Δευτέρα, 29 Απριλίου 2013

Οι εκδοτικοί οίκοι σήμερα

Όσοι έχουν μείνει όρθιοι, εννοείται (αναφέρομαι βέβαια στους οίκους που εκδίδουν ποίηση). Γιατί σίγουρα δεν είναι όσοι ήταν στο παρελθόν ούτε απολαμβάνουν την αλλοτινή τους αίγλη. Δεν είναι εύκολο να καταλάβει κανείς τι φταίει για την αλγεινή οικονομική τους κατάσταση, τη στιγμή που οι περισσότεροι χρεώνουν υπέρογκα ποσά για να εκδώσουν ποιητικές συλλογές –συχνά τόσο ολιγοσέλιδες που δεν δικαιολογούν τις υψηλές χρεώσεις. Όμως η απάντηση είναι απλή: βρέθηκαν σε αυτή την κατάσταση επειδή έχουν πάψει να πραγματοποιούν πωλήσεις. Μπορεί οι «πελάτες» από την πλευρά των ποιητών να είναι αρκετοί, οι αντίστοιχοι από την πλευρά των αναγνωστών, όμως, δεν είναι, αφού –ως γνωστόν –το αναγνωστικό κοινό της ποίησης συμπεριφέρεται όπως ο δείκτης οικονομικής ανάπτυξης της χώρας, τείνει δηλ. προς το μηδέν.


Κι αφού αναγνώστες δεν υπάρχουν, τα έσοδα περιορίζονται στη μία άκρη του διαύλου επικοινωνίας που υποτίθεται πως διακονούν οι οίκοι: του διαύλου μεταξύ ποιητή και αναγνώστη, την ποιότητα του οποίου παλαιότερα εγγυούνταν μέσω της προσεκτικής επιλογής των έργων που εξέδιδαν. Δυστυχώς, η ευσυνείδητη επιλογή ποιημάτων έγινε θυσία στον βωμό της ζήτησης από την πλευρά των ποιητών: οι εκδότες υπέκυψαν στις σειρήνες των αριθμών και άρχισαν να τυπώνουν αδιακρίτως – για να απομακρύνουν διαπαντός το αναγνωστικό κοινό από την ποίηση και να χάσουν όποια έσοδα ενδεχομένως τους περίμεναν στην άλλη άκρη του διαύλου που προανέφερα.

Είναι κρίμα, γιατί οι εκδοτικοί οίκοι κανονικά υπάρχουν για να υπηρετούν όχι μόνο τους γράφοντες αλλά και τους διαβάζοντες. Το να υπηρετούν μόνο τους πρώτους και να αγνοούν το συμφέρον των δεύτερων μοιάζει λίγο με τη στρεβλή δημοκρατία που εσχάτως εφαρμόζεται από τους Ευρωπαίους εταίρους σε χώρες σαν τη δική μας ή την Κύπρο: κουρεύουν τις καταθέσεις, ληστεύουν δηλ. την κατάθεση πίστης των αναγνωστών, οδηγώντας σε ραγδαία εσωτερική υποτίμηση του ποιητικού νομίσματος – τόσο ραγδαία που τελικά η ποίηση μοιάζει να χάνει κάθε αξία.

Όχι ότι υπηρετούν ακριβώς και τους γράφοντες, βέβαια, γιατί η έλλειψη αξιολόγησης δυσαρεστεί ακόμη και τους ίδιους τους ποιητές: κανείς δεν θέλει να τον βάζουν στον ίδιο κουβά με όλους, διαμάντια και άνθρακες.Ούτε παρηγορεί, πιστεύω, το γεγονός ότι δεν είναι όλοι οι οίκοι το ίδιο ακριβοί. Ο Γαβριηλίδης είναι από τους ακριβότερους και αιτιολογεί τα υπέρογκα ποσά που χρεώνει με τη στοιχειώδη προώθηση που υπόσχεται. Οίκοι όπως ο Ηρόδοτος είναι από τους φθηνότερους, αμφίβολο όμως παραμένει το αν η αντιμετώπισή τους των ποιητικών έργων που φθάνουν στα γραφεία ή τα e-mail τους γίνεται με αμιγώς εισπρακτική διάθεση (γνωρίζω παράδειγμα οίκου, όχι τον Ηρόδοτο, που η πρώτη και μοναδική live επικοινωνία του ποιητή με τον οίκο ήταν με το Λογιστήριο) ή αν τους ενδιαφέρει καθόλου η ποιότητα του τι τυπώνουν, θα ενδιαφερθούν δηλ. για την ουσία, έστω για τα μάτια βρε παιδί μου. Λιγοστοί είναι οι οίκοι που εγγυώνται ότι τουλάχιστον θα διαβάσουν το έργο του ποιητή. Και δυστυχώς η έκδοση εκτός εμπορίου (σε απλό τυπογραφείο, χωρίς όνομα οίκου και χωρίς ISBN)  θέτει τον δημιουργό εκτός κρίσης σε διαγωνισμούς όπως αυτός για το κρατικό βραβείο ποίησης.

Έστω λοιπόν ότι ο  ποιητής μας τυπώνει σε κάποιον οίκο. Δεν πρέπει επ' ουδενί να πιστέψει ότι τελείωσαν επιτέλους τα βάσανά του. Διότι ακολουθεί η Οδύσσεια της προώθησης: το αν ο οίκος θα δώσει το βιβλίο του σε βιβλιοπωλεία και ποια (συνήθως μόνο αυτά με τα οποία έχει καταφέρει να μην παρεξηγηθεί), πού θα τοποθετηθεί το βιβλίο (σε εμφανές σημείο ή όχι, σε σημείο προβολής, σε βιτρίνα κλπ.), ανάλογα με το ποσόν που είναι διατεθειμένος να καταβάλει ο ποιητής (σαν να μην του έφτανε του έρμου το μπουγιουρντί της έκδοσης), αν θα γίνει παρουσίαση του βιβλίου και ποιος θα διατηρήσει το δικαίωμα της είσπραξης των πωλήσεων τη βραδιά της παρουσίασης, κλπ. κλπ.

Δεν είναι, τελικά, απίστευτα κουραστικό, αν όχι υποτιμητικό, να εκδίδει κανείς τη δουλειά του υπό τέτοιους όρους; Μερικές φορές ειλικρινά αναρωτιέμαι.

Χριστίνα Λιναρδάκη

Παρασκευή, 26 Απριλίου 2013

Καλό σαββατοκύριακο με ένα ποίημα


Αντί για κείμενο, σήμερα, είπαμε να σας ευχηθούμε καλό σαββατοκύριακο με ένα ποίημα:

χρέος το σύνορο

Κρύψε μου ό,τι θέλεις, άγγελε, πέρασε θηλιά
σ' αυτά που βλέπεις να έρχονται και να περνάνε.

Φίμωσέ με με την αγάπη, έλα
δώσε μου στέγη κάτω απ’ τα λινόχλωρα φτερά σου
και κλείσε με το μολύβι του ήλιου τα σύνορα της ευτυχίας,
πες μου να μείνω μόνο εδώ
πως δεν υπάρχει αλλού χαρά ν’ αναζητήσω
άνοιξη ή ελπίδα.

Πες μου, πως ήταν ξένες οι ηλικίες που μας γνώρισαν
βαθύτερα απ’ όσο τις ζήσαμε.


Ηλίας Θ. Παππάς

Τετάρτη, 24 Απριλίου 2013

Ο μεγάλος μας ποιητής Νάνος Βαλαωρίτης μιλάει στο στίγμαΛόγου για τον φασισμό και την Ελλάδα

(συνέντευξη στη Χριστίνα Λιναρδάκη)

Συνάντησα τον Νάνο Βαλαωρίτη στο διαμέρισμά του, σε μια παλιά πολυκατοικία στο Κολωνάκι. Μου άνοιξε την πόρτα η κόρη του, ποιήτρια και ζωγράφος Κατερίνα Βαλαωρίτη. Εκείνος με υποδέχθηκε στο χώρο του γραφείου - τα βιβλία, τα περιοδικά, τα τετράδια και οι σημειώσεις  σχημάτιζαν σωρούς παντού γύρω - κρατώντας το βιβλίο «Δημοτικά τραγούδια» του Νίκου Γ. Πολίτη. Ετοίμαζε έναν χαιρετισμό για μια πανεπιστημιακή εκδήλωση την επόμενη μέρα. «Στη γλώσσα των δημοτικών ποιημάτων», μου είπε, «ο λόγος έχει την υλικότητα και τη στερεότητα που απέδιδαν σε όλα τα στοιχεία οι προσωκρατικοί» και μου έδωσε το παράδειγμα της ευχής της μάνας στο δημοτικό τραγούδι που στέκεται σαν υλικό εμπόδιο ανάμεσα στους γιους της και τα βέλη. «Μια τέτοια ασπίδα χρειάζεται και η χώρα», σκέφτηκα, για να με αιφνιδιάσει αμέσως μετά με το θέμα που άνοιξε.

Νάνος Βαλαωρίτης: Είμαι πολύ απογοητευμένος από την άνοδο του φασισμού στην Ελλάδα, με τη Χρυσή Αυγή. Έμαθα σήμερα ότι σκότωσαν έναν νεαρό 17 ετών, μακρυμάλλη, φίλο του μαγαζιού εδώ που έχει ένας καλός άνθρωπος, λαϊκός. Αυτός το είπε στην κόρη μου.

Χριστίνα Λιναρδάκη: Δεν άκουσα για το συμβάν... Ήταν ξένος; Γιατί τον σκότωσαν;

ΝΒ: Έλληνας ήταν. Γιατί τον σκότωσαν; Επειδή ήταν μακρυμάλλης; Επειδή ήταν λίγο θηλυκωτός, δεν ξέρω τι; Τώρα στρέφονται εναντίον των Ελλήνων. Εγώ το έχω προβλέψει αυτό, ότι αυτοί ετοιμάζονται να στραφούν εναντίον μας, εναντίον όλων των ανθρώπων οι οποίοι έχουν άλλη γνώμη από αυτούς και είναι αντίπαλοι. Θα αρχίσουν έναν-έναν να μας χτυπάνε, γιατί αυτά τα περί μεταναστών είναι πρόφαση, για να γίνουν πιο δημοφιλείς στην αρχή. Έτσι είναι αυτά τα θηρία, τους έχω γνωρίσει τρεις φορές στην Ελλάδα, από τα μαθητικά μου χρόνια.

Αυτή τη στιγμή, ξέρω από τις κοπέλες που εργάζονται για μένα, φροντίζουν τη γυναίκα μου που είναι ανάπηρη, ότι είναι έντρομες γιατί έχουν σκοτώσει δύο από αυτές στην Ομόνοια, αφού τις ξυλοκόπησαν και τις έστειλαν στο νοσοκομείο. Αυτές εργάζονται τόσα χρόνια εδώ, δεν είναι παράνομες, έχουν τα χαρτιά τους, τα έχουν όλα και μας έχουν βοηθήσει πολύ. Είναι απαράδεκτο αυτό που γίνεται εδώ και είμαι πάρα πολύ στεναχωρημένος με την κυβέρνηση, η οποία δεν κάνει τίποτε. Δηλαδή είναι αστεία αυτά, η αστυνομία καμιά φορά δήθεν πιάνει κανέναν απ’ αυτούς τους περίεργους, να σήμερα είχε και στην Ξάνθη δύο χρυσαυγίτες που έψαξαν στο σπίτι τους και βρήκαν ένα σωρό υλικό με σβάστικες κλπ.

