Τετάρτη, 7 Δεκεμβρίου 2016

"Διηγήσεις πόλεων" του Σταύρου Σταμπόγλη




Γεύση στην άκρη των λέξεων[1]

Έχω συναντήσει ποίηση που είναι φτιαγμένη για να ακούγεται, άλλη να τραγουδιέται, ακόμα και ποίηση που είναι μια σειρά από σκηνοθετικές εντολές. Στις Διηγήσεις πόλεων του Σταύρου Σταμπόγλη βρήκα μια ποίηση που ζωγραφίζεται. Κάπως σαν να σχηματοποιεί την φαντασία, σαν να τραβάει γραμμές για να περικλείει τις σκέψεις, αφήνοντας παράλληλα μια αίσθηση φροντίδας και συγκατάνευσης. 

Δεν είναι η πρώτη φορά που διαβάζω στίχους του Σταύρου Σταμπόγλη, και έτσι μπορώ να ξέρω ότι είναι ένας ποιητής που στήνει ένα ολοκληρωμένο σύμπαν από την αρχή και μένει πιστός σ’ αυτό μέχρι το τέλος. Όχι ότι δεν υπάρχουν επιρροές (και έντονες μάλιστα) από άλλους, θα το ξανασυζητήσουμε αυτό πιο κάτω, αλλά σε γενικές γραμμές η εικόνα που ιχνογραφείται από τους στίχους του παραμένει ενιαία και συνολικά λειτουργική. Μια πρώτη ματιά δείχνει δύο στοιχεία: καταρχάς μια ποίηση με θεμελιώδη άξονα την φύση και την παραδοχή της ως ανεξάρτητη οντότητα ως προς τον άνθρωπο, και δεύτερον μια σχεδόν παντελή απουσία άλλης ματιάς πλην αυτής του ποιητή. Η φύση εμφανίζεται εξ’ ολοκλήρου ως αυτόνομη πραγματικότητα και κατ’ επέκταση ως σταθερή αξία σε έναν κόσμο που σίγουρα δεν έχει πια αρκετές. Ο ποιητής την παρατηρεί σε μια σχέση χωρίς παρεμβάσεις από τρίτους.

Υπάρχει επίσης παρουσία και των πέντε αισθήσεων, και μάλιστα ισορροπημένα: στην έκρηξη των χρωμάτων έρχεται να προστεθεί η «φασαρία» της φύσης, το άγγιγμα στα πράγματα και στις σκέψεις. Η γεύση των λέξεων μαζί με τις μυρωδιές συμπληρώνει την συνολική εικόνα μιας πραγματικότητας που εναλλάσσεται αέναα. Το ότι βάζει σε πρώτο πλάνο τα «μη-ομιλούντα» στοιχεία, του προσφέρει μια διαφυγή από τον σκληρό ρεαλισμό της εικόνας, μια διέξοδο προς τη μαγεία της ατομικής, σχεδόν μυστικιστικής προσέγγισης.
Η απουσία σαφούς χρονικού πλαισίου που θα λειτουργούσε σαν «μπούσουλας» υπερτονίζει την λεπτομερή αναφορά στις τοποθεσίες ανά την Ελλάδα, σημείο-κλειδί για την προσωπική μυθολογία του ποιητή, και δίνει ταυτόχρονα μερικά από τα λιγότερο αφηγηματικά ποιήματα που έχω συναντήσει τελευταία. Ο χρόνος συνήθως παγώνει μέσα από την απώλεια, την ανάμνηση και τελικά την νοσταλγία, και βγάζει τον αναγνώστη από τα γνώριμα μονοπάτια της γραμμικής αφηγηματικής σειράς. Το ενδιαφέρον εδώ είναι ότι τα κείμενα του Σταμπόγλη στις Διηγήσεις πόλεων, όπως άλλωστε και στο Με την πλάτη στο παρόν[2] κινούνται στα όρια ανάμεσα στην ποίηση και την πρόζα, πρόκειται δηλαδή για κείμενα όπου ο ποιητικός λόγος δεν εδραιώνεται στην μορφή αλλά περισσότερο στο ύφος. Η φιλοσοφική διάσταση που συνάντησα εδώ δεν υπήρχε τόσο έντονα στις προηγούμενες δουλειές του, ο ποιητής αναζητεί ξεκάθαρα την θέση του απέναντι στα συμβαίνοντα, για να αποστασιοποιηθεί τελικά από ό,τι ξεπερνάει τα όρια του προσωπικού του περιγράμματος: 

Τις νύχτες αναρωτιέμαι αν στέκομαι κόμβος μοναξιάς ή είμαι κάτι από λέξεις σε κορεσμένη έννοια.[3]

Το δεύτερο στοιχείο που σηματοδοτεί τις Διηγήσεις πόλεων και κατά τη γνώμη μου το πιο ενδιαφέρον, είναι το ότι πρόκειται για ποίηση που ενώ δεν είναι μοντέρνα και καθημερινή, είναι καταλυτικά επίκαιρη:

            Και η Αθήνα μια πόλη με ρούχο εισαγωγής σε ντόπιους ήλιους.[4]

