Κυριακή, 30 Δεκεμβρίου 2012

διαβάσαμε...

Αποσπάσματα δοκιμίων από το αφιέρωμα «Η αλήθεια στην τέχνη» του περιοδικού Νέα Σκέψη, τ.523&524(9-12), Δεκ. 2012:

Ανιχνεύοντας την αλήθεια στους συμβολισμούς της Τέχνης

«…Ο άνθρωπος προσδοκά από την Τέχνη την ποιότητα της ζωής του με την ενεργοποίηση των αισθήσεών του και την ανάπτυξη της ευαισθησίας του. Προσδοκά την κατανόηση του εαυτού του και του κόσμου, τις κρυμμένες πτυχές των πραγμάτων. Με την Τέχνη, μπορεί να δονηθεί στους ρυθμούς του σύμπαντος, σε μία ατελείωτη αναζήτηση της θέσης του μέσα σε αυτό το σύμπαν. Άλλωστε, η Τέχνη είναι μια μορφή ζωής, δημιουργός προτύπου. Ένα κομμάτι πολύ σημαντικό, από την κινούμενη και άνευ ορίων πραγματικότητα της ζωής, που δείχνει προσαρμοσμένο πάνω σ’ ένα σημάδι φαινομενικά ακίνητο και περιορισμένο. Άλλοτε συμπυκνώνεται στο χώρο, παίρνοντας συμβολικό χαρακτήρα και άλλοτε πολλαπλασιάζει την εσωτερική ενέργεια με δύναμη, δημιουργώντας την ανανέωση, με αλλεπάλληλες εκρήξεις. Γι’ αυτό πιστεύω ότι αυτό που κατορθώνει με το έργο του ο καλλιτέχνης είναι «απερίγραπτο». (….) Ο άνθρωπος προσδοκά από την Τέχνη προσφορά στον ψυχικό του κόσμο, που αποτελεί την ίδια του τη ζωή. Τότε ενεργεί μέσα του η Τέχνη και τότε, περνώντας από την αίσθηση και την απόλαυση, καταλήγει στην ανάλυση με το δικό του τρόπο, οπότε ο ψυχικός κόσμος έχει τότε ενεργοποιηθεί, προσεγγίζοντας τη γνώση για την Αλήθεια».

Γεώργιος Καλακαλλάς
Γλύπτης – Ομότιμος Καθηγητής Ε.Μ.Π.


Αλήθεια και Τέχνη (η τέχνη είναι ένα «σαν να»)

«Η αλήθεια στην τέχνη δεν μεταφράζεται σε «πιστή αναπαράσταση της πραγματικότητας». Το αν η πραγματικότητα αναπαριστάται με πιστότητα ή όχι είναι θέμα δευτερεύον. Όταν μιλάμε για «αλήθεια στην τέχνη» αναφερόμαστε σε κάτι βαθύτερο, κάτι μοναδικό, γιατί η τέχνη είναι μια αλληγορία που προκαλεί την ανάδυση της αλήθειας με απρόσμενους τρόπους. Τα έργα τέχνης, ως προϊόντα του διαλόγου του καλλιτέχνη με τον κόσμο και τον εαυτό του, παράγουν μεταφυσικά σχήματα του τρόπου με τον οποίο το αισθητό ακουμπά στην ψυχή του, θρυμματίζεται και ανασυντάσσεται, δημιουργώντας κάτι νέο. Γιατί αυτό είναι τελικά η τέχνη: μια νέα, μια άλλη πραγματικότητα, απόλυτα συναρτώμενη από τον ψυχισμό του δημιουργού της, η οποία μπορεί όχι απλά να μην αναπαριστά με πιστότητα το αισθητό, αλλά να του εναντιώνεται».

Χριστίνα Λιναρδάκη


Αλήθεια και ψέμα στην τέχνη

«Η δημιουργία αυτού του νέου κόσμου των καλλιτεχνών ή των ποιητών δεν είναι δυνατόν να οικοδομηθεί στο κενό, ούτε είναι σωστό να χρησιμοποιήσει τη γλώσσα του αληθινού κόσμου που έρχεται να ανατρέψει. Έχει ανάγκη από ένα άλλο πλαίσιο κανόνων. Αυτοί οι κανόνες δεν είναι άλλοι από τους κώδικες του κόσμου της τέχνης και των νόμων που προηγήθηκαν. Η αλήθεια που προκύπτει από τα έργα αυτά είναι μια άλλη αλήθεια, την οποία ο καλλιτέχνης επιθυμεί και είναι αναγκαίο να τη χρησιμοποιήσει, αλλά ταυτόχρονα πρέπει να τη διαψεύσει για να παράγει τη δική του καλλιτεχνική πρόταση».

Λουκάς Θεοχαρόπουλος



Αναζητώντας την αλήθεια στην ερμηνεία της τέχνης

«…τους όποιους συναισθηματικούς ερεθισμούς ή νοηματικά μηνύματα έχει να δώσει ένα έργο τέχνης, θα πρέπει το κοινό να τα εισπράξει μετά από την πρώτη θέαση, ακρόαση ή ανάγνωσή του, αλλιώς η όλη μαγεία θα χαθεί στα αναπόφευκτα ερωτήματα και τις ερμηνευτικές αναζητήσεις που θα ακολουθήσουν. Βέβαια, πολλές φορές αυτές οι ερμηνευτικές αναζητήσεις για να βρεθεί η κρυμμένη «αλήθεια» του έργου, αποτελούν ένα μέρος της ομορφιάς της τέχνης. Όμως σε όλα θα πρέπει να υπάρχει ένα μέτρο. Διότι η αληθινή τέχνη δεν θα πρέπει να είναι μόνο ένας εκφραστικός αυτοσκοπός του καλλιτέχνη ούτε θα πρέπει να απευθύνεται μόνο σε ένα μικρό κύκλο εκλεκτών και μυημένων αποδεκτών, αλλά πρέπει να προσπαθεί να καλλιεργήσει, να εκπαιδεύσει και να ψυχαγωγήσει το ευρύ κοινό, ώστε να εξυψώσει το πνευματικό του επίπεδο και να πλουτίσει τις αισθητικές του απολαύσεις».

Γιώργος Μαρινάκης

Πέμπτη, 27 Δεκεμβρίου 2012

Επιλογή από την ποιητική συλλογή "Κύπρον, ιν ντηντ", του Μίμη Σουλιώτη

Μπορείτε να διαβάσετε την παρουσίαση της "Κύπρον, ιν ντηντ" εδώ.


