Δευτέρα, 20 Φεβρουαρίου 2017

"Εγώ, απέναντι" της Νίκης Κωνσταντοπούλου

Ευαίσθητη, οξυδερκής γραφή, που αντανακλά πολλά επίπεδα πραγματικότητας. Αυτές οι λίγες λέξεις συνοψίζουν την ουσία της γραφής  της Νίκης Κωνσταντοπούλου στην ποιητική συλλογή Εγώ, απέναντι, την οποία προσωπικά θα τιτλοφορούσα Εγώ, από μέσα γιατί το ποιητικό υποκείμενο μιλά πάντα εκ των έσω και για τον τρόπο που παρατηρεί τον κόσμο. Πιθανώς το "απέναντι" του τίτλου να μιλά για τον τρόπο που το "εγώ" αντιπαραβάλλεται προς τον κόσμο, σε αντιδιαστολή αντί εν παραλλήλω.

Απέναντι στον κόσμο, λοιπόν, τον οποίο ατενίζει, η ποιητική φωνή είναι θαρραλέα. Με πλήρη επίγνωση της τρωτότητας της ύπαρξης και της ματαιότητας των μεγάλων αφηγήσεων περί έρωτα, θανάτου κ.λπ. από τη μία, αλλά και της έντασης που προκαλούν τα αιώνια ζητήματα, πορεύεται στη ζωή ανεξαρτήτως και υφιστάμενη. Ανεξαρτήτως τρωτότητας, ανεξαρτήτως ματαιότητας και ταυτόχρονα υφιστάμενη (όχι χωρίς διαμαρτυρία) την ένταση και την έμφαση με την οποία η ζωή της κλείνει το μάτι: κάθε φορά που την αναγκάζει να ανοιχτεί, να δεχτεί και να νιώσει οικειότητα, τις στιγμές δηλαδή που καλείται να κάνει την υπέρβαση.

Θέλει μεγάλο κουράγιο να αποδεχτεί κανείς αυτό που του συμβαίνει και ακόμη μεγαλύτερο να το καταθέσει εγγράφως, γιατί έτσι το παραδέχεται ανεπιστρεπτί. Είναι όμως και τεκμήριο γενναιότητας να μαρτυρεί κάποιος την (πότε φύσει πότε θέσει) αδυναμία του να κάνει την υπέρβαση ή να αρνηθεί να γίνει φυγάς ενός κόσμου που τον πληγώνει επειδή τον ξεπερνά. Το ποιητικό υποκείμενο της Κωνσταντοπούλου διαθέτει αυτή τη γενναιότητα.

Από πλευράς ύφους, η Νίκη Κωνσταντοπούλου φαίνεται να προτιμά τη λιτότητα. Τα σχήματα που μετέρχεται δεν είναι ούτε στομφώδη ούτε βαρύγδουπα. Λέει ό,τι έχει να πει απλά, όπως όταν κατονομάζουμε αυτό που έρχεται καταπάνω μας και δεν μπορούμε να το αποφύγουμε - η μετωπική σύγκρουση με το αναπόφευκτο σηκώνει μέσα της μια τρυφερότητα που περνάει στον στίχο:

Παλιά παλτά του πατέρα μου
που μύριζαν αλκοόλ και τσιγάρο
όπως τα νιάτα του.
Παλιές φούστες της μάνας μου
χρωματιστές με λουλούδια
που μύριζαν άκρατο ρομαντισμό.

ενώ νωρίτερα έχει πει:

Στην ντουλάπα του σπιτιού μου
βάζαμε άτακτα όλα μας τα ρούχα - όπως τις σκέψεις μας.

Πράγματα μικρά, της καθημερινότητας, που βαφτίζονται στην ευαισθησία της ποιητικής φωνής και μετατρέπονται σε τέχνη. Με άλλα λόγια, ό,τι πρέπει να συμβαίνει στην ποίηση.