Λοιπόν... στη ζωή μου, διότι έχω ζήσει πολλά χρόνια, όταν ήμουν μαθητής είχαμε τον πρώτο φασισμό από το ’35 μέχρι το ’39, το ’40-’41 είχαμε τον Μεταξά, ο οποίος μας είχε ντύσει με στολές σε μια οργάνωση που λεγόταν ΕΟΝ, μας έβαζε να κάνουμε πάνω-κάτω παρελάσεις, να χαιρετούμε φασιστικά και αυτό ήταν αναγκαστικό σε όλο το σχολείο. Στο δικό μου το σχολείο μόνο ένας τη γλίτωσε, ο ποιητής Γιώργος Λίκος, είχε φέρει πιστοποιητικό γιατρού ότι είχε προβλήματα υγείας και δεν μπορούσε να κάνει γυμνάσματα.

Η αντίδρασή μας ήταν να κάνουμε ομάδες και να μελετούμε μαρξισμό- ήταν βέβαια παράνομα τα βιβλία όλα. Εάν σε πιάνανε με κανένα βιβλίο μαρξιστικό, πήγαινες μέσα. Ήταν άθλιο καθεστώς. Μη νομίζετε ότι αυτό το καθεστώς ήταν καλύτερο, επειδή πολέμησε τους Ιταλούς στην Αλβανία. Ήταν εξίσου φρικώδες όσο ήταν κι αυτά τα καθεστώτα που πολέμησε. Αλλά, επειδή ο Μεταξάς ήτανε διχασμένη προσωπικότητα, αφενός ήταν φασίστας και Γερμανόφιλος, αφετέρου όμως πίστευε ότι θα νικήσουν οι σύμμαχοι, οπότε η πραγματιστική του πλευρά είχε συνδυαστεί με την άλλη, έκανε έναν φασισμό που έλπιζε να τη γλιτώσει από τους Ιταλούς και τους Γερμανούς, το οποίο βέβαια δεν συνέβη. Αυτή ήταν η πρώτη φορά. Εμείς όλοι οι νέοι στα σχολεία και από το Κολέγιο και από τα σχολεία τα δικά μας είχαμε ριζοσπαστικοποιηθεί, πήγαμε στα αριστερά όλοι, από αντίδραση και παρακολουθούσαμε τον Εμφύλιο στην Ισπανία, ήμασταν πολύ καλά πληροφορημένοι, είχαμε ραδιόφωνα. Εγώ άκουγα τους λόγους του Χίτλερ, δεν φαντάζεσαι τι ήταν αυτό που ακουγόταν από ένα μικρό ραδιοφωνάκι που είχαμε.

Μετά ήρθε η Κατοχή. Δεύτερος φασισμός, ακόμα χειρότερος. Εκεί, για να πας στο Πανεπιστήμιο, περνούσες πάνω από πτώματα στην οδό Σόλωνος και έξω από το Πανεπιστήμιο ήταν και το νεκροτομείο, εκεί στο Δικαστήριο, που είχε κάρα γεμάτα πτώματα που είχαν συλλέξει το προηγούμενο βράδυ. Η Αθήνα είχε μετατραπεί σε ένα νεκροταφείο, μεσαιωνικό θέαμα. Αυτό το θέαμα βέβαια ξεκίνησε την Αντίσταση στους νέους, τους φοιτητές, αλλά δυστυχώς κατέληξε στον Εμφύλιο, διότι χωριστήκαμε σε δεξιές κι αριστερές ομάδες που άρχισαν να πολεμούν η μία την άλλη. Τους Γερμανούς τους γνώρισα στο διαμέρισμα αυτό. Είχε επιταχθεί το διπλανό διαμέρισμα και έμειναν εκεί τρεις αξιωματικοί. Θα σου πω τι ήταν οι Γερμανοί. Η μητέρα μου μιλούσε γερμανικά. Μια μέρα, ήρθε ο ένας αξιωματικός μεθυσμένος. Την άλλη μέρα ικέτευε τη μητέρα μου να μην τον καταδώσει και τον στείλουν στη Ρωσία. Αυτοί ήταν οι δήθεν γενναίοι Γερμανοί που είχαν ακολουθήσει σαν πρόβατα τον Χίτλερ.

Η τρίτη φορά ήταν η χούντα. Και τις δύο τελευταίες, στην Κατοχή και στη χούντα, έφυγα από την Ελλάδα κι από κει έμεινα πολλά χρόνια έξω, χωρίς να βρίσκομαι πουθενά. Ευτύχησα στο να μπορώ να έχω μια δουλειά, να διδάξω στο Πανεπιστήμιο, έτσι μεγάλωσα και τα παιδιά μου.

Τώρα να αντιμετωπίσουμε τέταρτη φορά άνοδο φασισμού κάτω από δημοκρατικό – υποτίθεται –καθεστώς και με σύνδεσμο στην Ευρωπαϊκή Ένωση; Είναι τόσο απίθανο και απίστευτο... Αισθάνομαι σαν να μην κερδήθηκε ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος με τόση τεράστια θυσία ανθρώπων: 600.000 στην Ελλάδα μόνο, εκατομμύρια παντού.

ΧΛ: Θα μπορούσε να κάνει κάτι γι’ αυτή την άνοδο ο πνευματικός κόσμος;

ΝΒ: Ο πνευματικός κόσμος θα μπορούσε, ναι, και πρέπει. Γιατί θα αρχίσουν να επιτίθενται και σε Έλληνες, όπως δημοκοπικά έκαναν με τους μετανάστες. Οι δολοφονίες και τα εγκλήματα δεν είναι πολιτικές πράξεις και δεν μπορώ να το παραδεχθώ αυτό. Μπορεί ο πνευματικός κόσμος να αντισταθεί με πολλούς τρόπους. Κάνοντας αυτό που κάνω εγώ, μιλώντας ανοικτά για όλα αυτά. Έδωσα μια μεγάλη συνέντευξη στην Κρυσταλία Πατούλη που τα λέω. Πρέπει να μιλήσει κανείς έξω από τα δόντια, να τα ακούσουν οι πολιτικοί που είναι υπεύθυνοι και οι 450.000 Έλληνες που τους ψήφισαν, νομίζοντας ότι κάτι κάνουν. Δεν πρόκειται ούτε τους μετανάστες να διώξουν, ούτε τους Ευρωπαίους να αλλάξουν: γι’ αυτά χρειάζεται ορθή πολιτική διακυβέρνηση.

Είναι όμως σημαντικό να διατηρήσουμε την ψυχραιμία μας. Με ρητορεία βάναυση, πέφτεις στα χέρια του αντιπάλου. Πάρα πολλοί Έλληνες έχουν υπολογίσει λάθος και έκαναν κάτι φρικτό: γίναμε η πρώτη ευρωπαϊκή χώρα που έχει επίσημο φασιστικό κόμμα. Πώς θα βγω στη Γαλλία και τι θα πω; Ακόμη κι εκεί υπάρχει το Εθνικό Μέτωπο της Λεπέν, εκεί όμως δεν είναι καραγκιόζηδες να κάνουν πορείες με πυρσούς, εγκλήματα, σβάστικες, φασιστικούς χαιρετισμούς! Δεν κάνουν τέτοια γιατί καταλαβαίνουν πόσο γελοίο θα ήταν και πόσες λεμονόκουπες θα τους πετούσαν οι Γάλλοι. Ούτε έχω ακούσει να κάνουν εγκλήματα αυτοί οι άνθρωποι στη Γαλλία. Είχαμε κι εμείς παλιότερα το ΛΑΟΣ που ήταν ακροδεξιό κόμμα, αλλά όχι έτσι.

ΧΛ: Ως φαίνεται, η οικονομική κρίση έχει οδηγήσει σε κρίση αξιών. 

ΝΒ: Συμφωνώ, αλλά η λάθος ερμηνεία της αντίδρασης των Ελλήνων είναι τρομερά επικίνδυνη.

ΧΛ: Βλέπετε ενίσχυση αυτού του ρεύματος;

ΝΒ: Υπάρχει μια τάξη ανθρώπων είτε πανικοβάλλονται και δικαίως γιατί το μεταναστευτικό είναι μεγάλο πρόβλημα, αλλά φταίνε οι Ευρωπαίοι γι’ αυτό που δεν μας βοηθούν να δώσουμε λύση και αυτούς που δεν χρειαζόμαστε να τους γυρίσουμε πίσω. Αλλά επιθέσεις σε κοπέλες ανυπεράσπιστες, τον άνθρωπο στο μετρό που είναι ακόμα σε κώμα... Δεν λύνεις καμία υπόθεση έτσι.

ΧΛ: Επομένως, είναι και η Ευρώπη συνυπεύθυνη;

ΝΒ: Πριν την ύφεση, δεν υπήρχε τέτοιο πράγμα. Μπορεί να υπήρχε υποβόσκων φασισμός που όμως δεν εκφραζόταν ποτέ με βία ή έγκλημα. Άλλο το ένα, άλλο το άλλο. Έχουν εξωθηθεί οι Έλληνες στον τοίχο από τα μέτρα λιτότητας, τα οποία θεωρώ εγκληματικά από τους Γερμανούς και δεν είμαι καθόλου βέβαιος ότι δεν υπάρχει εκδικητικότητα απέναντί μας από τον πόλεμο, διότι ξέρουν πολύ καλά ότι η αργοπορία τους στην Ελλάδα για δύο μήνες, λόγω της ελληνικής αντίστασης, άλλαξε την πορεία του πολέμου. Ξέρω κι από έναν φίλο, νεαρό Γερμανό, που του έλεγε ο πατέρας του ότι, αν δεν ήταν οι Έλληνες, θα είχαν κερδίσει στη Ρωσία. Λοιπόν, το ξέρουν πολύ καλά.

ΧΛ: Ποια είναι η γνώμη σας για όσα συνέβησαν στην Κύπρο;

ΝΒ: Πρόκειται καθαρά για εκδίκηση. Αλλά θα τους γυρίσει μπούμερανγκ, γιατί αποσταθεροποιήθηκε τελείως το τραπεζικό σύστημα βάζοντας χέρι στις καταθέσεις.

ΧΛ: Πιστεύετε ότι το μέλλον της Ελλάδας μπορεί να βρίσκεται μακριά από την ΕΕ;

ΝΒ: Δεν πιστεύω ότι θα φύγουμε μόνοι μας από το ευρώ, μόνο αν μας διώξουν, οπότε μάλλον αποκλείεται, όσο κι αν νομίζει η αριστερά ότι θα το πετύχει. Εκτός αν διαλυθεί η ευρωζώνη, έτσι όπως πάει, δηλαδή αν επιμείνουν οι Γερμανοί στα μέτρα λιτότητας και γίνουν όλοι Κύπριοι. Ακόμη τσακώνονται αν πρόκειται για μοναδική περίπτωση αυτή της Κύπρου ή όχι. Δεν μπορούμε εμείς να πούμε αν θα μείνουμε ή θα φύγουμε – δεν εναπόκειται σε μας, οι περιστάσεις θα το υπαγορεύσουν. Αν είχαμε ανεξάρτητη πολιτική και οικονομική δύναμη, αν είχαμε πετρέλαιο, θα ήταν πολύ διαφορετικά τα πράγματα. Έτσι, όμως, δεν πάμε πουθενά και αλίμονο αν από αντίδραση ολισθήσουμε στον φασισμό, όπως γίνεται στην Ουγγαρία.