"ΘΑ ΜΠΩ ΤΗΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ"

"Απόψε εννά μπω της Λάρνακας στις οχτώ"
σαν "Θα μπαίνω μέσα σου όλη νύχτα" μού ακούστηκε
η φίνα διατύπωση που ψάρεψα στην καφετέρια - 
αντί για κολόκες αρπαχτές απ' την παράδοση.
Αυτή η σύνταξη με την παρωχημένη δοτική μέσα
με φαντασιώνει με την Λάρνακα πλαγιασμένηνα,
γερτή στην γενική της κατάκλιση
μαυροβρυού, αραχνοΰφαντη, μεσογειακή,
μόλις λιγότερο ανάλαφρη από αιγαιακή,
να με περιμένω να της μπω, Παναΐα μου,
απ' όπως την γυροφέρνω με το αεροπλάνο.

(Άσχετο μα σχετικό:
Μαχαιράς σαν πυκνή σκοτεινή σοκολάτα - κάρβανος αιθός
που για να την γευτείς πρέπει να ν' αντέχεις - όχι Κορνάρος
         γάλακτος,
όχι φραπέδες καλοχτυπημένοι με ζαχαρόγαλα·
η Νήσος έχει φως περισσότερο απ' το κανονικό,
την ξασπρίζει ένας στασιμοπληθωρισμός φως,
μια ντάλα σαν μπλόφα στα σκότη,
οι σκιές πήζουν κάργα στο μαύρο.)

--------------------------------------------------------------------------


ΡΙΖΟΚΑΡΠΑΣΟ

Επιστρέφαμε από το Ριζοκάρπασο
που έχει τον πιο καθαρό αέρα,
ο Πιερής τούς σκηνοθέτησε το Άσμα του Γιοφυριού
και μες στο πούλμαν του γυρισμού οι φοιτητές χαλάρωναν
λεξιπαίζοντας με το αγρινόν - μουφλόν
τύπου "Η πύλη του Αγριανού", "Τον Αράπη κι αν τον πλύνεις
το αγρίνι σου χαλάς", "Καρέλια Αγρινίου", "την επάγριον",
"Αγρίνια κι αγρινάκια μου" και τέτοιες παρεκφορές
που εκτροχίαζαν τις σημασίες και τόνωναν το κέφι.

Στο δείπνο είχαν παρακαθήσει και δύο διακριτικοί με
       πολιτικά
που αποχώρησαν λίγο προτού ανεβούμε να φύγουμε,
περάσαμε το τελωνείο χωρίς καθυστέρηση
και φτάσαμε στην πλατεία Ελευθερίας, απαλά.

Στη διάρκεια της παράστασης είχε ακουστεί ο μουεζίνης·
τα φώτα σβήσαν και οι ηθοποιοί ανέστειλαν με ταμπλό βιβάν,
οι θεατές παρέμειναν στις θέσεις τους ανεκδήλωτοι και μετά,
αμέσως, η παράσταση συνεχίστηκε και περαιώθηκε.
Να την δείτε, ωραία παράσταση.

--------------------------------------------------------------------------


ΤΟ ΚΥΠΡΙΑΚΟ ΣΤΑ ΙΣΙΑ

Όπως το 1821 ή το Μακεδονικό, έτσι και το Κυπριακό
είναι ζόρικο να κουβεντιαστεί στα ίσια
χωρίς αυτονόητα, εμμονές και παπαριές.
Η τακτική της παραίσθησης αντί της αίσθησης
αξίζει όσο η μονόχειρη ενασχόληση αντί για συνουσία:
για να τα λέγαμε φάτσα-φόρα και σταράτα
έπρεπε να είχαμε το ήθος του Καραϊσκάκη
ή του Καπετάν Κώττα, που δεν το έχουμε.
Δεν το διαθέτουμε
επειδή έχουν προηγηθεί οι ενδόμυχες απεμπολήσεις,
      οι αποφάσεις,
επειδή τρομπάρουμε τα μυαλά μας με "μειοδότες" και
      "προδότες"
αντί να κατανοήσουμε με πραγματικούς όρους
και να επιδοθούμε σε συμφέροντα έργα.
Ή αλλιώς, έστω και τριτευόντως,
επειδή στήσαμε την προτομή του Τόκα κολλητά στου Μόντη
λες και είναι καλλιτεχνικά ισάξιοι, δύο δύο σαν τους Χιώτες,
καλά που δεν τους βάλαμε κι αντικριστούς
να κοιτιούνται στο διηνεκές· ή, επίσης,
εκείνο το δυσεξήγητο μνημείο κοντά στο Χίλτον.

Και όταν γράφω "Εμείς" υπονοώ "Εσείς",
εμείς δηλαδή και εσείς,
εμσείς.

--------------------------------------------------------------------------


ΚΑΦΕΣ ΜΕ ΚΑΤ' ΟΥΣΙΑΝ ΑΜΜΟΧΩΣΤΙΑΝΗ

Και πάνω που είχα αρχίσει να την φέρνω στα νερά μου
κι εκείνη δεν το απέκλειε,
ίσως και για να φανεί απλώς ευγενική, επιλέξιμη,
όπως είχαμε στρωθεί και μιλούσαμε για διάφορα
το 'φερε η κουβέντα και μου το σκάει
ότι σκότωσαν έναν πολύ δικό της λίγο πριν το Πραξικόπημα
- μικρή αυτή, στην μέση του δρόμου -
τότε αναχαιτίστηκα, την είδα με διαφορετικό μάτι,
της είπα κάτι όπου υπερτερούσε η άχνα της τρυφερότητας
γιατί το είχε αφηγηθεί τόσο αφτιασίδωτα που την σεβάστηκα,
σπάστη και σίγησα, και μετά επανήλθα
αμέσως, σαν να έκαμνα κανονική επανεκκίνηση
όπου τώρα την γούσταρα πιο πολύ
αλλά από μακριά και σαν εξακολουθητικά,
σαν από φθίνουσα απόσταση.

--------------------------------------------------------------------------


ΦΩΤΟΓΡΑΦΗΣΕΙΣ

Την νυοστή φορά που κατέβηκα στην Νήσο
αποτόλμησα να φωτογραφήσω
ό,τι είχα εντοπίσει, πρόσωπα, ποδηλάτες, δρόμους,
γούβες σοκακιών, σπίτια και τοπία ζησμένα,
τα εμπέδωνα και καθιστικά και βάδην
αντικρισμένα, της επίμονης πραγματικότητας.
Άλλοι φωτογραφούν κι από το φινιστρίνι
με τις πρόωρες ευαισθησίες τους,
δοσμένοι σε μάνες και σε συγγενείς μία ζωή
παίρνουν τις καντρίλιες με τις λέξεις δήθεν στα σοβαρά,
αυτές τις επιψαύστριες τις θεωρούν τάχαμου τέχνη,
τις ωραίες κι εκλεκτές εικόνες -
χωρίς φίλους, χωρίς συναισθήματα
ιδικής τους παραγωγής.