Χριστίνα Λιναρδάκη

Ακολουθούν τρία ποιήματα από τη συλλογή:

ΑΛΟΓΟ ΚΟΥΡΣΑΣ

Είμαι πάλι στο σημείο εκκίνησης
περιμένοντας το πυρ για να χυθώ
σαν άλογο κούρσας
πίσω από σένα να τρέξω

Είμαι πάλι στο σημείο μηδέν
μετρώ τα δρομολόγιά μου
τα χιλιόμετρα που φόρεσα
στα κουρασμένα μου πόδια

Σαν θεατής ψυχρός
περιμένοντας τη νίκη σίγουρος
κοιτούσες από μακριά
τη λεπτή μου φιγούρα

Με σένα έμαθα να δρασκελίζω
χαράδρες, ρήγματα και γκρεμούς
Εσύ ακίνητος τραβούσες φωτογραφίες
και πόνταρες στοιχήματα


ΜΑΣΚΕΣ

Με μάσκες ήρθαμε
Με μάσκες φεύγουμε
Κάποιοι στο ενδιάμεσο μας τις τράβηξαν

Κι έτσι μπορέσαμε να δούμε κάτι απ’ τον εαυτό μας.



ΗΘΕΛΑ ΗΘΕΛΕΣ

Ήθελα πολύ να σ' ακουμπήσω, να σε γευτώ με το σάλιο μου,
        να νιώσω το δέρμα που μυρίζω στον ύπνο μου.
Ήθελα πολύ να πάμε βόλτα σε πολύβουες πόλεις με δυνατά φώτα τη νύχτα,
        να κοπάσουν οι εφιάλτες της μαύρης μου θάλασσας.

Ήθελες πολύ να με συναντήσεις - να φιλήσεις τις ρυτίδες μου,
        τα θλιμμένα ηλιοβασιλέματά μου.
Ήθελες πολύ το πελιδνό μου πρόσωπο από φόβο να κάνεις να γελάσει.
        Μα διαλέξαμε δύσκολο δρόμο.

        Τον έρωτα...





Παρασκευή, 17 Φεβρουαρίου 2017

Συνέντευξη του Γιώργου Χρονά στο στίγμαΛόγου

Ένας νέος ποιητής, ο Βαγγέλης Αλεξόπουλος, υποβάλλει ερωτήσεις σε έναν παλαιότερο, τον Γιώργο Χρονά. Τι συμβαίνει όταν δύο ποιητές συνομιλούν για το αντικείμενό τους, την ποίηση; Ας δούμε:


Βαγγέλης Αλεξόπουλος: Πότε γράψατε το πρώτο σας ποίημα και τι σημαίνει ποίηση για εσάς;

Γιώργος Χρονάς: Το πρώτο μου ποίημα πρέπει να γράφτηκε το 1970. Κυκλοφόρησα το 1973 το πρώτο βιβλίο μου. Το Βιβλίο 1. Ήθελα να γράψω ποιήματα που θα αρέσανε στον αναγνώστη. Όχι στους ποιητές, απαραίτητα.

Β. Α.: Πολλοί υποστηρίζουν ότι οι εμπειρίες από τα παιδικά μας χρόνια παίζουν καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση της μετέπειτα προσωπικότητας και του έργου κυρίως των καλλιτεχνών. Πώς θα περιγράφατε τα παιδικά σας χρόνια; Υπάρχει κάποια «πληγή» που σας έχει σημαδέψει;

Γ. Χ.: Τα παιδικά μου χρόνια είναι μαγικά. Και με χαρά και λύπη. Υγεία και ασθένεια. Με σημάδια που έμαθα να τα κρύβω. Η παιδική μου ηλικία κράτησε μέχρι που τελείωσα το γυμνάσιο, 18 χρονώ. Το 1966. Γεννήθηκα το 1948.

Β. Α.:  Ποιοί καλλιτέχνες έχουν επηρεάσει το έργο σας;

Γ. Χ.: Ποιητές και σκηνοθέτες, Γραπτός λόγος. Και ταινίες. Ο δάσκαλός μου Νίκος Αλέξης Ασλάνογλου – λέει – πως καθιερώνω, παγκοσμίως, την κινηματογραφική ποίηση. Και ο Αρανίτσης μίλησε, για την σκηνοθεσία στο έργο μου. Θα πρόσθετα και την σκηνογραφία.

