας συμβαίνουν ανεξάρτητα από το ποιος τα προκαλεί ή δίνει τη δυνατότητα να συμβούν. Αν δεν είσαι εσύ, θα είναι κάποιος άλλος – αλλά κάποιος θα τους δώσει τη δυνατότητα – γιατί έτσι πρέπει να συμβεί σε εκείνη τη καμπή της «υδάτινης διαδρομής». Ως τότε, έχουμε καθήκον να χρησιμοποιούμε το όποιο μας τάλαντο προσφέροντάς το σε όποιον τύχει να ενδιαφέρεται ν’ ακούσει και να βοηθηθεί, παρακινούμενος να δράσει ή να αντιδράσει επωφελώς για τη δική του διαδρομή στην εσωτερική εξέλιξη του άυλου εαυτού του, αφού κάθε αλλαγή είναι και αυτή μια επιλογή.

Κώστας Στεφανόπουλος: Η Φοίβη έχει εδώ και δύο χρόνια περίπου αναλάβει την επιλογή της ύλης και την επιμέλεια της έκδοσης με τη δική μου συμβουλευτική καθοδήγηση και στόχευση των επιλογών. Θεωρώ ότι θα αποτελέσει την αποκλειστική δημιουργό για τη συνέχιση του έργου της «νέας σκέψης» για το οποίο εργάζεται ανελλιπώς από την ανάληψη της διεύθυνσής του. Άλλωστε, δεν ξεκινάς να συμμετέχεις σε κάτι που δεν αγαπάς αρκετά ώστε να του δώσεις ό,τι μπορείς από τον πολύτιμο χρόνο της ζωής σου.

Χ.Λ.: Ο τίτλος του ποιητή στις μέρες μας αγοράζεται, αφού μόνον όσοι έχουν τη δυνατότητα να πληρώσουν μπορούν να εκδώσουν μια συλλογή. Τι επιπτώσεις έχει αυτό στη σύγχρονη ποιητική παραγωγή κατά τη γνώμη σας, κ. Στεφανόπουλε;

Κ.Σ.: Η αναγνώριση ενός ποιητή γίνεται από τους αναγνώστες του. Πιστεύω πως το marketing δεν μπόρεσε ποτέ να επιβάλλει το συναίσθημα, τη συγκίνηση και χωρίς αυτό δεν υπάρχει ποίηση. Βέβαια, αν δεν τύχει ν’ ακουστεί το κελάηδημα ενός πουλιού κανείς δεν μπορεί να ξέρει αν αυτό είναι άλλο ένα πουλί ή ένα αηδόνι. Γι αυτό πιστεύω πως χρειάζονται εμπνευσμένοι κι ελεύθεροι άνθρωποι για να μεθοδεύσουν την παιδεία της νέας γενιάς και τις βασικές ιδέες της δημιουργίας, των ίσων ευκαιριών, και της άμιλλας, όχι του ανταγωνισμού. Υπάρχουν τρόποι, ζητείται βούληση. Κι αυτό προσπαθεί να προσφέρει η «νέα σκέψη».

Χ.Λ.: Πιστεύετε ότι πρέπει να δίδεται βήμα σε όλους όσους γράφουν ποίηση στις μέρες μας; Η «νέα σκέψη», για παράδειγμα, φιλοξενεί ποιήματα από όλους όσους της στέλνουν συλλογές ή ανέκδοτα έργα τους;

Κ.Σ.:   Στις μέρες μας όλοι όσοι θέλουν μπορούν να έχουν βήμα – μεγάλο ή μικρό. Με τόσα μέσα, έντυπα και κυρίως ηλεκτρονικά, είναι πια πολύ εύκολο για τον καθένα να παρουσιάσει τη γνώμη ή το πόνημά του. Το ποιά θα είναι η αναγνώριση του έργου του θα εξαρτηθεί από την απήχηση που τούτο το έργο θα έχει. Και αυτό εξαρτάται από το αν θα επιλέξει να στηρίξει αυτούς που διαπνέονται από αγάπη για την τέχνη και για αυτό θυσιάζουν το πολυτιμότερο αγαθό της ζωής, τον χρόνο τους, για τη δική τους συνεισφορά σε μια κοινωνία συμμετοχική.

