Παρασκευή, 31 Μαΐου 2013

διαβάσαμε.... στο poetix που κυκλοφορεί

Όλοι καταμαρτυρούν πως η ποίηση έχει στρέψει τα φώτα του κόσμου στην Ελλάδα καθιστώντας την μια «εξωτική» χώρα και τους καλλιτέχνες της «εξωτικά» όντα. Είναι μια αρνητική συγκυρία αλλά και μια ευκαιρία που, με αφορμή την κρίση, κάνει τους ξένους να προσπαθούν να ερμηνεύσουν τις ποικίλες ψηφίδες της ελληνικής πολιτικής/πολιτισμικής ιδιαιτερότητας. Η Ελλάδα, σημείο αναφοράς της παγκόσμιας κρίσης, «παίζει» πολύ και στον κόσμο των social media (κοινωνικής δικτύωσης). Η κρίση έκανε την Ελλάδα της μόδας. Ο κόσμος στο εξωτερικό «βλέπει» και «ακούει» πολύ ό,τι έχει σχέση με την Ελλάδα. Ο κόσμος της διανόησης, οι καλλιτέχνες, οι μουσικοί, οι συγγραφείς, οι επιστήμονες εκεί έξω συμπάσχουν με τον Έλληνα συνάδελφό τους, ανησυχούν και τείνουν χέρια συμπαράστασης.

Πολλοί Έλληνες ποιητές βρίσκουν το θάρρος να μιλήσουν για την κρίση και για όσα συμβαίνουν γύρω τους, για την αλήθεια που ζουν: δεν βλέπουν την κρίση όπως την βλέπουν οι οικονομολόγοι, οι πολιτικοί αναλυτές και τα ξένα πρακτορεία ειδήσεων που με παραμορφωτικούς φακούς αλλοιώνουν τα γεγονότα μεγεθύνοντας τη δυστυχία, τη βία, το φόβο, την απελπισία, τη φτώχεια, εξαλείφοντας ό,τι καλό υπήρξε ή υπάρχει σ’ αυτή τη χώρα. Γιατί η ποίηση δεν είναι είδηση, δεν είναι ανταπόκριση, δεν είναι ρεπορτάζ, δεν είναι τσιτάτο, αλλά η εμπνευσμένη αφήγηση τόσο του στιγμιαίου όσο και του αιώνιου. Η ποίηση προκύπτει ως ανάγκη.

Πολλοί ποιητές, στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, αντιδρούν στη δυσφήμιση της χώρας μας προτάσσοντας το συλλογικό χρόνο στον ατομικό χρόνο, τη συλλογικότητα και την κοινωνιοκεντρική αντίληψη στην ατομική/εγωκεντρική. Προτάσσουν ένα λόγο ποιητικό που έρχεται από την μακραίωνη ελληνική παράδοση: οι ρίζες του Ομήρου έχουν πάει πολύ βαθιά σε όλη την παγκόσμια ποίηση, ενώ ο Καβάφης έχει καταστεί μέγιστος ποιητής διεθνούς εμβέλειας.

Περισσότερο προφανής από ποτέ είναι σήμερα η ανάγκη διαχείρισης της κακής εικόνας της Ελλάδας διεθνώς. Μέσα από τις αναγνώσεις, τις απαγγελίες, τις εργασίες και τις ημερίδες του Διεθνούς Φεστιβάλ Ποίησης Αθηνών (Athens World Poetry Festival), που σχεδιάζουν για τον Σεπτέμβριο του 2013 ο Κύκλος Ποιητών, ο Δήμος Αθηναίων, το Μέγαρο Μουσικής Αθηνών και το Μουσείο Μπενάκη, η χώρα μας θα προβάλλει προς τα έξω τη δημιουργική, καλλιτεχνική, σύγχρονη εικόνα της και θα προκύψει, σε βάθος χρόνου, ένα νέο είδος φιλελληνισμού που, ενδεχομένως, θα αντιστρέψει τα αρνητικά στερεότυπα. Ένα νέο είδος φιλελληνισμού που δεν θα έχει σχέση με τον ρομαντικό φιλελληνισμό του 19ου αιώνα, μια και σήμερα δεν πρόκειται για απελευθερωτικό αγώνα αλλά για έναν σιωπηλό αγώνα υπέρ των ανθρωπίνων αξιών οι οποίες τσακίζονται στο όνομα μιας νεοφιλελεύθερης κοσμοαντίληψης.

Πρόκειται για αγώνα που φέρνει στο προσκήνιο την ελληνικότητα όπως την αντιλήφθηκαν οι Γκαίτε, Χένρυ Μίλερ και Λόρενς Ντάρελ και όπως την αντιλαμβάνονται οι σύγχρονοί μας Γκύντερ Γκρας, Μάριο Βάργκας Γιόσα, Λέντο Ίβο και Αφόνσο Ρομάνο ντε Σαντ’ Άνα: συναντίληψη των προβλημάτων του ανθρώπου και μεγαλόψυχη ροή ανθρωποκεντρισμού. Προτεραιότητα ο άνθρωπος και όχι οι αριθμοί, ο απλός πολίτης και ό,τι τον συνιστά και όχι οι τράπεζες. Προτεραιότητα η αλληλεγγύη και η ανθρωπιά και όχι οι αγορές. Προτεραιότητα ο αντίλογος στην τεχνοκρατική κηδεμονία που εθελοτυφλεί, τη στιγμή που ο πολιτισμός της χώρας μας από άλλα κατάγεται, άλλα τυρβάζει, άλλα εκπέμπει, άλλα επαγγέλλεται και για άλλα προνοεί.

Nτίνος Σιώτης 

Τρίτη, 28 Μαΐου 2013

Γιάννης Σκαρίμπας - Όταν η ποίηση δεν αρκεί

Ένα από τα μεγαλύτερα βάσανα του ποιητή ήταν και είναι, άλλοτε με φωνή και άλλοτε με σιωπή, η ανάγκη του να διαβαστεί. 

Μια ανάγκη που δεν βασίζεται απλά και μόνο σε μια λανθάνουσα δίψα για υστεροφημία ή κόμπλεξ κατωτερότητας, όπως συχνά συμβαίνει με τα ποιητικά εκτρώματα που κυκλοφορούν σωρηδόν σήμερα, αλλά σε μια βαθύτερη ανάγκη επικοινωνίας, για τους αληθινούς τουλάχιστον ποιητές, που δεν είναι άλλη, νομίζω, από την εξομολόγηση του αναγνώστη. 

Ο Γιάννης Σκαρίμπας μοιάζει σαν να μην έχει διαβαστεί, σαν να έχει μείνει θαμμένος στα ντουλάπια της ποιητικής ιστορίας, γνωστός μόνο σε ορισμένους που αρέσκονται στην αρχαιολογική εκσκαφή και όχι στο σκάψιμο της άμμου. 

Πώς αλλιώς, αφού η ποίηση είναι μια σκληρή μάνα και, ιδιαίτερα στην Ελλάδα, γεμάτη από φανφαρόνους που εύκολα, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, τον σχεσιακό ή μιντιακό, αποκτούν θέση στο πολυπόθητο βήμα.

Όχι ότι ο Σκαρίμπας δεν είχε τα αφιερώματά του, τις μετά θάνατον τιμές του, τις διθυραμβικές κριτικές του (κάποιες θα τις λέγαμε απλά... αμήχανες σήμερα) αλλά και το εμβόλιμο μερτικό του σε μια γενιά που ξεκίναγε, επιτέλους, την αποστροφή της από την ηθογραφία στις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα. Ήταν όμως αυτά αρκετά για να τον κρατήσουν ζωντανό μέχρι σήμερα;

Ποιος διαβάζει Σκαρίμπα σήμερα, παρά το εξαιρετικής σημασίας έργο του;

Το εν λόγω κείμενο δεν το γράφω απλά για να παρουσιάσω τον Γιάννη Σκαρίμπα, όπως συνηθίζεται στα διάφορα αφιερώματα. Σαν άνθρωπος σιχαίνομαι τις πεπατημένες και, απ' την άλλη, τι νόημα θα είχε αυτό στην πραγματικότητα; 

Ο ποιητής Σκαρίμπας, όμως, είναι η αφορμή για να μας κάνει να σκεφτούμε τη σημασία της υστεροφημίας, την πραγματική βάση πάνω στην οποία μπορεί να κριθεί μία δημιουργία, αν υπάρχει τέτοια, και κατά πόσο η διαχρονικότητα του έργου μοιράζεται ανάμεσα στην ποιότητά του και στη στη λαϊκή του αποδοχή. 