Β. Α.: Οι δημιουργοί αγαπούν όλα τους τα έργα γιατί είναι παιδιά τους, θα μπορούσατε παρόλα αυτά να ξεχωρίσετε κάποιο από τα έργα σας;

Γ. Χ.: Αγαπώ τα ποιήματά μου, Ο διάβολος των κεραμιδιών, Η δολοφονία της κυρίας Νίχιλ, Η άνοδος και η πτώσις της Λιάνας Τεκίλα, Χωρίς λόγια…

Β. Α.: Πολλά από τα ποιήματά σας έχουν μελοποιηθεί με πολύ μεγάλη επιτυχία. Πώς συνδέεται η ποίηση με τη μουσική;

Γ. Χ.:  Είναι πρόβλημα των συνθετών να μελοποιήσουν ποιήματά μου. Τους ευχαριστώ. Πρώτος ο Γιάννης Μαρκόπουλος, το 1970, μελοποίησε στίχους μου. Και είχα την τύχη να μελοποιηθώ από 20 συνθέτες;. Ανάμεσά τους ο Μάνος Χατζιδάκις, Γιώργος Ανδρέου, Δήμος Μούτσης, Μιχάλης Τρανουδάκης, Δημήτρης Παπαδημητρίου…. Δεν θέλησα πάνω από 120 ποιήματά μου να πάρουν μουσική. Ήταν εύκολο να γράψω πολλά. Και να βγάλω τότε λεφτά. Προτιμώ να πουλώ κάρτες με την Μαντόνα και τους Ντουράν Ντουράν στις εκθέσεις βιβλίου, είπα κάποτε, θυμωμένος στον Μάνο Χατζιδάκι. Και άλλη μια φορά του είπα – ότι η ποίησή μου δεν χρειάζεται μουσική κάλυψη. Μπροστά στον Γκάτσο το είπα. Έπεσε από τα σύννεφα. Του άρεσε.

Β. Α.: Πρόσφατα απονεμήθηκε το βραβείο Νόμπελ λογοτεχνίας στον Μπομπ Ντίλαν, έναν Αμερικανό μουσικό. Πολλοί αντέδρασαν αρνητικά σε αυτό υποστηρίζοντας ότι o ποιητής πρέπει να είναι σεμνός, να μη δέχεται βραβεία, να παρατηρεί τον κόσμο από απόσταση. Ο καλός σας φίλος ποιητής Ντίνος Χριστιανόπουλος έχει αρνηθεί να παραλάβει βραβεία. Πως σχολιάζετε αυτές τις απόψεις; Υπάρχει παρασκήνιο κατά την επιλογή των ποιητών που βραβεύονται;

Γ. Χ.: Ήταν δικό του θέμα να δεχτεί το βραβείο Νόμπελ ο Ντύλαν. Δεν μου πέφτει λόγος. Δεν έχω λάβει βραβείο στον ελληνικό χώρο. Ούτε θα λάβω. Είμαι μακριά από την λογοτεχνική πασαρέλα των Αθηνών και των δημόσιων σχέσεων. Παρά ότι έχω 24 βιβλία προσωπικά, περιοδικό, με 173 τεύχη μέχρι τώρα, 36 χρόνια, και 500 βιβλία στις ομώνυμες εκδόσεις.

Β. Α.: Πώς ξεχωρίζει ένα καλό ποίημα;

Γ. Χ.: Λάμπει μόνο του σαν αστέρι στη νύχτα της ζωής μας.

Β. Α.: Σημαντικό είναι και το έργο σας στον χώρο του θεάτρου, αυτό τον καιρό άλλωστε παίζεται και το θεατρικό σας: «Το όνομά μου είναι Τζαίημς Ντην» στο οποίο συμμετέχετε ως σκηνοθέτης και ηθοποιός. Τι είναι το θέατρο για εσάς;

Γ. Χ.:  Μια μορφή τέχνης και ποίησης εκ του γεγονότος, της πραγματικότητος. Ναι, στον Ντην κάνω την πρώτη παγκόσμια θεατροποίηση του σύντομου βίου του. Παρά ότι το έχω γράψει 30 χρόνια πριν – το 1987. Όπως και την σκηνοθεσία, γενική επιμέλεια και παίζω κι όλας.

Β. Α.:  Παράλληλα με όλα αυτά διευθύνετε τον ιστορικό εκδοτικό οίκο «Οδός Πανός» και το σχετικό λογοτεχνικό περιοδικό. Παρά την οικονομική κρίση, φαντάζομαι θα συμφωνήσετε, ότι εκδίδονται κάθε χρόνο πολλές ποιητικές συλλογές. Έχουμε ίσως φτάσει σε σημείο οι συγγραφείς ποιητές να είναι περισσότεροι από τους αναγνώστες. Με ποια κριτήρια οι εκδόσεις «Οδός Πανός» αποφασίζουν την έκδοση μιας ποιητικής συλλογής; 

Γ. Χ.:   Οι ποιητές των εκδόσεών μας έχουν το στίγμα του ποιητή. Και ο βίος τους είναι αρμονικός, αυστηρός στην τέχνη τους. Θέλουν να γράφουν καλά ποιήματα. Και προσπαθούν με κάθε τρόπο μελετώντας.