Στο μηνιαίο περιοδικό «Πλοιαρχική ηχώ», διατηρούσα για χρόνια μια μόνιμη στήλη τριών σελίδων με τίτλο «Αναζητώντας ένα νέο Ν. Καββαδία». Πολλοί ναυτικοί πρωτοεμφανίστηκαν σε αυτήν με ποιήματα που σταδιακά βελτιώθηκαν, έτσι ώστε όταν το 2012 στην αίθουσα της Ε.Ε.Λ. οργανώθηκε μια βραδιά αφιερωμένη στους λογοτέχνες της θάλασσας, παρουσιάστηκαν 46 ναυτικοί με 4-5 ποιητικές συλλογές έκαστος – κάποιοι έως και 12-15 βιβλία. Πολλοί από αυτούς είχαν βραβευτεί σε πανελλήνιους διαγωνισμούς, ενώ άλλοι είχαν μελοποιηθεί.

Αυτή η εμπειρία μάς οδηγεί στο συμπέρασμα ότι υπάρχει ταλέντο και θέληση για πνευματική ανάπτυξη. Όλοι όμως στην αρχή χρειαστήκαμε ενθάρρυνση για να το τολμήσουμε – ίσως χωρίς αυτήν το αποτέλεσμα τόσο για τους ίδιους τους λογοτέχνες όσο και για το κοινωνικό σύνολο να ήταν τελείως διαφορετικό. Κι έχουμε τόσο πολύ την ανάγκη για πνευματικά ενδιαφέροντα, ειδικά στις μέρες μας.

Η «νέα σκέψη» εξακολουθεί σ’ αυτό το πνεύμα να φιλοξενεί αλλά και να επιμελείται εκδόσεις που δείχνουν σημάδια εξελικτικής διαδρομής, προσφέροντας τις σελίδες της σε όσους το επιθυμούν με μόνες προϋποθέσεις την ευπρέπεια του λόγου και την παντελή έλλειψη κομματικής ή άλλης προσηλυτιστικής επιρροής. Είμαστε περήφανοι για κάποιους λογοτέχνες που πρωτο-παρουσιάσαμε στο περιοδικό και τώρα έχουν να επιδείξουν Πανελλήνια βραβεία και βιβλία. Γιατί η «νέα σκέψη» παρουσιάζει ακόμα και λογοτέχνες που δεν την αγοράζουν αφού δεν έχει στόχο της την κυκλοφοριακή επιτυχία με οποιοδήποτε τίμημα. Δεν επιδιώκει και δεν έχει ανάγκη τέτοιας επιτυχίας. Αρκείται να κυκλοφορεί στον κύκλο της ευαισθησίας των ανεξάρτητων ποιητών και εν γένει λογοτεχνών αυτής της ταραγμένης εποχής.

Πιστεύω ότι στη «νέα σκέψη» γίνεται ένα αθόρυβο αλλά ουσιαστικό έργο στήριξης, ενθάρρυνσης, και καλλιέργειας νέων λογοτεχνών και εικαστικών καλλιτεχνών. Γιατί, αν η πολύβουη νιότη έχει τόλμη περισσή για αντίδραση, η ωριμότητα έχει τη βούληση για δράση κι η δημιουργική μοναξιά θέλει τόλμη και σεβασμό σε κάθε ηλικία.

Χ.Λ.: Ποια πιστεύετε ότι είναι τα συστατικά της καλής ποίησης; Αν δεν γράφατε ποίηση ο ίδιος, θεωρείτε ότι θα είχατε τα ίδια κριτήρια;

Κ.Σ.: Πάντοτε σκέφτομαι την ποίηση ως ένα προϊόν μιας εσωτερικής διεργασίας που φουσκώνει και ξεχειλίζει όπως ο καφές, με αφορμή το συναίσθημα και αιτία την έκφραση μιας διαισθαντικής προσέγγισης του ανέκφραστου που περιβάλλει το άγνωστο της προέλευσης και του προορισμού του ανθρώπου. Με κεντρομόλο δύναμη την κοινωνική ευαισθησία και την αγάπη γι’ αυτόν τον ίδιο τον άνθρωπο. Άλλωστε ο Πλάτων αναφέρει ότι «η τέχνη χωρίς την έμπνευση δεν αρκεί για να καταστεί κανείς ποιητής».