Η υπερσυμπύκνωση της σκέψης και η εξαιρετική κατά τη γνώμη μου απόδοσή της σε παραδείγματα όπως εδώ, είναι αυτό που στις Διηγήσεις πόλεων κερδίζει τις εντυπώσεις και πάει τον αναγνώστη μερικά βήματα πιο πέρα. Παρόλο που απουσιάζουν τα γεγονότα αυτά καθαυτά (μη-αφηγηματική ποίηση όπως είπαμε πιο πάνω), το συναίσθημα και η συγκίνηση είναι παρόντα με όλο τους το συνθλιπτικό βάρος. Οι στίχοι είναι επίκαιροι κατά τη γνώμη μου επειδή ενώ αποσιωπούνται οι αιτίες των προβλημάτων που κάθε φορά αλλάζουν ανάλογα με τις συνθήκες και τις καταστάσεις, η δυναμική έγκειται στις συνέπειές τους που από την άλλη, είναι μια… σταθερή αξία με τα γνωστά σε όλους καταστροφικά αποτελέσματα. 

Θα ήθελα η επιρροή του Ελύτη να ήταν λιγότερο εμφανής, είναι γεγονός. Η σκιά του βαραίνει τους στίχους του Σταμπόγλη σε αρκετές περιπτώσεις, αλλά όταν αποστασιοποιείται από τις πηγές της έμπνευσής του, βλέπω κάποιον με απολύτως διακριτή και στιβαρή γραφή. Μια γραφή στακάτη και περιεκτική για παράδειγμα, χωρίς κενά:

Και τα ηφαίστεια˙ λέξεις ζωντανές να υποφέρουν στο θαλάμι τους. Αίσθηση καρτερίας χωρίς κοψιά συντριβής.[5]
 
Ο Σταμπόγλης βρίσκει την εξαιρετικά εύθραυστη ισορροπία ανάμεσα στην καταλυτική ύλη του σώματος και το άυλο, ανεπαίσθητο πλησίασμα της φύσης και την συντηρεί πλησιάζοντας μεταξύ τους αντιθέσεις και απομακρυσμένες έννοιες, όχι «πυροτεχνηματοειδώς» για να κερδίσει τις εντυπώσεις αλλά με το βλέμμα σ’ αυτό που έλεγα πριν, στο «πάμε ένα βήμα πιο ‘κει». Δεν λείπει η διαύγεια της σκέψης, ούτε είναι απογυμνωμένη από τον κυνισμό που συνήθως την ακολουθεί σε ανάλογες περιπτώσεις, αλλά από την άλλη μεριά ο ποιητής τηρεί τις αποστάσεις και, ελλείψει εμπάθειας, κερδίζει την «αντικειμενικότητα» που χρειάζεται: 

Αλλά υπάρχουν χίλιες λογικές ανήμπορες να κρύψουν ετούτο το γεγονός, ότι η επιδημία κέρδους δεν αναγνωρίζεται ως πανδημία εγκλήματος.[6]

Ομολογώ ότι τις φορές που η συμβολιστική προσέγγιση του Σταμπόγλη έγινε απόλυτα συνολική και δεν άφησε χαραμάδες και κλειδιά κατανόησης στα χέρια του αναγνώστη, το κείμενο βάρυνε ανεπανόρθωτα. Η κατανόηση, η πλήρης μάλιστα κατανόηση, είναι καλώς ή κακώς ο μόνος δίαυλος επικοινωνίας που είναι σημαντικό να παραμένει ανοιχτός. Δεν πιστεύω ότι υπάρχουν σημαντικά πράγματα που πρέπει να παραμένουν σε σκοτεινές περιοχές γιατί η συνεννόηση δέχεται ισχυρό πλήγμα. Ο Σταύρος Σταμπόγλης βγαίνει από την ποιητική πεπατημένη, δεν το αμφισβητώ αυτό. Δεν βγαίνει από την δική του πεπατημένη όμως, και είναι κρίμα. Αυτό που περιμένω από εκείνον πλέον δεν είναι μια καλή ποίηση (που σε πολλές περιπτώσεις είναι εξαιρετική) γιατί αυτό το θεωρώ δεδομένο. Περιμένω να πάρει ρίσκα και να βγει από τις σκιές όσων τον επηρέασαν, μπορεί και οφείλει να είναι το πρότυπο του εαυτού του. 

Κρις Λιβανίου


[1] σελ. 13
[2] Σταύρος Σταμπόγλης, Με την πλάτη στο παρόν, εκδ. Κέδρος, Αθήνα, 2014.
[3] σελ. 43.
[4] σελ. 23.
[5] σελ. 25.
[6] σελ. 36.

Δευτέρα, 5 Δεκεμβρίου 2016

"Silver alert" της Αγγελικής Σιδηρά

Silver, omnibus και amber alert, τα συντονιστικά προγράμματα έγκαιρης και έγκυρης ειδοποίησης των πολιτών για περιστατικά εξαφάνισης ηλικιωμένων το πρώτο, ενηλίκων το δεύτερο και ανηλίκων το τρίτο. Στην περίπτωση της Αγγελικής Σιδηρά όμως η εξαφάνιση για την οποία γίνεται λόγος και η συνακόλουθη αναζήτηση, παρότι έχουν συντελεστεί στον πραγματικό κόσμο, εξακολουθούν να συντελούνται καθημερινά και στον μέσα ορίζοντα.