Β. Α.:  Ποιούς σύγχρονους Έλληνες ποιητές θεωρείτε αξιόλογους;

Γ. Χ.:  Αν μιλήσω με ονόματα θα ξεχάσω κάποιους. Και δεν θέλω. Αγαπώ την τέχνη τους. και την διαβάζω. Την παρακολουθώ. Και χαίρομαι που ποιήματα γράφονται ακόμη από αγόρια και κορίτσια στη γλώσσα μας.

Β. Α.:  Έχετε στο συρτάρι σας ανέκδοτο υλικό;

Γ. Χ.:   Όλο και κάτι βρίσκεται. Έχω όπως ξέρετε, εκτός της ποιήσεως, περάσει, στο θεατρικό έργο, στη δημοσιογραφία, στο πεζό, στο στίχο, σκηνοθεσία, ηθοποιός… όλα εκ της ποιήσεως.

Β. Α.: Σας ευχαριστώ πολύ εκ μέρους του ιστολογίου στίγμαΛόγου.


Βιογραφικά στοιχεία: Ο Γιώργος Χρονάς γεννήθηκε, τον Οκτώβριο του 1948, στον Πειραιά. Από το 1973, που εμφανίστηκε στα γράμματα, έχει εκδώσει 24 βιβλία με ποιήματα, πεζά, θέατρο. Έκανε ραδιόφωνο στο Τρίτο Πρόγραμμα και παλαιότερα στο Δεύτερο και Πρώτο Πρόγραμμα της Ελληνικής Ραδιοφωνίας (1979-2014). Ποιήματα και πεζά του έχουν μεταφραστεί σε διάφορες γλώσσες. Εκατόν είκοσι (120) τραγούδια του έχουν μελοποιηθεί από Έλληνες συνθέτες. Εκδίδει, από τον Φεβρουάριο του 1981, το περιοδικό Οδός Πανός, τις ομώνυμες εκδόσεις, καθώς και τις "Εκδόσεις Σιγαρέτα". Ήταν υπεύθυνος του ένθετου "Βιβλιοθήκη-Καταφύγιο θηραμάτων" της Ελευθεροτυπίας (2009-2011). Το 2011 έλαβε το Βραβείο Καβάφη. Το 2013 τιμήθηκε από τον Δήμο Πειραιά για την προσφορά του στα Ελληνικά Γράμματα. Ζει και εργάζεται στην Αθήνα.

Όσο για τον Βαγγέλη Αλεξόπουλο, σύντομο βιογραφικό του φιλοξενείται στην ενότητα "Αρθρογράφοι" στη δεξιά στήλη του ιστολογίου μας.

Τρίτη, 14 Φεβρουαρίου 2017

"Ιάκωβος" του Κωνσταντίνου Χατζηνικολάου



Στον Ιάκωβο του Κωνσταντίνου Χατζηνικολάου κάποιος αφηγείται μια ιστορία. Κι αυτή η ιστορία είναι τόσο παράδοξη που τελειώνει κανείς το βιβλίο και ακόμα δεν είναι σίγουρος τι έχει συμβεί, αν έχει όντως συμβεί κάτι. 