Αν δεν έγραφα ποίηση … τι να σας πω; Γράφω, και αυτό χαρακτηρίζει έναν άνθρωπο. 

Χ.Λ.: Ποιο είναι το προσωπικό στίγμα που θα θέλατε να αφήσετε τόσο στην ποίηση όσο και στον εκδοτικό χώρο;

Κ.Σ.: Καλότυχοι όσοι γεννήθηκαν χωρίς φτερά και μόνοι τους τα κατάφεραν να πετάξουν ψηλά, χωρίς να καταβάλουν κάποιο τίμημα από την αξιοπρέπεια τους. Κι εκεί να γνωρίσουν την ανάγκη της αγάπης για τους νέους ανθρώπους. Ο εγωκεντρισμός κι ο ευδαιμονισμός είναι μεγάλα βαρίδια για όποιο πέταγμα, γιατί προκαλούν την πτώση που γίνεται μοιραία και αναπόφευκτη.

Χ.Λ.: Υπάρχει στα μελλοντικά σας σχέδια η σκέψη για επέκταση της «νέας σκέψης» στην έκδοση ποιητικών συλλογών ή/και ανθολογιών;

Φ.Σ.: Πριν ακόμα αναλάβουμε την ευθύνη της «νέας σκέψης» είχαμε δημιουργήσει τον εκδοτικό οίκο «Ποντοπόρεια Εκδοτική» (Ποντοπόρεια, ο τίτλος βραβευμένης από το ΥΕΝ – Νίκος Καββαδίας – ποιητικής συλλογής) με γνώμονα κυρίως την έκδοση βιβλίων ποιοτικού περιεχομένου και αξιόλογης εμφάνισης, με ιδιαίτερα χαμηλό κόστος. Χωρίς όμως να αναλαμβάνουμε την εμπορική τους διάθεση.

Το 2012, διακόψαμε τη λειτουργία της για δύο λόγους – φορολογικούς (χωρίς κέρδη φόρους) και μιας προτίμησης διαφόρων λογοτεχνών σε άλλους οίκους, των υποσχέσεων και της κολακείας. Υπάρχουν βέβαια κάποια σχέδια για επαναλειτουργία της εκδοτικής, όταν βελτιωθούν οι οικονομικές συνθήκες και κυρίως όταν και αν οι συγγραφείς καταφέρουν να λειτουργήσουν συλλογικά και όχι ανταγωνιστικά προς το σύνολο της πνευματικής δημιουργίας, προάγοντας έτσι την παιδεία και την προσφορά. Βλέπετε, η μεγαλύτερη τιμωρία στην εποχή μας είναι ότι δεν εμπιστευόμαστε κανέναν και δεν πιστεύουμε τίποτα. Αφού μετά από κάποιο όριο ικανοποίησης των βασικών ενστίκτων, φυσιολογικά προκύπτει στο άτομο η ανάγκη για μια συνεισφορά στα κοινωνικά δρώμενα μιας εκλεπτυσμένης κοινωνίας ανάπτυξης του ορθού λόγου. Και τότε, αυτό δικαιώνει την ύπαρξη του.

Όσο για τις εμπορικές ανθολογίες δεν είναι καθόλου στις προτιμήσεις μας. Προτιμούμε, ενδεχομένως, τις τριετείς βιβλιοδετημένες εκδόσεις του περιοδικού «νέα σκέψη». Για αυτούς που γνωρίζουν, επιθυμούν και στηρίζουν τις πεποιθήσεις τους «εν τοις πράγμασι».

