Παρασκευή, 30 Σεπτεμβρίου 2016

Σφηνάκια του Σεπτέμβρη

«Το κάστρο της νιφάδας» του Νίκου Τακόλα

Πρόκειται για μια συλλογή διηγημάτων ή καλύτερα στιγμών και ψυχογραφημάτων, αλλά και φανταστικών ιστοριών. Η γραφή του Νίκου Τακόλα, διεισδυτική, εντάσσεται στον «μαγικό ρεαλισμό», ο οποίος σύμφωνα με τον ορισμό του Αρτούρο Ούσλαρ Πιέτρι (Arturo Úslar Pietri) είναι «αυτό που ήρθε να επικρατήσει στο διήγημα και να αφήσει το αποτύπωμά του με τρόπο διαχρονικό […] , η θεώρηση του ανθρώπου ως ένα μυστήριο μέσω πραγματικών δεδομένων».

Μυστήριο ο άνθρωπος λοιπόν, μυστήριο κι η ζωή του και μέσα σε αυτήν μπορούν να συμβούν από παράξενα μέχρι απολύτως φανταστικά πράγματα, όπως το να συναναστραφεί εν αγνοία του με νεράιδες και αερικά. Μολονότι απόλαυσα ολόψυχα το συγκεκριμένο διήγημα (με τίτλο « Η νύχτα που κοιμήθηκε με τον Λύγκα»), στάθηκα περισσότερο στα υπόλοιπα, αυτά που επεκτείνουν το συμβάν ώστε να χωρέσει ολόκληρο τον ψυχισμό ή την προσωπική ιστορία του πρωταγωνιστή, τα οποία δίνονται με οξύ και παρατηρητικό βλέμμα και συχνά υποκρύπτουν συμπάθεια.

«Το κάστρο της νιφάδας» είναι κυριολεκτικά ένα μαγικό βιβλίο!

***


«Η ασφαλής ομήγυρη» του Ντέμη Κωνσταντινίδη

Πρώτη φορά το στίγμαΛόγου ασχολείται με αυτοεκδόσεις, αλλά αυτή εδώ διατίθεται ελεύθερα στο διαδίκτυο και επομένως μπορεί να εξευρεθεί από τον αναγνώστη. «Η ασφαλής ομήγυρη» περιλαμβάνει σύντομα ποιήματα, άλλοτε ομοιοκατάληκτα και άλλοτε όχι, χωρίς εμφανή θεματικό άξονα, αλλά δοσμένα με τρυφερότητα και ενίοτε με σκωπτική διάθεση. 

Αυτά τα λίγα λόγια περιγράφουν με ακρίβεια την εν λόγω συλλογή του Ντέμη Κωνσταντινίδη, η οποία – χωρίς να συνιστά κάτι το εξαιρετικό – κινείται ωστόσο με επίγνωση του ειδικού της βάρους. 

Ένα μικρό δείγμα της συλλογής:

Πώς είναι δυνατόν κάτι να κράτησες
Από τους γερανούς στο ακρολίμανο
Όπως σκυφτοί τ’  απομεσήμερο
Εξαϋλώνονταν στο φως;

***


«Ποίηση και αλογία - Πρακτικά 33ου Συμποσίου Ποίησης»

Με τις ομιλίες των Γιώργου Αράγη, Σάββα Μιχαήλ, Νάνου Βαλαωρίτη και πολλών άλλων, στο 33ο Συμπόσιο Ποίησης διερευνήθηκε η φύση της ποιητικής γλώσσας η οποία δεν την υποχρεώνει να σέβεται κάποιους κανόνες λογικής, ταυτόχρονα όμως συνιστά την αρχική γλώσσα του homo poeticus. Στο Συμπόσιο τιμήθηκε παράλληλα η μνήμη της ποιήτριας Λύντιας Στεφάνου με ένα σύντομο αφιέρωμα. Όλα αυτά καταγράφονται σε τούτο τον ιδιαίτερα ενδιαφέροντα τόμο πρακτικών, ο οποίος περιέχει και τις παρουσιάσεις ποιητών του 34ου Συμποσίου, μεταξύ αυτών και της προτεινόμενης για βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου συγγραφέα Ευτέρπης Κωσταρέλη από την υποφαινόμενη.