"Κύπρον, ιν ντηντ" του Μίμη Σουλιώτη


O Μίμης Σουλιώτης απεβίωσε στις 26 Νοεμβρίου 2012, μόλις 63 χρονών. Η τελευταία του συλλογή, «Κύπρον ιν ντηντ», κυκλοφόρησε από το Μεταίχμιο ένα χρόνο πριν και ήταν υποψήφια για το ετήσιο κρατικό βραβείο.
Ο Σουλιώτης είναι εύκολο να παρουσιαστεί αν ανατρέξουμε στις έκδηλες Καβαφικές καταβολές του, αλλά και να κατηγοριοποιηθεί μέσω κλασικών μοτίβων κριτικής (αν και o γράφων δεν είναι κριτικός), όπως ο σαρκασμός και η ειρωνεία, στοιχεία που πλημμυρίζουν τo ύφος του.

Παρόλα αυτά κάτι τέτοιο θα είχε λίγο νόημα και θα ήταν μάλλον η εύκολη λύση, διότι ο Σουλιώτης πραγματοποίησε μια ποιητική διαδρομή κατά τη διάρκεια της οποίας θέλησε συχνά να απαγκιστρωθεί από τις αναμενόμενες νόρμες, πόσο μάλλον όταν αυτές εμπεριέχουν όλα όσα προϋποθέτει το Καβαφικό ύφος.

Το κατάφερε ως ένα βαθμό (γεγονός ούτως ή άλλως αξιοσημείωτο όταν «αναμετράσαι» με τον Αλεξανδρινό) και η «Κύπρον, ιν ντηντ» επιστεγάζει αυτή του την προσπάθεια καθώς καταφέρνει να θεμελιώσει ακόμα πιο βαθιά το προσωπικό ύφος του Σουλιώτη, το οποίο με εκπληκτική ενίοτε ακρίβεια εντοπίζει στόχους που, σε άλλους ποιητές, θα είχαν το αντίκτυπο εικόνων δευτερότριτης σημασίας.

Με αυτή την ακρίβεια ζωντανεύει ένα ψυχολογικό ιδίωμα της Κύπρου, όπου μόνο κάποιος που την έχει παρατηρήσει απ’ έξω ως γείτονας ή ως τουρίστας ή ως μακρόχρονος επισκέπτης (ταιριάζει και το ηδονοβλεψίας) μπορεί να πραγματώσει.

Άνθρωποι σουλατσάρουν στις σελίδες, άνθρωποι άμοιροι, έρμαια των ξένων δυνάμεων, αποπαίδια της τουρκικής κατοχής αλλά και της ελληνικής μηχανορραφίας, άνθρωποι που βρίσκουν καταφύγιο μόνο σε κάποια ιστορικά στέκια και σε ξεχασμένους δρόμους, άνθρωποι που συντελούν ένα μωσαϊκό από «Ελληνο-Κύπριους, Τουρκο-Κύπριους, Αρμενο-Κύπριους» και ούτω καθεξής. 

Σταδιακά κάνουν την εμφάνισή τους πολιτικοί, ποιητές, ακαδημαϊκοί, γνωστοί δηλαδή στόχοι της ποιητικής σάτιρας του Σουλιώτη, που μέσω αυτών εκφράζεται η κατάντια, το παράπονο και η προδοσία ιδεών, οραμάτων και -της αγίας του ποιητή- της καθημερινότητας. 

Αυτός που διαβάζει λοιπόν τη συλλογή έχει την ευκαιρία να λάβει μια εικόνα που είναι στην ουσία ένα ψυχογράφημα, διεισδύοντας στην πιο αυθεντική πλευρά ενός διαστρεβλωμένου κόσμου. Και ο Σουλιώτης έχει τα κότσια να το παραδέχεται δίχως καμία σοβαρότητα. 

Βέβαια, αυτό είναι το προπέτασμα. Ο Σουλιώτης χρησιμοποιεί αυτό το στήσιμο των σοκακιών, των άνισων ανθρώπων, των απλών, παραμελημένων συναισθημάτων για να δημιουργήσει, στίχο-στίχο, ένα νυστέρι που κόβει όσο λίγα στη σύγχρονη ποίηση.

Με τα θέματά του να κυμαίνονται και να στριφογυρίζουν μέσα στην (ιστορική) κυπριακή καθημερινότητα, ο Σουλιώτης χειρουργεί το σύγχρονο άνθρωπο για να δει τι έχει απομείνει στο εσωτερικό. Και είναι πέρα για πέρα απολαυστικός, είτε όταν είναι κοινωνικός είτε προσωπικός είτε μοναχικός είτε κοινωνικο-πολιτικός (είναι και από αυτό).  

Σίγουρα η γλώσσα κάποιες φορές θα ξενίσει και θα μπερδέψει, αλλά σας προτείνω να μην ανατρέξετε σε λεξικά ή φιλολογικές κριτικές. Αφήστε τις λέξεις άγνωστες.

Μέρος της παραπάνω κάπως τρελής προτροπής και αναπόσπαστο κομμάτι της «Κύπρον, ιν ντηντ» είναι αυτό το εξωτικό συναίσθημα που μένει, αυτό το «φορτωμένος χαλούμια, φρούτα και φθαρτά /  που του ξεχειλίζουν απ’ τα πλάγια, πολύχρωμος /  με τις δεκαπέντε σακούλες ψώνια να φαφλατίζουν / σαν απ’ τα φυσερά πορτοπαράθυρα /  χαρμόσυνου ινδικού λεωφορείου» ή το «Και όταν γράφω «Εμείς» υπονοώ «Εσείς», εμείς δηλαδή και εσείς, εμσείς» ή το «Η Κύπρος έχει τους κανονικούς: κοντούς και γειωμένους, με τα άσπρα πουκάμισα και τα μαύρα Ινδο-Εγγλέζικα ποδήλατα» ή το «Τους ακούω τους Ινγκλιτέρ, τους Τέως Σάξονες στην Λήδρας / τουρίστες καλτσοπεδιλάτους και γυμνητές, τους Βλάχους του Βορρά / με την προφορά στο φουλ να προκαλούν κομφούζιο / για να πουν ένα απλό πράγμα σαν το refrigerator».

Μέχρι να το καταλάβει ο αναγνώστης ο Σουλιώτης έχει δημιουργήσει ένα τοπίο που είναι σκαμμένο για τα καλά, με τα αυλάκια του και τις αποκρημνιές του, τις ανωμαλίες του, την κατάντια του αλλά και το μεγαλείο του. Ένα τοπίο που, στην ουσία, πρόκειται για μια τομή στον ανθρώπινο ψυχισμό. 

Και εδώ είναι που αρχίζει να εμβαθύνει προχωρώντας πολλές φορές με κινηματογραφική ταχύτητα μέσα από τα θέματά του.