Στην πρώτη ενότητα της πιο πρόσφατης ποιητικής συλλογής της, που τιτλοφορείται – όπως και ολόκληρη η συλλογή – Silver Alert, η Σιδηρά μας πληροφορεί για τους εξαφανισμένους ηλικιωμένους της ζωής της, αντλώντας από τις αναμνήσεις της: πρόκειται για πληροφορίες επώδυνες, γιατί κρύβουν μέσα τους ντροπή αλλά και τρυφερότητα, σε ένα παράξενο μείγμα που τροφοδοτεί τη συγκίνηση. Πρωταγωνιστές ο πατέρας, στον οποίο ήθελε να δώσει πετρούλες για να μη χάνει τον δρόμο για το σπίτι, και η μητέρα που με τις φουρκέτες της συγκρατούσε, μαζί με τα μαλλιά, τις λύπες, τους θυμούς και τις αγωνίες της. Πρόσωπα κάποτε υπαρκτά και πολύτιμα, που ταξίδεψαν πρώτα στην άνοια και ύστερα στο επέκεινα και που τώρα μπορούν να αναζητηθούν μόνο στις κοιλάδες της μνήμης μέσα από σκηνές που πληγώνουν:

Ντρεπόμουνα που γέρασες τόσο και τα ‘βαζα μαζί σου γιατί σκεφτόμουν πως όταν φοράς συνέχεια κάποιο αγαπημένο ρούχο, αυτό παλιώνει απάνω σου, σιγά σιγά, μαζί με σένα και ούτε που το καταλαβαίνεις.
(Παράκαιρη συνάντηση)

Omnibus alert είναι ο τίτλος της δεύτερης ενότητας και εδώ υπερισχύουν τα μεγάλα ερωτήματα, είτε εμπεριέχουν τον θάνατο είτε όχι: το τι θα γινόταν αν, το τι γίνεται όταν, το τι συμβαίνει στο διάστημα ανάμεσα στο πριν και στο τώρα, το τι είναι δικό μου και τι είναι ξένο, όλα αυτά απασχολούν την ποιήτρια με αφορμή μια σκηνή στο μετρό, μια ρεκλάμα σε περιοδικό αυτοκινήτων, έναν πίνακα ή ένα άλλο ποίημα. Πρόκειται για μικρές ψηφίδες που συνθέτουν το μωσαϊκό του ίδιου της τελικά ενήλικου εαυτού μέσα από την αντανάκλασή του στις ζωές των άλλων:

Σκεφτόμουν «το ποίημα»
που μόνο του περπάτησε απρόσκοπτα
δεκάδες τόσα χρόνια
και ήρθε να με βρει εδώ,
να με παρηγορήσει,
τα χρόνια ακυρώνοντας
και την ανημποριά μου.

(Η κοιλάδα με τις πεταλούδες)

Η τρίτη ενότητα, amber alert, είναι μια αναζήτηση στην περασμένη ανεπιστρεπτί ηλικία της αθωότητας με δυο-τρεις πληγές για εφόδιο, μέσα από ένα ζευγάρι παιδικά μάτια που κοιτούν απορημένα τον κόσμο, ενώ συντελούνται σε βάρος τους αδικίες χωρίς λογική: τα παιδιά από τη Συρία χάνονται διαπλέοντας με επισφαλή πλεούμενα το Αιγαίο στην προσπάθειά τους να βρουν ένα ασφαλές μέλλον, το Εβραιόπουλο οδηγείται στο κρεματόριο χαρούμενο για το κίτρινο αστέρι στο πέτο του, ένα μικρό παιδί περιπλανιέται χαμένο στη μεγάλη Αθήνα, η ίδια η ποιήτρια:

Έκλαψε με τα δάκρυα
που κλαίνε οι κούκλες και προχώρησε.
Διέσχισε την πλατεία της Ομόνοιας.
Ο φόβος
.
(Η περιπέτεια μιας κούκλας)

Των τριών αυτών ενοτήτων έπεται ένα θλιβερό επίμετρο: λίγο καιρό πριν κυκλοφορήσει η συλλογή, σκοτώθηκε σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα ένας από τους γιους της ποιήτριας. Το να χάνει ένας γονιός το παιδί του είναι από τα πιο φρικτά πράγματα που μπορούν να συμβούν στη ζωή. Κυριολεκτικά επί του πιεστηρίου, η Αγγελική Σιδηρά προσέθεσε επτά ποιήματα στη μνήμη του γιου της, ένα για κάθε μέρα της εβδομάδας των Παθών, ξεκινώντας από την Κυριακή των Βαΐων:

Ήσουν ήρεμος
στο τελευταίο σου κρεβάτι.
Ίσως πιο όμορφος παρά ποτέ.
Γιατί θελήσαν να σε πάρουν
από δω; Ποιος θα χαϊδεύει τώρα
τ’ ατίθασα μαλλιά σου;

(Μεγάλη Παρασκευή)

Η εξαφάνιση που συνεπάγεται την απώλεια, ιδίως όταν είναι αμετάκλητη, η αναζήτηση που δεν τελειώνει ποτέ, η επιστροφή στον εαυτό πάντα, όλα αυτά είναι οι συντεταγμένες του «Silver alert», μιας συλλογής που διατυπώνεται με αφοπλιστική ειλικρίνεια και δεν φειδωλεύεται τον σπαραγμό.