Αυτό που είναι ενδιαφέρον, μέσα στην όλη αναμπουμπούλα, είναι η ένταση της θεατρικής εκφραστικότητας. Στις 18 και τις 19 Μαρτίου ανέβασαν «το φιλί»και την «ωδή στην οδύνη», δύο θεατρικά μου στο Μουσείο Πολιτικών Εξορίστων του Άη Στράτη. Νομίζω ότι ο κόσμος περιμένει να δει τέτοια πράγματα γιατί η κατάθλιψη δεν βοηθάει. Πρέπει να στεκόμαστε στα πόδια μας.

ΧΛ: Επομένως η Τέχνη είναι μία διέξοδος από την κρίση.

ΝΒ: Για μας τους Έλληνες, θα έλεγα η μόνη διέξοδος, τουλάχιστον ψυχολογικά, αφού δεν αποφέρει οικονομική ανακούφιση. Το ίδιο πάντως έγινε και στην Κατοχή. Οι Γερμανοί αδιαφόρησαν για τα λογοτεχνικά γραπτά και τότε έγραψαν π.χ. ο Εγγονόπουλος τον Μπολιβάρ ή ο Γκάτσος την Αμοργό, ο Ελύτης τον Ήλιο τον Πρώτο. Αυτά τα έργα γράφτηκαν κάτω από τις σκληρότερες συνθήκες. Κρατούσαν ανεβασμένο το ηθικό. Ακόμα και ο Σικελιανός είχε μετάσχει έντονα. Και οι εκδότες, οι δυο-τρεις που υπήρχαν, συνέχιζαν να τυπώνουν.

ΧΛ: Έτσι κρατήθηκε υψηλό το φρόνημα.

ΝΒ: Και έτσι δεν κατέρρευσε ούτε στον εμφύλιο, αλλά τότε μας βοηθούσαν οι Αμερικανοί. Όχι με δάνεια, όπως η Ευρώπη που μας τα δίνει με επιτόκια, δανεικά λένε και μετά κούρεμα ότι χάνουν λεφτά γιατί και καλά χάνουν λεφτά, ενώ στην πραγματικότητα κερδίζουν. Οι Αμερικανοί έκαναν το Σχέδιο Μάρσαλ που ήταν δωρεάν, ήταν οικονομική στήριξη. Υπήρχαν όροι, βέβαια, και το πληρώσαμε με αίμα άλλωστε, γιατί από τη μια μεριά ο εθνικός στρατός, από την άλλη ο αριστερός, χυνόταν αίμα κι αυτό ήταν και το σχέδιο των Αμερικανών: να μη μας αφήσουν στα χέρια των Σταλινικών. Άγριο πράγμα...

Πριν αποχαιρετήσω τον Νάνο Βαλαωρίτη και, αφού μιλήσαμε λίγο ακόμη για τα τεκταινόμενα, μου είπε ότι του αρέσει να ακολουθεί το παράδειγμα του πρώτου μοντερνιστή, του Απολλιναίρ, και σκαρώνει στίχους σχετικούς με την επικαιρότητα. Ξεκίνησε μάλιστα να μου διαβάζει ένα ποίημα που ξεκινά με την παραφθορά ενός στίχου του Κωστή Παλαμά για να μου το δώσει τελικό ολόκληρο προς δημοσίευση:

Τρίτη, 23 Απριλίου 2013

Εποχή - Ποιητές σημειώσατε 2

Περιφερόμενος από βιβλία σε βιβλία, περιοδικά σε περιοδικά, blog σε blog και, αναμενόμενα, στο χαώδες facebook, συχνά πυκνά πέφτω πάνω σε μερικές φράσεις-κλειδιά που προσδιορίζουν το πρόσωπο της σύγχρονης ποίησης. 

Το προσδιορίζουν, θέλω να πω, όχι με μια ολιστική έννοια, αλλά θέτουν τρόπον τινά μια σκιαγράφηση και μια θεώρηση του προσώπου αυτού. Και ναι, όταν αναφέρομαι στο "σύγχρονο πρόσωπο" εξαιρώ φυσικά ποιήτριες και ποιητές όπως, π.χ. η Κική Δημουλά, ο Νάνος Βαλαωρίτης ή η Λένα Παππά, που έχουν ήδη περάσει στο συλλογικό συνειδητό ως "πολύ κλασικοί" για να θεωρούνται σύγχρονοι. 

Αυτές οι φράσεις-κλειδιά, λοιπόν, συνήθως περιστρέφονται γύρω από τον άξονα της εξής και μίας φράσης: "η γενιά μας, η εποχή μας, δεν έχει μεγάλα γεγονότα για να βγάλει μεγάλους ποιητές". Πάνω σε αυτή τη φράση θα διαβάσετε πολλαπλές παραλλαγές, δικαιολογίες για τη φτωχή ποιητική παραγωγή μας, που μεταφέρουν το βάρος από τον "ποιητή" στην "εποχή". 

Η κεντρική αυτή φράση και οι παραλλαγές της στηρίζονται πάνω στη θεωρία ότι οι εποχές είναι υπεύθυνες για την παραγωγή ποιοτικής τέχνης και ότι ο ποιητής, ως πίδακας, ξεπηδάει από το σαπισμένο υπέδαφος των εποχών για να τις ποτίσει, ως άλλο άνθος που πλημμυρίζει με το άρωμά του τον αέρα. 

Βέβαια, αυτά είναι χαζομάρες και - στην καλύτερη περίπτωση - μια φαύλη μοίρα. Οι άνθρωποι είναι υπεύθυνοι για τις εποχές και οι εποχές για τους ανθρώπους και οι άνθρωποι για τους ανθρώπους,οι οποίοι είναι υπεύθυνοι για τις εποχές και ούτω καθεξής, τούμπαλιν και ανάθεμα. 

Πρόκειται για ένα άλυτο μυστήριο που τείνει στο άπειρο της βλακείας, όπως το γνωστό "το αυγό έκανε την κότα ή η κότα το αυγό"; 

Παρόλα αυτά, κανένας δεν μοιάζει να καταλαβαίνει το αυτονόητο: ότι το να μεταθέτεις τις δικές σου αποτυχίες στην εποχή που εσύ δημιουργείς, ουσιαστικά διπλασιάζεις το βάρος τους που καταλήγει, αναγκαστικά, πάλι στις δικές σου πλάτες. 

Εγώ, εγώ, εγώ, εγώ
Το γεγονός ότι η ποιητική μας παραγωγή είναι φτωχή δεν έχει σε καμία περίπτωση να κάνει με την "φτωχή" εποχή μας. Δόξα τον Θεό, η εποχή μας, τα τελευταία 20 χρόνια της ελληνικής εποχής μας, είναι γεμάτα με κοινωνικούς πολέμους, την κατάρρευση της μεταπολιτευτικής κουλτούρας σε όλο της το μεγαλείο, τη σταθερή απαλλοτρίωση και των τελευταίων στοιχείων της ελληνικής ταυτότητας, την άνοδο του παραδοσιακού ρατσισμού και τη γενικότερη, είναι η αλήθεια, πτώση του ελληνικού ανθρωπισμού, έστω και με την τουριστική έννοια. 

Άρα, τα θέματα, όπως βλέπετε, είναι πολλά και ποικίλα, και μέσω αυτών γεννιούνται άλλα και άλλα τόσα, ικανά να δώσουν τροφή σε δύο και τρεις γενιές ποιητών. Καλών ποιητών. 

Εντούτοις, η εποχή αυτή, όπως και κάθε εποχή που σέβεται τον εαυτό της, ζητάει ένα πράγμα από τους καλλιτέχνες και δη τους ποιητές: να βάλουν στην άκρη τον εγωισμό τους και να ταπεινωθούν μπροστά της, να γίνουν όργανά της κι έτσι, μέσω αυτής, όχι μόνο να την λειτουργήσουν αλλά και να την οδηγήσουν -το εννοώ- ξανά στο φως. Το ποιητικό, έστω, φως. 

Όπως έχετε καταλάβει αυτό όχι μόνο δεν γίνεται, αλλά αυτή η τάση προς παράδοση στην εποχή, αυτή η απαίτηση των καιρών, περιφέρεται συχνά από στόμα σε στόμα (και από στίχο σε στίχο) ως κάτι αναχρονιστικό, μια τροχοπέδη -άκουσον άκουσον- για την ποιητική έμπνευση. 

Με άλλα λόγια, μην σας κάνει εντύπωση αν, σε λίγο καιρό, ο τίτλος, π.χ., του "εθνικού ποιητή" δεν θεωρείται απλώς ένα κλισέ ή ένας ντεμοντέ προσδιορισμός, αλλά κάτι παντελώς αρνητικό. 

Πρόκειται, φυσικά, για απλές δικαιολογίες, αμυντικούς μηχανισμούς αν θέλετε, που ωθούν τους ποιητές να γράφουν αρλούμπες με μοναδικό σκοπό να εντυπωσιάσουν την όποια "ελίτ", άλλοτε οδηγημένοι από την έλλειψη ταλέντου, άλλοτε από κάποιο ανώτερο κόμπλεξ κατωτερότητας και άλλοτε από τα εκατοντάδες βιβλία "ποιητικής θεωρίας" που έχουν καταβροχθίσει. 

Το τομάρι μας να σώσουμε, δηλαδή, στα έτη των ετών, το μυρμήγκι τη φήμη μας και, όλα τ' άλλα, να πάνε να πηδηχτούν. 

Και πρώτα απ' όλα η εποχή. 

Μια εποχή που το μόνο που ζητάει είναι να επιστρέψει σε πιο απλές ημέρες, να βρει το δρόμο της από το σκοτάδι και να στηριχτεί πάνω σε ποιητές που, το πρώτο που σκέφτονται, δεν είναι η ματαιοδοξία τους και ο ευτελής συναισθηματισμός τους, αλλά κάτι μεγαλύτερο από αυτούς τους ίδιους. 

Δυστυχώς, δεν υπάρχει πλάσμα πιο προσκολλημένο στο ψέμα από τον ποιητή. 


Ηλίας Θ. Παππάς


Παρασκευή, 19 Απριλίου 2013

Συμπόσιο: Η γλώσσα στα κείμενα/Ποιητές του κόσμου

To ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΟ ΕΦΑΡΜΟΣΜΕΝΗΣ ΓΛΩΣΣΟΛΟΓΙΑΣ & ΔΙΔΑΚΤΙΚΗΣ ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ του Πανεπιστημίου Αθηνών και η Οργανωτική Επιτροπή του ΣΥΜΠΟΣΙΟΥ ΠΟΙΗΣΗ συνδιοργανώνουν επιστημονικές συναντήσεις / σεμινάρια Ποίησης, με τον γενικό τίτλο

«Η γλώσσα στα κείμενα / Ποιητές του κόσμου», 

στα οποία θα παρουσιαστούν, μέσα από ανθολογήσεις και εισηγήσεις ειδικών με­λετητών, το πρω­τογονικό τραγούδι και μια πλειάδα σημαντικών ξένων ποιητών με παγκόσμια αναγνώριση, χωρίς να προτείνεται ένας σχετικός Κανόνας.

Οι συναντήσεις/σεμινάρια, όπου επιδιώκεται ένας ουσιαστικός διάλογος ανάμεσα στους εισηγητές και τους συμμετέχοντες, αποσκοπούν στην αναθέρμανση της μελέτης της ποίησης.