Δευτέρα, 23 Σεπτεμβρίου 2013

Νικόλας Ευαντινός - «Ενεός»

Με  τη συλλογή "Ενεός" ο Νικόλας Ευαντινός κέρδισε το τρίτο βραβείο στο φετινό Συμπόσιο Ποίησης στην Πάτρα. Οι τίτλοι γενικώς δεν μας λένε πολλά πράγματα εδώ στο στίγμαΛόγου, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι μας προδιαθέτουν αρνητικά.

Η συγκεκριμένη λοιπόν συλλογή έχει ένα βασικό χαρακτηριστικό που οι περισσότερες σύγχρονές της δεν καταφέρνουν ούτε καν να υποψιαστούν: καταφέρνει να κοιτάξει πίσω από αυτό που φαίνεται και να μας δείξει ό,τι βλέπει. Δεν εξαντλείται δηλ. σε περιγραφές, αλλά την απασχολεί η ουσία, την οποία καταφέρνει να φωτίσει.

Αν και είναι γραμμένη σε φόρμα πεζού (μια ή περισσότερες παραγράφους σε κάθε σελίδα), έχει ροή και ρυθμό που, πάλι, πολλές συλλογές γραμμένες στην τυπική φόρμα του στίχου δεν έχουν. Αυτή η φόρμα του πεζού, άλλωστε, ήταν που επέτρεψε στον Ευαντινό να παρεμβάλλει πολλές δευτερεύουσες προτάσεις ανάμεσα στις κύριες. Και το έκανε χωρίς να διακυβεύει καθόλου τον ρυθμό, αντιθέτως. Μάλιστα, κατάφερε με αυτό τον τρόπο να αποκτήσει η συλλογή μεγαλύτερο νοηματικό και αισθητικό βάθος.

Ο Ευαντινός γράφει με ευαισθησία, ενσυναίσθηση και ειλικρίνεια, παρότι ενεός, όπως δηλώνει. Ζει μέσα στον κόσμο, τον παρατηρεί και παρατηρεί επίσης τον εαυτό του. Την παρατήρηση ακολουθεί η βάσανος της ερμηνείας κι έπειτα τα συμπεράσματα που παράγονται από αυτήν τα καταθέτει όμορφα στον αναγνώστη, χτίζοντας μια γέφυρα εμπιστοσύνης μαζί του. Δεν είναι τόσο η καλλιέπεια όσο η ευστοχία νοημάτων και συναισθημάτων που δημιουργεί εντυπώσεις που μένουν.

Αν και είναι προφανές ότι μου άρεσε η συλλογή, θα επιθυμούσα ακόμη μεγαλύτερη συνοχή μεταξύ των μεταφορών, ιδίως όταν αυτές παρατίθενται παρατακτικά, με κόμματα δηλαδή ανάμεσά τους. Θα ήθελα επίσης να ενδίδει λιγότερο στο άλλοθι της πεζής φόρμας, ούτως ώστε το αποτέλεσμα να είναι αμιγέστερα ποιητικό (κάποιες λεξούλες όπως "λοιπόν", "φυσικά", κ.ά. δεν προσθέτουν τίποτε στο ποιητικό αποτέλεσμα).

Χριστίνα Λιναρδάκη


Ένα ποίημα από τη συλλογή:

Παρασκευή, 20 Σεπτεμβρίου 2013

Δουλεύοντας ένα ποίημα


Προσπαθώντας να τελειώσω εδώ και μερικούς μήνες ένα ποίημα έφτασα στο απόγειο της παραίτησης. Δεν μπορούσα να βρω τη λύση, ό,τι και να έκανα. 

Και το πρόβλημα φαινόταν απλό. Το μόνο που είχα να κάνω ήταν να βρω τη σωστή λέξη ή, πιο σωστά, να επιλέξω ανάμεσα σε δύο, για να ολοκληρώσω μία τρίστιχη ενότητα στο κλείσιμο του ποιήματος.