***


«Γυναίκες της Αναρχίας - Κείμενα αναρχικών γυναικών του 19ου και 20ού αιώνα» του Γιώργου Μπουρλή

Ο Γιώργος Μπουρλής μας είχε απασχολήσει στο παρελθόν με την ποιητική του συλλογή Φλέβα που σπάει. Επανέρχεται ανθολογώντας και επιμελούμενος κείμενα σε ένα βιβλίο που «προσπαθεί να σπάσει τη σιωπή και να επιτρέψει σε κάποιες από τις κορυφαίες στοχάστριες και αγωνίστριες του ριζοσπαστικού χώρου ν' ακουστούν», σπάζοντας το στερεότυπο περί αναρχισμού από τη μία και περί ασθενούς φύλου από την άλλη. Δοκίμια, άρθρα, διαλέξεις, συνεντεύξεις, απολογίες, γράμματα, επιστολές διαμαρτυρίας, μανιφέστα, απομαγνητοφωνήσεις από ραδιοφωνικές εκπομπές, όλα μαζί ζωντανεύουν «επίκαιρα όσο ποτέ απέναντι στο αυτονόητο - κυρίως σήμερα, στα χρόνια της γενικευμένης βαρβαρότητας» τον παθιασμένο αγώνα των γυναικών εκείνων για αξιοπρέπεια και κοινωνική ελευθερία. Και υπενθυμίζουν πως η πορεία προς την ελευθερία και την πρόοδο είναι στρωμένη με κάποιων τις κραυγές.

Χριστίνα Λιναρδάκη


                                     
 «Άσμα ερωτικό και πένθιμο» της Κλεοπάτρας Μακρίδου


Στους στίχους της Κλεοπάτρας Μακρίδου η ερωτική ολοκλήρωση ανάμεσα σε δύο ανθρώπους δεν καταφέρνει να αποφύγει την παγίδα της κοινοτυπίας επειδή εν μέρει δεν πετυχαίνει να εξατομικεύσει τα συναισθήματα: το θέμα δεν είναι η αναμετάδοση ή το αναμάσημα των πολυφορεμένων κλισέ της απόλαυσης και της ερωτικής πληρότητας, αυτό είναι κάτι που υπάρχει στις μέρες μας σε πολλές εκδοχές λογοτεχνικές ή μη, αλλά να επικεντρωθεί κανείς σε ό,τι τα ξεπερνάει.

Η αέναη εναλλαγή ανάμεσα στην έλξη και στην αντιπαράθεση, κλασσικό μοτίβο μιας ερωτικής συνύπαρξης ανεξαρτήτως διάρκειας, καθώς και η σωματική σύγκρουση τόσο σε πραγματικό όσο και σε συμβολικό επίπεδο είναι μερικά από τα στοιχεία που θα περίμενε κάποιος να συναντήσει και όντως υπάρχουν. Συνολικά το Άσμα ερωτικό και πένθιμο είναι βασισμένο σε ένα Εγώ που αποκτά υπερφυσικές διαστάσεις μέσα από την επαφή του με ένα άλλο εξίσου ισχυρό Εγώ, το οποίο όμως δείχνει να λειτουργεί με αντίστροφες αναλογίες, σαν να πρόκειται απλώς για το είδωλο του πρώτου σε αντεστραμμένο καθρέφτη.

Κρις Λιβανίου 


Τετάρτη, 28 Σεπτεμβρίου 2016

"Τα βράδια πάνω απ' τα πουλιά" της Χαράς Ναούμ



 
Να βγαίνει η νύχτα από τα δέντρα
όπως βγαίνει η ψυχή απ’ τα πουλιά[1]

Αποφάσισα να ξεκινήσω την παρουσίαση της συλλογής Τα βράδια πίσω απ’ τα πουλιά με τους συγκεκριμένους στίχους (είναι από το ποίημα «Τέλος – πευκοβελόνα») γιατί δίνουν μια καλή συνολική εικόνα της δουλειάς της Χαράς Ναούμ, και καθρεφτίζουν τα περισσότερα από τα χαρακτηριστικά της.

Η πρωτοτυπία και τελικά το ξάφνιασμα του αναγνώστη που προκύπτει από τον συγκερασμό «απομακρυσμένων» λέξεων είναι ένα από τα σταθερά στοιχεία μιας συλλογής που αν μη τι άλλο δεν στερείται συνέπειας στο λόγο. Διάλεξα αυτούς τους δύο στίχους επειδή σχεδόν «είδα» να παράγεται ήχος: ένα άκουσμα κάπου ανάμεσα στο ψυχανέμισμα και τη σιωπή, αυτή τη σιωπή που προηγείται αλλά και έπεται της ανάσας, ανεπαίσθητη αλλά αναμφίβολα παρούσα. Από την άλλη μεριά βέβαια, το συγκεκριμένο ποίημα υποφέρει από μια ασάφεια που ενώ δεν είναι καταστροφική, είναι αρκετά ισχυρή ώστε να μην μπορεί κανείς να την παρακάμψει, και αυτό είναι ένα χαρακτηριστικό που εμφανίζεται αρκετά συχνά και σε άλλα ποιήματα.