Ο σεξουαλισμός που επιδιώκει, για παράδειγμα, και όχι απλώς ο ερωτισμός είναι από την αρχή ξάστερος και αποφεύγει να κρύβεται πίσω από πλατωνικές όψεις. Με άλλα λόγια ο Σουλιώτης θέλει να μπει μέσα στο αντικείμενο του πόθου του όπως «προσγειώνεται στο αεροδρόμιο με το αεροπλάνο», ενώ εκεί που επιδιώκει μια πιο πνευματική εικόνα γρήγορα γρήγορα την ντύνει με «έκδηλη καύλα» και «μια χυσιά φως», ενώ άλλοτε έχει «Υγρασίες» από τις «καμπύλες του μπλουτζίν».

Αυτή η... καύλα, βέβαια, εν τάχει υποδουλώνεται από τις μοναχικές φιγούρες και τα ξεχασμένα καφενεία, που ούτε οι «Λευκωσιάτες δεν τα ξέρουν» κι έτσι, σύντομα, καταλήγει στο πνευματικό ράφι ως ένα ακόμα από τα «ευτυχισμένα περιστατικά της ζωής, σε ποικίλες εκδοχές», έχοντας παίξει το ρόλο της με πλάγιο, έμμεσο τρόπο, όπως όλα άλλωστε τα... «παιχνίδια» της «Κύπρον ιν, ντηντ.»

Η πολιτική του γραφή, παράλληλα, όταν έχει πιο συγκεκριμένους στόχους αναλώνεται στην ίδια της τη φλόγα. Δεν είναι αδυναμία αλλά ηθελημένη προσέγγιση, αφού φανερά κουρασμένος από οποιαδήποτε λογική αντιμετώπιση των πολιτικών δρώμενων, ο ποιητής προσπαθεί, όσο μπορεί, να τα αντιμετωπίσει με ανθρώπινο τρόπο. Αναπόφευκτα πέφτει στην «ανθρώπινη παγίδα» που θέλει να αποφύγει, για αυτό και τον συναντάμε εκνευρισμένο στο «Κυπριακό στα Ίσια», να στάζει χολή στο «Ριζοκάρπασο» ή να είναι... φευγάτος στο «Καφές με κατ' ουσίαν Αμμοχωστιανή».

Η προσπάθειά του να αντιδράσει, γενικά, είναι φανερή, αλλά ο δρόμος που παίρνει είναι καμουφλαρισμένος και επιλέγει τον στιχουργικό ανταρτοπόλεμο, σπάνια την μετωπική σύγκρουση. Ο Σουλιώτης τοποθετεί στίχους σε στρατηγικά σημεία που εκ πρώτης όψεως είναι άκακοι αλλά με μια προσεκτικότερη ματιά αναδεικνύουν καταστάσεις με έναν σχεδόν κατασκοπικό τρόπο.

Όταν στρίβει, ας πούμε, στην «άβολη γωνία» είναι σαν να τον βλέπουμε να στριτζώνεται να αποφύγει τον πόνο και την κούραση της επανάληψης, ενώ, άλλοτε, όταν τα φώτα σβήνουν στην θεατρική παράσταση και διακόπτεται, αφού έχει ακουστεί ο μουεζίνης, ο Σουλιώτης παίρνει μια βαθιά ανάσα και προσπερνάει το (πολιτικό) γεγονός, τελειώνοντας με το αφοπλιστικό «να την δείτε, ωραία παράσταση».

Αυτό το ντύσιμο των πάντων με το σαρκασμό και την ειρωνεία, αυτός ο ύπουλος ανταρτοπόλεμος γίνεται όχι μόνο λόγω ύφους αλλά (φυσικά) και λόγω άμυνας του ποιητή, ο οποίος προσπαθεί να προστατευτεί από μια βάναυση, ακατανόητη πραγματικότητα. Και είναι αυτό το ψυχολογικό άνοιγμα του Σουλιώτη, ο τρόπος βασικά που επιδιώκει να το κάνει, συχνά-πυκνά με επιτηδευμένη αφέλεια που, πάνω από όλα, πρέπει να δει και να σεβαστεί ο αναγνώστης, αλλά, κυρίως, να επιμείνει να ανακαλύψει: η «Κύπρος, ιν ντηντ» δεν είναι μασημένη τροφή. 

Αν η έκταση κουράσει (όχι άδικα, ίσως, αφού προς το τέλος φουντώνει η αίσθηση ενός ψυχολογικού σέσσιον που έχει ξεπεράσει την επιτρεπόμενη διάρκειά του), μη δώσετε ιδιαίτερη σημασία, απλά συνεχίστε.   

Κι αν δεν καταφέρνει εντελώς να ζωντανέψει μια σύγχρονη Αλεξάνδρεια, πάνω στα ερείπια μιας Κύπρου που ακόμα έχει παλμό ζωντανό, παλμό ηχηρό, ο Σουλιώτης φτάνει πολύ κοντά, γεγονός που αρκεί και μαγεύει τόσο για το αποτέλεσμα αλλά κυρίως για το τόλμημα.


Ηλίας Θ. Παππάς




Δευτέρα, 24 Δεκεμβρίου 2012

διαβάσαμε...



Κ.Κ. – Για τη σημερινή παραγωγή ποια είναι η γνώμη σου, βλέπεις να υπάρχουν πράγματα;

Ν.Β.- Βλέπω ναι, μου στέλνουν κάθε μέρα μια συλλογή. Εκείνο που βλέπω είναι ότι η υπερρεαλιστική επιρροή είναι μηδαμινή, έχει εκλείψει τελείως. Έχει επικρατήσει η επιρροή του Σεφέρη, το στυλ το μοντερνιστικό, δυστυχώς χωρίς όμως ένα Σεφέρη, οπότε υπάρχει μόνο το στυλ, στις περισσότερες συλλογές από τις οποίες λαβαίνω. Λαβαίνω μια σχεδόν κάθε μέρα από τον Γαβριηλίδη.

Κ.Κ.- Ποια είναι κατά τη γνώμη σου η αιτία που ο υπερρεαλισμός έχει χάσει την επαναστατική ρώμη του; Έπαψε να επηρεάζει τους νέους; Έχει να κάνει με τον συντηρητισμό της εποχής;

Ν.Β. – Είναι πιο δύσκολο να μάθεις να γράφεις μέσω του Εμπειρίκου ή του Εγγονόπουλου, του Γκάτσου ή του Ελύτη, παρά μέσω του Σεφέρη. Διότι ο Σεφέρης έχει μια γλώσσα που μοιάζει εύκολη, πεζολογική και αν μπορείς να γράψεις ένα ποίημα τόσο πεζολογικό, μπορεί ο καθένας να το κάνει αυτό. Αλλά έχουν άδικο διότι, στην πεζολογία ο Σεφέρης έχει  μια μουσική δικιά του και ένα ρυθμό και μια, φυσικά, προσωπικότητα, η οποία δεν υπάρχει στους άλλους που τον μιμούνται. Μιμούνται δηλαδή το στυλ του, δε λέω ότι μιμούνται κατά λέξη την ποίησή του, είναι η γλώσσα του αυτή, είναι ο μοντερνισμός αυτού του άνισου στίχου που είναι ο Σεφέρης. Δεν φταίει ο ίδιος φυσικά ο Σεφέρης γι’ αυτό ούτε θα το ενέκρινε. Έτσι συμβαίνει γιατί πάντοτε τα πράγματα πάνε από την πιο εύκολη οδό. Είναι όπως το νερό θα πάει από την πιο εύκολη κοίτη τη σκαμμένη ήδη στη γη, το ίδιο είναι και για την ποιητική γραφή.