Την απάντηση την ξέρω αλλά δεν θα σας την πω. Όχι πριν διαβάσετε Σκαρίμπα.

Ακολουθεί μια μικρή επιλογή από ποιήματά του και θυμίζω σε όλους το εξαιρετικό και σκληροπυρηνικό ιστορικό του βιβλίο για το 1821

Ηλίας Θ. Παππάς

Κυριακή, 26 Μαΐου 2013

Νανουρίσματα, τα πρώτα ποιήματα της ζωής μας


Πριν ακόμη από τα παιδικά τραγουδάκια, η πρώτη μορφή ποίησης με την οποία ερχόμαστε σε επαφή ως παιδιά είναι τα νανουρίσματα. Το κύριο θέμα τους, φυσικά, είναι ο ύπνος του παιδιού, υπεισέρχονται όμως και άλλες θεματικές, οι οποίες παρουσιάζονται με μεγάλη ποικιλία εκφραστικών μέσων, μεταφορές, παρομοιώσεις και άλλους τρόπους προσέγγισης του φανταστικού:


Και τ’ όνειρο του ονείρου αστράκια θα χιονίσει
Σα ν’άνοιξε το φως μια λουλουδένια βρύση
Έλα, έλα μαργαριτάρι τώρα που’πεσε η σιωπή
Μες στα σπασμένα σου παιχνίδια νάνος κόκκινος θα βγει.


(από το νανούρισμα «Όνειρο τριανταφυλλί»)

Τα περισσότερα νανουρίσματα παρουσιάζουν την τρυφερή πραγματικότητα της παιδικής ηλικίας:

Κοιμήσου Σαββατόλουστο
της Κυριακής αλλαγμένο
και τη Δευτέρα στο σχολειό
σα μήλο μυρισμένο


(«Κοιμήσου Σαββατόλουστο»)


Κοιμήσου και στον ξύπνιο σου
βαριά θα βρεις ποδιά,
με μήλα με κοχύλια
και με γλυκά φιλιά
(«Κοιμήσου το παιδάκι μου»)

Υπάρχουν όμως κάποια που δεν διστάζουν να συνδιαλλαγούν και να φλερτάρουν με τη σκοτεινή πλευρά του ύπνου:

Νάνι το νερό το μαύρο. Μες στα πράσινα χορτάρια
το ψηλό τραγούδι πιάνει. Νάνι, την τριανταφυλλιά μου
που τη γης δακρυοποτίζει. Τ’ άλογό μας το καλό
τ’έχει πόδια λαβωμένα. Τραχηλιά κρουσταλλιασμένη.
τ’έχει ένα ασημένιο λάζο καρφωμένο μες στα μάτια.
Μόνο μια φορά σαν είδε τ΄αντριωμένα τα βουνά
εχλιμίντρισε κι εχάθη στα νερά τα σκοτεινά.
Αχ πού πήγες άλογό μου που δεν ήθελες να πιεις;
Άλογο της χαραυγής!


(«Νάνι το γαρύφαλλό μου»)

Σημαντικό δευτερεύον θέμα στα νανουρίσματα είναι το θέμα του γάμου του παιδιού που νανουρίζεται. Κι ενώ υπάρχουν νανουρίσματα που ο αποχωρισμός από το παιδί λόγω του επικείμενου γάμου του απορρίπτεται εξαρχής:

Νανά, νανά, νανά
Εμένα μου φέραν προξενιά (...)
Μα τους παρήγγειλα κι εγώ:
«Δεν έχει η κόρη μου καιρό
Το κορίτσι μου το άσπρο
τ’ αρραβώνιασα μ’έν’ άστρο»


(«Το κορίτσι μου το άσπρο»)

ή

Κοιμάται το παιδάκι μου
Του στείλαν αρραβώνα
Κι εγώ τ’ απολοήθηκα
Δεν το παντρεύγ’ ακόμα


(«Κοιμήσου»)

Υπάρχουν άλλα που το ενδεχόμενο ενός μελλοντικού γάμου του παιδιού προξενεί μεγάλη χαρά:

Δώστε το χορό να σύρω
Έχω κόρη να παντρέψω
Και γαμπρό να κανακέψω
Να του δώσω και προικιά
Κι ένα κόσκινο κουκιά
Να του δώσω και σεντούκια
Της χελώνας τα καβούκια


(«Σας παρακαλώ κορίτσια»)

Κράτησα για το τέλος ένα νανούρισμα του Θωμά Κοροβίνη, το «Νανούρισμα της Παναγιάς», σε εκτέλεση Ελένης Βιτάλη:


Καλή μας νύχτα!

Χριστίνα Λιναρδάκη

Σημ.: Πηγή για τα νανουρίσματα στην ανάρτηση ήταν το site: www.paidika.gr ενότητα «Παραμύθια» υπο-ενότητα «Νανουρίσματα».

Παρασκευή, 24 Μαΐου 2013

Καββαδίας - δέσμιος της υδρογείου

Ο χαρακτηρισμός «ναυτικός ποιητής» συνοδεύει σχεδόν κάθε λογοτεχνική προσέγγιση που έχει γίνει κατά καιρούς στο έργο του Νίκου Καββαδία, τόσο στο ποιητικό όσο και στο πεζογραφικό. Οι λόγοι που οδηγούν σ’αυτό είναι προφανείς: το επάγγελμα του ασυρματιστή που άσκησε καθ’όλη την διάρκεια της ζωής του και φυσικά η θεματολογία του. Το ταξίδι είναι λοιπόν ο θεμελιώδης άξονας της ποιητικής του παρουσίας, ο καμβάς του αλλά και μια καλειδοσκοπική πραγματικότητα, ισχυρό σύμβολο της δικής του προσωπικής πορείας σε ατομικό και καλλιτεχνικό επίπεδο.

Το ταξίδι περικλείει ό,τι παρεμβάλλεται ανάμεσα σε δύο λιμάνια: τη γεωγραφική απόσταση αλλά και τις ενδόμυχες σκέψεις, τους διαλόγους με τους συναδέλφους του καραβιού αλλά και τις αναμνήσεις, τους φόβους, τις τύψεις. Άρα το λιμάνι αυτό καθεαυτό δεν αποτελεί μέρος του ταξιδιού, αλλά το αντίθετό του: είναι μια «παρά λίγο» άφιξη, ένας «σχεδόν» προορισμός. Στο λιμάνι, σε κάθε λιμάνι, το γεωγραφικό σημείο της αναχώρησης και της αφετηρίας συμπίπτουν, σαν ένα σημείο μηδέν της ύπαρξης όπου παγώνουν τα πάντα και απ’όπου φεύγοντας έχεις την μαγική ψευδαίσθηση ότι τα κοντέρ μηδενίζονται για να ξεκινήσουν από την αρχή: η αναχώρηση αποκτά μια γεύση δεύτερης ευκαιρίας.

Στην διάρκεια του ταξιδιού ξεδιπλώνονται οι αναμνήσεις, οι πραγματικές αλλά και οι φανταστικές, λαμβάνουν χώρα οι εξομολογήσεις και οι διάλογοι, αναφέρονται οι άνθρωποι που σαν άλλοι καρχαρίες, ακολουθούν τον ποιητή σε όλη τη διαδρομή. Το εξωτικό στοιχείο είναι παρόν για να χτίσει μια ατμόσφαιρα, αλλά και να κρύψει τις πιο ενδόμυχες σκέψεις σε μέρη μακρινά και δυσπρόσιτα, σε μέρη που χάνονται στα θολά όρια του μύθου.