Χριστίνα Λιναρδάκη


Σημ. Το κείμενο πρωτοδημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Αυγή" (φύλλο της Κυριακής 16.10.2016), με τίτλο "Mε τα δάκρυα που κλαίνε οι κούκλες".

Παρασκευή, 2 Δεκεμβρίου 2016

Ευφυείς και μαν(ι)ακοί - Μερικά σχόλια στο βιβλίο του Αριστοτέλη «Περί Ποιητικής»

Η "Ποιητική" είναι  το πρώτο και μοναδικό αρχαίο  γραπτό κείμενο  λογοτεχνικής κριτικής και μας δίνει ένα πλήθος στοιχείων για ένα εκπληκτικό πλούτο κειμένων που χάθηκαν και αντιπροσώπευαν μια πολιτιστική έκρηξη στην ιστορία της ανθρωπότητας. Η αρχαία ελληνική λογοτεχνία είχε  το προνόμιο να εμφανιστεί σ’ ένα πρώιμο στάδιο ανάπτυξης του πολιτισμού, όταν  οι μύθοι ήταν ακόμα ζωντανοί, και το ανθρώπινο είδος έβγαινε από μια εποχή σκοτεινή, όπου η φύση κυριαρχούσε και φαίνονταν παντοδύναμη κι όπου η έννοια του θεού και του υπερφυσικού ήταν τόσο δυνατή που επισκίαζε την λογική σκέψη.

Τέσσερα είδη τραγωδίας, αυτού του ποιητικού είδους που γνώρισε μεγάλη ανάπτυξη στην εποχή του, ορίζει ο μεγάλος Έλληνας φιλόσοφος: την περίπλοκη (πεπλεγμένη) που σε όλη την έκταση της είναι μια περιπέτεια με κορυφαία στιγμή την αναγνώριση, την παθητική που περιγράφει τις συμφορές ανθρώπων που παρέβησαν κάποια εντολή των θεών και δέχτηκαν την ανάλογη τιμωρία, την ηθική που εστιάζει στην διδαχή και στην ηθοπλασία, και τέλος την θεαματική ή τρομακτική.

Σε ότι αφορά την περίπλοκη (περιπετειώδη) τραγωδία, αποκορυφώνεται  στην αναγνώριση με βάση  κάποια εξωτερικά στοιχεία όπως τα σημάδια στους αστραγάλους του Οιδίποδα, την ουλή στο πόδι του Οδυσσέα, τα περιδέραια που άφηναν στα έκθετα παιδιά οι γονείς τους, ή τα σημάδια που φέρουν οι ήρωες από τη στιγμή της γέννησης τους (για παράδειγμα η λόγχη που έφεραν στο σώμα τους οι Σπαρτοί και οι απόγονοι τους, αυτοί δηλαδή που ξεπήδησαν από την γη ένοπλοι φυτρώνοντας από τα δόντια του δράκοντα που σπάρθηκαν στη γη). Με τον τρόπο αυτό αναγνωρίζει ο Κρέων τον Αίονα, νόθο γιο της Αντιγόνης και του Αίμονα στην Αντιγόνη του Ευριπίδη, ενώ στον Θυέστη του Καρκίνου, ενός ζοφερού και αινιγματικού ποιητή από τον οποίο έφτασαν σ’ εμάς μονάχα θραύσματα αποσπασματικά, ο πατέρας αναγνωρίζει το παιδί του από το σημάδι του άστρου που έφεραν στο σώμα τους  όλοι οι απόγονοι του Πέλοπα.

Σχετικά τώρα με την θεαματική ή τρομακτική τραγωδία, αυτή αποσπά το ενδιαφέρον του θεατή χρησιμοποιώντας εντυπωσιακά σκηνικά  και τεχνικές που  αποτελούν μέρος της δραματικής τέχνης  και που εστιάζουν στην θεαματικότητα ( όψιν) όπως στον  Προμηθέα Δεσμώτη. Εκείνο το μοναδικό εφεύρημα του ήρωα καρφωμένου στα βράχια του Καυκάσου, να βασανίζεται στις εσχατιές του κόσμου περιμένοντας τον ήρωα Ηρακλή να τον λυτρώσει. Θεαματικές τραγωδίες θεωρούνται κατά τον Αριστοτέλη έργα όπως  οι Φορκίδες- τερατώδεις γριές κόρες του Φόρκυος - καθώς και όσες διαδραματίζονται στον Άδη, όπως για παράδειγμα ο Κέρβερος του Σοφοκλή και τα σατυρικά δράματα του Αισχύλου οι  Ψυχαγωγοί και ο Σίσυφος Πετροκυλιστής. Οι Ψυχαγωγοί σχετίζονται με την κάθοδο του Οδυσσέα στον Άδη όπου τον οδηγεί ο ψυχοπομπός (Ψυχαγωγός) Ερμής, ενώ ο Σίσυφος Πετροκυλιστής έχει να κάνει με το μαρτύριο του Σισύφου στον κάτω κόσμο επειδή ξεγέλασε τον Δία συλλαμβάνοντας τον δαίμονα του θανάτου, έτσι ώστε για ένα διάστημα να μην πεθαίνει κανείς πάνω στη γη.