Η Χαρά Ναούμ έχει μια αποσπασματική οπτική στα πράγματα, όχι όμως και φωτογραφική, θα έλεγε κανείς ότι συνειδητά αγνοεί τις συνολικές εικόνες για να επικεντρωθεί στα θραύσματα. Δεν της λείπει ο ρεαλισμός, αντίθετα, θα έλεγα ότι γράφει μια σύγχρονη ποίηση ενός ανθρώπου με τους προβληματισμούς και τις ισοπεδωτικές ανασφάλειες της ηλικίας της: οι συνθήκες της ζωής στην Ελλάδα είναι τέτοιες που δεν αφήνουν και πολλά περιθώρια άλλωστε. Μπορεί η ποίηση που συναντά κανείς στα βράδια πίσω απ’ τα πουλιά να είναι κατά κάποιο τρόπο περιγραφική, αλλά η ποιήτρια διεκδικεί σθεναρά την υποκειμενικότητα της ματιάς της και την αυθεντικότητα της εκάστοτε διήγησης.
Εκτός από την προσέγγιση της πραγματικότητας, της αντικειμενικής και της όποιας άλλης, η Χαρά Ναούμ δημιουργεί ένα ποιητικό «εμείς» που ταυτόχρονα την περιλαμβάνει και την διαφοροποιεί ως εκφραστή της συγκίνησης και της εκάστοτε ανατροπής. Δίνει την αίσθηση ότι διατηρεί με ευλάβεια ίσες αποστάσεις τόσο από τα ποιήματα όσο και από τους αναγνώστες, με σεβασμό στα όρια, τα δικά της και των άλλων, ακόμα και των ίδιων της των στίχων. Εμπλέκεται λιγότερο για να προβληθεί και περισσότερο για να ψηλαφήσει τα συμβαίνοντα και να τα απεικονίσει, κάποιες φορές ιμπρεσσιονιστικά, με σκοπό άλλες φορές την κατανόηση και άλλες την αποδοχή.
Μια πιο γενική ματιά οδηγεί στο συμπέρασμα ότι ο αναγνώστης συναντάει πολύ καλούς στίχους όπως για παράδειγμα:

            Αν δεις πάνω στα λιθόστρωτα
            Υπάρχει μια αντανάκλαση ουρανού που δεν διαμαρτύρεται[2]

σε συνολικά μετριότερα ποιήματα, και ενώ το σωστό ένστικτο είναι εκεί, κάποιες φορές οι ισορροπίες ανάμεσα στην σαφήνεια και την εσωστρέφεια των συμβολισμών κάπου χάνονται. 

Το πέρασμα του χρόνου δεν ασκεί τον καταλυτικό του ρόλο όπως συμβαίνει συχνά στις συλλογές που έχω διαβάσει τελευταία, υπάρχει όμως ως στοιχείο πορείας και επαναπροσδιορισμού των σταθερών. Δίπλα σε ποιήματα χωρίς έντονη χρονική υπόσταση, συναντά κανείς άλλα που είναι σαν να γράφτηκαν για να στερεώσουν μια χρονική στιγμή μέσα στο σύμπαν, να παγώσουν τις συγκινήσεις και να προφυλάξουν τις εύθραυστες σκέψεις. Συμβαίνει κάποιες φορές οι συσχετισμοί που δημιουργούνται ανάμεσα στον χρόνο και τον όποιο ρεαλισμό να γεννούν ποιήματα «σουρεαλιστικά» με την αρνητική έννοια του όρου: η κατανόηση δέχεται πλήγμα και η επαφή του δημιουργού με τον αναγνώστη μπορεί να διασαλεύεται, αλλά στον αντίποδα αυτού η Χαρά Ναούμ βρίσκει τον χώρο να εξερευνήσει τους δρόμους της φαντασίας της.
Μια πιο στενή σχέση των ποιημάτων με τους τίτλους που τους έχουν δοθεί θα βοηθούσε στην κατεύθυνση της κατανόησης, στο κάτω-κάτω οι τίτλοι είναι καθαρά στην κρίση του δημιουργού, δεν είναι υποχρεωτικοί, κάτι που θεωρητικά σημαίνει ότι βρίσκονται εκεί για να ενισχύσουν τη δομή και την συνάφεια. 