Κάθε αναχώρηση αναπόφευκτα σημαίνει την αντικατάσταση μιας πραγματικότητας με μια άλλη. Στη ποίηση του Καββαδία το ταξίδι οριοθετεί τις δυνατότητες αναζήτησης, τις ευκαιρίες λύτρωσης... το ταξίδι που προσφέρουν οι ουσίες δεν θα μπορούσε να λείπει από την εξίσωση.
Μού’λεγ’ακόμα οτ’είδ’αυτός μια νύχτα πού’χε πιεί,
πως πάνω σ’άτι κάλπαζε, στην πλάτη της θαλάσσης,
και πίσωθέ του τρέχανε γοργόνες με φτερά.
- Σαν πάμε στο Άντεν, μού’λεγε, και σύ θα δοκιμάσεις.[1] 
Η διαρκής αναζήτηση και η αέναη εναλλαγή τόπων συντελείται τόσο σε ρεαλιστικό επίπεδο όσο και σε φαντασιακό, η ανομολόγητη επιθυμία της απόδρασης είναι μία από τις παραμέτρους του ταξιδιού: η κοκαΐνη και το χασίς εξασφαλίζουν ακόμα ένα ταξίδι, στο μυαλό αυτή τη φορά. Παρόλα αυτά, στον Καββαδία το αρχετυπικό ταξίδι λαμβάνει χώρα αποκλειστικά στην θάλασσα: η στεριά αποτελεί αντικείμενο υπαρξιακού φόβου και απώθησης[2], αποτελεί προορισμό αλλά μόνο στην περίπτωση που σηματοδοτεί την επόμενη άμεση αναχώρηση, σε οποιεσδήποτε άλλες συνθήκες είναι πηγή αγωνίας και ανικανοποίητου.

Για τον Καββαδία η θάλασσα καταλήγει να είναι ταυτόχρονα ταξίδι και προορισμός, τρόπος απόδρασης και ύστατος σκοπός. Έτσι, στο υπέρτατο και κατ’εξοχήν ταξίδι, στο τελευταίο, είναι λογικό να υπάρχει μόνο η αναχώρηση: ο θάνατος στο φαντασιακό του ποιητή λαμβάνει χώρα στο υδάτινο στοιχείο, είναι καθαρός, απογυμνωμένος από τον φόβο, τελικά παλιός γνώριμος και φίλος.

Κρις Λιβανίου


[1] Νίκος Καββαδίας, Μαραμπού, εκδ. Άγρα, Αθήνα, 1990, σελ. 28, στ. 9-12.
[2] «Ζαλίζομαι στη στεριά. Το πιό δύσκολο ταξίδι, το πιό επικίνδυνο, τό’καμα στην άσφαλτο, από το Σύνταγμα στην Ομόνοια.» in. Νίκος Καββαδίας, Βάρδια, εκδ. Άγρα, Αθήνα, 1989, σελ. 99.

Τετάρτη, 22 Μαΐου 2013

Η Κυριακή στην ποίηση

Πολλή Κυριακή για έναν άνθρωπο 
ΚΙΚΗ ΔΗΜΟΥΛΑ («Το λίγο του κόσμου», 1971)


Ελάχιστοι είναι οι ποιητές μας που βλέπουν την Κυριακή σα μια χαρούμενη μέρα, σαν ευκαιρία για καλοπέραση ή με αισιοδοξία. Το βλέμμα των περισσοτέρων σκοτεινιάζει τη μέρα αυτή. Όπως γράφει ο Ηλίας Κεφάλας «η Κυριακή επιβάλλει τη δική της διάσταση μέσα στις προθέσεις του ποιήματος», βαραίνει πάνω του σαν έρμα, συνοψίζει τις σκιές όλες τις εβδομάδας και από ευκαιρία για ανάπαυλα μετατρέπεται σε θλιβερό κενό.

Ο ήλιος ψηλότερα θ’ ανέβει
σήμερα που είναι Κυριακή.
Φυσάει το αγέρι και σαλεύει
μια θημωνιά στο λόφο εκεί.
(…)
Άσε τον κόσμο στη χαρά του
κι έλα, ψυχή μου, να σου πω
σαν τραγουδάκι χαρωπό,
ένα τραγούδι του θανάτου. 
          ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ («Κυριακή», από τη συλλογή «Ελεγεία και σάτιρες», 1927)

Στα λιμάνια
την Κυριακή σαν κατεβούμε ν’ ανασάνουμε
βλέπουμε να φωτίζονται το λιόγερμα
σπασμένα ξύλα από ταξίδια που δεν τέλειωσαν 
         ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ («Μυθιστόρημα», «Τα Ποιήματα»)

Με δυσκολία προχωράει η ζωή,
σαν άρρωστο απομεσήμερο,
σαν Κυριακή.
Όπως σ’ ένα μπαλκόνι ένα σκυλί
γαβγίζει από ανία. 
          ΧΡΙΣΤΟΣ ΛΑΣΚΑΡΗΣ («Ανία», από τη συλλογή του «Να τελειώνουμε», 1986)

Σ’ εσένα αφήνω τα ρούχα μου,
τα ποιήματά μου, τα παπούτσια μου.
Την Κυριακή να τα φοράς. 
          ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ («3 Χ 111 τρίστιχα», 1987)

Από το πρωί ράβω τα ποιήματα
που ανοίξαν
στις ραφές των Κυριακών.
Στα τοιχώματα της Δευτέρας
προβάρω το πάθος.
          ΜΑΡΙΑ ΚΟΥΡΣΗ («Η Κυριακή», από τη συλλογή της «Πιστό αντίγραφο με μαλλιά», 1987)

Η πλατεία έρημη
Κυριακή
Η Μαρία ανατέλλει
περνάει στο δωμάτιο
κάθεται στο τηλέφωνο
Η Μαρία έχει βαμβακερή φωνή
ΠΑΝΟΣ ΚΥΠΑΡΙΣΣΗΣ («Έπαρση και υποστολή της Μαρίας», από τη συλλογή του «Το σοφό σαλιγκάρι», 1980) 

Πλήθη μονάζουν σε τσίγκινα τραπέζια. Η άμπωτις
των σαλονιών, τα κούφια έπιπλα και το λεκανοπέδιο
της Κυριακής σπαρμένο άδεια ραδιόφωνα.
Γκολ-Γκολκήπερ-Γκόμενα Good bye ζωή γκονατισμένη 
          ΜΙΧΑΛΗΣ ΓΚΑΝΑΣ («Περιπολία», από τη συλλογή του «Ακάθιστος Δείπνος», 1978)

Γυμνό το σπίτι, χωρίς πουλιά και έπιπλα.
Αθόρυβες Κυριακές με σβησμένα τσιγάρα
και ξερούς καφέδες στο πάτωμα – έρωτα στο πάτωμα
ή στο ταβάνι, σαν τις μύγες –
γυμνό το μυαλό μου. Μόνο δυο-τρία καρφιά
στον τοίχο με μυτερούς ίσκιους και ένα χαλάκι
κόκκινο, μαθημένο να ξεφτάει στα πόδια σου. 
          ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΟΝΤΟΣ («Στα μισοσκότεινα», από τη συλλογή του «Φωτοτυπίες», 1979)

Κύματα Κυριακής τα μάτια μου
Κύματα μοναξιάς τα χέρια μου
Τρίζουν από ύπνο αθώο
Τα δόντια μέσα στην καρδιά μου 
          ΜΙΛΤΟΣ ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ («Κυριακή», από τη συλλογή «Σφραγίδα ή η όγδοη σελήνη», 1964)


Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει ένα ποίημα του Νίκου Παππά, το οποίο δημοσιεύθηκε τα Χριστούγεννα του 1946, μέρες δηλ. πραγματικά δύσκολες, στο περιοδικό «Φιλολογικά Χρονικά». Σε αυτό κατηγορεί τον Ελύτη, τον Εγγονόπουλο, τον Σεφέρη και τον Εμπειρίκο, χαρακτηρίζοντάς τους ως «ποιητές της Κυριακής», ως ποιητές δηλ. που δεν σπάραξαν με τον πόνο του κόσμου: «δε νιώσατε το βάρος καμιάς σκλαβιάς/την ελιά και τη βάρκα των ψαράδων/δεν χτύπησαν την πόρτα σας ξένοι στρατιώτες/βογκάει το τραγούδι μας και σας τυραννεί/κλαίνε τ’ αδέρφια μας και προσπερνάτε/ποιητές ποιητές από μαλακό ζυμάρι πλασματικό». Ακόμη και μέσα από αυτό το ποίημα-«κατηγορώ» του Παππά αναδεικνύεται, πιστεύω, πως νόμος της Κυριακής των ποιητών είναι πάντα η θλίψη…


Χριστίνα Λιναρδάκη

ΥΓ. Η επιλογή των ποιημάτων στο κείμενο έγινε αυθαίρετα από το πολύ καλό βιβλίο «Η Κυριακή των ποιητών» του Ηλία Κεφάλα, εκδ. Νέος Αστρολάβος/Ευθύνη, 2013.