 Η τραγωδία στην οποία είναι αφιερωμένο το μεγαλύτερο κομμάτι της "Ποιητικής" δίνει τη δυνατότητα της χρήσης μέσων που καθιστούν γοητευτική την αφήγηση, κι  ο Αισχύλος θα μπορούσε να θεωρηθεί ο κατ’ εξοχήν  μάστορας  σ’ αυτό. Για παράδειγμα στους Επτά επί Θήβας, το έργο αποκτά μια θαμαστή ζωντάνια όπως εκτυλίσσεται μπροστά στα τείχη της πόλης κι ο θεατής έχει την αίσθηση ότι ακούει τον εχθρό που πλησιάζει, ενώ στον Αγαμέμνονα, ο φύλακας που στέκεται στην στέγη του παλατιού των Ατρειδών και βλέπει την φλόγα να αναγγέλλει την πτώση της Τροίας  είναι άλλο ένα τέχνασμα του μεγάλου δραματουργού που προκαλούσε εντύπωση στον θεατή από την πρώτη στιγμή. Ο Σέξπηρ μεταγενέστερα καλλιέργησε αυτό το είδος,  ποιος δεν έχει εντυπωσιαστεί από την μαγική  σκηνή του φαντάσματος που περπατά στις πολεμίστρες του κάστρου στο ξεκίνημα του Άμλετ, ή από την μάχη του Βασιλιά  Ληρ με τα στοιχεία  της φύσης που μοιάζουν να λυσσομανούν  εναντίον του  ή από την έξοχη  πρώτη σκηνή της Τρικυμίας.

 "...διο ευφυούς  η ποιητικήν εστίν  ή μανικού"  για να πετύχει κάποιος ποιητής  λέει ο Αριστοτέλης  θα πρέπει να είναι εξαιρετικά ταλαντούχος (ευφυής)  ή μανι(α)κός, να παθιαστεί  δηλαδή τόσο πολύ με το αντικείμενό του ώστε να φτάσει σε μια τέτοια κατάσταση ενόρασης που θα του επιτρέψει να δει τα πράγματα από μια άλλη ματιά, πέρα απ’ τα φυσικά και τα λογικά, αγγίζοντας την ουσία αυτού που λέγεται τέχνη. Σύμφωνα με τον μεγάλο Έλληνα διανοητή, οι καλύτεροι από τους ποιητές  ξέρουν να διαλέξουν τον κατάλληλο μύθο όπως ο Όμηρος στην Οδύσσεια, "Έστι δε πάσης τραγωδίας το μεν δέσις το δε λύσις..." υποστηρίζει παρακάτω, αυτό είναι όλο, τόσο απλό, πρώτα εξασφαλίζεις μια πλοκή ικανή που να κεντρίσει το ενδιαφέρον του θεατή και μετά με τις κατάλληλες κινήσεις δίνεις μια λύση τόσο φυσική σα να προέρχεται από την τύχη, από κάτι απροσδιόριστο που εκπλήσσει αλλά ταυτόχρονα απονέμει κάποιου είδους δικαιοσύνη η οποία  καθίσταται αναγκαία απ’ την εξέλιξη.

Τώρα σε ότι αφορά την οικονομία του κειμένου και την ενότητα του ο Αριστοτέλης παρατηρεί ότι είναι ζωτικής σημασίας η επίτευξη μιας οργανικής συνοχής με την αποφυγή παρεμβολών που δεν έχουν σχέση με το θέμα  ή που πλατειάζουν κάνοντας τον θεατή να πλήξει. Χρησιμοποιώντας για παράδειγμα πάλι τον Σέξπηρ, θα μπορούσε να ειπωθεί ότι στο πιο νευρικό του έργο, τον Μακμπέθ, που δείχνει να έχει την μεγαλύτερη ενότητα κι έναν ρυθμό καλπασμού, ξενίζει κάπως η τρίτη σκηνή της τέταρτης πράξης που μοιάζει να σπάει την δυναμική και στιβαρή ροή του κειμένου. Ομοίως τα εκτενή  χορικά των αρχαίων που αποτελούσαν συστατικό στοιχείο των τραγωδιών και  για τα οποία  ο Αριστοτέλης λέει ότι θα πρέπει να τα γλυκαίνει ο ποιητής χρησιμοποιώντας το άλλο συστατικό της τραγωδίας, την μουσική. Αυτά λοιπόν τα κομμάτια στην σύγχρονη εποχή  δεν βοηθούν τον θεατή που ζει σε ρυθμούς πολύ γρηγορότερους  από αυτούς των αρχαίων, γι αυτό και μεγάλοι σκηνοθέτες σαν τον Κάρολο Κουν, δεν δίσταζαν να τα κόψουν προκειμένου να πετύχουν την μέγιστη συνοχή του έργου.

Η ‘’Ποιητική’’ του Αριστοτέλη τον οποίο φαίνεται ότι σε κάποια φάση της ιστορίας δεν εκτιμούσαν τόσο πολύ, ήταν χαμένη για αιώνες και δεν υπάρχουν αρχαία σχόλια πάνω στο κείμενο. Εμφανίζεται γύρω στον ένατο αιώνα σε συριακή μετάφραση από την οποία σώθηκε μόνο ένα κεφάλαιο, όμως η αραβική απόδοσή της  ήταν αυτή που τελικά επιβίωσε και σύμφωνα με τους ειδικούς αντιπροσωπεύει το πρωτότυπο κείμενο. Η ποιητική μελετήθηκε και επηρέασε με τον ένα ή τον άλλον τρόπο τους μεγαλύτερους φιλόσοφους και ποιητές όλων των εποχών όπως τον Οράτιο, τον  Καντ, τον Χαιντέγκερ, τον Νίτσε και τον Τολστόι και παραμένει ένα από τα πιο σημαντικά κείμενα γύρω από τα ζητήματα της τέχνης. 