Παρόλο που δεν έχω διαβάσει την πρώτη της συλλογή ώστε να δω αν υπάρχει εξέλιξη στη γραφή και τη σκέψη, είναι γεγονός ότι τα θετικά στοιχεία υπερισχύουν των αρνητικών. Στα βράδια πίσω απ’ τα πουλιά, η Χαρά Ναούμ δείχνει ότι έχει άγκυρες στο παρόν και στην πραγματικότητα, αλλά ότι τα μετουσιώνει και τα δύο σε κάτι που τα ξεπερνάει: μπορεί έτσι να τους εξασφαλίσει μια πορεία στο μέλλον. 

Παραθέτω δύο ποιήματα που μου άρεσαν περισσότερο:

ΕΡΩΤΙΚΟ[3]

Τα παλιά τρένα λένε
έγιναν επίσημα
είδος προς εξαφάνιση
τα γδέρνουν οι κερδοσκόποι
για τα περίφημα βαγόνια τους
ή τη μεταλλική σιωπή
ελλείψει επιβατών
-οι ράγες κλαίνε ανέγγιχτες

ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΤΟΥ ΛΕΥΚΟΥ[4]

Κόλλησα πάνω μου την ποίηση σαν σώμα ξέντυτο
άχρωμο ερμαφρόδιτο
Το έσφιξα και το φύσηξα
κατά πως ρίχνει καταπάνω μας ο αέρας
τις οσμές των μόνων
-ίσως αυτό να είναι το μόνο λάθος που διαπράξαμε όλοι
Ποιος είναι άλλωστε υπάλληλος εντεταλμένος της ποιήσεως
ποιος ξέρει κατά γράμμα τους κανόνες
ή ποιος τους επιβάλλει
Όσο αγαθή κι αν μοιάζει η προαίρεση
απ’ όπου κι αν το πιάσεις το λευκό
δεν είναι χρώμα
Κρις Λιβανίου

[1] στ. 13-14, σελ.12
[2] Σελ. 13
[3] σελ. 23
[4] σελ. 20

Δευτέρα, 26 Σεπτεμβρίου 2016

Η νέα ποιητική γραφή

Χρειάστηκε πρόσφατα να ανθολογήσω μια κάπως παλαιότερη ποιήτρια για ένα αφιέρωμα στο λογοτεχνικό περιοδικό Νέα σκέψη και, καθώς διάβαζα τις συλλογές της, πνίγηκα μέσα σε «πυρσούς ανάσβεστους», «κρουστά υφάδια», «λόγους καρδιάς και στόχασης ευφρόσυνους» και πλείστους όσους άλλους λογιοτατισμούς. Ευτυχώς, σκέφτηκα φωναχτά, η ποίηση έχει μετακινηθεί από αυτή τη θέση και δεν βρίσκει πια λόγο να καταφεύγει σε βαρύγδουπα σχήματα για να πει αυτό που θέλει να πει! Εξελίχθηκε.

Εξελίσσεται η ποίηση; ήρθε αίφνης από το στόμα ενός φίλου μου η ερώτηση. Ξαφνιάστηκα. Φυσικά εξελίσσεται, του απάντησα, όπως ολόκληρη η λογοτεχνία. Υπάρχουν τάσεις, ρεύματα, εξευρίσκονται διαφορετικά μέσα έκφρασης.

Η ποίηση έχει όντως αλλάξει. Το βασικό εστιακό σημείο δεν είναι πια αποκλειστικά το πώς λέμε κάτι, αλλά κυρίως το τι λέμε - και δεν μασάμε τα λόγια μας. Γιατί και αυτό το τι έχει επίσης αλλάξει: το υποκείμενο έχει βαθιά ανθρώπινη υπόσταση και διυλίζει την αίσθησή του για τον κόσμο μέσα από την αμφισβήτηση του εαυτού του. Πρόκειται για μια αμφισβήτηση καίρια και καθολική: το σημαντικότερο τμήμα της συνίσταται στη βεβαιότητα ότι δεν υπάρχει τέλος – δεν υπάρχει δηλαδή ένα σημείο στο οποίο μπορούμε να βάλουμε τελεία και μετά να πούμε: τώρα θα δω τι έγινε, θα κάνω με άλλα λόγια ανασκόπηση ή θα κινηθώ αναστοχαστικά, και θα δώσω μια ερμηνεία. Η ζωή είναι ένα continuum στο οποίο οι ερμηνείες μένουν εσαεί ανοικτές και κάθε ενδεχόμενο φαντάζει πιθανό πάντα. Ο χρόνος σε αυτή τη μεταμοντέρνα θεώρηση θρυμματίζεται, το παρόν -το μοναδικό σημείο στο οποίο μπορεί να ενταχθεί ο ορίζοντας της κατανόησης του ποιητή- γίνεται η μόνη δυνατή επιλογή: η διάρκεια όπου πραγματοποιούνται τα πάντα, παρελθόντα, παρόντα και μελλοντικά.