Δευτέρα, 20 Μαΐου 2013

Η αισθητική του ποιητικού βιβλίου ως τρόπος προσέγγισης του αναγνώστη - Μια σύντομη άποψη

Το ποιητικό βιβλίο, κατά τη γνώμη μου, δεν ορίζεται απλώς από το περιεχόμενό του. Θέλω να πω, αν και σε ένα πρωτογενές (και καταληκτικό) σημείο, φυσικά, η ουσία παραμένει η ποίηση και όχι το φυσικό ή ψηφιακό όχημα που τη μεταφέρει, ο ποιητής πρέπει να συνειδητοποιήσει ότι απευθύνεται σε κάποιον τρίτο, σε κάποιον αναγνώστη που δεν ήταν μέρος της δημιουργικής διαδικασίας. 

Αυτό το μεγάλο κενό μεταξύ δημιουργού και αναγνώστη, τις τελευταίες δύο δεκαετίες τουλάχιστον, πιστεύω ότι έχει αγγίξει νέα επίπεδα. Κάτι τέτοιο δεν σημαίνει ότι η ποίηση, τον προηγούμενο π.χ. αιώνα, είχε μεγαλύτερο κοινό ή πιο εύκολους τρόπους "εξάπλωσης" - αντιθέτως θα έλεγα. 

Η προσπάθεια, όμως, πολλών ποιητών να εκφράσουν την εποχή τους ή να τη διαμορφώσουν μέσα από τις προσωπικές τους ευαισθησίες και αγώνες, σήμερα είναι σχεδόν ανύπαρκτη στη νέα γενιά ποιητών, οι οποίοι ικανοποιούνται να κρύβονται στις "γενικές ελευθερίες" της ποίησης ("ποίηση είναι γράφω ό,τι θέλω") ή στις "γενικές ευκολίες" της ποίησης ("όλα έχουν καταρρεύσει, άρα, αν περιγράψω  την τραγική μας κατάσταση κάνω... ποίηση"), που διαφυλάσσουν καλά τις ποιητικές τους αδυναμίες.

Με άλλα λόγια τους είναι πολύ εύκολο (διαβάστε βολετό) να παραγνωρίσουν το γεγονός ότι στην αντίπερα όχθη περιμένει κάποιος άλλος, κάποιος που δεν είναι οι ίδιοι, που περιμένει να διαβάσει και να κατανοήσει την
ποίησή τους, όχι επειδή είναι βιβλιοφάγος αλλά επειδή, ως έχει, ψάχνει απεγνωσμένα για απαντήσεις. 

Αναπόφευκτα, λοιπόν, από τη στιγμή που ο αναγνώστης (ο πολίτης αν θέλετε - ο συνταξιδιώτης αν προτιμάτε) στις περισσότερες περιπτώσεις δεν αναγνωρίζεται καν, το μέσο συχνά δεν ενδιαφέρει ή,  αντίθετα, ενδιαφέρει περισσότερο από το περιεχόμενο. Η αισθητική προσέγγιση του ποιητικού βιβλίου, έτσι, συχνά αποκτά ένα γενικό χαρακτήρα που είναι εντελώς αποκομμένος από τα ίδια ποιήματα. 

Από τη μία, λοιπόν, βρίσκουμε βιβλία εντελώς λιτά, με ένα κόσμημα στο εξώφυλλο που δεν παραπέμπει σε τίποτα όσον αφορά στο περιεχόμενο (ή καν στον τίτλο), χρώματα που δεν ταιριάζουν στο ύφος των ποιημάτων ή σε όσα προσπαθούν να εκφράσουν, γραμματοσειρές ανίκανες να αναδείξουν τα μακροσκελή ή λιτά σκέρτσα των στίχων, και ένα σωρό άλλες λεπτομέρειες που συνθέτουν μια εικόνα -στην καλύτερη περίπτωση- αδιάφορη για κάποιον που θα πάρει στα χέρια του το βιβλίο.

Από την άλλη, βέβαια, έχουμε το άλλο άκρο. Δεν είναι λίγα τα ποιητικά βιβλία που εμφανίζονται στα ράφια ως ο ορισμός του κιτς, με εκτυφλωτικές πολυχρωμίες, σχήματα και μεγέθη που σπάνια αφορούν στο περιεχόμενο, πανάκριβα χαρτιά, υπερφορτωμένα εικαστική τέχνη και ένα σωρό μεταμοντέρνα τεχνάσματα που -στην καλύτερη πάλι περίπτωση- αφήνουν ένα ερωτηματικό σε αυτόν που θα σκεφτεί να τα αγοράσει. 

Αυτή η χαοτική απόγνωση έχει, αναμενόμενα, τις εξαιρέσεις της, στιγμές που πιάνοντας ένα ποιητικό βιβλίο, κοιτώντας το εξώφυλλό του και ξεφυλλίζοντάς το, η σύνδεση του περιτυλίγματος και του περιεχομένου είναι άμεσα εμφανής, έστω και αν είναι εντελώς διακριτική ή απέριττα ευαίσθητη. 

Υπό αυτό το πρίσμα, η προσέγγιση ενός ποιητή στο πώς θέλει να είναι το βιβλίο του δεν έχει αλλάξει εδώ και έναν αιώνα. Αυτός που επιθυμεί η πρώτη του επαφή με τον αναγνώστη να είναι ωφέλιμη και σαγηνευτική, θα επικεντρωθεί στο πώς γίνεται να σχεδιαστεί ένα βιβλίο που να είναι καθρέφτης του περιεχομένου, είτε αυτό σημαίνει μια απόλυτα λιτή προσέγγιση είτε μια μετανεωτεριστική μπούρδα. 

Το βασικό στοιχείο παραμένει η ανάγκη να γίνει κατανοητό το έργο, τόσο στο πρώτο στάδιο επικοινωνίας, που δεν μπορεί παρά να είναι η εικόνα και η γενικότερη αισθητική, όσο και στο δεύτερο που προϋποθέτει την ανάγνωση. 

Για να γίνει κάτι τέτοιο, όμως, ο ποιητής πρέπει να έχει ήδη αναγνωρίσει ότι απευθύνεται σε κάποιον άλλο, και ότι έχει πολύ μεγαλύτερο χρέος από το να εκφράσει, απλώς και μόνο, τον εαυτό του.

Ηλίας Θ. Παππάς

Παρασκευή, 17 Μαΐου 2013

Οι λέξεις του ποιητή και η τεχνική του

Ο ποιητής δεν έχει άλλον τρόπο να πράξει παρά με τη γλώσσα
Γιώργος Σεφέρης


Η γλώσσα την οποία χρησιμοποιεί ο ποιητής για να εκφραστεί είχε ανέκαθεν μεγάλη σημασία. Δίνει τον τόνο και το ύφος στην ποίησή του. Αν θα χρησιμοποιήσει λόγιες λέξεις, το ύφος του θα γίνει πιο υψηλό και λυρικό (ή, στην αρνητική πλευρά, πιο απροσπέλαστο). Αν θα χρησιμοποιήσει απλές, το ύφος του θα γίνει πιο άμεσο και πεζολογικό (ή, στην αρνητική πλευρά, αφόρητα λαϊκό, «του δρόμου»). Όλα εξαρτώνται από τη μαεστρία του, από τον τρόπο με τον οποίο θα σκύψει πάνω από τον μέσα του κόσμο και θα διαχωρίσει την ήρα από το σιτάρι, θα αφουγκραστεί τις κατάλληλες λέξεις για να δώσει στο έργο του την πνοή που εκείνος επιθυμεί. Και αυτό το αποκαλούμε τεχνική.