Απόστολος Σπυράκης


Σημ.: Το κείμενο βασίστηκε στη δημοσίευση της "Ποιητικής" από τις εκδόσεις Κάκτος.


Τετάρτη, 30 Νοεμβρίου 2016

"Τα γυάλινα μάτια των ψαριών" της Ειρήνης Παραδεισανού


Ένας μοναχικός σκαντζόχοιρος είμαι.
Μονάχα που
τ’ αγκάθια ανάποδα φυτρώνουν
και
σπαράσσουν τις σάρκες μου.[1]

Η Χριστίνα Λιναρδάκη έχει ήδη ασχοληθεί με την ποίηση της Ειρήνης Παραδεισανού σε παλιότερη ανάρτηση, είχε μάλιστα εκφράσει στο τέλος την ανυπομονησία της να δει πού θα οδηγούσε την ποιήτρια η έμπνευσή της. Τα γυάλινα μάτια των ψαριών έπεσαν στα δικά μου χέρια και το κείμενό μου θα είναι μια ιδιότυπη συζήτηση ανάμεσα στις δυο μας. 

Η πρώτη μου σκέψη είναι ότι είχα καιρό να συναντήσω μια ποιητική συλλογή που ξεφεύγει από το πλαίσιο της απτής πραγματικότητας και στήνεται σχεδόν ολοκληρωτικά εκτός ρεαλισμού. Το γεγονός αυτό είναι από μόνο του μια βίαιη πράξη απόσχισης, και όταν στην Ρητορική ένδεια ΙΙ το εγώ του αφηγητή βγαίνει σχεδόν από το ίδιο του το δέρμα για να σταθεί απέναντι στον εαυτό του με ό,τι αυτό συνεπάγεται, τότε γίνεται πλέον σαφές ότι η Ειρήνη Παραδεισανού δεν φοβάται να πάρει ρίσκα.

Τα πρώτα ποιήματα της συλλογής αφήνουν μια γεύση εφιάλτη. Υπάρχει εξαρχής μια απόσταση ανάμεσα στο εγώ και τον εαυτό του, και όταν λέω απόσταση εννοώ κενό: ένα τρομαχτικό, αγωνιώδες κενό, αδιαπέραστο από φως, χωρίς διαστάσεις και άρα χωρίς απτά όρια. Η Χριστίνα είχε μιλήσει για θεατρικότητα στην ποίηση της Παραδεισανού, και είχε δίκιο. Εγώ θα ήθελα να προσθέσω και κίνηση. Είναι κατά τη γνώμη μου δύσκολο εγχείρημα να πετύχει κανείς αίσθηση κίνησης με τον λόγο, σταθερό και κατ’ εξοχήν γαντζωμένο στα χαρτιά:

Τα μάτια του στάζουν φωτιά.
Γιγάντιες φτερούγες σκοτεινές
φυλλομετρούν
τις μέρες.[2]
 
Η ατμόσφαιρα εφιάλτη δεν αναφέρεται συγκεκριμένα, αλλά παράγεται κατευθείαν, χωρίς ενδιάμεσα στάδια. Η ποιήτρια παραθέτει μια ονειρική πραγματικότητα που συστέλλεται και διαστέλλεται συνεχώς και μέσα σ’ αυτήν τα πράγματα, τα γεγονότα και κάποιες φορές οι άνθρωποι αποκτούν απρόβλεπτες διαστάσεις. Και σ’ αυτό το σημείο εισέρχεται ο φόβος, όπως σε κάθε εφιάλτη. Υποβόσκων βέβαια, και για ακόμα μια φορά αποδεσμευμένος από τις λέξεις που θα μπορούσαν να τον ξορκίσουν, αλλά καταλυτικά παρών: 

Ο οισοφάγος μου
τρωτός
λάμπει στο σκοτάδι.
Τον καρφώνουν με σφυριά στην οθόνη
οι γιατροί με τις άσπρες νοσοκομειακές κραυγές.[3]

Υπάρχει σκληρή γραφή και βίαιη σκέψη, φαντάζομαι επειδή κινείται στα άκρα και στα τετελεσμένα, όμως ταυτόχρονα η Ειρήνη Παραδεισανού αναμετριέται με όσα βρίσκονται μπροστά της, και αυτό το κάνει με την γενναιότητα κάποιου που ξέρει εκ προοιμίου ότι είναι το αδύναμο μέρος της εξίσωσης. Η Χριστίνα είχε αναφέρει την αρχαιοελληνική επιρροή στη θεματολογία, κάτι που υπάρχει και εδώ χωρίς υπερβολές όμως, και όπως είχε παρατηρήσει τότε, η ποιήτρια ούτε σ’ αυτή τη δουλειά απέφυγε τον στόμφο, δύσκολο πράγμα, όντως. Προσωπικά τον είδα και εκτός… επιρρεπούς θεματολογίας, όπως εδώ:

Κύμα ταξίδευε στα περιστέρια της μιλιάς σου.[4]