Σε αυτό οφείλεται και η διακειμενικότητα που παρατηρείται. Όλα όσα έχουν γραφτεί, όλα όσα είναι αφηγημένα, υπάρχουν σε ένα αιώνιο παρόν και ανασύρονται από εκεί κατά βούληση. Μπερδεύονται με τις λέξεις και τις προσωπικές εικόνες του ποιητή και αποκτούν άλλο πλαίσιο και διαφορετικό νόημα. Δεν λείπουν ωστόσο κι εκείνοι (ανάμεσά τους και εγώ) που στη θέση της διακειμενικότητας, κυρίως όταν είναι εκτεταμένη, βλέπουν έλλειψη πρωτοτυπίας.

Αλλά και στο πεδίο της γλώσσας έχει συντελεστεί μετακίνηση. Δεν ενεργοποιούνται πλέον μηχανισμοί αναζήτησης σπάνιων και λόγιων λέξεων. Μολονότι από πολλούς σύγχρονους ποιητές δεν λείπει η καλλιέπεια, δεν είναι αυτή το ζητούμενο. Το ζητούμενο για τον σύγχρονο ποιητή είναι να δώσει νέα πνοή στον χρηστικό λόγο, να τον εντάξει σε μια διαφορετική αναζήτηση, να τον κάνει να «μιλήσει» με άλλους όρους, σαν να 'ταν το ζαχαρωμένο βότσαλο του Αργύρη Χιόνη*.

Η νέα ποιητική γραφή είναι γεγονός. Δεν ξέρω αν νομιμοποιούμαστε να μιλάμε για «γενιά του 2000», όπως είδα ότι έχουν σπεύσει κάποιοι να κάνουν, όμως μπορούμε με βεβαιότητα να μιλάμε για κάτι εντελώς διαφορετικό που έχει ανατείλει εδώ και αρκετά χρόνια στα ποιητικά πράγματα.


Χριστίνα Λιναρδάκη




* Η ποίηση πρέπει να 'ναι
Ένα ζαχαρωμένο βότσαλο.
Πάνω που θα 'χεις γλυκαθεί
Να σπας τα δόντια σου.
(άτιτλο)

Παρασκευή, 23 Σεπτεμβρίου 2016

Εκεί που η σκόνη συναντά τη θάλασσα - The Waterboys

Παρά το γεγονός ότι ποτέ δεν είχαν τη μεγάλη εμπορική επιτυχία που τους άξιζε, οι Waterboys υπήρξαν ένα από τα σπουδαιότερα σύγχρονα συγκροτήματα με στίχους αληθινά ποιητικούς, στους οποίους συναντώνται το παραδοσιακό στοιχείο της κέλτικης κουλτούρας και οι σύγχρονες επιρροές. Από τον πρώτο τους κιόλας δίσκο "The waterboys" (1983) φάνηκε η φρεσκάδα που έφερναν στη μουσική σκηνή, γεγονός που μπορεί κανείς να δει σε κομμάτια όπως "Τhe girl in the swing":

Τους βλέπεις να ΄ρχονται
Μέσα απ’ τα χιονισμένα χωράφια;
Κάποιος καλπάζει για μια γυναίκα
Που δεν έχει όνομα
Άλλος καλπάζει για έναν βασιλιά
Και κάποιος άλλος μόνο καλπάζει
Για το φλογερό
κορίτσι

Παραβγαίνουν σαν φαντάσματα
Κάτω απ’ το φως του Μπέλμοντ …
Καλπάζουν περνώντας από μέρη
Όπου τα τείχη είναι άσπρα
Και οι ευγενικές φωνές των γυναικών τραγουδούν
Ένα ζευγάρι ευχαριστιών…

Με ρώτησες
Αν ξέρω τι είναι η αγάπη
Λοιπόν ΣΙΓΟΥΡΑ ξέρω τι είναι η αγάπη!
Είναι ο κλέφτης του ύπνου!
Ένα παιδί και το σκυλί του
Μια κόκκινη λαστιχένια μπάλα
Αυτά τα παλιά τρελά πράγματα
Μια βροχή που πέφτει
Ένας δρόμος μακριά μακριά απ’ το σπίτι
Ζει μέσα στο κορίτσι
Το φλογερό.