Από την πρώτη γραμμή μέχρι και την τελευταία όλα εκτυλίσσονται σε μια αδιατάραχτη ατμόσφαιρα εφιάλτη. Όχι όμως τρομακτικού αλλά ενός εφιάλτη διαρκούς και απροσδιόριστης αγωνίας. Η δράση είναι τόσο περιορισμένη που φτάνει να είναι σχεδόν ανύπαρκτη, και τα πράγματα διαδραματίζονται σε ένα περίγραμμα κλειδωμένο, με βασικό χαρακτηριστικό τις καταλυτικές εναλλαγές φωτός. Όλο το κείμενο δίνει την εντύπωση σκηνικού ταινίας για εξωτερικές λήψεις χωρίς ηθοποιούς, ίσως μόνο τους κομπάρσους: αφήνει ένα πολύ περίεργο συναίσθημα. Ο χώρος, ο χρόνος και το προφίλ των ανθρώπων που τριγυρίζουν στις σελίδες παίζουν τον μικρότερο δυνατό ρόλο, σαν κάποιος να τους έβαλε εκεί να περιφέρονται χωρίς σκοπό, χωρίς συναισθήματα και χωρίς πολλές κουβέντες. Σαν το κέλυφος μιας ιστορίας που δεν ξεδιπλώθηκε ποτέ, ό,τι συμβαίνει στο βιβλίο αυτό μένει από την πρώτη στιγμή μέχρι και την τελευταία σε μια λυμφατική κατάσταση και σε μια παράλληλη πραγματικότητα κενού αέρος: σαν να υπάρχει το ντεκόρ μέσα στο οποίο θα διαδραματιζόταν κάτι αλλά να μην υπάρχει τίποτα να ειπωθεί. Ο αναγνώστης μένει με μια γεύση παράδοξου και ανοίκειου στο στόμα. 

Τα λίγα, τα ελάχιστα που συμβαίνουν στον Ιάκωβο, συντελούνται σε τετελεσμένο χρόνο, με τέτοιο τρόπο παγιωμένα ώστε η όποια αντίδραση, από όποια πλευρά και αν θα μπορούσε να προέρχεται, να αυτοαναιρείται. Η βιαιότητα που υπολανθάνει (με αρκετή επιτυχία ομολογώ) στηρίζεται σχεδόν αποκλειστικά στην αδράνεια της κίνησης και της σκέψης, στον ρεαλιστικό και συναισθηματικό εγκλεισμό, στην στατικότητα των πάντων.

Οι μόνοι που έχουν όνομα είναι ο Ιάκωβος, τα μέλη της οικογένειάς του και μια γυναίκα που δουλεύει στον οίκο ανοχής του χωριού, κανείς άλλος από όσους εμφανίζονται κατά διαστήματα στις σελίδες του έργου. Συνειδητοποίησα λοιπόν εξαιτίας αυτού ότι φάντασμα δεν είναι μόνο αυτό που δεν έχει σώμα, ύλη δηλαδή, αλλά και αυτό που δεν έχει όνομα. Κυρίως εκείνο: χωρίς ταυτότητα, χωρίς κανενός είδους περίγραμμα, χωρίς ειδικό βάρος.

Οι σκόρπιες λέξεις στην αρχή κάθε κεφαλαίου που υποτίθεται επικεντρώνουν το βλέμμα του αναγνώστη στα σημαντικά σημεία που έπονται είναι μάλλον μια άστοχη κίνηση, όπως επίσης και η αναφορά στο τέλος κάθε κεφαλαίου ότι το κεφάλαιο... τελείωσε. Υποθέτω ότι είναι σχετικά εύκολο να το καταλάβει κανείς, ιδιαίτερα από τη στιγμή που στην επόμενη σελίδα αρχίζει το επόμενο. Αν είναι ένα είδος αυλαίας που πέφτει μένει να αποσαφηνιστεί, και σε κάθε περίπτωση η χρησιμότητά του παραμένει σκοτεινή. 

Ο Ιάκωβος είναι ένα κείμενο που διαβάζεται με περιέργεια, και δεν έχει ισχυρές ελλείψεις. Ούτε προτερήματα βέβαια, αλλά στον αντίποδα αυτού είναι γεγονός ότι η αίσθηση του παγωμένου χρόνου είναι αποτελεσματικά δοσμένη και καταλήγει να είναι ένας ενδιαφέρων άξονας ελλείψει άλλων.

Έγραφα και στην αρχή ότι είναι ένα πραγματικά περίεργο βιβλίο, μετά το τέλος της ανάγνωσης δεν έχω καταλήξει αν μου αρέσει. Δεν έχω καν καταλήξει για το αντίθετο. 

Κρις Λιβανίου

Δευτέρα, 13 Φεβρουαρίου 2017

«Της μοναξιάς διπρόσωποι μονόλογοι» της Κατερίνας Αγγελάκη-Ρουκ

Πόσο κοντινά είδη είναι το θέατρο και η ποίηση; «Το θέατρο, ως μορφή Τέχνης, δίνει τη δυνατότητα να συνδεθούμε, να συγκινηθούμε, ν’ αγγίξουμε ο ένας τον άλλον, να νιώσουμε μαζί την αλήθεια των συναισθημάτων, όπως ακριβώς και η ποίηση», γράφει ο Δήμος Χλωπτσιούδης.