Τα ποιήματα που θα ακούγονται (και θα προβάλλονται) στις συναντήσεις, μαζί με μια μικρή ανθολογία ποιημάτων του παρουσιαζόμενου ποιητή, θα είναι α­ναρτημένα στις ιστοσελίδες του Εργαστηρίου και του Συμποσίου. Συνιστάται σε όσους πρόκειται να συμμετάσχουν στις συναντήσεις να εκτυπώνουν κάθε φορά τη σχετική ανθολογία, προκειμένου να διευκολύνεται η συζήτηση με τους εισηγητές. Στο τέλος του Α΄ κύκλου των συναντήσεων θα χορηγηθούν Βεβαιώσεις Συμ­μετοχής.

Οι συναντήσεις / σεμινάρια θα πραγματοποιούνται, με ελεύθερη συμμε­τοχή, στο Αμφιθέατρο Μαρασλείου Διδασκαλείου, Μαρασλή 4, Αθή­να, 6.00 - 8.00 μ.μ., τις ημερομηνίες που θα ανακοινώνονται κάθε φορά.

Α΄ ΚΥΚΛΟΣ
19 Απριλίου 2013 
Xρίστος Αλεξίου 
τ. Kαθηγητής της Nεοελληνικής Φιλολογίας. Πανεπιστήμιο του Birmingham (1963- 1987)· Πανεπιστήμιο Iωαννίνων (1987-1988 )· Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας (1988- 1994)· Eπίτιμο Mέλος της Eταιρείας Συγγραφέων· Διευθυντής του περιοδικού «Θέματα Λογοτεχνίας» από την ίδρυσή του (1995 μέχρι σήμερα)· Mέλος της Συντακτικής Eπιτροπής του περιοδικού «Oυτοπία» από την ίδρυσή του (1992 μέχρι σήμερα)· Μέλος της Οργανωτικής Επιτροπής του Συμποσίου Ποίησης. Έγραψε για την ποίηση του Kορνάρου, του Pήγα Bελεστινλή, του Παλαμά, του Σικελιανού, του Bάρναλη, του Kαρυωτάκη, του Mαβίλη, του Σεφέρη, του Eλύτη, του Pίτσου, και του Δάλλα· για το θέατρο και την πεζογραφία του Kαζαντζάκη, και για την πεζογραφία του Φραγκιά.


NAZIM HIKMET

ΣTHΘAΓXH


Αν η μισή καρδιά μου βρίσκεται, γιατρέ, δω πέρα
H άλλη μισή στην Kίνα βρίσκεται
Mε τη στρατιά που κατεβαίνει προς το Kίτρινο Ποτάμι.
K’ ύστερα, να, γιατρέ, την πάσα αυγή
Tην πάσα αυγή, γιατρέ, με τα χαράματα
Πάντα η καρδιά μου στην Eλλάδα ντουφεκίζεται
K’ ύστερα, να, σαν οι φυλακισμένοι γέρνουνε στον ύπνο
Kαι σβήνουν στο νοσοκομείο τα τελευταία βήματα
Tραβάει ολόισια, γιατρέ, η καρδιά μου
Tραβάει, γιατρέ, στην Iσταμπούλ, σ’ ένα παλιό ξύλινο σπίτι.
K’ ύστερα, δέκα χρόνια τώρα, να, γιατρέ
Που τίποτα δεν έχω μες στα χέρια μου να δώσω στο φτωχό λαό μου
Tίποτα πάρεξ ένα μήλο
Ένα κόκκινο μήλο, την καρδιά μου.
K’ είναι, γιατρέ, απ’ αφορμή όλα τούτα
Που μες στα στήθεια μου έχω τούτη την αρρώστια.
Όμως, γιατρέ, και μ’ όλα τα ντουβάρια που μου κάθονται στα στήθια
Kοιτάω τη νύχτα ανάμεσα απ’ τα κάγκελα
Kι όλη η καρδιά μου αντιχτυπά και στο πιο μακρινό αστέρι.

Aπόδοση: Γιάννης Pίτσος

Τετάρτη, 17 Απριλίου 2013

διαβάσαμε... στο τελευταίο τεύχος της νέας σκέψης

H ευθύνη των πνευματικών ανθρώπων

Σε μια δημοκρατία η απαξίωση της πολιτικής είναι άλλο ένα σύμπτωμα παρακμής.

Σε μια ομάδα, όπου όλοι έχουν λόγο με την ψήφο τους, θα έπρεπε να επιλέγονται επί ίσοις όροις οι αξιόπιστοι και καταλληλότεροι για να κυβερνήσουν εξασφαλίζοντας ποιότητα ζωής και αξιόπιστο μέλλον. 

Στην πράξη όμως οι υποψήφιοι δεν έχουν την ίδια υποστήριξη και προβολή από τον τύπο ούτε την ίδια οικονομική δυνατότητα. Κι ακόμη δεν είναι όλοι οι επικεφαλής εξίσου καλοί ηθοποιοί για το ρόλο που επέλεξαν και αποδέχθηκαν να υποδυθούν με το προσωπείο που προβάλλεται για την επιτυχία του αποτελέσματος, όπως το εχάλκευσαν οι σύμβουλοί τους και οι δημοσκόποι της κοινής (κοινότατης) γνώμης, που τους καθοδηγούν αλλά και των ισχυρών οικονομικών απόψεων και συμφερόντων που τους υποστηρίζουν.

Οι δε ψηφοφόροι που σήμερα μπορούν να έχουν αντικειμενικά κριτήρια για την πληροφόρηση την οποία τους σερβίρουν για την κρίση. Όπως και για την παρατήρηση των γεγονότων που τους παρέχει η προσωπική τους εμπειρία όπως αυτή διαμορφώθηκε κατά την εφηβική και νεανική εξέλιξη της προσωπικότητάς τους στον οικογενειακό, τον εκπαιδευτικό και τον κοινωνικό χώρο και χρόνο της ανάπτυξής τους. Δηλαδή, όλα αυτά που συνιστούν την παιδεία ενός συγκροτημένου πολίτη που αντικειμενικά, καλοπροαίρετα και κυρίως κατά προσωπική συνείδηση καικοινωνική συναίσθηση ευθύνης, σκέπετεται, σταθμίζει και αποφασιστικά συμβάλει στα κοινά, από όποιο μετερίζι του έλαχε ή επέλεξε.

Κι αυτό το επίπεδο ωριμότητας του πολίτη είναι στην αποκλειστική ευθύνη των γενιών που προηγήθηκαν κυρίως στις πολιτικές, κοινωνικές αλλά και πνευματικές ομάδες με της ανάλογης ποιότητας ηγεσίες τους οι οποίες κατασπάλησαν τον πολύτιμο χρόνο της νέας γενιάς, όταν αυτή αναζητούσε τον προσανατολισμό της στο αγωνιστικό παράδειγμα της πνευματικής ηγεσίας.

Κι επειδή ποτέ δεν έχεις την ευκαιρία να γυρίσεις πίσω το χρόνο, μπορείς όμως και πρέπει, να θυμηθείς το παρελθόν και να προγραμματιστείς για το παρόν που διανύεις, αφού το μέλλον δεν είναι παρά το παρόν που σήμερα δημιουργούμε.

Μια κινέζικη παροιμία συμβουλεύει «αν θέλεις ο δρόμος σου να είναι καθαρός, καθάριζε τακτικά το δικό σου χώρο. Αν το κάνουν όλοι, ο δρόμος θα είναι πέρα για πέρα καθαρός».

Η εμπειρία από τα ελληνικά πολιτικά δεδομένα του παρελθόντος συμβουλεύει τον πολίτη όχι μόνο να μην παρασυρθεί αλλά και να μην επηρεαστεί από το πώς οι πολιτικοί προβάλουν αυτό που ισχυρίζονται ότι πιστεύουν. Ούτε από το πώς διατείνονται, πώς ενεργούν στο άμεσο γίγνεσθαι για την πραγματική βελτίωση των κοινωνικών δεδομένων. Εκείνα δηλαδή που πρέπει κυρίως να στοχεύουν στην προώθηση της παιδείας των πολιτών που διαβιούν στον ελληνικό χώρο. Εκεί, όπου οι πρόγονοί τους επέλεξαν κι αυτοί απεδέχθησαν, να δημιουργήσουν χρηστή κοινωνία και δημοκρατική ελευθερία στα όρια που προστατεύουν τον κάθε πολίτη από το λάθος του άλλου.

Κι αυτό ακολουθείται από μια αυταπόδεικτη πρόταση: Μπορείς να συμβάλεις στο ταξίδι και να είσαι περήφανος για τον πηγαιμό προς την Ιθάκη από όποια θέση κι αν υπηρετείς στο πλοίο - είτε στα ιστία, είτε κωπηλατείς, είτε πηδαλιουχείς, το ταξίδι ευοδώνεται από όλους και για όλους.

Ας μην παραμένουμε λοιπόν σε μια άκαρπη πολυέξοδη και διαρκή ανταρσία κατά του πραγματικού εαυτού μας. Άλλωστε η επιτυχία δεν παρέχεται, κερδίζεται με την αξιόλογη προσπάθεια κάθε νέας γενιάς.

Κι αυτό το ταξίδι είναι κυρίως ευθύνη του κόσμου του πνευματικού που διαθέτοντας τη δύναμη του πνεύματος και τη θέληση της ανεξαρτησίας μπορεί και πρέπει να κλείσει τα αυτιά του στις σειρήνες του ευδαιμονισμού, του ησυχασμού και της φιλαρχηγίας για να αγωνιστεί και να συναγωνιστεί όχι μόνο για την καλύτερη εκπαίδευση αλλά και για την απαραίτητη παιδεία του Έλληνα πολίτη που θα αποτελέσει το άνθος της καινούριας γενιάς η οποία θα διαμορφώσει το αξιόπιστο αύριο των Ελλήνων.

Ώστε, η πνευματική ηγεσία, σεβόμενη τον πολύτιμο χρόνο των νέων ανθρώπων να προσφέρει για τη δύσκολη πρόσβαση στη ζωή το αναγκαίο αγωνιστικό παράδειγμα για την επιτυχημένη διάβαση προς μια δημοκρατικά ευνομούμενη ελευθερία που θα βασίζεται στο αυτόνομο ήθος των πολιτών.

Κι αυτό είναι ευθύνη των πνευματικών ανθρώπων.

Κώστας Στεφανόπουλος, εκδότης (Σκέψη του Διμήνου)
περιοδ. νέα σκέψη, Ιαν.-Μάρτ. 2013, τεύχος 525 (1-3)

Τρίτη, 16 Απριλίου 2013

'Όλα καλά κι όλα ωραία" - Πώς γίνεται όλοι οι ποιητές να είναι καλοί;

Αυτό που μου κάνει πάντα εντύπωση είναι το πώς οι σύγχρονοι ποιητές είναι ευχαριστημένοι και ικανοποιημένοι από οποιοδήποτε θετική κριτική και αν λάβουν.


Κείνο που ενδιαφέρει, κείνο που πονάει, είναι να μην ακουστεί κακός λόγος, να μην υπάρξει αρνητικό σχόλιο για κάποιο βιβλίο. Πώς, Διαφωνείτε; Εντάξει. Σας ρωτώ τότε: πότε είναι η τελευταία φορά που διαβάσατε αρνητική κριτική για μια ποιητική συλλογή ή ένα μυθιστόρημα; 

Πότε;

Αν είστε ειλικρινείς με τη μνήμη σας η απάντηση μάλλον θα είναι "ποτέ". Προσωπικά, όντως δεν έχω διαβάσει ποτέ αρνητική κριτική για ένα ποιητικό βιβλίο. Στην καλύτερη περίπτωση έχω απολαύσει μια ισορροπημένη κριτική που περισσότερο γέρνει ούτως ή άλλως προς τη θετική πλευρά. 