Το ερωτικό αίσθημα παίζει κυρίαρχο ρόλο στην θεματολογία των Waterboys και πλημμυρίζει τραγούδια όπως το "Trumpets":

Ο έρωτάς σου μοιάζει με σάλπιγγες που ηχούν
Η ζωή σου είναι σαν βουνό
Κι η καρδιά σου σαν εκκλησία
Με φαρδιές ανοιχτές πόρτες
Και το να 'μαι μαζί σου
Είναι σα να βρίσκομαι μες το πιο όμορφο όνειρο…

Ο έρωτας σου μοιάζει με μεσοκαλόκαιρο
Η ζωή σου είναι σαν ωκεανός
Θέλω να βουτήξω μέσα της γυμνός
Να χαθώ στα βάθη σου…
Σε παρακαλώ μη με ξυπνάς...


Ένα άλλο στοιχείο που επηρέασε την ποίηση των Waterboysς, ιδίως αυτήν του ηγέτη και ιδρυτή τους Mike Scott ο οποίος γεννήθηκε στο Εδιμβούργο, ήταν η θάλασσα που βρέχει τα βρετανικά νησιά, κυκλώνοντας τα με το ρεύμα του κόλπου του Μεξικού που κάνει το κλίμα πιο ήπιο και πιο γλυκό. Το πιο γνωστό τους τραγούδι, το "Fisherman’s Blues", το εκφράζει πολύ καθαρά:

Θα 'θελα να μουνα ψαράς
Να ταρακουνιέμαι μες στις θάλασσες
Πολύ μακριά απ’ τη στεριά
Και τις πικρές της αναμνήσεις
Ρίχνοντας την πιστή μου πετονιά
Με ανεμελιά κι αγάπη
Κανένα ταβάνι να μη με βαραίνει
Εκτός από τον έναστρο ουρανό πάνω
Με φως στο κεφάλι μου
Εσένα στα χέρια μου...


Ο Lou Reed είπε ότι στην περίπτωση των Waterboys έχουμε να κάνουμε με ό,τι πιο ενδιαφέρον παράχθηκε τις τελευταίες δεκαετίες στο χώρο της ροκ μουσικής. Αναφέρονταν στον δίσκο "This is the sea", σίγουρα τον καλύτερο δίσκο του συγκροτήματος: σ' αυτόν υπάρχει ένα από τα σπουδαιότερα ίσως τραγούδια-ορόσημα στην ιστορία της ροκ μουσικής, το "Τhe Pan within" που αντικατοπτρίζει την πνευματικότητα του γκρουπ και τις επιρροές του από τις παραδοσιακές δοξασίες των αρχέγονων παγανιστικών τελετών:

Έλα μαζί μου
Σ’ ένα ταξίδι κάτω απ’ το δέρμα
Θα ψάξουμε μαζί
Για τον εσωτερικό Πάνα
Κλείσε τα μάτια σου
Ανάπνεε αργά κι αρχίζουμε
Κούνα τους γοφούς σου
Λευτέρωσε το κεφάλι σου…

Βάλε το πρόσωπο σου στο παράθυρό μου
Ανάπνευσε τη νύχτα που είναι γεμάτη θησαυρούς
Ο αέρας είναι πάνγλυκος
Γλυκός κι άγριος με την υπόσχεση της ηδονής
Τ' αστέρια είναι ζωντανά
Εραστές κλέφτες τρελοί διεκδικητές
Το μόνο που έχουμε να κάνουμε είναι να παραδοθούμε.