Το πρόβλημα ήταν νοηματικό και όχι τεχνικό. Οι λέξεις που είχα στη διάθεσή μου ήταν «αποτυχία» και «αδυναμία». Καμία άλλη λέξη δεν γινόταν να ταιριάξει, εκτός και αν ήθελα φυσικά να αλλάξω ολόκληρο το ποίημα, κάτι που δεν ήμουν διατεθειμένος να κάνω σε καμία περίπτωση.

Προσπάθησα πολλές παραλλαγές, αλλαγές ενός ή δύο στίχων από την ενότητα, τομές και παραγωγή ημιστιχίων, παιχνίδια με τα σημεία στίξης, τις παύσεις, εκθλίψεις, κράσεις, συναιρέσεις, ό,τι μπορούσα να σκεφτώ πως θα μου έδινε τη λύση. 

Μάταια, όμως. Διαβάζοντας το τρίστιχο (που ενίοτε γινόταν και τετράστιχο κατά την πειραματική διαδικασία) ήταν εμφανές πως λειτουργούσε και με τις δύο λέξεις, ενώ έδενε, παραδόξως, νοηματικά και με το συνολικό ποίημα, άσχετα με το ποια ήταν η εκάστοτε επιλογή:

«Τα μάτια πρέπει ν’ ανοίξουν μόνο από την ευτυχία
όπως γεννιέται και θεριεύει πάλι – κοίτα
μες στην πλανόδια αυτή αδυναμία»

ή

«Τα μάτια πρέπει ν’ ανοίξουν μόνο από την ευτυχία
όπως γεννιέται και θεριεύει πάλι – κοίτα
μες στην πλανόδια αυτή αποτυχία.»

Σε πρώτη ανάγνωση η λέξη «αδυναμία» ταιριάζει περισσότερο ηχητικά και ρυθμικά, ενώ προσδίδει μια λυπημένη ευγένεια στο ποίημα που, στο μυαλό μου τουλάχιστον, προσκαλεί και δεν αποκλείει τον αναγνώστη. Μετά από αρκετές αναγνώσεις, όμως, η λέξη «αποτυχία» προσδίδει ένα αξιακό φινάλε, αν θέλετε, έναν τερματισμό που ολοκληρώνει το ποίημα και το σφραγίζει ερμητικά, έστω κι αν το αίσθημα της κατάρρευσης που απομένει δεν είναι από τα αγαπημένα μου.

Φυσικά, δίχως να διαβάσετε το προηγούμενο μέρος του ποιήματος δεν είναι εύκολο να γίνει κατανοητό ακριβώς τι λέω, αλλά, πιστέψτε με, το πρόβλημά μου ήταν πέρα για πέρα υπαρκτό.

Αποφασίζοντας να πάρω άλλο δρόμο, με κίνδυνο να δημιουργήσω ανεπανόρθωτα προβλήματα στον κορμό του ποιήματος, ξεκίνησα να ασχολούμαι με το ρυθμό των προηγούμενων στροφών.

Αιτία για αυτή μου τη μεταστροφή ήταν το φαινομενικά απλό αλλά εξαίσια περίτεχνο ποίημα του Κωνσταντίνου Καβάφη, «Τείχη». Διαβάζοντας το εν λόγω ποίημα κατάλαβα, σχεδόν αμέσως για να είμαι ειλικρινής, ότι έψαχνα την εστία του προβλήματός μου σε λάθος μέρος.

Τα «Τείχη» είναι ένα εκπληκτικό δίδαγμα στον έλεγχο του ρυθμού, της φόρμας και, πάνω απ’ όλα, του συναισθήματος. Ο Καβάφης κρατάει το ποίημα ακριβώς εκεί που επιθυμεί, δίχως να ξεφεύγει ούτε μία συλλαβή προς χάριν κάποιου δραματικού βερμπαλισμού, που μπορεί μεν να έδινε στο σύνολο μια ενορατική διάσταση, όχι όμως δίχως να θυσιάσει την έκπληξη που προκαλεί η απλή συνειδητοποίηση της πραγματικότητας.