Στο στίγμαΛόγου επίσης δεν θα βρείτε αρνητικές παρουσιάσεις, αλλά με μια πολύ μεγάλη διαφορά σε σχέση με άλλες σελίδες: θα βρείτε ελάχιστες παρουσιάσεις ούτως ή άλλως, μόνο βιβλία δηλαδή, που κατά τη γνώμη μας πιστεύουμε ότι αξίζουν μιας ανάγνωσης.

Βέβαια, εμείς δεν είμαστε κριτικοί, απλά δηλώνουμε τι μας αρέσει και τι όχι. Τι δικαιολογία έχουν όμως όλοι όσοι θεωρούνται κριτικοί, όταν δεν κάνουν αρνητικές κριτικές; Τι είδους φαινόμενο είναι αυτό;

Σίγουρα δεν έχει σημασία αν κάτι τέτοιο συνέβαινε παλαιότερα ή όχι, και σε ποιο βαθμό. Η ποίηση καθαυτή, παλαιότερα, δεν είχε τα σημερινά χάλια. Ειδικά στην εποχή μας, λοιπόν, η ανάγκη για αυστηρή και αρνητική κριτική είναι πιο μεγάλη από ποτέ, καθώς η έλλειψή της ζημιώνει αφάνταστα την ποιητική παραγωγή και οδηγεί στα παρακάτω φαινόμενα:

α) Όσοι γράφουν κακή ποίηση δεν δέχονται τους κριτικούς επειδή "η ποιότητα της ποίησης είναι υποκειμενική" και όσοι έχουν καλές δημόσιες σχέσεις θεωρούνται "από τους καλύτερους σύγχρονους ποιητές", δίχως να ξέρει κανένας γιατί. 

β) Από την άλλη, τα περιοδικά δεν γίνεται να εκδώσουν αρνητικές κριτικές γιατί ποιος ξέρει τι αντίκτυπο θα έχει μια τέτοια άποψη στους αναγνώστες (που ούτως ή άλλως θεωρούν τους εαυτούς τους "ποιητές") και στην εμπορική πορεία των (ούτως ή άλλως μικρών) τιράζ. 

γ) Παράλληλα οι εκδοτικοί οίκοι είναι αδύνατο να πουν αρνητική κουβέντα ή να αρνηθούν εκδόσεις (εκτός από ελάχιστους των ελαχίστων), αφού χρειάζονται ζεστό ρευστό από τον ενδιαφερόμενο, ο οποίος κοιμάται ήσυχος αφού η συλλογή του, ό,τι και να γίνει, θα λάβει θετικές κριτικές (δεν είναι ανήκουστο μάλιστα κάποιος εκπρόσωπος εκδοτικού οίκου να προσπαθεί να πείσει τον ποιητή για την έκδοση της συλλογής δίχως να την έχει ΚΑΝ διαβάσει. Και μιλάω από προσωπική εμπειρία). 

Κανένας δεν τολμά να πει κάτι αρνητικό όταν χρειάζεται, να μιλήσει δηλαδή ειλικρινά για το έργο ενός ποιητή, διότι όλοι έχουν κάτι να χάσουν. Ξεκινώντας από την κακομοίρικη ματαιοδοξία αυτού που νομίζει ότι είναι "ποιητής" και πρέπει να κάνει το ψώνιο του, και φτάνοντας μέχρι την εμπορική ανάγκη του δημοσιοσχεσίτη και του δήθεν "φτασμένου" λογοτέχνη ή εκδοτικού οίκου που φέρνει σε επαφή τον ενδιαφερόμενο κατευθείαν με το λογιστήριο, ελάχιστοι είναι αυτοί που επιβιώνουν και μπορούν να έχουν το κεφάλι τους ψηλά. 

Πώς γίνεται όλοι οι ποιητές να είναι καλοί, ρωτάω; "Όλα καλά κι όλα ωραία", απαντάτε. 

Ηλίας Θ. Παππάς

Παρασκευή, 12 Απριλίου 2013

"Ο λαίμαργος αυτοκράτορας κι ένα ασήμαντο πουλί" της Έλσας Κορνέτη

Είναι μόλις λίγοι μήνες που κυκλοφόρησε η πιο πρόσφατη συλλογή της Έλσας Κορνέτη "Ο λαίμαργος αυτοκράτορας κι ένα ασήμαντο πουλί". Η Έλσα Κορνέτη ήταν υποψήφια για το κρατικό βραβείο ποίησης 2012 με τη συλλογή της "Κονσέρβα μαργαριτάρι". Είχα τότε αντιδιαστείλει την "Κονσέρβα" με αυτήν της συνυποψήφιάς της, Κατερίνας Αγγελάκη-Ρουκ ("Ανορεξία της ύπαρξης"), διαπιστώνοντας αφενός τη δύναμη και τη δυναμική της "Κονσέρβας", αλλά και την έλλειψη σταθερού προσανατολισμού από τεχνικής πλευράς όπως και τη μεγάλη έκταση της συλλογής που κατά τη γνώμη μου υπονόμευε την ομοιογένειά της, αφετέρου.

"Ο λαίμαργος αυτοκράτορας" έχει ξεπεράσει αυτά τα προβλήματα. Στη μόλις επόμενη συλλογή της η Κορνέτη βρήκε την ισορροπία ανάμεσα στη δύναμη, την τεχνική και την κατεύθυνση και δημιούργησε μια συλλογή άρτια, ευσύνοπτη και ολοκληρωμένη, με τις σωστές αναλογίες σαρκασμού, διορατικότητας και ευρηματικότητας.

Η ιστορία που μας διηγείται στα άτιτλα και λιγοστά (μόλις 20, πολλά μάλιστα ολιγόστιχα) ποιήματα της συλλογής, είναι η καθημερινή ιστορία του ατομικισμού, της εγωπάθειας και της αλαζονείας του σύγχρονου ανθρώπου (του "αυτοκράτορα") που αποτελεί τη ρίζα για τα δεινά της εποχής μας. Ο Δυτικός  τρόπος ζωής και αντίληψης του κόσμου γκρεμίζεται, καθώς βγαίνουν στο φως μία-μία όλες  οι αδυναμίες, οι κενόδοξες επιθυμίες και τα ψυχικά βάραθρα που συνθέτουν τον εσωτερικό κόσμο του σύγχρονου ανθρώπου.

Οι μεταμορφώσεις και οι μετασχηματισμοί της είναι χαριτωμένοι, ανάλαφροι όμως συγκινητικοί - κάποτε βαραίνει ο απόηχός τους με τη σημασία των νοημάτων που συνείρουν, όμως η συλλογή καταφέρνει να διατηρήσει την απλότητα, τη συνοχή και τη δύναμή της, αφηγούμενη μια ολοκληρωμένη ποιητική ιστορία με αρχή, μέση και τέλος - κάτι που από μόνο του είναι ευρηματικό και απαιτεί μαεστρία.

Αισθητικά, αποτέλεσε για μένα έκπληξη η επιστροφή στο έγχρωμο εικαστικό (της Πέννυς Δίκα-Κορνέτη) που κοσμεί τη συλλογή προς το τέλος της  και το οποίο θυμίζει παλαιότερες εκδόσεις, τη στιγμή που το φορμάτ είναι μικρότερο από το κλασικό και το εξώφυλλο σε απλή, αλλά σύγχρονη (συνδυασμός ανοικτού γκρι και μωβ) διχρωμία.

Αυτό που προσωπικά περιμένω από την Έλσα Κορνέτη από δω και πέρα είναι μια συλλογή με τη δύναμη των προηγούμενων και με την αρτιότητα της τεχνικής του "Αυτοκράτορα", η οποία θα απλώνεται με τη χαρακτηριστική άνεση του τελευταίου σε κάπως μεγαλύτερη έκταση. Για εκείνη μπορεί να είναι μια πρόκληση ή να σηματοδοτήσει μια υπέρβαση, για μας θα είναι σίγουρα απόλαυση αλλά και απόδειξη της αμετάκλητης συμπερίληψής της στο σύμπαν των σημαντικών σύγχρονων ποιητών.

Ακολουθούν τέσσερα ποιήματα από τη συλλογή:

Απόψε αισθάνομαι υπέροχα
Ονειρεύτηκα πως έβαλα
το δάχτυλό μου
στην τσέπη ενός ιππόκαμπου
και πήρα το χρώμα του βυθού

Μη φεύγεις παράξενο πουλί

Έλα κοντά μου
Κι άμα πεινάς
Θα σου δώσω
Μια φρυγανιά
Την ψυχή μου

***

Καλοί μου υπήκοοι
Σας απαγορεύω
Ίσον σας υπαγορεύω
Ίσον σας απαγορεύω

Συμπεραίνω:
Η ευθραυστότητα
Είναι για το Βασίλειο
Μη παραγωγική

Από σήμερα η ευαισθησία
Ονομάζεται αδυναμία

Διαλαλείστε:
Οι αδύναμοι ευαίσθητοι
καταδικάζονται σε
καταναγκαστικά έργα
επιβίωσης

***

- Λυπάμαι
Η ασθένειά σας
δεν αντιμετωπίζεται θεραπευτικά
Θα σας συνιστούσα όμως
να τσιμπάτε κάθε πρωί
με μια καρφίτσα
τον καθρέφτη
Ώσπου να ματώσει

***

- Κατεβείτε γρήγορα Μεγαλειότατε
Θα πέσετε
Το ξύλινο αλογάκι
Σας είναι πια μικρό.
...
Χριστίνα Λιναρδάκη

Τετάρτη, 10 Απριλίου 2013

Συμπόσιο: Η γλώσσα στα κείμενα / Ποιητές του κόσμου

To ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΟ ΕΦΑΡΜΟΣΜΕΝΗΣ ΓΛΩΣΣΟΛΟΓΙΑΣ & ΔΙΔΑΚΤΙΚΗΣ ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ του Πανεπιστημίου Αθηνών και η Οργανωτική Επιτροπή του ΣΥΜΠΟΣΙΟΥ ΠΟΙΗΣΗ συνδιοργανώνουν επιστημονικές συναντήσεις / σεμινάρια Ποίησης, με τον γενικό τίτλο

 «Η γλώσσα στα κείμενα / Ποιητές του κόσμου»,

στα οποία θα παρουσιαστούν, μέσα από ανθολογήσεις και εισηγήσεις ειδικών με­λετητών, το πρω­τογονικό τραγούδι και μια πλειάδα σημαντικών ξένων ποιητών με παγκόσμια αναγνώριση, χωρίς να προτείνεται ένας σχετικός Κανόνας.

Οι συναντήσεις/σεμινάρια, όπου επιδιώκεται ένας ουσιαστικός διάλογος ανάμεσα στους εισηγητές και τους συμμετέχοντες, αποσκοπούν στην αναθέρμανση της μελέτης της ποίησης.

Τα ποιήματα που θα ακούγονται (και θα προβάλλονται) στις συναντήσεις, μαζί με μια μικρή ανθολογία ποιημάτων του παρουσιαζόμενου ποιητή, θα είναι α­ναρτημένα στις ιστοσελίδες του Εργαστηρίου και του Συμποσίου. Συνιστάται σε όσους πρόκειται να συμμετάσχουν στις συναντήσεις να εκτυπώνουν κάθε φορά τη σχετική ανθολογία, προκειμένου να διευκολύνεται η συζήτηση με τους εισηγητές. Στο τέλος του Α΄ κύκλου των συναντήσεων θα χορηγηθούν Βεβαιώσεις Συμ­μετοχής.