Κ.Κ. – Ενώ ο υπερρεαλισμός είχε πολύ πιο δύσκολες φόρμες;

Ν.Β. – Πολύ πιο δύσκολες. Ο Εγγονόπουλος έχει ένα μπαρόκ στυλ. Πώς να τον μιμηθείς, πρέπει να είσαι ο ίδιος κάτι ανάλογο. Ο Εμπειρίκος έχει μια μουσικότητα η οποία είναι ιδιαίτερη. Αυτή πρέπει να τη μελετήσεις, πρέπει να την αντιληφθείς ότι υπάρχει, αυτή τη μουσικότητα την ακούει το αυτί σου. Ο Ελύτης έχει ένα δώρο γλωσσικό, συνδυασμών λεκτικών και μια προσωπικότητα ιδιαίτερη.

Κ.Κ. – Ο Γκάτσος;

Ν.Β.- Επίσης και ο Γκάτσος, με την «Αμοργό», πριν σταματήσει ο ίδιος να γράφει έτσι, παρά με λίγες εξαιρέσεις.

Κ.Κ. – Ο Χατζιδάκις έφταιγε για τους στίχους;

Ν.Β. – Δε φταίει και ο Χατζιδάκις εκατό τα εκατό, φταίει και η ανάγκη βιοπορισμού του Γκάτσου.


(Ν.Β.=Νάνος Βαλαωρίτης, Κ.Κ.=Κώστας Κρεμμύδας, συνέντευξη του πρώτου στον δεύτερο στην ύλη του περιοδικού Νέα Συντέλεια που φιλοξενείται στο περιοδικό Μανδραγόρας, τεύχος 47)


Σάββατο, 22 Δεκεμβρίου 2012

"Μέθεξις" του Χρήστου Κουτσοκλένη


Ο Χρήστος Κουτσοκλένης έχει εκδώσει επτά συλλογές, έξι αμιγώς ποιητικές (Λεκτικές Αναζητήσεις - 1985, Μεταξύ του Όντος και του Μη Όντος - 1986, Παράταση Αναπνοής - 1993, Αισθήσεων Αναπαλμός - 1994, Δίνη - 1999, Κρυστάλλινες Σκιες - 2009 και μία έβδομη, την πιο πρόσφατη (Μέθεξις - 2012), η οποία τοποθετείται στο μεταίχμιο μεταξύ ποίησης και πεζού.

Πολλά έχουν γραφτεί (Ρούλα Καλαρά, Μηνάς Νιτσόπουλος) για τον «αυστηρό, λιτό, δωρικό» τόνο των ποιημάτων του ή τη «δωρική λιτότητα με ιωνικό πνεύμα» (Ανέστης Ακριτίδης). Ο Κουτσοκλένης σίγουρα είναι επιγραμματικός (όπως τον χαρακτήρισε ο Θ. Χριστόπουλος), αποφθεγματικός. Όμως η ποίησή του είναι ποίηση των αντιθέσεων και της μετουσίωσης: μπορούμε σίγουρα να ψηλαφίσουμε, σχεδόν να αγγίξουμε το πώς ο ατόφιος θαυμασμός του για το αρχαιοελληνικό κάλλος, το Βυζάντιο και τον ηρωισμό των νεότερων χρόνων μεταμορφώνεται στην ειλικρινή συμπόνια για τα αδιέξοδα του σήμερα. Ιδίως σε σχέση με τα αδιέξοδα αυτά, ο στίχος του γίνεται κάποτε σκληρός και απαισιόδοξος, ίσως επειδή πάντοτε τον διατρέχει μια ειλικρινής διάθεση για ενδοσκόπηση και απολογισμό. Οι ήρωες των ποιημάτων του είναι μάλλον αντι-ήρωες που αρθρώνουν λόγο υπερβατικό, με έντονα φιλοσοφική διάθεση, ελεύθερο και ρέοντα, απαλλαγμένο από τυπολατρικά στοιχεία.

Παρότι η προτελευταία του ποιητική συλλογή, Κρυστάλλινες Σκιες, φάνηκε να κάνει μια στροφή προς το πιο επιτηδευμένο, η Μέθεξις επανήλθε στον τρόπο διαχείρισης του λόγου που βλέπαμε στις παλαιότερες συλλογές του, από τις οποίες δεν διαφοροποιείται παρά μόνο στη φόρμα: δεν κατατάσσεται με ασφάλεια ή ευκολία στην ποίηση, όμως είναι έντονα ποιητική - τόσο, που θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για «ποίηση εγκιβωτισμένη σε φόρμα πεζού». Το περιεχόμενό της αφορά τα τεκταινόμενα στην πλατεία Συντάγματος την εποχή των πολυπληθών συγκεντρώσεων των Αγανακτισμένων. Μεταδίδει με αμεσότητα και ειλικρίνεια το κλίμα της «πλατείας», ενώ την ίδια στιγμή αναδεικνύει αμέτρητα συναισθήματα και διαθέσεις του προσώπου που αφηγείται, ανάμεσα σε αυτά τον έρωτα (όπως στο «Έχω», την  «Κατάληξη» και την «Αλήθεια»), την απογοήτευση («Η μόνη ελπίδα», «Ο δρόμος της Επιστροφής», «Κάποια δειλινά»), τον λεπτό κυνισμό («Το πηγάδι», «Πιθανες αιτίες»), τον ηρωισμό («Χρέος»). 

Η Μέθεξις πραγματεύεται το πολυδιάστατο της πραγματικότητας, όπως αποτυπώνεται στην ψυχή που ξεχειλίζει και ενώνεται όχι μόνο με τις ψυχές των άλλων ανθρώπων (αγωνιστών, κλοσάρ, κλπ.) ή ζώων, αλλά ακόμη και με τα αντικείμενα γύρω: τα παγκάκια, τις πλάκες, το σιντριβάνι, το Χριστουγεννιάτικο δέντρο. 

Η συλλογή αναπτύσσει δυναμική όταν τη διαβάζει κανείς σαν ενότητα από την αρχή έως το τέλος. Η επιστροφή κάθε κειμένου στο σημείο αναφοράς, την πλατεία, δημιουργεί μια κεντρομόλο που εντείνει τα νοήματα και το εφέ της επανάληψης με την πρόσθεση κάθε κειμένου  στα προηγούμενα. Αντίθετα, ο δυναμισμός μετριάζεται όταν τα κείμενα αποκόπτονται από το σύνολο. 