Τη συγγένεια των ειδών τεκμηριώνει η Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ στο πιο πρόσφατο βιβλίο της, Της μοναξιάς διπρόσωποι μονόλογοι, που περιλαμβάνει ό,τι ακριβώς λέει ο εύστοχος τίτλος του: μονολόγους μεταμφιεσμένους σε διαλόγους μεταξύ της ίδιας και του εαυτού της. Πρόκειται για διαλόγους στοχαστικούς, σοφούς, κυρίως όμως τρυφερούς.

Το βιβλίο διαρθρώνεται σε έξι πράξεις και τρία ιντερμέδια. Σε καθεμιά από αυτές τις εννιά εν συνόλω ενότητες η ποιήτρια μιλά με τα άδειο, τον πόνο, τη θλίψη, το μέλλον, τον χρόνο, τη μοναξιά, την υποκρισία και το ποίημα, ενώ δεν λείπει και μια εξομολόγηση στον καθρέφτη. Ο Πέτρος Γκολίτσης έγραψε για διχασμούς και αναδιπλασιασμούς και μας θυμίζει τον Μπλανσό και τον Αρτό.

Πρόκειται για έναν απολογισμό; Για μια προσπάθεια απέκδυσης ευθύνης; Για μια προσπάθεια ανίχνευσης ή μετάθεσης ενοχών; Για μια απολογία; Ίσως να είναι λίγο απ’ όλα αυτά, όμως δεν παύει να είναι ποίηση. Μια ποίηση μεταμφιεσμένη, μια ποίηση που μας πηγαίνει πίσω, στα παρασκήνια, στον χώρο όπου γεννιέται ο ποιητικός λόγος, εκεί που αναδύεται από το ασυνείδητο και αναμιγνύεται με τα όνειρα και τις αναμνήσεις προτού παραδοθεί στον έλλογο νου. Ταυτόχρονα είναι μια ποίηση με θεατρική ποιότητα, λίγο υπερβατική, λίγο υπερρεαλιστική, ίσως τελικά «μπεκετική», όπως έγραψε ο Γκολίτσης.

Όμως η Ρουκ είναι τόσο αθώα μέσα σε όλο αυτό και τόσο μαγεμένη από τη ζωή και την τέχνη, ταυτόχρονα τόσο μαγική μέσα στην ειλικρίνειά της που η εξομολόγησή της, η αποκάλυψη των φόβων και των ελπίδων της, των ονείρων της που δεν σταματούν καθώς περνά η ηλικία και ο αναστοχασμός του παρελθόντος γίνονται ένας τρυφερός τόπος για τον αναγνώστη, που ανέλπιστα του δίνεται ένας νέος τρόπος να γνωρίσει την Κατερίνα – και να την αγαπήσει άλλη μια φορά.

Χριστίνα Λιναρδάκη



Ένα πολύ σύντομο απόσπασμα από την ενότητα «Αθώα θλίψη»:

ΕΓΩ: Εδώ είναι το περίεργο. Ούτε χαίρομαι ούτε λυπάμαι. Σαν να με τυλίγει κι εμένα κάτι, κάτι σαν αύρα, σαν μυρωδιά που με προστατεύει από τις εξελίξεις της ζωής, ως ένα σημείο βέβαια. Χαίρομαι που δυστυχία μεγάλη δε μου ‘χει τύχει – εννοώ έξω από τους φυσικούς κανόνες της ζωής – αλλά η χαρά είναι εγκεφαλική, δε βοηθάει.

ΚΙ ΕΓΩ: Σε βοηθάει όμως ν’ αντέχεις τη θλίψη.

ΕΓΩ: Ναι, ίσως.

ΚΙ ΕΓΩ: Και γιατί τη θλίψη τη λες αθώα;

ΕΓΩ: Μα είναι. Κανείς δεν την κάλεσε, δεν έχει συγκεκριμένο λόγο ύπαρξης. Είναι σαν τη συννεφιά που σε προστατεύει από τη βροχή. Η θλίψη δεν προσπαθεί να σου αλλάξει τη διάθεση για να σηκωθεί να φύγει. Μένει κοντά σου, στη μοναξιά σου. Ναι, για μένα η θλίψη είναι άγγελος. Ο άγγελος της μοναξιάς.