Οι συναντήσεις / σεμινάρια θα πραγματοποιούνται, με ελεύθερη συμμε­τοχή, στο Αμφιθέατρο Μαρασλείου Διδασκαλείου, Μαρασλή 4, Αθή­να, 6.00 - 8.00 μ.μ., τις ημερομηνίες που θα ανακοινώνονται κάθε φορά.

Α΄  ΚΥΚΛΟΣ 
(Άνοιξη 2013)
13 Μαρτίου
Victor Hugo
Θανάσης Νάκας
Χρυσή Καρατσινίδου
29 Μαρτίου
Πρωτογονικό Τραγούδι
Σωκράτης Σκαρτσής
12 Απριλίου
Pablo Neruda
Γιώργος Κεντρωτής
19 Απριλίου
Nazim Hikmet
Χρίστος Αλεξίου
17 Μαΐου
Xαϊκού
Ματσούο Μπασό
Ξένη Σκαρτσή
31 Μαΐου
Federico García Lorca
Χρίστος Γουδής

Α΄  ΚΥΚΛΟΣ 
12 Απριλίου 2013
Γιώργος Κεντρωτής
Γεννήθηκε το 1958 στους Μολάους Λακωνίας. Σπούδασε νομικά στην Ελλάδα και στη Γερμανία. Είναι Διδάκτωρ Νομικής και από το 1994 είναι καθηγητής Θεωρίας της Μετάφρασης στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο. Τα βασικά του ερευνητικά ενδιαφέροντα ανάγονται στη θεωρία και την πράξη της μετάφρασης, στη γλωσσοφιλοσοφία, στην αρχαία ελληνική και ρωμαϊκή παράδοση, στην παγκόσμια λογοτεχνία και στην ελληνική γραμματεία με έμφαση στο έργο της Επτανησιακής Σχολής και στη λογοτεχνία από Μεσοπόλεμο έως και τις μέρες μας. Μεταφράζει στα Νέα Ελληνικά από τα Αρχαία Ελληνικά και τα Λατινικά, τα Γερμανικά, τα Ιταλικά, τα Ισπανικά, τα Γαλλικά, τα Αγγλικά, τα Ρωσικά και τα Τσεχικά. Έχει δημοσιεύσει ποιήματα, μυθιστορήματα και δοκίμια. 


 PABLO NERUDA

ΤΟ ΚΑΤΑΠΟΝΤΙΣΜΕΝΟ ΡΟΛΟΪ


Υπάρχει τόσο άραχλο φως στους τρίσβαθους αιθέρες
και τόσες διάστασές τους εκιτρινίσαν εντελώς αδοκήτως,
που δε πέφτει πλέον ο άνεμος
μα κι ούτε ανασαίνουνε πλέον τα φύλλα.

Επίσημη μέρα Κυριακή κρεμιέται απάνω απ’ τα πελάγη,
καράβι βουλιαγμένο αύτανδρο θα ’λεγες στον πόντο,
και μια σταγόνα χρόνος σκαληνός
χιμούν από τις σκαλινάδες
υγρασίες φορώντας διάφεγγες
που σβέλτες, καθώς είν’, σου κόβουν τα ήπατα.

Υπάρχουν μήνες στοιβαγμένοι
με βάρος σοβαρό σ’ ένα ρούχο
που θες να το μυρίσεις κλαίγοντας με τα μάτια κλεισμένα,
όπως υπάρχουνε και χρόνια συναγμένα
σ’ ένα τυφλό σημάδι του νερού βορβορώδες, χαλκοπράσινο·
υπάρχει η εποχή
που ούτε τα δάχτυλα ούτε το φως αγγίξανε,
πολύ πιο πολύτιμη κι από σπασμένη βεντάλια,
πολύ πιο αμίλητη κι από ξεθαμμένο ποδάρι,
όπως υπάρχει και των διαλυμένων ημερών
η εποχή η γαμήλια
σ’ έναν τάφο μέσα θλιβερό
που τον διαπλέουνε ψάρια και χέλια χίλια.

Πέφτουν του χρόνου τ’ ανθοπέταλα,
πέφτουν, ασταμάτητα πέφτουν,
πέφτουν σαν αλεξιβρόχια αλώμενα
που μοιάζουν ουρανών στερέωμα,
πέφτουνε και ολοένα μεγαλώνουν πέφτοντας,
και δεν είναι παρά μόλις
μια καμπάνα που ποτέ πιο πριν δεν έτυχε να δούμε,
και δεν είναι παρά μόλις
ένα ρόδο μούσκεμα, μια μέδουσα, ένα μακρύ
κερματισμένο χτύπημα,
που όμως δεν είναι αυτό, αλλά κάτι άλλο, κάτι που μόλις
που σ’ ακουμπά κι ευθύς αμέσως σβήνει,
χνάρι δεμένο, μπερδεμένο
δίχως σάλαγο και με κανέναν ήχο
και δίχως καν ανάκατα πουλιά,
αρωμάτων κηλαϊδισμός λιπόθυμος
όσο και φυλών ανθρώπινων.

Κατακαμπίς τανύστηκε απάνω από τα βρύα το ρολόγι
και με την ηλεχτρικιά του τη μορφή
εχτύπησε τό ’να του ισχίο·
λαβωμένο τρέχει τώρα και σαθρό
κάτω απ’ το θρο των τρομερών νερών
που φριχτότατα εκεί κυματίζουν
με εκκενώσεις ρευμάτων
Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής

Κυριακή, 7 Απριλίου 2013

Νίκος Καββαδίας - αναχωρήσεις και αφίξεις, αναπόδραστες

Είναι σαφέστατα ποίηση της θάλασσας, η ποίηση του Νίκου Καββαδία, με όλα τα ταξίδια, τους φόβους και τις αποφάσεις που αυτό συνεπάγεται. Ο ποιητής δεν αποποιήθηκε ποτέ την ταυτότητά του ως θαλασσινός, αλλά μετουσίωσε τα θεμελιώδη συστατικά στοιχεία της για να τους δώσει το λογοτεχνικό προφίλ που τον χαρακτηρίζει.

Ένα ταξίδι στο διηνεκές και στον χρόνο είναι η ποίηση του Νίκου Καββαδία, χτισμένη πάνω στα ασταθή καταστρώματα των πλοίων και στις βαθιά ριζωμένες υπαρξιακές αγωνίες του. Η αναχώρηση αποτελεί λοιπόν το σημείο όπου όλα αρχίζουν και όλα επαναλαμβάνονται. Η σημασία της στο ποιητικό έργο του είναι θεμελιώδης: επιτρέπει την επανεκκίνηση, ουσιαστικά επιτρέπει μια ακόμα ευκαιρία. Η αναχώρηση που σηματοδοτεί το καινούριο ταξίδι λειτουργεί σε δυο επίπεδα, συμπληρωματικά μεταξύ τους: ο ποιητής σε ένα πρώτο ρεαλιστικό επίπεδο αφήνει πίσω του τη στεριά, κατ’εξοχήν θέατρο κινδύνων πάσης φύσεως, κερδίζοντας σε συμβολικό επίπεδο μια ακόμα ευκαιρία για να διορθώσει τα κακώς κείμενα της στεριανής ζωής.

Η αναχώρηση είναι συμβολικά φορτισμένη επειδή κατά κύριο λόγο καλλιεργεί τις αυταπάτες της επικείμενης ή τουλάχιστον της πιθανής λύτρωσης: το επόμενο ταξίδι είναι πάντα το καθοριστικό, αυτό που περικλείει όλες τις ελπίδες και αυτό που θα τις προδώσει όλες. Στην πραγματικότητα η αναχώρηση είναι η μια όψη του νομίσματος, η άλλη είναι φυσικά η άφιξη. Κάθε μπάρκο, κάθε καράβι στοχεύει στον τελικό προορισμό, κι αυτό ανεξαρτήτως χρόνου: αργά ή γρήγορα η στιγμή του λιμανιού θα φτάνει πάντα, και ο ποιητής επιχειρεί να ψηλαφίσει την συμβολική ισορροπία ανάμεσα στο λιμάνι που πλησιάζει στον ορίζοντα και στο λιμάνι που αργότερα θα απομακρύνεται.

Στην ποιητική συλλογή Μαραμπού ο ποιητής επεκτείνει το στοιχείο της αναχώρησης/άφιξης και σε αντικείμενα-σύμβολα: διασταυρώνεται με ανθρώπους και πράγματα που στη συνέχεια χάνονται, διαγράφοντας τις δικές τους ανεξάρτητες πορείες. Το μαχαίρι στο ομώνυμο ποίημα, η πίπα («Έχω μια πίπα»), η μαϊμού (« Η μαϊμού του ινδικού λιμανιού»), ο Γουίλλη («Ένας νέγρος θερμαστής από το Τζιμπουτί») διασχίζουν την ζωή του ποιητή για κάποιο διάστημα, μετατρέπονται σε στίχους και παγώνουν στον χρόνο: γίνονται ανάμνηση.
Ύστερα σ’είδα στη Μαρσίλια σαν εχάθηκες
Μέσα στο θόρυβο χωρίς να στρέψεις πίσω.
Κι εγώ, που μόνο την υγρήν έκταση αγάπησα,
Λέω πως εσένα θα μπορούσα ν’αγαπήσω.[1] 
Το λιμάνι είναι αυτός ο γεωγραφικός χώρος που συμβολίζει ταυτόχρονα και ισόποσα την αναχώρηση και την άφιξη, την αναπόφευκτη παρουσία της στεριάς και την υπόσχεση της θάλασσας. Είναι ταυτόχρονα καταληκτικό σημείο και ευκαιρία απόδρασης, σημείο συνάντησης και αποχωρισμού, έλξης και απώθησης. Στη προσωπική μυθολογία του Καββαδία το χώμα συμβολίζει τον θάνατο που τρομάζει, σε αντίθεση με την θάλασσα που παρέχει ένα μνήμα απαλλαγμένο από το φορτίο της γης: η συμφιλίωση γίνεται στο υγρό στοιχείο, στο κατ’επιλογήν οικείο, στη μέση του ταξιδιού. 
Καίσαρ, από ένα θάνατο σε κάμαρα,
κι από ένα χωματένιο πεζο μνήμα,
δε θα ‘ναι ποιητικότερο και πι’όμορφο,
ο διάφεγγος βυθός και τ’άγριο κύμα;[2]
Κρις Λιβανίου


[1] Νίκος Καββαδίας, Μαραμπού, εκδ. Άγρα, Αθήνα, 1990, σελ. 34, στ. 13-16.
[2] Op.cit. σελ. 22, στ. 37-40.

Τετάρτη, 3 Απριλίου 2013

"Παράσταση ήττας" του Χάρη Μελιτά


Δεν ασχολούμαι με ποιητικά βιβλία ή ποιητές που δεν με προκαλούν και που δεν έχουν στόχο. Ακόμα και αν μία συλλογή υποφέρει, κατά τη γνώμη μου, από σφάλματα που μου στερούν την απόλαυσή της, στην περίπτωση που υπακούει στις παραπάνω συνθήκες, θεωρώ, αν μη τι άλλο, ότι έχει λόγο ύπαρξης.  