Όπως σε κάθε συλλογή, ποιητική ή άλλη, κάποια από τα κείμενα είναι περισσότερο αδύναμα ή αδιάφορα από τα υπόλοιπα, όπως τα: «Όνειρα και εφιάλτες», «Της νύχτας τα καμώματα», «Ευτυχία». 

Η πορεία του Χρήστου Κουτσοκλένη μέσα στο χρόνο προμηνύει όμορφες στιγμές ανάγνωσης για το μέλλον, οι οποίες είναι βέβαιο ότι θα έρθουν, παρότι έχει ήδη βάλει τον πήχη ήδη αρκετά ψηλά.



X. Λ.
***

Ο Χρήστος Κουτσοκλένης για τον εαυτό του και την ποίηση:

(αποσπάσματα από συνέντευξη στη Χριστίνα Λιναρδάκη, περιοδ. Έρεισμα, τεύχος 28-29, άνοιξη-καλοκαίρι 2002)

«Το απλό στιλ είναι για μένα πιο οικείο και φυσικό. Οι εκφραστικές μου δυνατότητες και ο χαρακτήρας μου βρίσκουν διέξοδο κατ’ αυτόν τον τρόπο. (…) αν κάτι μπορείς να το πεις με δύο λόγια, γιατί να το πεις με εκατό; Είναι καλύτερο, πιστεύω, η ποίηση να λειτουργεί ακαριαία»
«Το να φοβάσαι την κριτική ή την άποψη των άλλων σε αποπροσανατολίζει. Καλό είναι να λαμβάνεις υπ' όψιν σου τις απόψεις αυτές και να δεις ποια σημεία τους σε βοηθούν να βελτιωθείς. Μιλώ πάντα για τις καλόπιστες κριτικές και απόψεις. Οι κακόπιστες δεν έχουν νόημα»
«Δεν πρέπει να ξεχνάμε δύο πράγματα: ότι οι Έλληνες είναι κατ’ εξοχήν ποιητικός λαός, μας έχει καλύψει η ποίηση σα μέσο έκφρασης και ότι είναι καλό να υπάρχουν πολλοί γράφοντες κι ενασχολούμενοι με την ποίηση και τη λογοτεχνία, γιατί έτσι θα αναδειχθούν πολλές κορυφές, πολλά ορόσημα».

Μέθεξις - Χρήστος Κουτσοκλένης (αποσπάσματα)

ΕΧΩ 

Ἒχω στά χέρια μου μιά χούφτα ἡλιαχτίδες κι ἒχω εύθύς ὃλο τό φῶς δικό μου. Ἒχω στά χείλη μου τή γεύση τοῦ φιλιοῦ της κι ἒχω εύθύς ὃλον τόν ἒρωτα δικό μου. Ἒχω στό βλέμμα μου τά ἂνθη τῆς πλατείας κι ἒχω εὐθύς ὃλον τόν κόσμο δικό μου. Ἀκούω τό τραγούδι τοῦ κότσυφα, ὀσφραίνομαι τῆς θάλασσας τήν αὒρα καί ὃλα εἶναι μιά ἐκδρομή στά πέρατα τοῦ ὀνείρου.

***


ΥΦΑΝΣΗ

Ἒκοβα βόλτες στήν πλατεῖα σάν τόν ταξιδιώτη πού ἒχει χάσει τόν δρόμο του καί ὃλο ξαναγυρνᾶ στό ἲδιο σημεῖο. Διαβάτες γύρω μου μόνο οἱ σκιές τοῦ παρελθόντος καί τά χίλια πρόσωπα τῆς μοναξιᾶς. Ποῦ νά πήγαν ὃλοι; Καί ποῦ νἆναι ἆραγε οἱ ἀλῆτες πού ξέρουν τόν δρόμο; Σ’ ἓνα προσήλιο στάθηκα νά ὑφάνω μέ τά νήματα τῶν ἀχτίδων μιά καινούργια ρότα σέ τούτη δῶ τήν παγωμένη γῆ.

***


ΚΑΠΟΙΑ ΔΕΙΛΙΝΑ

Κάποια δειλινά, ὃταν τά ἀργά του βήματα τόν ἒφερναν στήν πλατεῖα, κοντοστεκόταν καί κύτταζε δεξιά καί ἀριστερά σάν κάτι νά ἒψαχνε νά βρεῖ, πού τόσα χρόνια τὂχε χαμένο. Καί σέ λιγότερο ἀπό ὃσο κρατάει μιά ἀναπνοή, ξεκινοῦσε πάλι στοιβάζοντας μές στό ἑρμάρι τῆς ψυχῆς του πίκρα καί ἐρημιά. Δέν φανταζότανε ποτέ του πώς ὃ,τι εἶχε ὀνειρευτεῖ κάτω ἀπό τό χῶμα τῆς πλατείας οἱ ἀργυρώνητοι τὂχαν θαμμένο.

***


ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΗ

Ἂδεια ἡ πλατεία. Μονάχα ἡ παγωνιά ἀπό τήν ἀπουσία καί ἡ ἠχώ ἀπό τή βουή τῶν περασμένων. Τό ὃραμα πού κείτεται καταγῆς μέ πόνους φρικτούς αἱμορραγεῖ. Λίγα φεϊγ-βολάν, ἀπό μέρες σκορπισμένα, πασχίζουν, μέ τή βοήθεια τοῦ ἀνέμου, νά κλείσουν τίς πληγές του. Μιά παρακαταθήκη γιά ‘κείνους πού θέ νά ξαναρθοῦν, νά’ χει ἀπομείνει.

***


ΤΟ ΠΗΓΑΔΙ


Τό πηγάδι, πού κάποτε τροφοδοτοῦσε τήν πλατεῖα μέ νερό, ἀπό τήν ἀνυδρία εἶχε στερέψει ἐδῶ καί χρόνια. Τώρα, ὃμως, στράγγισαν σ’ αὑτό θάλασσες δάκρυα καί αἷμα. Καί ἒτσι λύθηκε το πρόβλημα πώς θα ποτίζεται ὃ,τι καινούργιο σπάρθηκε σ’ αὐτόν τόν τόπο.

***


ΧΡΕΟΣ

Στον Γρηγόρη Μιχαηλίδη

Ἂδικος κόπος. Ναι, ἂδικος κόπος νά ἀρνούμαστε τήν πραγματικότητα. Τά δάκρυα δέν ὠφελοῦν. Καί οἱ μεμψιμοιρίες δέν ὠφελοῦν. Ἁπλῶς, ὀφείλουμε σάν συνετή ὁμήγυρις νά ξεχωρίσουμε τό διαυγές ἀπ’ τό θολό καί νά συνεχίσουμε τό ταξίδι χωρίς ὑπερβολές καί ἀνόητους θρήνους. Ἒτσι, σάν χρέος πρός τοὐς ἑπόμενους νά καλλιεργοῦμε εὐλαβικά ὃ,τι ὂμορφο ἡ ἰδέα τῆς πλατείας ἒσπειρε στήν ψυχή μας.