Η τεχνική είναι σημαντική σ’ ένα ποίημα, εξίσου με (αν όχι περισσότερο από) την έμπνευση. Η έμπνευση εντοπίζεται στην προσωπική εμπειρία και στη συναισθηματική της ανάγνωση, όμως είναι η τεχνική που θα έρθει και θα μετατρέψει εμπειρία και ανάγνωση σε απόσταγμα, σε κάτι που δεν θα μεταφέρει ένα στείρο, προσωπικό συναίσθημα το οποίο αρχίζει και τελειώνει στον εκφραστή του, αλλά σε κάτι που αφορά την ανθρώπινη κατάσταση κι έχει νόημα για τους άλλους.

Δεν είναι μόνο η επιλογή λέξεων που θα κρίνει το αποτέλεσμα, όχι. Είναι ο τρόπος διαχείρισής τους, η θέση τους στον στίχο, τα σχήματα λόγου, είναι πολλά. Κι αυτά όλα, τα πολλά, τα υπαγορεύει κάτι που δεν είναι «γυμνά γλωσσικό», όπως έγραψε ο Σεφέρης, «γιατί αγγίζει την έκφραση που ωριμάζει στα βάθη της ψυχής του ανθρώπου, εκεί που η αίσθηση και ο νους συναπαντιούνται απάνω σε μια λέξη και, όπως θα λέγαμε, τη φορτίζουν». Είναι η ψυχή που περνά στον στίχο, όμως όχι μια ψυχή αυτιστική που δεν βγαίνει από τα στενά όρια της εμπειρίας του γράφοντος, αλλά μια ψυχή συλλογική που απλώνεται και εκφράζει τον νου και την καρδιά πολλών.

Κι αυτό, όπως είπαμε, το κάνει ο ποιητής με τις λέξεις. Καθώς όμως προσπαθεί να εκφραστεί - αν είναι καλός, αν τον παιδεύει τον στίχο - θα ανακαλύψει ότι δεν του κάνουν όλες το ίδιο. Θα ξεχωρίσει από αυτές όσες είναι πιο κοντά στην καρδιά του, όσες μπορούν να συνθέσουν το προσωπικό του αποτύπωμα, να μεταφέρουν το ειδικό του βάρος. Και τότε θα αντιληφθεί τις φωνές των άλλων με τις οποίες είναι γεμάτο το κεφάλι του («είναι παιδιά πολλών ανθρώπων τα λόγια μας»*, άλλωστε) και θα προσπαθήσει να τις βάλει στην άκρη, να βρει τη δική του φωνή, να αρθρώσει έναν λόγο που θα αντανακλά αυτό που είναι. Για λίγο. Γιατί μετά θα ακολουθήσει ο αγώνας να αναιρέσει και να υπερβεί τον εαυτό του.

Λέει ο Σεφέρης: «Η δουλειά του ποιητή είναι να προσπαθήσει να κυριαρχήσει τη γλώσσα και να την κάνει να μιλήσει στην υψηλότερη δυνατή ένταση. Αλλά δεν μπορεί ν’ απομακρυνθεί χωρίς κίνδυνο από την κοινή χρήση που κάνει τη γλώσσα φορέα συναισθημάτων. Κι αν είναι η γλώσσα τόσο φθαρμένη ώστε να μη μπορεί να σηκώσει ένταση, αυτό θα πει πως και η κοινωνία είναι φθαρμένη και δεν μπορεί να θρέψει ποιητές».

Θα συμπλήρωνα ότι, ανάμεσα στα πολλά και τα διάφορα που έχουν κατά καιρούς ζητηθεί από τον ποιητή να γίνει, αυτό ίσως που δεν του έχει ζητηθεί ξεκάθαρα είναι να γίνει γεωργός: να καλλιεργήσει το έδαφος της σκέψης του, να σκύψει στη ρίζα της γλώσσας του, να φροντίσει για την υγεία και των δύο και να περιμένει την κατάλληλη στιγμή (ούτε νωρίτερα, ούτε αργότερα) για να συλλέξει τους καρπούς της προσπάθειάς του. Μόνο έτσι θα αποκτήσουν νόημα από το οποίο θα μπορέσουν να τραφούν όλοι.

Χριστίνα Λιναρδάκη


* "Επί σκηνής", ΣΤ΄. Τρία κρυφά ποιήματα, 1966. Ποιήματα. Ίκαρος, 1974.

Τετάρτη, 15 Μαΐου 2013

Πρόσκληση

Η βιβλιονησίδα (ανοιχτός χώρος βιβλίου & πολιτισμού), Φωκίωνος Νέγρη 62, 
την Πέμπτη 16 Μαΐου 2013 και ώρα 7:30, διοργανώνει μια βραδιά αφιερωμένη 
στον ποιητή της γενιάς του '70 και ιδρυτή του περιοδικού "Ομπρέλα" Μάκη Αποστολάτο.

Για την προσφορά του ποιητή που μας άφησε πριν από 3 χρόνια θα μιλήσουν οι:

Χριστίνα Λιναρδάκη, Γιώργος Καραντώνης, Λουκάς Θεοχαρόπουλος, Γεράσιμος Ρηγάτος.

Ποιήματα του Μάκη Αποστολάτου θα διαβάσει η Ράνια Βισβάρδη. 
Την παρουσίαση θα συντονίσει ο δημοσιογράφος, συγγραφέας Γεράσιμος Καστανάς.


Δευτέρα, 13 Μαΐου 2013

Νίκος Καββαδίας: τα χρώματα στην ποίησή του

Συμβαίνει συχνά στην ποίηση γενικά και στου Νίκου Καββαδία ειδικότερα, η εικόνα να είναι ο πυρήνας της ποιητικής πράξης. Πίσω και κάτω από τις λέξεις, ποιητής και αναγνώστης βρίσκονται μπροστά σε ένα «θέαμα» σκηνών και χρωμάτων, ανθρώπων και τοπίων, σε μια αμφίδρομη σχέση που τελικά αποτελεί την βάση της επικοινωνίας που εδραιώνεται αναμέσά τους. Λάτρης της ζωγραφικής ο Καββαδίας, τα πινέλα και τα χρώματα γίνονται το θεμελιώδες χαρακτηριστικό της ποιήσής του και βρίσκουν τη θέση τους στην προσωπική του μυθολογία.

Παρόλα αυτά δεν πρόκειται για στίχους-«ουράνια τόξα», το αντίθετο μάλιστα. Η εικόνα στον Καββαδία μπορεί να βρίθει χρωμάτων όσο και να αδειάζει από αυτά για να χτιστεί στις εναλλαγές φωτός και σκότους, το τοπίο έρχεται να συναντήσει τον άνθρωπο ή να τον εγκαταλείψει στην ερημιά του, η θάλασσα είναι ταυτόχρονα άγνωστη δύναμη και προσωπική, σχεδόν εγκάρδια φίλη. Έτσι, το χρώμα είναι πρώτα από όλα στοιχείο μιας ατμόσφαιρας, μιας κατάστασης, ενός συνόλου συνθηκών που οριοθετούν το εκάστοτε ποίημα. Είναι παρόν περισσότερο για να ενισχύσει μια ατμόσφαιρα παρά για να δώσει το ακριβές περίγραμμα μιας πραγματικότητας περατής στο μάτι, γι’ αυτό συμβαίνει να έχουμε περισσότερο χρώματα «αγωνιώδη» ή «ήρεμα» παρά «ανοιχτά» ή «σκούρα».