Προσέξτε πώς το εισαγωγικό δίστιχο είναι καταληκτικό και μπορεί ακόμα να λειτουργήσει και ως απόφθεγμα. Ο πρώτος στίχος δεν έχει τελεία, μόνο ο δεύτερος, δημιουργώντας την αίσθηση ότι ο αναγνώστης ξεκινά το ποίημα από το τέλος:

 «Χωρίς περίσκεψιν, χωρίς λύπην, χωρίς αιδώ
μεγάλα κ’ υψηλά τριγύρω μου έκτισαν τείχη.»

Εν συνεχεία ο τρίτος στίχος δηλώνει το αποτέλεσμα του προηγούμενου δίστιχου και η χρήση της τελείας αποκαλύπτει το τετελεσμένο της κατάστασης, που δεν επιδέχεται παράφρασης ή παρανόησης:
   
«Και κάθομαι και απελπίζομαι τώρα εδώ
 
Ο τέταρτος στίχος επιβεβαιώνει την αιτία της απελπισίας του ποιητή αλλά, πανέξυπνα, στο τέλος του ο Καβάφης χρησιμοποιεί άνω τελεία και όχι τελεία:

«Άλλο δεν σκέπτομαι: τον νουν μου τρώγει αυτή η τύχη·»

Με αυτόν τον τρόπο αφήνει χώρο για μια ελάχιστη στιγμή ενδοσκόπησης μέσω του λιγότερου αυστηρού ρυθμού στο δίστιχο που ακολουθεί. Αξιοπρόσεκτο είναι επίσης το γεγονός ότι χρησιμοποιεί και στους δύο στίχους τελείες, λέγοντάς μας στην ουσία ότι και και οι δύο αυτές καταστάσεις ισχύουν ως ισοζύγια. 

Ταυτόχρονα, οι παύσεις από τις τελείες επιτρέπουν και μια ιδέα αδιαφορίας για ό,τι έχει πλέον χάσει την ευκαιρία του να πραγματωθεί:

 «διότι πράγματα πολλά έξω να κάμω είχον.»
A όταν έκτιζαν τα τείχη πώς να μην προσέξω.»

Το τέλος έρχεται με ένα ακόμα δίστιχο, όπου κάθε στίχος σταματάει ξανά σε τελεία. Τόσο η απορία που πηγάζει από τον πρώτο στίχο όσο και η σιωπηρή απελπισία του δεύτερου, δεν θα είχαν την απαιτούμενη βαρύτητα αν ο ρυθμός δεν ήταν τόσο απόλυτος μέσω των σημείων στίξης:

«Aλλά δεν άκουσα ποτέ κρότον κτιστών ή ήχον.
Aνεπαισθήτως μ’ έκλεισαν από τον κόσμον έξω.»

Αυτή η αυστηρή χρήση της φόρμας, η τιθάσευση του νοήματος και του συναισθήματος, μου έδωσε να καταλάβω ότι το δικό μου πρόβλημα δεν ήταν η επιλογή λέξης αλλά η λυμένη ραχοκοκαλιά του ποιήματός μου, που δεν οδηγούσε με ακρίβεια στο τέλος που επιθυμούσα.

Δουλεύοντας πάνω στη φόρμα και θέτοντας μια πιο αυστηρή ροή μέσω απλών σημείων στίξης, κατάφερα στο τέλος να μετατρέψω το πρόβλημα από νοηματικό σε τεχνικό, μιας και το ποίημα απεκάλυψε από μόνο του μια «αδυναμία», περισσότερο, παρά μια «αποτυχία».

Ακολούθως, η σωστή λέξη επιλέχτηκε και «κούμπωσε» αυτόματα, μιας και τα τεχνικά προβλήματα δεν είναι ιδιαίτερα σημαντικά όταν έχουν μπει οι νοηματικές βάσεις.

Φαίνεται ότι, πολλές φορές, η λύση σε ένα ποίημα δεν βρίσκεται στο σημείο απ’ όπου φαίνεται να πηγάζει το πρόβλημα.

Ηλίας Θ. Παππάς