Η "Παράσταση Ήττας" του Χάρη Μελιτά, το τελευταίο βιβλίο του ικανού ποιητή που εκδόθηκε από τον Μανδραγόρα, ανήκει στην κατηγορία που περιέγραψα παραπάνω. Πρωτίστως, βέβαια, στην κατηγορία αυτή ανήκει ο ίδιος ο ποιητής, ο οποίος είναι φανερό ότι δεν στήνει ξόβεργες μήπως και πιάσει ένα ή δύο νοήματα, αλλά συνθέτει καλοστημένες και περίτεχνες παγίδες, μέσα από τις ποιητικές του αδυναμίες, που πρώτα από όλα σκοπό έχουν να εγκλωβίσουν τον εαυτό του. Με την καλή έννοια.

Είναι λοιπόν δύσκολο να μη σεβαστείς έναν ποιητή που σκοπό δεν έχει να ανυψώσει το εγώ του γράφοντας αυτοαναφορικές και ακατανόητες βλακείες, ως "μεγάλος ποιητής", αλλά να το σύρει από τα μαλλιά και να το βασανίσει. Αναμενόμενα, έτσι, ο σαρκασμός, η πικρία, το παράπονο και μια ιδέα μαύρης κωμωδίας κυβερνούν τα ποιήματα της συλλογής, δημιουργώντας ένα πλαίσιο όπου η προσωπική οπτική προσπαθεί να απαθανατίσει μιαν άλλη, ευρύτερη και πάνω από όλα καθημερινή. 

H "Παράσταση Ήττας" διατηρεί σχετικά το ύφος του "Εραστή Ειδώλων", αν και θεματικά διακρίνεται μια ανάγκη για ακόμα μεγαλύτερη έκφραση της κοινωνικής κατάρρευσης, της ανθρώπινης κατάρρευσης. Ο λόγος που αυτή ικανοποιείται, στο βαθμό που ικανοποιείται, είναι η ηθελημένη αποστασιοποίηση από τη δήθεν λυρική έκφραση, με την οποία έχουμε μπουχτίσει από τόσους και τόσους, και η αφοσίωση σε μια άκαμπτη εικόνα της πραγματικότητας, όπως αυτή φιλτράρεται μέσα από το βλέμμα του ποιητή και καρφώνεται σαν βέλος στον αναγνώστη.

Μη σας εκπλήξει, λοιπόν, αν η συναισθηματική βία που συχνά ασκεί ο Μελιτάς στους ήρωές του, δηλαδή στον εαυτό του, περάσει κάποιες φορές και σε σας, δίχως να το καταλάβετε, ελέω φυσικά των μηχανισμών που περιέγραψα παραπάνω. 

Αν αυτό είναι το στίγμα της ενοχής που κατατρέχει τον ποιητή ή το κριτικό μάτι που γεννάται από την απόγνωση, είναι δύσκολο να εντοπιστεί. Κάποιοι στίχοι του Μελιτά, ούτως ή άλλως, στήνονται με τέτοιο τρόπο ώστε μέρος της ουσίας τους να παραμείνει στον ποιητή, ίσως για να προστατέψει τον αναγνώστη (αλλά μάλλον για να προστατέψει τον εαυτό του). 

Αυτή η υποχρέωση και ηθική στάση των ποιημάτων του Μελιτά περνάει ατόφια, μιας και σπάνια θα νιώσει κάποιος ότι διαβάζει κάτι προσποιητό, ένας στόχος που επιτυγχάνεται από την αίσθηση νεότητας που αποπνέει η γρήγορη, άμεση και δίχως παρακαμπτήριες γραφή. 

Μέσω της τεχνικής -ο Μελιτάς έχει αξιοπρόσεκτη τεχνική- δημιουργείται ένα στιβαρό σύνολο, που συνδυάζει με επιτυχία την απελπισία και την αγριότητα της νεότητας με την πικρία και την παραίτηση της εμπειρίας.

Τα επιτεύγματα της συλλογής, βέβαια, αντισταθμίζονται -ως ένα βαθμό- από μειονεκτήματα που κάνουν συχνά-πυκνά την εμφάνισή τους. Η επανάληψη βασικών μοτίβων και ύφους, ενίοτε, προσγειώνουν απότομα τη συλλογή, ενώ είναι φανερό ότι, προς το τέλος, η έμπνευση έχει παραδώσει ολοκληρωτικά τα ηνία στην τεχνική. 

Επίσης, η "χαϊκού προσέγγιση" που τυλίγεται συχνά στη ραχοκοκκαλιά της συλλογής σπάει το ρυθμό και τεμαχίζει άδικα πολλά ποιήματα, που αντί να ρέουν ελεύθερα στην ανάγνωση, σκοντάφτουν και σταματούν άδοξα στις τελείες.

Η επιθυμία του Μελιτά, λοιπόν, να μας επιστήσει την προσοχή σε συγκεκριμένες στιγμές ή να αποδώσει τη δυναμική ορισμένων στίχων και νοημάτων, ακολούθως, ακινητοποιείται από την απαρχαιωμένη αυστηρότητα ενός ύφους που δεν φαίνεται να ταιριάζει καλά με το αντίστοιχο του Μελιτά. 

Όπως είπα, όμως, είναι δύσκολο να μη σεβαστώ ένα βιβλίο που έχει σκοπό και ξέρει να προκαλεί. Εύχομαι ο Μελιτάς να καταφέρει να ανανεωθεί στο επόμενο βιβλίο του, τόσο σε ύφος όσο και σε μοτίβα, για να μπορέσει έτσι να μας δώσει, κατά τη γνώμη μου πάντα, ακόμα πιο ουσιαστική ποίηση. 

Η.Θ. Παππάς
Πατήστε για να δείτε επιλογές από την "Παράσταση Ήττας"

Δευτέρα, 1 Απριλίου 2013

Ήταν κάποτε μια Πόλη... Σκαλίζοντας τις μνήμες, σκαλίζοντας τις λέξεις...


(αφιέρωμα στην Εβραϊκή Κοινότητα της Θεσσαλονίκης 80 χρόνια μετά)

"Είστε Νορβηγός;", ρωτά ο κύριος Balloon τον Peer Gynt του Ίψεν, σε ένα εμβληματικό κείμενό του. Κι εκείνος απαντά: "Ναι, εκ γεννήσεως αλλά με κοσμοπολίτικο πνεύμα. Όσον αφορά στην περιουσία την οποία έφτιαξα, οφείλω να ευχαριστήσω την Αμερική. Την πλούσια βιβλιοθήκη μου τη χρωστάω στις νέες σχολές της Γερμανίας. Από την άλλη, από τη Γαλλία προμηθεύομαι τα γιλέκα μου, τους τρόπους μου και τον πνευματώδη χαρακτήρα μου, από την Αγγλία την εργατικότητά μου, και μια οξεία αντίληψη του τι είναι προς όφελός μου. Οι Εβραίοι με έμαθαν την υπομονή. Μια γεύση του ότι μια καλή κουβέντα δεν κοστίζει τίποτα πήρα από την Ιταλία, και μια φορά, σε ένα επικίνδυνο πέρασμα, για να συμπληρώσω το ζύγισμα των ημερών μου, προσέφυγα στο ατσάλι από τη Σουηδία." (Πέερ Γκυντ, Πράξη IV)

Ο Ίψεν, που θεωρούσε ότι το να είσαι ποιητής σημαίνει να βλέπεις και το να γράφεις, σημαίνει να κλητεύεις εαυτόν σε δίκη και παίζεις τον ρόλο του δικαστή, δύσκολα θα υπεράσπιζε μια δικαιοσύνη στα όρια του "εγώ" ή της ανάπτυξής του, του "εμείς". Δημιούργησε έτσι έναν πολυπολιτισμικό ήρωα μέσα από τον επεξεργασμένο στον αργαλειό του Διαφωτισμού θεατρικό του μύθο. Αλλά στους προγενέστερους μύθους, τους ανεπεξέργαστους αρχαϊκούς μύθους της ανθρωπότητας, αυτούς που σώζονται στα παιδικά παραμύθια (σε αντίθεση με τα ενήλικα παραμύθια μιας πολιτικά ορθής γλώσσας) υπάρχει μια ισχυρή λογική αρνητικής διάκρισης: o ξένος, του οποίου η όψη (ανάστημα, χρώμα, πολιτιστικά χαρακτηριστικά), οι κοινωνικές συμπεριφορές και οι ηθικές προαιρέσεις θεωρούνται επικίνδυνες (ή αντίθετα σε πολύ ιδιαίτερες συνθήκες και αφού έχει ταπεινωθεί ή τιμωρηθεί και δεν "επιστρέφει" θεωρούνται πια "αποδεκτές"), στέκεται μονίμως "έξω κι απέναντι" από τα σύνορα του δικού μας κόσμου, της δικής μας ομάδας.

Ποιές είναι λοιπόν πλευρές της λογοτεχνικής αναπαράστασης των Εβραίων στα Δημοτικά τραγούδια που γράφονται στο ναζιστικά στρατόπεδα;

Τα δημοτικά τραγούδια των στρατοπέδων συγκέντρωσης

Υπάρχει ένας αρχαίος μύθος που μιλά για τις κόρες του Δαναού και το χαμένο τους φορτίο που έπεφτε από τις τρύπιες στάμνες τους. Μιλά για τον διαρκή, ανειρήνευτο αγώνα του ανθρώπου να "ξεδιψάσει" στην υπαρξιακή και κοινωνικοπολιτική έρημο που ζει.

Ίσως δεν υπάρχει χώρος πιο προνομιακός για να φανούν οι αναπαραστάσεις αυτής της λειτουργίας από τη γραφή, ακόμη κι όταν αφορά την απώτατη ακρότητα (όπως αυτή των στρατοπέδων) που θα ξεφεύγει διαρκώς απ' τις λέξεις. Κατεξοχήν μορφή συμβολικής αναπαράστασης ο χώρος της μυθοπλασίας της λογοτεχνίας, επειδή η γλώσσα της λογοτεχνίας πλούσια σε συνυποδηλώσεις, σε συμβολισμούς, σε μεταφορές και σε σχήματα εικονοποιϊας συνδέεται ή αφορά σε εθνικές και πολιτιστικές εικόνες (Αμπατζοπούλου Φ., 2001).

Σε γενικές γραμμές (και σε αντίθεση με τον αντισημιτισμό που υπάρχει σε σημαντικές πλευρές της ελληνικής κοινωνίας), μια γενική αντίφαση στον τρόπο με τον οποίο καταγράφονται οι Εβραίοι στην ελληνική λογοτεχνία στην διάρκεια του 20ου αιώνα. Παρά το γεγονός ενός μικρού αριθμού αντισημιτικών αναφορών (τουλάχιστον όσον αφορά την λογοτεχνία πρώτης γραμμής) όπως ο στίχος του Καρυωτάκη "θα σε σταυρώσουν κονσόρτια κι Εβραίοι", οι οποίες δεν φαίνεται επ' ουδενί να υποστηρίζουν μια εθνο-κάθαρση αλλά χρησιμοποιούνται ως "πολυχρησιμοποιημένοι συμβολισμοί", κάποια θετικά σχόλια δε φαίνεται να λείπουν επίσης ("Και γένομαι αυτός που θα ήθελα πάντα να μένω των Εβραίων, των ιερών Εβραίων ο υιός",  Καβάφης).