Είναι ελάχιστες οι φορές που το φως δρα καταλυτικά στο χρώμα και στο τοπίο και όταν ακόμα συμβαίνει είναι στην πρόζα του Καββαδία, κυρίως στη Βάρδια. Στην ποίησή του το φως είναι «αρρωστημένο»[1] ή «αχαμνό»[2], στρεβλώνει την πραγματικότητα και μειώνει την δυναμική των χρωμάτων: τα σπρώχνει έτσι να μεταλλαχθούν και από οπτικά στοιχεία να γίνουν αγωνιώδη και ψυχολογικά, εγκεφαλικά σχεδόν.
(...) κι ο γκρίζος βγαίνοντας καπνός σιγά με περιβάλλει,
κάνοντας ένα γύρω μου κενό, μαβί και γκρίζο.[3] 
Οι συχνές αναφορές στα τατουάζ, σε όσους τα έχουν στο δέρμα τους αλλά και σε αυτούς που τα φτιάχνουν, εντάσσονται σ’ αυτό το πλαίσιο, μια ανεξίτηλη γραφή πάνω στο δέρμα, της οποίας τα χρώματα συνοδεύουν τον κάτοχό τους ή τον στοιχειώνουν, αναλόγως.

Το πράσινο και το κόκκινο, χρώματα πορείας των καραβιών, είναι τα χρώματα-άξονες, το πορφυρό είναι επίσης παρόν με ισχυρό συμβολισμό, το γαλάζιο (και παραδόξως όχι το μπλε) είναι συνυφασμένο με τη θάλασσα και ως εκ τούτου δεν έχει ποτέ αρνητική χροιά, το γκρίζο είναι αγωνιώδες, συνδεδεμένο με τη γυναικεία παρουσία και πονηριά, εν δυνάμει επικίνδυνο λοιπόν, το άσπρο θα όφειλε να είναι της αθωότητας όμως είναι τελικά του πένθους[4], το μαύρο δεν το φοβάται κανείς. Η ανασφάλεια δεν έχει χρώμα. Έχει γεύση. Η αρρώστια έχει: είναι κίτρινη, ωχρή. Και τα ισχυρότερα συναισθήματα, αυτά που διατρέχουν τους στίχους του Καββαδία είτε εμφανώς είτε υπογείως, δεν έχουν καμία απόχρωση: ο φόβος, η μοναξιά, οι ενοχές.

Οι σπάνιες εικόνες γαλήνης παραδόξως αποτελούνται από συγκερασμό χρωμάτων, δίνουν περισσότερο μια εντύπωση παρά μια περιγραφή. Είναι εκείνες οι περιπτώσεις όπου όλα τα χρώματα έρχονται σε στιγμιαία αρμονία και για ένα μικρό, ελάχιστο χρονικό διάστημα το φως ξαναβρίσκει όλη του την αρχέγονη ισχύ: ο ποιητής το αντικρύζει έκθαμβος, η σκουριά των ενοχών τον εγκαταλείπει, η ελπίδα διαφαίνεται κάπου στο βάθος για να γίνει ανάμνηση αναπότρεπτη τελικά, και καταλυτική.

          Αυγή, ποιός Δαίμονας Ινδός σου μόλεψε το χρώμα;[5]



Κρις Λιβανίου


[1] Βαμμένη. Να σε φέγγει φως αρρωστημένο. (Νίκος Καββαδίας, «Γυναίκα», Τραβέρσο, εκδ. Άγρα, Αθήνα, 1990, στ. 33, σελ. 16).

[2] Το φως γεννιέται από παντού μα είναι αχαμνό
και τα σκοτάδια το ξεγνέθουν και σου γνέφουν.
(Νίκος Καββαδίας, «Guevara», Τραβέρσο, εκδ. Άγρα, Αθήνα, 1990, στ. 23-24, σελ. 24)

[3] Νίκος Καββαδίας, «Έχω μια πίπα», Μαραμπού, εκδ. Άγρα, Αθήνα, 1990, στ. 12, σελ. 23.

[4] Το λευκό ως πένθιμο χρώμα συναντάται στην κουλτούρα της Άπω Ανατολής και θα μπορούσε να είναι μια συγκαλυμμένη αναφορά στα παιδικά χρόνια του ποιητή στη Μαντζουρία.

[5] Νίκος Καββαδίας, «Μουσώνας», Τραβέρσο, εκδ. Άγρα, Αθήνα, 1990, στ. 21, σελ. 12.

Πέμπτη, 9 Μαΐου 2013

Ενός "λάθους" μύρια έπονται - ο ρόλος της Δημουλά και η υποχρέωση του κοινού

Δεν θα προσπαθήσω καν να παραφράσω τα λεγόμενα της Κικής Δημουλά για να διασώσω την όποια κοινωνική εικόνα της, όπως, δυστυχώς, έτρεξαν να κάνουν ορισμένοι. Αν υπήρξε παρεξήγηση των δηλώσεών της ή όχι αυτό είναι κάτι που πρέπει να απασχολήσει την ίδια, πρωτίστως, κι ύστερα οποιονδήποτε άλλο.

Εντούτοις πρέπει να επικεντρωθούμε σε δύο πράγματα. Το ένα αφορά στην ποιητική προσωπικότητα της Δημουλά και το άλλο στην αντιμετώπιση αυτής της προσωπικότητας από το μέσο αναγνώστη.


Μιλώντας για το πρώτο μπορούμε με ασφάλεια να πούμε ότι η Δημουλά είναι μια σημαντική ποιήτρια, αν και σε καμία περίπτωση δεν μπορούμε να τη χαρακτηρίσουμε "εθνική", αν σημαίνει κάτι αυτός ο τίτλος εν τέλει.

Η Δημουλά είναι μια ποιήτρια με εξαιρετική τεχνική και ικανότητα να εντοπίσει μεγάλες αλήθειες σε ασήμαντες λεπτομέρειες, αλλά η ποίησή της δεν απασχολείται συχνά με εξορμήσεις στο "ελληνικό συλλογικό ασυνείδητο."

Με άλλα, πιο κατανοητά ίσως λόγια, δεν είναι ευρέως γνωστή, όπως π.χ. ένας Σεφέρης ή ένας Ελύτης, άρα το ίδιο το έργο της έχει ακόμα πιο περιορισμένο αναγνωστικό κοινό από αυτό που υπονοεί το όνομά της, το οποίο είναι φυσικά πιο γνωστό από το έργο της.

Αν θέλουμε να χρησιμοποιήσουμε, αχέμ, πιο κατανοητά λόγια.

Οι καιροί όμως είναι δύσκολοι και επειδή οι περισσότεροι πνευματικοί άνθρωποι δυσκολεύονται να "βγουν μπροστά" (αλλά συμπάσχουν, ευτυχώς), το άτιμο "ελληνικό συλλογικό ασυνείδητο" προσπαθεί να βρει τρόπους έκφρασης ή ενοχικής αποταμίευσης.

Γι' αυτό, άλλωστε, μετά τις δηλώσεις της Δημουλά για τους μετανάστες σε εκδήλωση των Atenistas στην Κυψέλη, που παρουσιάσθηκαν εξ' ολοκλήρου εδώ, η ποιήτρια έγινε το πρόσωπο της επικαιρότητας, για μία έστω ημέρα (έχουμε ανάγκη την τέχνη εμείς οι Έλληνες, βρε!)

Ξαφνικά, όσοι δεν έχουν διαβάσει ποτέ ένα ποίημά της, κοινό και τύπος, που τη γνωρίζουν μόνο ονομαστικά και τιτλοφορούσα ως "η μεγαλύτερη σύγχρονη ποιήτρια", της έδωσαν βήμα και την έστησαν σε ένα προσωρινό τοίχο, άλλοι πετώντας ντομάτες και άλλοι γαρύφαλλα.

Ήταν λάθος οι δηλώσεις της; Εννοείται. Ήταν προκλητικές; Μπορεί, ναι. Παρερμηνεύτηκαν; Και αυτό πιθανό. Κείνο που με καίει, όμως, και με ενοχλεί πάνω από όλα, είναι η προσποίηση της μεγαλύτερης μερίδας του κοινού ότι έχουν κάποιο... μερίδιο στην πνευματική κληρονομιά που τους αφήνει η Δημουλά.