Το συγκρότημα αναζήτησε την έμπνευση σε κάθε είδους πνευματικό κίνημα, ενώ πειραματίστηκε με ποικίλες μορφές και επιδράσεις από την παραδοσιακή μουσική της Ιρλανδίας και της Σκωτίας μέχρι τα μπλουζ και τις παραδόσεις των ιθαγενών Ινδιάνων της Αμερικής, όπως φαίνεται στο κομμάτι "Bury my heart":

Θάψτε την καρδιά μου
Εκεί όπου η σκόνη συναντά τη θάλασσα
Αφήστε την ελεύθερη σ’ ένα έρημο μέρος
Όπου ένας άνθρωπος μπορεί ακόμα να είναι ελεύθερος
Φτιάξτε μια μπάλα τα ρούχα και τα πουκάμισα μου
Βάλτε τα στο χώμα...
Κι όταν η καταιγίδα ξεσπάσει
θάψτε την καρδιά μου

Γεννήθηκα ταξιδιάρης τροβαδούρος
Αλλά αφήνω τα φτερά μου ν’ αναπαυτούν...
Τώρα πάω στην ερημιά
Πάνω στο άλογο που εμπιστεύομαι
Υπάρχει ένας κρίνος στην κοιλάδα...
Θα πεθάνω όπου πέσω
Στην καυτή στεγνή σκόνη
Λοιπόν θέλεις να θάψεις την ψυχή μου
Εκεί όπου η σκόνη συναντά τη θάλασσα
Και θα θάψεις την καρδιά μου
Στο Πληγωμένο Γόνατο*;

Απόστολος Σπυράκης


* Αναφορά στο Wounded Knee Creek, στην περιοχή των Ινδιάνων Λακότα. Οι μεταφράσεις των στίχων προέρχονται από το βιβλίο "THE WATERBOYS'', εκδόσεις Κατσάνος.

Τετάρτη, 21 Σεπτεμβρίου 2016

"Η Άκρα ταπείνωση" της Ρέας Γαλανάκη



Η άκρα ταπείνωση είναι ένα μυθιστόρημα στο οποίο είναι εξαρχής σαφές ότι θα πάρει ρίσκα. Όχι τόσο σε επίπεδο θεματολογίας, όσο σε στυλ γραφής και σε επίπεδο δομής: έχουμε τρεις ανισομεγέθεις ενότητες σε λειτουργική ισορροπία και μια διαρκή εναλλαγή αφηγητών, εγχείρημα που δεν στερείται δυσκολίας. Επικεντρωμένο και θεμελιωμένο σε ένα συγκεκριμένο συμβάν που τότε είχε φέρει την Αθήνα στα όριά της (την νύχτα της 12ης Φεβρουαρίου του 2012), μπορεί να μην εκτείνεται σε εύρος χρόνου, αλλά κερδίζει θεαματικά σε πυκνότητα και συγκινησιακή ένταση.

Σε ό,τι με αφορά, βλέπω την Άκρα ταπείνωση σαν ένα κείμενο που αέναα αποκαθηλώνει για να αναστηλώσει στη συνέχεια την έννοια της πραγματικότητας όπως την εκλαμβάνουμε σε πρώτη προσέγγιση. Τι συμβαίνει αυτή τη στιγμή, τι συνέβη πριν από χρόνια στις ζωές των ηρώων, τι ελπίζουν ότι θα επακολουθήσει, τι απώλειες πενθούν, σε ποια ακριβώς πραγματικότητα κινούνται. Η ασθένεια που αλλοιώνει και αποσυνθέτει την μνήμη της μίας από τις ηρωίδες είναι η πρώτη ένδειξη ότι όσα συμβαίνουν θα έχουν περισσότερες από μία αναγνώσεις, το στοιχείο όμως αυτό είναι μόνο η αρχή του νήματος. Είναι δύσκολο να οριοθετήσει κανείς τον ρόλο που κατέχει η πραγματικότητα ως «μπούσουλας» για να επικοινωνούμε όλοι μεταξύ μας αλλά και ως σταθερά που διαλύει τον φόβο, στο βιβλίο αυτό υπάρχει η αίσθηση ότι η Ρέα Γαλανάκη διηγείται ένα σκούρο παραμύθι. 

Η πυρπόληση της Αθήνας εκείνο τον χειμώνα φωτογραφίζεται με έναν αποστασιοποιημένο ρεαλισμό που όμως δεν αδειάζει ούτε από την φαντασία, ούτε από τη μαγεία που εξ’ ορισμού και εκ φύσεως διαθέτει η καθημερινότητα, ακόμα και όταν φτάνει σε σημεία και σε τέρατα. Η Αθήνα της Μεταπολίτευσης που τόσο έχει αναλυθεί και σχολιαστεί, για να λιώσει τελικά από την τριβή των λέξεων, στο μυθιστόρημα της Ρέας Γαλανάκη γίνεται ταυτόχρονα καμβάς και πρωταγωνίστρια σ’ ένα παιχνίδι με στιβαρές ισορροπίες και μαγικές εναλλαγές ανάμεσα στο φως και στο σκοτάδι.