(Μέθεξις, εκδ. Έρεισμα, Χανιά, 2012)

Παρασκευή, 14 Δεκεμβρίου 2012

«Χαμένες Ψηφίδες» του Θοδωρή Βοριά


Δεν είναι εύκολο στη σημερινή εποχή να συναντήσεις ποίηση με συγκεκριμένο στίγμα. Ανάμεσα στα στιχουργικά φληναφήματα και στις όποιες «αυθεντίες», ποιητές σαν τον Θοδωρή Βοριά παρουσιάζουν ποιητικές προσπάθειες που χαράσσονται με ευκολία στη μνήμη, δίχως τυμπανοκρουσίες ή ανούσιες επάρσεις.

Στις «Χαμένες Ψηφίδες» ο αναγνώστης θα συναντήσει μια ηθελημένα στεγνή ποίηση, που στοχεύει στον εντοπισμό πηγών για να ξεδιψάσει. Κάποτε αυτές οι πηγές -αυτές οι ψηφίδες- εντοπίζονται και κάποτε όχι, καθώς ο Βοριάς παίζει με έναν λυρισμό που θέλει και δεν θέλει να κάνει δικό του, πότε αποκαλύπτοντας το πρόσωπό του και πότε κρύβοντάς το πίσω από προσωπεία.

Εντούτοις αυτή η (υπεκ)φυγή σε τρίτα πρόσωπα, αν και προκαλεί προβλήματα στον εντοπισμό του ίδιου του ποιητή μέσα στη συλλογή, δεν τον αποκρύπτει τελείως. Πόσο μάλλον όταν κάτι τόσο δικό του, όπως η Θεσσαλονίκη, φαίνεται να λειτουργεί όπως μία κεντρομόλος δύναμη, η οποία έμμεσα δηλώνεται (ενίοτε ψιθυριστά) ως βάση των ποιητικών του εξορμήσεων. Παρόλα αυτά ο Βοριάς δεν είναι -ευτυχώς- ποιητικός τοπικιστής και δεν τον απασχολεί να θρηνήσει για κάποιο χαμένο μεγαλείο της πόλης ή να αφεθεί σε φτηνούς, ανακλητικούς συναισθηματισμούς.

Αγόγγυστα έτσι αφήνει χώρο να πάρουν τα ηνία οι χαρακτήρες του που, αν και αναμενόμενοι, συνθέτουν μια εικόνα που επιβάλλεται με άνεση. Πόρνες, φαντάροι, τοκογλύφοι, αλήτες και ποιητές μπλέκονται μέσα στα σκοτάδια, στη βαρυχειμωνιά, στα σοκάκια και στα ρημαγμένα σπίτια. Σκοπός τους είναι η κατανόηση μιας πραγματικότητας στην οποία φανερά δεν έχουν θέση, ενώ λειτουργούν και σαν φερέφωνο του ποιητή που επίσης ψάχνει τη δική του, όχι απλώς σε ατομικό αλλά και σε κοινωνικό επίπεδο.

Αξιοσημείωτες είναι οι αντιφατικές αναφορές που γίνονται σχετικά με την ταυτότητα του σύγχρονου ποιητή, που άλλοτε δεν χωρά πουθενά στο «Όπως οι Ποιητές», άλλοτε χωρά στους δρόμους και όχι στα σαλόνια όπως στο «Σημάδια των καιρών» και άλλοτε δεν έχει ακόμα δημιουργηθεί στο -πιθανά βιογραφικό- «Ίσως γίνεις Ποιητής». Οι αντιφάσεις αυτές στοιχειοθετούν έναν έντονο προβληματισμό πάνω στην τρέχουσα περιθωριοποίηση του ρόλου του σύγχρονου ποιητή, με την οποία ο Βοριάς προσπαθεί να συμφιλιωθεί.

Αυτή η προσπάθεια βασίζεται στις ξεπεσμένες περσόνες που αναφέρθηκαν παραπάνω, οι οποίες περιγράφουν επιθυμίες και μόχθους, μεταμορφώσεις και απώλειες καθώς προσπαθούν να κερδίσουν την επάνοδό τους στην καθημερινότητα.  

Οι ελάχιστες στιγμές που ο Βοριάς φτάνει σε σκαιά μονοπάτια όπως στο «Ορφανεμένες Ρίζες» ή στο «Κατηγορούμενος», τότε δηλαδή που εξαντλεί το έλεος για τον εαυτό του, αντισταθμίζονται γλυκόπικρα με καταλύτη την παιδικότητα στο «Στίχοι από ένα ταξίδι με τον ήλιο» και στο «Αναστημένα Χέρια». Αποτέλεσμα αυτής της ισορροπίας είναι η αποκάλυψη ενός αυθεντικού παραπόνου, ενός ακόμα δηλαδή αισθηματικού παρακλαδιού στις «Χαμένες Ψηφίδες», που δεν αποκλείεται να είναι και ο πιο καίριος πυρήνας τους.

Σίγουρα βέβαια ο Βοριάς δεν είναι πάντα επιτυχής στις βλέψεις του. Υπάρχουν φορές που γίνεται θύμα του προσωπικού του μονολόγου και πέφτει στην παγίδα της απλούστευσης, όπως στο μερικώς ικανοποιητικό «Ανιλίνες», όπου οι εικόνες των εραστών στην άμμο και η ανάγκη για έρωτα χάνουν γρήγορα τη δυναμική τους. Άλλοτε, στο «Ψηφίδα της πόλης», η αναφορά στην κοινωνική καταπίεση από το πολιτικό μαστίγιο είναι πολύ εμφανής για να συναρπάσει και, άλλοτε, στο «Τέλος Εποχής» η φιλοδοξία των νοημάτων αποδεικνύεται κάπως βαριά για τις παραγόμενες εικόνες. Κάποιες φορές επίσης ο δισταγμός του να προσχωρήσει στον λυρισμό αφήνει ανεκμετάλλευτες ευκαιρίες, όπως στο «Μη σπαταλήσεις τα όνειρα» και στο «Απόψε φτιάξε μια πατρίδα», δισταγμός που δεν δικαιολογείται από τις επιτυχημένες του προσχωρήσεις, όπως στο «Χέρια».

Εντούτοις οι όποιες αδυναμίες (αν θεωρήσουμε ότι μπορούμε να τις αποκαλέσουμε έτσι) είναι απλά απόδειξη της ρυθμικής αρτιότητας της συλλογής, που είναι δομημένη με προσοχή και λεπτομέρεια και δεν αποδέχεται πρόσθετα βάρη ή ξένα σώματα (ακόμα και αν προέρχονται από τον ίδιο τον ποιητή).