Με ποιο δικαίωμα απαιτεί κάποιος κάτι από έναν άνθρωπο του πνεύματος, όταν μέχρι σήμερα δεν έχει δώσει δεκάρα για την ύπαρξή του;

Δεν προσπαθώ να δώσω δίκιο σε κάποια πλευρά. Ούτως ή άλλως το κακό έχει γίνει σε μεγάλο βαθμό και η Χρυσή Αυγή έχει ήδη διαστρεβλώσει τα λεγόμενα της Δημουλά, ενώ σε πολλούς φαντάζει φοβερό και τρομερό που η ποιήτρια μίλησε σαν άνθρωπος, εκφράζονταςβίαια συναισθήματα ενάντια στην ρατσιστική οργάνωση (λες και οι ποιητές πρέπει να είναι ευγενείς, με την άσχημη έννοια).

Αυτό που προσπαθώ να εντοπίσω είναι το δικαίωμά μας στην υποκρισία και τι απαιτήσεις μπορεί να έχουμε από τους εαυτούς μας σε σχέση με τους ανθρώπους του πνεύματος.

Αν η ποίηση πρόκειται να επιβιώσει είμαστε αναγκασμένοι να συμμετέχουμε ενεργά στη διάσωσή της και όχι να επικαλούμαστε τις επιτυχίες και τις αποτυχίες της δίχως να έχουμε κουνήσει το δαχτυλάκι μας.

Τι μας καίει τι είπε η Δημουλά, αν δεν μας καίει τι έχει γράψει;

Ένα είναι σίγουρο και πρέπει να γίνει κατανοητό όσο υπάρχει ακόμα (ελάχιστος) χρόνος: αν οι ποιητές αρκούσαν για να υπερασπιστούν την ποίηση, δεν θα εκδιδόταν ποτέ τίποτα.

Μην παίρνετε λοιπόν το ρόλο σας, ως αναγνώστες, χαλαρά.

Ηλίας Θ. Παππάς

Κυριακή, 5 Μαΐου 2013

H "Ημέρα της Λαμπρής" του Διον. Σολωμού

Καθαρότατον ἥλιον ἐπρομηνοῦσε
Τῆς αὐγῆς τὸ δροσάτο ὕστερο ἀστέρι,
Σύγνεφο, καταχνιά, δὲν ἀπερνοῦσε
Τ΄ οὐρανοῦ σὲ κανένα ἀπὸ τὰ μέρη·
Καὶ ἀπὸ κεῖ κινημένο ἀργοφυσοῦσε
Τόσο γλυκὸ στὸ πρόσωπο τ’ ἀέρι,
Ποὺ λὲς καὶ λέει μὲς στῆς καρδιᾶς τὰ φύλλα:
Γλυκειὰ ἡ ζωὴ κι ὁ θάνατος μαυρίλα.

Χριστὸς ἀνέστη: Νέοι, γέροι καὶ κόρες,
Ὅλοι, μικροὶ μεγάλοι, ἑτοιμαστεῖτε·
Μέσα στὲς ἐκκλησιὲς τὲς δαφνοφόρες
Μὲ τὸ φῶς τῆς χαρᾶς συμμαζωχτῆτε·
Ἀνοίξετε ἀγκαλιὲς εἰρηνοφόρες
Ὀμπροστὰ στοὺς Ἁγίους καὶ φιληθῆτε·
Φιληθῆτε γλυκὰ χείλη μὲ χείλη,
Πέστε Χριστὸς Ἀνέστη ἐχθροὶ καὶ φίλοι.

Δάφνες εἰς κάθε πλάκα ἔχουν οἱ τάφοι,
Καὶ βρέφη ὡραῖα στὴν ἀγκαλιά οἱ μαννάδες.
Γλυκόφωνα, κοιτώντας τὲς ζωγραφι-
σμένες εἰκόνες, ψάλλουνε οἱ ψαλτάδες·
Λάμπει τὸ ἀσήμι, λάμπει τὸ χρυσάφι
ἀπὸ τὸ φῶς ποὺ χύνουνε οἱ λαμπάδες·
Κάθε πρόσωπο λάμπει ἀπ' τὸ ἀγιοκέρι,
Ὁποῦ κρατοῦνε οἱ Χριστιανοί στὸ χέρι.



Πηγή: Διονυσίου Σολωμοῦ, Ἄπαντα, τόμος πρῶτος, Ποιήματα, Ἐκδόσεις Ἴκαρος, Θ’ Ἔκδοσις, Ἀθῆναι 2006, σελ. 185-186.

Παρασκευή, 3 Μαΐου 2013

Μεγ. Παρασκευή με ένα κοντάκιο του Ρωμανού του Μελωδού

Kατά τα τέλη του 5ου αι. εμφανίζεται στην ορθόδοξη υμνολογία ένα καινούργιο είδος ύμνου, το οποίο αντικατέστησε τους προϋπάρχοντες. Πρόκειται γι’ αυτό που (τον 9ο αι. πια) ονομάστηκε «κοντάκιον». Σαν φόρμα, το κοντάκιο έλκει την καταγωγή του από τη Συρία και υπενθυμίζει την ποίηση του αγ. Εφραίμ του Σύρου. Μπορεί να περιγραφεί σαν ποιητικό κήρυγμα. Το περιεχόμενό του είναι αφηγηματικό και δραματικό.

Κύριος εκπρόσωπος και εισηγητής αυτού του είδους θεωρείται ο Ρωμανός ο Μελωδός, ο οποίος έγραψε πάνω από χίλια κοντάκια, γι’ αυτό και ονομάστηκε Πίνδαρος της εκκλησιαστικής ποιήσεως και «Δάντης» της χριστιανικής Ελλάδας. Από αυτά τα κοντάκια ελάχιστα σώζονται. Τα γνωστότερα είναι «Η Παρθένος σήμερον…» και ο Ακάθιστος Ύμνος, δηλ. οι χαιρετισμοί στην Παναγία.

Παραθέτουμε εδώ ένα απόσπασμα από τα «Κοντάκια Α'» του Ρωμανού του Μελωδού. Μετάφραση και σχόλια Π.Α. Σινόπουλος, Αθήναι 1974, Εκδ. Αποστολικής Διακονίας:

Προοίμιο

ΤΟΝ ΣΤΑΥΡΩΜΕΝΟ για χάρη μας
όλοι ας τον υμνήσουμε,
σε ξύλο επάνω τον είδε
η Μαρία και έλεγε:
στο σταυρό αν και βρίσκεσαι,
είσαι για μένα
ο γιος κι ο Θεός μου.


Οίκος 1

ΤΟ ΑΡΝΙ το δικό της
όπως βλέπει η αρνάδα
που το παν για σφάξιμο,
έτσι η Μαρία ακολουθούσε
κατάκοπη
μαζί μ' άλλες γυναίκες,
κι έλεγε:
Πού πορεύεσαι, γιε μου;
Τι σε κάνει να τραβάς
δρόμο γρήγορο;
Μην κι άλλος γάμος
είναι πάλι στην Κανά
και για κει τώρα τρέχεις
κρασί απ' το νερό για να τους φτιάσης;
Μαζί νά 'ρθω, γιε μου,
ή θες να σε περιμένω;
Πες μου έναν λόγο, Λόγε,
σιωπηλός μην προσπέρασης,
εσύ που αγνή με κράτησες,
ο γιος κι ο Θεός μου.


Οίκος 2

ΟΥΤΕ ΠΟΥ ΤΩΛΠΙΖΑ, γιε μου,
να σ' έβλεπα έτσι,
ούτ' επίστευα ποτέ
πως οι άνομοι τόσο
θα μάνιαζαν
και θ' απλώναν πάνω σου
άδικο χέρι.
Και τα βρέφη τους
ακόμη σου φωνάζουν
το «ευλογημένος».
Ακόμη με βάγια
φορτωμένος είν' ο δρόμος
και λέει στον καθένα
τα εγκώμια που οι άθεσμοι σου υψώναν.
Και τώρα ποιος λόγος
να 'ρθή το κακό;
Θέλω να μάθω, ωιμένα,
πώς το φως μου σβύνεται,
στο σταυρό πώς καρφώνεται
ο γιος κι ο Θεός μου.


Δείτε ολόκληρο τον ύμνο εδώ.