Η Άκρα ταπείνωση αποδεικνύει ότι οι άνθρωποι τελικά επιβιώνουν, οι πόλεις επίσης. Το τίμημα που θα πληρωθεί γι αυτή την συνέχεια, γι αυτή την αναγκαστική τελικά πορεία στο διηνεκές, είναι αυτό που αποτελεί το υποβόσκον νήμα όλου του μυθιστορήματος, και η συγγραφέας το διαχειρίζεται με αξιοσημείωτη μαεστρία. Δεν έχουν όλοι οι ήρωες το ίδιο ειδικό βάρος, αυτό είναι μια αλήθεια. Κάποιοι δεν φοβούνται και στέκονται όρθιοι για να αντιμετωπίσουν όσα τους επιφυλάσσονται, κάποιοι άλλοι στην πρώτη δυσκολία στέκονται ακίνητοι, σαν να περιμένουν να τους πουν τι να κάνουν και πού να πάνε.

Το λεξιλόγιο, η νοηματική πυκνότητα, η ακρίβεια στην παρατήρηση και στην επιλογή λέξεων και συναισθημάτων είναι μερικά από τα δυνατά σημεία του όλου εγχειρήματος, είναι άλλωστε και αναμενόμενα, η Ρέα Γαλανάκη δεν είναι στην πρώτη της δουλειά : ξέρει πού πατάει, πού βρίσκεται και πού θέλει να πορευτούν οι ήρωές της, έχει το θάρρος της πένας. Το γεγονός ότι κάποιοι από αυτούς παραπατάνε από το βάρος των γεγονότων δεν επηρεάζει τους υπόλοιπους και τελικά οι πορείες τους είναι συγκροτημένες, τουλάχιστον αφηγηματικά. 

Το κοινωνικο-πολιτικό πλαίσιο είναι, όπως θα περίμενε κανείς, πολύ ηχηρό, με ό,τι συνεπάγεται αυτό. Είναι το έργο ένα μνημείο διαχρονικότητας στο διηνεκές; Δύσκολο να πει κανείς, μπορεί και να μην χρειάζεται κι όλας. Είναι γεγονός ότι το κεντρικό συμβάν καθώς και τα μικρότερα που προκύπτουν ως συνέπειές του, δεν μπορεί παρά να καταλάβει μεγάλο χώρο στην αφήγηση. Συνέβησαν έντονα πράγματα τότε, πρωτόγνωρα, και είναι δύσκολο να μεταβολιστούν, και να δει κανείς πίσω από το εκτυφλωτικό αποτύπωμα που άφησαν στην σύγχρονη ιστορία και στο ατομικό συγκινησιακό περίγραμμα του καθενός από μας. 

Το ερώτημα που καλείται να απαντήσει κάθε αναγνώστης της Άκρας ταπείνωσης είναι τι μένει πίσω όταν το μυθιστόρημα τελειώσει. Ερώτημα σαφώς κοινό σε όλα τα βιβλία, ιδιαίτερα ίσως σ’ αυτό, που έχει τόσο ισχυρούς δεσμούς με ιστορικές συγκυρίες που δεν έχουν καν παλιώσει αρκετά ώστε να μπορούν να ειδωθούν με ψύχραιμα μάτια. Η μελετημένη αίσθηση ασάφειας δεν θολώνει τα νερά της κατανόησης, αντίθετα σβήνει με μαεστρία τις γραμμές των μέχρι εκείνη τη νύχτα ορίων.

Αχαρτογράφητα νερά, αυτή είναι η νέα πραγματικότητα που έφερε τότε η επόμενη μέρα, τόσο για τους ήρωες που είδαν την καθημερινότητά τους δια παντός ανεστραμμένη, όσο και για τους ανθρώπους που είχαν βρεθεί στο κέντρο της πόλης και χρειάστηκε μετά να επαναπροσδιορίσουν τις σταθερές τους. Η Ρέα Γαλανάκη επιχείρησε να καταλάβει τι στάθηκε όρθιο και τι γκρεμίστηκε για πάντα, να εξημερώσει φόβους και να ξορκίσει καινούρια φαντάσματα που γέννησε εκείνη η νύχτα, επενδύοντας σε σταθερές από το παρελθόν, την ιστορία, πάνω από όλα στον ίδιο τον άνθρωπο.  

Κρις Λιβανίου