Η γλώσσα ακολουθεί την ίδια μετρημένη χρήση αλλά, τόπους-τόπους, όπως στο τετραμερές «Ρημαγμένα Σπίτια» είναι εμφανές ότι ο Βοριάς βρίσκεται ήδη σε πιο εξελιγμένα λεκτικά μονοπάτια, που λογικά θα απολαύσουμε σε επόμενο έργο.

Εν τέλει οι «Χαμένες Ψηφίδες» πετυχαίνουν αυτό που επιδίωξαν, κατά την ταπεινή γνώμη του γράφοντος, την παραγωγή δηλαδή ειλικρινούς συναισθήματος, που δεν είναι επιτηδευμένο για να είναι φιλοσοφικό αλλά ούτε και υπέρ-αναλυτικό για να είναι εγκεφαλικό.

Ούτως ή άλλως, ποιητής που συνθέτει το σχεδόν ιδιοφυές «Το Παραθύρι» δεν μπορεί  παρά να προέρχεται και -κυρίως- να κατευθύνεται προς κάπου αληθινά.


-Οι Χαμένες Ψηφίδες είναι ιδιωτική έκδοση του ποιητή η οποία είναι διαθέσιμη ψηφιακά-

Πέμπτη, 13 Δεκεμβρίου 2012

Χαμένες ψηφίδες - Θοδωρής Βοριάς (αποσπάσματα)


ΤΟ ΠΑΡΑΘΥΡΙ
Ὃταν περάσεις, νά σταθεῖς,
νά δεῖς ἐπίμονα στό παραθύρι,
τῆς ἐρημιᾶς τή γύμνια νά χορτάσεις,
τούς ὀργασμούς τοῦ ἀνέμου
μέ τή σκόνη.

Νά δεῖς,
τώρα πού δέν ἀπόμεινε ταβάνι,
φύτρωσε στό σαλόνι ἓνα δέντρο,
μέσ’ ἀπ’ τά φύλλα του κοιτάζω
τούς περαστικούς τῆς γειτονιᾶς.

Τώρα πιά νικήσανε τ’ ἀστέρια
Πέφτουν ἐλεύθερα στό ξέσκεπο
ὑπνοδωμάτιό μας

τζάμι γιά τζάμι ἂσπαστο
δέν ἒχουνε αφήσει.


ΧΕΡΙΑ
Χωρίς καμιά φροντίδα κι ἐπιμέλεια,
σ’ ὂ,τι ἀκούμπησαν τά χέρια μου
φύτρωσαν κι ἂλλα χέρια.

Τά βλέπω, τήν ἂνοιξη βλασταίνουνε κι ἀνθίζουν
στά δέντρα πού σκαρφάλωνα.

Τ’ ἀγγίζω, ἀσάλευτα καί σκουριασμένα
μέ την παλιά βαφή τους ξεφτισμένη
σέ κάγκελα πού ἒφραζαν αὐλές παλιῶν σπιτιῶν.

Τό δίχως ἂλλο θά ζεσταίνουν
ὃποιο κορμί ψηλάφησα,
μέ ἀναλλοίωτες τίς ἁμαρτίες στ΄ ἀκροδάχτυλα.

Εἶναι καί τ’ ἂλλα, τ’ ἀόρατα,
τά κέρινα πού ἒλιωσαν στά μανουάλια,
πού φύτρωσαν σέ ἂψυχες σκιές,
σέ στεφανωμένα ἀγάλματα, σε σημαῖες,
καί τ’ ἂλλα χέρια πού σκορπᾶνε τίς νύχτες, μέ τόν ἂνεμο,
τά μαραμένα φύλλα καταγῆς.

Τά χέρια ἐκεῖνα
-μελάνι και μολύβι-
τυπωμένα στην καρδιά,
μονάχα στά ποιήματα τά συναντάω.


ΙΣΩΣ ΓΙΝΕΙΣ ΠΟΙΗΤΗΣ 
Μιά μέρα ἲσως πάρεις τήν ἀπόφαση
νά ξαναγίνεις ἐργάτης,
νά ψάξεις σπασμένους στίχους
κάτω απ’ τα συντρίμμια τῆς πόλης.

Ἲσως χρειαστεῖ νά τραβήξεις
τό νάιλον τοῦ καταποντισμένου οὐρανοῦ
καί ν’ ἀπελευθερώσεις
θεούς καί θυμητάρια.

Ἲσως ξεθάψεις
λέξεις μέ ἀνοιχτές πληγές,
λέξεις ἀκρωτηριασμένες.

Ἲσως μιά μέρα,
μέ τά χέρια ματωμένα,
νά γίνεις ποιητής
κι ἀπ’ τήν ντροπή νά μήν ἀντέξει,
νά τόν ξεκάνεις τόν πατέρα σου.

Κι ὓστερα,
να κλαῖς γιά τά στενά
πού ἒρημα ξεμένουνε συχνά
ἀπό διαβάτες.

Τετάρτη, 5 Δεκεμβρίου 2012

Πλανόδιον - το τέλος μιας εποχής


Αθήνα, Νοέμβριος 2012

Αγαπητέ συνδρομητή, 


με το τεύχος αρ. 52 που σου εστάλη τον Ιούλιο, το Πλανόδιον ολοκλήρωσε τον 12ο τόμο του και μαζί 26 χρόνια αδιάλειπτης παρουσίας σ
τα ελληνικά γράμματα...


***

Με αυτά τα λόγια ξεκινάει ο Γιάννης Πατίλης την επιστολή προς τους συνδρομητές του Πλανόδιου,  ανακοινώνοντας στη συνέχεια την αναστολή της έκδοσής του. Υπογραμμίζει ότι ο όρος αναστολή και όχι διακοπή ουδόλως συνδέεται με την οικονομική κρίση, αλλά υποκρύπτει την ελπίδα "μιας άτακτης έκδοσης συμπληρωματικών τευχιδίων, περισσότερο για την ικανοποίηση προσωπικών καλαισθητικών έξεων της "παραδοσιακής" τυπογραφίας".

Αυλαία για το Πλανόδιον, λοιπόν. Ο χάρτης όσον αφορά το περιοδικό και το βιβλίο αλλάζει άρδην. Ο Παπασωτηρίου άλλαξε χέρια, ο Ελευθερουδάκης αντιμετωπίζει οικονομικά προβλήματα, ο ιδιοκτήτης του Ιανού βρέθηκε εμπλεκόμενος στο σκάνδαλο Τσοχατζόπουλου, το Βιβλιοπωλείο της Εστίας και ο συναφής εκδοτικός οίκος κλείνουν. Η συγκυρία επιτάσσει  συσπείρωση...