Πέμπτη, 2 Μαΐου 2013

Το μισογεμάτο ποτήρι της σύγχρονης ποίησης

Αν κάποιος διαβάσει το στιγμαΛόγου θα μείνει με την εντύπωση ότι δεν έχουμε τίποτα καλό να πούμε για τη σύγχρονη ελληνική ποίηση και ότι δυσκολευόμαστε να εντοπίσουμε ποιοτικά βιβλία για να προτείνουμε. 

Αυτό, εν μέρει, είναι αλήθεια. Όσο κι αν η πλειοψηφία των εκδοτικών οίκων προσπαθεί να πείσει για το αντίθετο, με αμέτρητες εκδόσεις ποίησης που δείχνουν -υποτίθεται- τη σύγχρονη άνθισή της, όσο και αν η κριτική αναδεικνύει κάθε συλλογή σε μικρή ή μεγάλη επιτυχία, η αλήθεια δεν κρύβεται: ο εντοπισμός μιας ικανοποιητικής, έστω, ποιητικής συλλογής είναι τρομερά δύσκολος.  

Συχνά, λοιπόν, οδηγούμαστε στο στίγμαΛόγου να παραγνωρίζουμε τα θετικά της σύγχρονης ελληνικής ποίησης, τα οποία, αν και λίγα, είναι υπαρκτά, τουλάχιστον για όποιον θέλει να ψάξει στα πίσω ράφια.

Η κατακόρυφη πτώση του ποιοτικού κριτηρίου των περισσότερων εκδοτικών οίκων και η σταδιακή εξαφάνιση της κριτικής, ελέω της ποιητικολογοτεχνικής κλίκας και των εδώ και (τουλάχιστον) δεκαετιών οικονομικής κρίσης στο χώρο, έχει απελευθερώσει την ποιητική γραφή σε βαθμό που, η επική της αποτυχία, έχει σπείρει μελλοντικές επιτυχίες. 

Σήμερα (έστω σε μεγάλο βαθμό θεωρητικά προς το παρόν) η ποίησή μας είναι πιο ελεύθερη από ποτέ, δεν δεσμεύεται από φόρμες, από ρεύματα ή τα καπρίτσια των "πνευματικών ιθυνόντων". Οι σύγχρονοι ποιητές έχουν τη δυνατότητα να επιλέξουν τις επιρροές τους από μια ελληνική "προϊστορία" που έχει κατακτήσει ορισμένες εντυπωσιακές κορυφές. 

Αυτή η ελευθερία είναι ένας από τους λόγους που επικρατεί τούτο το εκτεταμένο χάος, το οποίο με τον έναν ή τον άλλο τρόπο θα επανέλθει στην τάξη, αργά ή γρήγορα, όταν οι καιροί και το κοινό αναγνωρίσει εκ νέου την ανάγκη για μια εις βάθους κοινωνική εξομολόγηση.

Το χαρακτηριστικό του εγωισμού, αναπόφευκτα, βρίσκεται συχνά στον πυρήνα αυτού του χάους. Δίχως "χαλινάρια" από κανέναν και από πουθενά, οι περισσότεροι σύγχρονοι ποιητές ασκούν "πολιτική". Που σημαίνει γράφω ό,τι θέλω και το ονομάζω όπως θέλω, δίχως να με αγγίζουν νόμοι, κανόνες, προοπτικές. 

Αν μπορεί σήμερα να υπάρξει ένα ρεύμα στη χώρα μας αυτό είναι του συγγραφικού ατομισμού, η πλήρης κατάλυση οποιασδήποτε ποιητικής λογικής, μετρικής ή σύνθεσης, με σκοπό να λάβει ή να επιβεβαιώσει κάποιος τον τίτλο του "ποιητή". Είναι αστείο, π.χ., στο facebook, να βλέπω γνωστούς ποιητές να δημοσιεύουν αναρτήσεις που αφορούν, στο περιτύλιγμα, την ποίηση, αλλά στην ψίχα μόνο τον εαυτό τους και την λυπηρή ματαιοδοξία τους. 

Η έπαρση, μην ξεχνάμε, είναι συχνά φαινόμενο έλλειψης ταλέντου και όχι κατοχής του.

Συμβάντα όπως αυτά είναι, γενικά, και παραδείγματα έλλειψης ποιητικής ηθικής (και αισθητικής πολλές φορές) απέναντι στο κοινό, αλλά δεν είναι, φυσικά, καθόλου σύγχρονα. Εντούτοις, τα αναφέρω εδώ γιατί η έντασή τους δεν έχει προηγούμενο, καταδεικνύοντας κατά τη γνώμη μου την ανάγκη του ποιητή, ειδικά του νέου ποιητή, να αφοσιωθεί στη στήριξη και προώθηση της τέχνης του με έναν, πλέον, καταιγιστικό τρόπο.

Εκεί που παλαιότερα ανάμενε και προσευχόταν (και πάλι αν το ήθελε ο Θεός των λαβυρινθωδών συμπτώσεων) να αποκτήσει μια μικρή πρόσβαση σε μια σταγόνα κοινού, σήμερα, ο ποιητής, μοιάζει να έχει στα χέρια του πολύ μεγαλύτερη δύναμη, έστω και αν τις περισσότερες φορές, προς το παρόν, επαναλαμβάνουμε, δεν μπορεί καν να το μυριστεί. 

Η περίοδος αυτή, έτσι, δε δύναται να χαρακτηριστεί ως περίοδος παραγωγής έργου αλλά ως περίοδος ζυμώσεως. Η ποιητική γραφή, οδηγημένη από την ελευθερία και τον εγωισμό που αναφέραμε παραπάνω, βρίσκεται σήμερα σε πλήρη σύγχυση. Μην εκπλήσσεστε λοιπόν όταν ανακαλύπτετε βιβλία με ποιήματα ομοιοκαταληξίας, ελεύθερο στίχο, αμιγώς τεχνικά, φουτουριστικά, υπερρεαλιστικά, εικονιστικά, ντανταϊστικά, λυρικά και ούτω καθεξής να προσπαθούν να ταιριάξουν ως αταίριαστα κομμάτια σε ένα ποιητικό παζλ.

Αν η τελευταία "πραγματικά ποιητική γενιά", αυτή του '70, μας γνώρισε έναν κόσμο στεγνό, δίχως χρώμα και διέξοδο, καταθλιπτικό και επαναλαμβανόμενο, η "σημερινή γενιά" μπορούμε να πούμε ότι τσαλαβουτάει ή χτυπιέται, απεγνωσμένα ή χαρωπά, σαν να πεθαίνει ή να γεννιέται μέσα σε μια πρωτόγνωρη πολυφωνία, ποικιλία ή ξεκάθαρη χαζομάρα.

Όπως πάντα, εξαρτάται πώς βλέπει το ποτήρι κανείς (ίσως). 

Η.Θ. Παππάς

Τετάρτη, 1 Μαΐου 2013

Παράξενη πρωτομαγιά - Νίκος Γκάτσος/Μάνος Χατζιδάκις


Παράξενη πρωτομαγιά
μ' αγκάθια πλέκουν σήμερα στεφάνια
ήρθ' ο καιρός του "έχε γεια"
τι να την κάνεις πια την περηφάνια.

Στα δυο σου μάτια τα χρυσαφιά
σκοτάδι πέφτει και συννεφιά
ποιες μπόρες φέρνεις και ποιες βροχές
σε κουρασμένες νεκρές ψυχές
σε κουρασμένες νεκρές ψυχές.

Παράξενη πρωτομαγιά
ο ήλιος καίει το πέλαγο στη δύση
μα της καρδιάς την πυρκαγιά
πού θα βρεθεί ποτάμι να την σβήσει.

Στα δυο σου μάτια τα χρυσαφιά
σκοτάδι πέφτει και συννεφιά
ποιες μπόρες φέρνεις και ποιες βροχές
σε κουρασμένες νεκρές ψυχές
σε κουρασμένες νεκρές ψυχές.

Παράξενη πρωτομαγιά
μ' αγκάθια πλέκουν σήμερα στεφάνια
ηρθ' ο καιρός του "έχε γεια"
τι να την κάνεις πια την περηφάνια.

Παράξενη πρωτομαγιά, παράξενη πρωτομαγιά.