Δεν είναι ο ίδιος άνθρωπος που γράφει, ή για να είμαι ακριβής δεν γράφει τα ίδια πράγματα, κάτι που μόνο θετικό θα μπορούσε να είναι, και η έμπνευση που είχε διαπιστώσει τότε η Χριστίνα είναι ισχυρά παρούσα. Είχε γράψει επίσης πως στην Ρητορική ένδεια η ποιήτρια δεν χρησιμοποιεί ούτε εγείρει συναίσθημα. Στα Γυάλινα μάτια των ψαριών συμβαίνει το πρώτο αλλά ευτυχώς όχι το δεύτερο. Και είναι γεγονός ότι η γλώσσα της όντως παλινδρομεί σε λόγιους τύπους που απομακρύνουν τον αναγνώστη από το κείμενο, αλλά δεν έχω τόσο ηχηρά παραδείγματα όσο αυτά που αναφέρει η Χριστίνα στην κριτική της. Βελτίωση και εδώ λοιπόν. 

Η ακρίβεια στην απόδοση του συναισθήματος και της συγκίνησης είναι για μένα ίσως ο πιο ισχυρός πυλώνας μετά την τεχνική (για να μην ξεχνιόμαστε) και η Ειρήνη Παραδεισανού εδώ την έχει επιτύχει, και μάλιστα η προσπάθειά της προς αυτή την κατεύθυνση είναι εμφανής. Επικεντρώθηκε εξίσου στο μήνυμα και στον αποδέκτη του, και έτσι δείχνει ότι τα σέβεται εξίσου και τα δύο. Πέρα από αυτό, βλέπω μια γενναιότητα στην παραδοχή των συντριπτικών συγκινήσεων, με άλλα λόγια δεν κάνει πίσω ούτε στην γραφή ούτε στις σκέψεις, αλλά κρύβεται και ταυτόχρονα εκτίθεται σε μια δυναμική ισορροπία προσωπικού βιώματος και εξωτερικού πλαισίου.

Το leitmotif των ματιών στην αρχή λειτουργεί καλά, χαράσσοντας πορεία και άξονες, αλλά από ένα σημείο και μετά ξεφτίζει και χάνει την ανατρεπτικότητά του για να γίνει ένα κλισέ που αναμασιέται. Ο ηθικοπλαστικός χαρακτήρας που συχνά συνοδεύει μια αρχαιοελληνική και βιβλική θεματολογία όπως εδώ, και παρόλο που είναι συγκαλυμμένος, λειτουργεί ανασταλτικά κατά τη γνώμη μου. 

Αν στην προηγούμενή της συλλογή η Ειρήνη είχε δώσει εξαιρετικά δείγματα γραφής όπως έλεγε τότε η Χριστίνα, τότε στα γυάλινα μάτια των ψαριών η εξέλιξη και η εδραίωση αυτής της γραφής είναι αναμφισβήτητο γεγονός. Τα ρίσκα που αναλαμβάνονται πετυχαίνουν, ο συνδυασμός ανάμεσα στο προσωπικό βίωμα και την όποια οικουμενικότητα αυτό αποκτά είναι ισορροπημένος, οι λέξεις βρίσκουν τον δρόμο τους προς τον αναγνώστη. Είναι η σειρά μου να περιμένω την εξέλιξη.  

ΑΤΙΤΛΟ
Μου μιλάτε και βουλιάζω ολοένα στα κύματα.
Με τραντάζετε μα σκάβω ξανά στα χωράφια του ήλιου
ως ανατέλλει στον γκρεμό των ματιών μου.

Είμαι το κύμα που ναυάγησε στην απόκρημνη γη
Κι ασθμαίνει τη στεγνή υγρή σταγόνα να φυλάξει.

Κι είναι η σταγόνα το δάκρυ
στο χείλι του αδέσποτου παιδιού
που ξεψυχά μπροστά στα μάτια μου.[5]

Κρις Λιβανίου


[1] «Μοναχικός σκαντζόχοιρος», στ. 14-19, σελ. 17.
[2] στ. 4-7, σελ. 17
[3] στ. 1-5, σελ. 18
[4] στ. 1, σελ. 49
[5] σελ. 41

Δευτέρα, 28 Νοεμβρίου 2016

"Διάλογοι με τον Αρχίλοχο" του Αντώνη Ζέρβα

Mια στάμνα, όταν είναι καινούρια, αφήνει το νερό να περάσει από τα τοιχώματά της, το συγκρατεί όμως όλο και καλύτερα όσο παλιώνει. Με τον ίδια ακριβώς τρόπο σε αυτή τη, δέκατη πέμπτη, συλλογή του ο Αντώνης Ζέρβας γίνεται πιο πολυεπίπεδος από ποτέ: έλκοντας από τον τρόπο του Αρχίλοχου ξεκινά να περιγράφει τη συνθήκη ενός σύγχρονου άντρα που στην ηλικία της ωριμότητας δεν υπολείπεται σε ορμές –το κάνει όμως με υποδόρια ειρωνεία και με αυτοσαρκασμό που οδηγούν εντέλει σε μια ανατομία της ανθρώπινης κατάστασης η οποία αφορά τους πάντες.