Στη δεκαετία του '50 μια εσωτερική αντίφαση εμφανίζεται στις κυρίαρχες αναγνώσεις.Από τη μια μεριά υπάρχουν ο αντικομουνισμός και ο αντισημιτισμός (καθώς "οι κομμουνιστές κι οι Εβραίοι προσπαθούν να κατακτήσουν την Ελλάδα μέσα από τον Μαρξισμό") και δρουν ως "πολύτιμα εργαλεία" στη διαδικασία νομιμοποίησης της κοινωνικοπολιτικής ιεραρχίας στην μεταπολεμική Μεσόγειο. Από την άλλη μεριά, οι Εβραίοι έχουν θυματοποιηθεί σε βαθμό που είναι σχεδόν αδύνατον να πείσουν στον ρόλο του απειλητικού εχθρού.

Η κοινωνία έπρεπε να διαπραγματευτεί αυτή την διπλή εικόνα. Η λογοτεχνία του '50 μπορούσε να καταγράψει αυτές τις πολύσημες δυναμικές με έναν πιο απελευθερωμένο τρόπο από την καθαυτό πολιτική αρένα. Οι καταγραφές της όμως έπρεπε να διαμορφωθούν μέσα σ' αυτή την διπλή εικόνα, να διαμορφωθούν απ' αυτήν, σ' έναν βαθμό να την διαμορφώσουν και την ίδια στιγμή να την ξεπεράσουν, για να δώσουν στους Εβραίους το συμβολικό στάτους που η λογοτεχνία απαιτεί όταν πρέπει να προωθεί κοινωνικές αξίες και διαδικασίες απελευθέρωσης.

Κείμενα αυτο-παρουσίασης

Τα λίγα κείμενα αυτο-παρουσίασης που έχουν έρθει στο φως της δημοσιότητας δεν έχουν πρόσωπο, ούτε όνομα. Είναι δημώδη κείμενα που τριγυρνούν αναζητώντας (ή καλυπτόμενα πίσω από) έναν συλλογικό γονιό. Στην (συλλογική) λοιπόν αυτό-παρουσίαση που καθρεπτίζεται στα δημοτικά τραγούδια τα οποία έχουν παραχθεί στα στρατόπεδα συγκέντρωσης και στα οποία θα επικεντρωθούμε, η εστίαση της αφήγησης είναι εσωτερική και η οπτική γωνία συλλογική (χρήση του 1ου πληθυντικού).

Αυτό δείχνει φυσιολογικό, καθώς τα δημοτικά τραγούδια χρησιμοποιούνται συνήθως για να εκφράσουν την κοινή μοίρα μέσα από ατομικές ιστορίες:
Μαύρη μωρέ, μαύρ' είναι η ζωή που κάνουμε
Με φόβο τρώμε το ψωμί, με φόβο περπατάμε 
Δεν έκλεψα μωρέ, δεν έκλεψα ούτε σκότωσα
Εβραιοπούλα είμουνα, γι' αυτό με φυλακίσαν
στο Άουσβιτς με κλείσαν.
(σ.σ. διατηρείται η ορθογραφία της εποχής).
Βρίσκουμε εδώ (κρατώντας και την ορθογραφία της εποχής) κοινά θέματα με τα υπόλοιπα δείγματα των ελληνικών δημοτικών τραγουδιών, όπως αναφορά στη μητέρα στην κορύφωση του πόνου:
Πάντα πέντε στην σειρά
(Αχ! Μανούλα μου γλυκειά)
Πάντα πέντε στην γραμμή.
(Αχ! Μανούλα μου χρυσή).
Ο πόνος, τα ερωτηματικά και οι σκληρές συνθήκες βρίσκονται ως τα κατεξοχήν υλικά δόμησης μιας συλλογικής αφήγησης ενός "γεγονότος ακραίου" που κανένας μόνος δεν θα μπορούσε να σηκώσει "στους ώμους του" εκείνα τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια. Εκφρασμένο έτσι μόνο μέσα από τα δημοτικά ή δημώδη τραγούδια/ποιήματα που (εν αντιθέση με την πλειοψηφία των ανθρώπων) επιβίωσαν ως φωνές που εκείνοι "άφησαν πίσω".

Η βαρβαρότητα των στρατοπέδων συγκέντρωσης καθρεπτίζεται σε όλες τις αναφορές κι ανάμεσα τους σε αυτές που αφορούν στις εργασιακές σχέσεις:
Στην δουλειά πηγαίνουμε
Με ανέμους και βροχές
Κι αν σιγά δουλεύουμε
Το μπαστούνι βλέπουμε
(δημοτικό)
Στη βρυσ' μωρέ, στη βρύση να πάω δεν μπορώ
Παντού μου λέει ο σκοπός "είσαι φυλακισμένη,
γερμανοκρατούμενη".
Στα δημοτικά παρουσιάζεται ή μάλλον σκιαγραφείται ένα τραγικό δίπολο στο οποίο η μία πλευρά στερείται της ανθρώπινης υπόστασης της και ανάγεται σε "σκεύος προς χειρισμόν", ενώ η άλλη "δεν έχει" συγκεκριμένο πρόσωπο.
Στο λουτρό μας πήγαιναν
Για ψώρα μας κυττάζανε
Κι η καρδιά μας τικ τικ τακ
Μην τυχόν στο γκάζ μας πάν.
(σσ διατηρείται η ορθογραφία της εποχής). 
Η έλλειψη συγκεκριμένου προσώπου ίσως δείχνει την παρουσία ενός πράγματος που δεν μπορεί να 'χει ανθρώπινο πρόσωπο ή όνομα.

Σκαλίζοντας τις μνήμες, σκαλίζοντας τις λέξεις...

Όσον αφορά τα ποιήματα που γράφτηκαν από Χριστιανούς (ετεροπαρουσιάσεις) αξίζει (σε ένα πολύ πλατύτερο θέμα) να σχολιαστεί ότι στην αναπαράσταση των στρατοπέδων συγκέντρωσης ως "τόπου" παρατηρούμε ένα φαινόμενο. Το άμεσο σοκ αυτού του μη-τόπου, αυτή η έρημος του πόνου, αφήνει τους ανθρώπους δίχως γεωγραφικό προσανατολισμό. Μόνο τα μάτια και το σώμα των θυμάτων συνιστούν έναν σημειολογικό "τόπο", όπου οι άνθρωποι μπορούν να συνδεθούν με την γη. Κι από εκεί με τους "άλλους" ανθρώπους εισχωρώντας στη μνήμη τους.
Καμιά άλλη γη, άρα ρίζα, δεν επιβιώνει.
Ο τρομερός καπνός της σάρκας σου
καίει τη μνήμη σ' άδειες κάμαρες
με όλους τους παλιούς μας φόβους.
Μα η θλίψη αυτή δεν είναι πια δική σου. (Καφταντζής) 
Κι έτσι μόνο μπορεί να ανασυσταθεί η "άλλη γη" των στρατοπέδων στην μεταπολεμική περίοδο ή τα όποια ψήγματα της, μέσα από ανθρώπων τραγικά ίχνη και θραύσματα:
Τώρα που τα βήματά μας αντηχούν στους δρόμους
είναι μάταιο να παρατηρούμε πόσες πέτρες υπάρχουν
και να ψάχνουμε για τ' αχνάρια
των παιδικών ποδιών πάνω στα χιόνια
(Ν.Κοκκαλίδου Ναχμία, "Εκείνοι κι Εμείς") 
Αλίμονο, πρέπει να το δεχτώ: Τα μάτια σου
εξατμίστηκαν στου κρεματορίου την φλόγα.
Σμίξαν με τους ατμούς άλλων ματιών,
που είχαν κάποτε πλανηθεί μες στ' όνειρο.
(Γ.Θ. Βαφόπουλος, "Άουσβιτς: Ελεγείο σε μια ξανθή κοτσίδα")
Στο ποίημα του Τσανάκα που ακολουθεί ο άνθρωπος είναι ανίκανος να εκφράσει τα αισθήματά του με λέξεις και τα χέρια, μαζί με την απρόσωπη αφήγηση σε δεύτερο πρόσωπο, προσπαθούν να εκφράσουν το ανείπωτο που κανένα "πρόσωπο" δεν μπορεί να "σηκώσει", θυμίζοντας έτσι την περίφημη ρήση "όχι ποίηση μετά το Άουσβιτς":
Έτσι τους μιλάς,
πίσω από το συρματόπλεγμα, πάνω απ' το χώμα
τα χέρια σου τραυλίζουν,
σαν να κλέβεις τις λέξεις
απ' τον άνεμο...
Σκεβρωμένος σαν αγέννητος, άφωνο εξάρτημα φωνής στο
οροπέδιο της σιωπής, οι
απόντες σε διδάσκουν
 ν' αφουγκράζεσαι.
(Χ.Τσανάκας Προσκύνημα)
Γενικά υπάρχουν σύμβολα της φριχτής μοίρας (τρένα, νερά, μήτρα, θάνατος). Όλες οι σκηνές που αναφέρονται στις άμεσες εμπειρίες είναι σκηνές τοπικότητας (κι εκφράζονται με σύμβολα Εβραϊκής τοπικότητας όπως αστέρι, Τάλεθ κλπ., καθώς αυτή η μοίρα δεν θεωρείται ότι μπορεί να μεταφερθεί). Αλλά το υλικό μέσα από το οποίο οι συγγραφείς προσπαθούν να διαπραγματευτούν αυτό που συνέβη (μνήμες, απομεινάρια κ.ά.) αποτελείται κυρίως από καθολικότητες που εκφράζονται από τα βασικότερα χαρακτηριστικά της ανθρώπινης ζωής και ύπαρξης (μαλλιά, μάτια, καθρέφτες, μητέρα). Οι Εβραίοι, με τον τρόπο αυτόν, "χάνουν" το ιδιαίτερο πρόσωπο τους και αποκτούν (εξαιτίας όμως της ιδιαιτερότητας του προσώπου τους) το συμβολικό στάτους του αιώνια διωκόμενου.

"Όχι ποίηση μετά το Άουσβιτς!" μπορεί να μαστίγωσε τον πολιτισμό μας ο Αντόρνο. Αλλά, λουλούδια που φύτρωσαν στην έρημο των στρατοπέδων συγκέντρωσης, τα δημοτικά τραγούδια των Εβραίων που γράφονται στα στρατόπεδα του θανάτου, υπενθυμίζουν την δύναμη τόσο του ανθρώπου να δημιουργεί μέσα στον άφατο (κυριολεκτικά εδώ) πόνο όσο και ότι οι κόρες του Δαναού (όπως κι αν ονομάζονται σε κάθε εποχή) θ' ανακαλύπτουν ότι οι ίδιες μπορεί να μην ξεδίψασαν, μα φύτρωσαν στην έρημο τα πολυτιμότερα λουλούδια, τα ξερικά, από τις στάλες του "χαμένου" τους φορτίου. Και γίνονται, γι' ακόμη μια φορά, υπενθύμιση του όπου γης αγώνα κατά του φανατισμού και της χυδαιότερης κορωνίδας του, του ναζισμού.

Ελένη Καρασαββίδου

* Χρησιμοποιήθηκε ποιητικό υλικό από το περιοδικό "Χρονικά". Πιο εκτεταμένη μελέτη μπορεί να βρεθεί στο Λογοτεχνικό Περιοδικό της Διασπορικής Λογοτεχνίας http://diasporic.org/mnimes/archives/there-was-a-city-once. Το άρθρο, σε πιο συντομευμένη εκδοχή από αυτήν που δημοσιεύουμε στο στίγμαΛόγου, δημοσιεύθηκε και στην εφημερίδα Αυγή, φύλλο της 22ας Μαρτίου 2013.