Κ.Α.-Ρ.

Παρασκευή, 10 Φεβρουαρίου 2017

Χειμωνιάτικα τραγούδια των Ινδιάνων

Να το χιόνι, ρο – ρανι!
Να το χιόνι, ρο – ρανι!
Να ο δρόμος των ψυχών!

Λέει ένα από τα τραγούδια του "Χορού των Φαντασμάτων",  μιας μυστικής ιεροτελεστίας των Iνδιάνων με στίχους που  ήταν ακατανόητοι στους αμύητους.  Ο "Χορός των Φαντασμάτων" ξεκίνησε από τη φυλή των Αραπάχο,  διαδόθηκε σε μια σειρά από φυλές όπως οι Σιου, οι Σαϊέν, οι Παϊούτι και στο τέλος πήρε εθνικό χαρακτήρα, αφού οι φυλές ενώθηκαν γύρω από αυτόν, μέχρι που οι Αμερικάνοι λευκοί τον απαγόρεψαν. Σύμφωνα με το ιστορικό του συγκεκριμένου τραγουδιού, ένας μάγος, ο βοσκός Γουοβόκα "αρρώστησε" την ώρα μιας έκλειψης του ήλιου και είδε ένα όραμα που τον έκανε προφήτη των Ινδιάνων. Στο όραμά του ανέβηκε στον ουρανό όπου ο θεός του έδωσε το χορό για να τον πάει στον λαό του μαζί με συμβουλές ειρηνικής συνύπαρξης. Αν εκτελούσαν τον χορό κάθε τόσο γιο πέντε μέρες ο χαμένος βούβαλος θα ξαναγύριζε στις πεδιάδες και μια νέα γη, λευκή σαν σκεπασμένη από χιόνι θα ξαναρχόταν. Το χιόνι έπαιζε σημαντικό ρόλο στη ζωή των αυτόχθονων κατοίκων της Αμερικής, όπως φαίνεται σε ένα άλλο τραγούδι συμπαθητικής μαγείας:

Χιόνι, έλα, πολύ, για να ΄ναι άφθονο νερό,
σαν έρθει καλοκαίρι.
Πάγε, έλα, σκέπασε τα χωράφια,
να δώσει άφθονη σοδειά η σπορά.
Ας είναι όλες οι καρδιές ευτυχισμένες...

Ο χειμώνας, ειδικά για τους κατοίκους των πιο βόρειων περιοχών, ήταν εξαιρετικά δύσκολος και μακρύς, η μόνη τους συντροφιά τη νύχτα ήταν ο έναστρος, καθαρός ουρανός, όπως βλέπουμε  στο παρακάτω τραγούδι των ιθαγενών Εσκιμώων:

Ε, άστρο εκεί πάνω,
εσύ που κοιτάς από κει πάνω,
τα δάχτυλα σου εκεί πάνω,
δεν πιάστηκαν γρήγορα,
δεν πλέχτηκαν σφιχτά.

Έπεσε κάτω και δεν άγγιξε,
χωρίς διόλου αντίκρυ του ν’ αγγίξει
- δεν άγγιξε.

Ένα ακόμα τραγούδι που ανήκει στον κύκλο του "Χορού των Φαντασμάτων" εκφράζει τον θαυμασμό τον ινδιάνων για τον νυχτερινό ουρανό:

Απάνω εσύ κι εγώ θα πάμε·
στο μάκρος του Γαλαξία εσύ κι εγώ θα πάμε·
στο μάκρος του χναριού των λουλουδιών εσύ κι εγώ θα πάμε·
κόβοντας λουλούδια στο δρόμο μας...

Πολλά τραγούδια περιγράφουν  το παγωμένο τοπίο που αντίκριζαν κάθε μέρα οι Ινδιάνοι του βορρά :

Κοιτάω κατά το νότο το ψηλό Βουνό Κουνάκ,
Κοιτάω τα σύννεφα που μαζεύονται γύρω του·
μελετάω τη φωτεινή τους λαμπρότητα·
γύρω απλώνονται πάνω απ’ το ψηλό Κουνάκ·
σκαρφαλώνουν τα θαλασσινά πλευρά του·
δες πώς γλιστρούν κι αλλάζουν·
κοίτα τα εκεί κατά το νότο·
πως το’ να ομορφαίνει τ’ άλλο·
πως ανεβαίνουν τις νότιες πλαγιές του,
κρύβοντάς το απ’ την αγριεμένη θάλασσα…

Τα στοιχεία της φύσης, όπως ο άνεμος του χειμώνα, συχνά προσωποποιούνται στην ποίηση των Ινδιάνων όπως συμβαίνει  σ’ αυτό το κομμάτι:

Με λήστεψε ο άνεμος,
μου λήστεψε ο άνεμος το σκέπασμα μου.