Διαπερνώντας την επιφάνεια και φθάνοντας μέχρι το βάθος της – βιωμένης ή ποθητής – εμπειρίας, ο Ζέρβας χρησιμοποιεί τα όσα νιώθει το ποιητικό του υποκείμενο ως εξέδρα κατάδυσης στη θάλασσα της ανθρώπινης φύσης για να αναδυθεί μετά από λίγο ξανά με μια συγκομιδή από καθολικά συμπεράσματα που διατυπώνονται σκωπτικά πολλές φορές, μα παραδίδονται με μεγάλη σοφία και σημαντική επίγνωση των όσων συνεπάγεται η ανθρώπινη συνθήκη:

Έτσι και το χειρότερο θα εναλλάσσσεται
με το καλύτερο, μες στην ατέρμονη τροπή
των ψευδαισθήσεων σε ψευδαισθήσεις.

Το βιβλίο χωρίζεται σε τρία μέρη. Στο πρώτο («Διάλογοι με τον Αρχίλοχο») που δίνει και τον τίτλο του στο βιβλίο, ο ποιητής δεν διαλέγεται απλώς με τον Αρχίλοχο, αλλά συνείρει το πνεύμα της ποίησής του τόσο έντονα που ο αναγνώστης μπαίνει πολλές φορές στον πειρασμό να μιλήσει για αντιμετάθεση των προσωπείων των δύο «συνομιλητών». Ας σημειωθεί, σε αυτό το σημείο, ότι ο Αρχίλοχος δεν έτυχε της αναγνώρισης των συγχρόνων του, αφενός λόγω του ότι ήταν ρίψασπις και αφετέρου επειδή αυτοϋπονομευόταν έντονα στην ποίησή του. Ανακαλώντας το γεγονός, ο Ζέρβας γράφει:

Κράτησε εαυτέ μου, κράτησε.
Το πρόβλημα δεν είναι οι εχθροί σου,
όπως για τον Αρχίλογο καλή του ώρα.
Αυτούς μπορείς να τους καταπαλέψεις,
αρκεί να πέφτουν πάνω σου ένας ένας.


Εκτός από δημιουργός του λόγιου ιάμβου και λάτρης της σάτιρας, ο Αρχίλοχος θεωρείται ο πρώτος ποιητής της Ευρώπης που έστρεψε το βλέμμα στον εσωτερικό κόσμο του ανθρώπου, αψηφώντας τη βαριά επική παράδοση της εποχής του. Πίστευε ότι ο άνθρωπος διαφεντεύεται από παντοδύναμες δυνάμεις τις οποίες πρέπει να προσπαθήσει να αντέξει όπως μπορεί, αφού δεν έχει άλλη επιλογή. Το ίδιο πνεύμα διατρέχει τη συλλογή του Αντώνη Ζέρβα – το ποιητικό υποκείμενο δεσμεύεται από τις επιθυμίες που ορθώνονται πανίσχυρες μέσα του, όμως δεν έχει άλλη επιλογή από το να τις υπομείνει στωικά:

Ρουφάω τον κόσμο με το καλαμάκι
μα η γρανίτα μες στα ροζ στενάζει.
Όλα τα ηρωικά, στενές φούστες και ψηλά τακούνια,
σαν τα δημοτικά αντιλαλούν πως είμαι γέρος.


Των «διαλόγων» έπονται άλλες δύο ενότητες, οι «Κατά τριάδες» και «Μονά και πάλι». Οι «τριάδες» λειτουργούν κάπως σαν intermezzo: η σατιρική διάθεση κοπάζει, οι στίχοι είναι πιο στοχαστικοί, πιο απαλοί (ωστόσο ιδιαίτερα επώδυνοι) και πιο τρυφεροί. Συναντάμε εδώ ποιήματα συγκινητικά, ακόμη και σπαρακτικά, που πραγματεύονται την ανάμνηση και την αμετάκλητη απουσία. Επαναφορά στην πρότερη καυστική διάθεση συνιστούν οι δύο τελευταίες τριάδες της ενότητας, Ζ και Η.

Στα «Μονά και πάλι» ο ποιητής αναλαμβάνει με περισσότερη σφοδρότητα τη σκωπτική διάθεση του πρώτου μέρους, χρωματίζει ωστόσο τα ποιήματά του και με τη μελαγχολική διάθεση του δεύτερου, σε μια κατακλείδα που δρα συνθετικά των δύο πρώτων ενοτήτων και που εμπλουτίζεται επιπλέον κατά τόπους με ομοιοκαταληξία.

Αριστοτέχνης του λόγου, ο Αντώνης Ζέρβας μπορεί με άνεση να σκηνοθετεί τις συλλογές του με όποιον τρόπο κρίνει πιο πρόσφορο, εν προκειμένω δανειζόμενος τη δομή ενός μουσικού σονέτου (τρία μέρη όπου το ενδιάμεσο διαφέρει αισθητά από τα άλλα δύο) και να παραμένει ταυτόχρονα σίγουρος για το άρτιο του αποτελέσματος. Το ίδιο σίγουροι μπορούμε να παραμένουμε και εμείς, οι αναγνώστες του, για το ότι πάντα θα μας επιφυλάσσει μια ποιητική περιπέτεια που θα διαφέρει από τις συνηθισμένες.

Χριστίνα Λιναρδάκη


Σημ.: Το κείμενο πρωτοδημοσιεύθηκε στη "Λέσχη ανάγνωσης Νοεμβρίου 2016" του vakxikon.gr