Αυτό μονάχα είχα γλυτώσει,
μου λήστεψε ο άνεμος το σκέπασμα μου.

Μόνο που δε μπορούσα με το χέρι να το πιάσω·
το σκέφτηκα μα δε μπορούσα με το χέρι να το πιασω...

Με λήστεψε η άθλια φώκια με τα γένια,
μου λήστεψε του καμακιού μου το σκοινί.

Αφού κι οι κυνηγοί της φώκιας δε μπορούσαν τίποτα να πιάσουν,
κι εγώ δεν έριξα με το σκοινί του το καμάκι.

Αφού κι οι κυνηγοί της φώκιας δε μπορούσαν τίποτα να πιάσουν,
περίμενα και το καμάκι μου με το σκοινί έμπηξα γερά.

Στον άνεμο και στα στοιχεία της φύσης αναφέρεται κι ένα άλλο τραγούδι μύησης των εφήβων που έμπαιναν στην κοινότητα ύστερα από κάποια ηλικία. Ο έφηβος έπρεπε  να νηστέψει για μερικές μέρες προκειμένου να έρθει σε επαφή με το φυλακτήριο πνεύμα του. Κάθε Ινδιάνος είχε ένα προσωπικό τραγούδι σαν αυτό:

Ας γύρναγα τη νύχτα,
ας γύρναγα ενάντια στους ανέμους...
ας γύρναγα όταν φωνάζει η κουκουβάγια.

Ας γύρναγα μες την αυγή,
ας γύρναγα ενάντια στους ανέμους,
ας γύρναγα μες την αυγή,
ας γύρναγα όταν κράζει ο κόρακας.

Ένα ακόμα μικρό τραγοούδι για τον άνεμο από την φυλή Τσιπάγουα:

Ο άνεμος,
μονάχα
αυτόν φοβάμαι.

Οι ατέλειωτες μέρες και νύχτες του χειμώνα όμως ήταν και χρόνος αναπόλησης των κυνηγιών του καλοκαιριού. Ένα από τα πιο όμορφα σχετικά τραγούδια είναι  αυτό "Του ελαφιού με την μαύρη ουρά" που έτρεχε κοντά στα "μαγικά σπίτια", τα ερείπια δηλαδή του παλιού οικισμού Pueblo, που θεωρούνταν από τους μεταγενέστερους ιθαγενείς κατοικία των θεών:

Κάτω στα μαγικά σπίτια, κάτω στα μαγικά σπίτια
φυσούν οι άνεμοι και από τα κέρατα και τ’ αυτιά μου
μαζεύτηκαν δυνατότεροι.

Εκεί κάτω έτρεξα τρέμοντας. Εκεί κάτω έτρεξα τρέμοντας
γιατί τόξα και βέλη με κυνηγούσαν, πολλά τόξα
ήταν στ’ αχνάρια μου.

Το κυνήγι  ήταν  ζωτικής  σημασίας για τους αυτόχθονες Ινδιάνους κι ήταν επόμενο τα  καλύτερα τους τραγούδια να μιλούν γι' αυτό. Ένα τέτοιο τραγούδι είναι το "Τραγούδι του κυνηγού" των Τσιπέγουα:

Από μακριά τρέχει
με τ’ άσπρα του ποδάρια
μέσα στους θάμνους.

Από κοντά τρέχει
με τα ρουθούνια του ανοιχτά
πάνω στο γυμνό χώμα.

Η άσπρη ουρά σκαρφαλώνοντας
μοιάζει σα γραμμή πάνω στους βράχους.
Η μαύρη ουρά προχωρώντας
μοιάζει σα ράγισμα στους βράχους.


Απόστολος Σπυράκης



Σημ.: Oι μεταφράσεις  είναι του  Λευτέρη Σκαρτσή από τις εκδόσεις Καστανιώτη και της  Ειρήνης  Βρη από τις εκδόσεις Οδός Πανός.