Τρίτη, 20 Φεβρουαρίου 2018

Η ποίηση ξανά στη μόδα; Δέκα από τους καλύτερους αγγλόφωνους εν ζωή ποιητές



Έτσι φαίνεται ή τουλάχιστον αυτό ισχύει στο εξωτερικό! Στο φύλλο της προ-προηγούμενης Κυριακής, 11 Φεβρουαρίου, η Sunday Times δημοσίευσε λίστα με τους 12 καλύτερους αγγλόφωνους ποιητές εν ζωή. Το άρθρο υπογράφει η Patricia Nicol, η οποία δεν αμελεί να πληροφορήσει τον αναγνώστη ότι η λίστα καταρτίστηκε κατόπιν διαβούλευσης με τους ειδήμονες: εκδότες, επιμελητές και κριτικούς – όλους ανθρώπους του σιναφιού. Ιδού λοιπόν 10 από τους 12 καλύτερους:

1 Alice Oswald (1966- )
Σύμφωνα με πολλούς, η καλύτερη Βρετανίδα ποιήτρια της εποχής. Η πρώτη της συλλογή, The Thing in the Gap-Stone Stile (1996), έλαβε το Forward Poetry Prize πρώτης ποιητικής συλλογής, αλλά η Oswald έχει λάβει γενικά πολλά βραβεία για την ποίησή της. Η δεύτερη κατά σειρά έκδοσης συλλογή της Dart (2002) ήταν το αποτέλεσμα πολυετούς έρευνας για τον ποταμό Devon και τους οικισμούς που αναπτύχθηκαν στις όχθες του, μεταξύ αυτών και εκείνος στον οποίο ζει η ποιήτρια. Η μεταγενέστερη συλλογή της Memorial (2011) βασίζεται στην Ιλιάδα του Ομήρου και έλαβε διθυραμβικές κριτικές για την εικονοπλασία και την καινοτόμο προσέγγισή της. Η πιο πρόσφατη συλλογή της τιτλοφορείται Falling Awake (2016).

Ποιήματά της μπορείτε να διαβάσετε εδώ:

2 Denise Riley (1948- )
Γνωστή για την ικανότητά της να συνδυάζει στοιχεία φιλοσοφίας, φεμινισμού, λυρισμού και ιστορίας της λογοτεχνίας στα βιβλία της (ποιητικά και πεζογραφίας), η Riley έχει δημοσιεύσει μέχρι σήμερα επτά ποιητικές συλλογές. Η πιο πρόσφατη συλλογή της Say Something Back (2016), υποψήφια  για το Forward Prize for Best Poetry Collection, περιέχει το εμβληματικό ποίημα "A Part Song", έναν διαλογισμό στον θρήνο μιας μάνας της οποίας ο ενήλικος γιος πεθαίνει. Η ποίησή της Riley είναι γνωστή για τις σθεναρές, καθαρές από συναισθηματισμό μα συγκινητικές προσπάθειες να χαρτογραφήσει τις πολλαπλές θέσεις και τα πολυδιάστατα πλαίσια που συναπαρτίζουν το ποιητικό υποκείμενο.

Ποιήματά της μπορείτε να διαβάσετε εδώ: 

3 Simon Armitage (1963- )
Η ποίηση του Armitage, συχνά χρωματισμένη με στοιχεία black humour, είναι επηρεασμένη από τους Ted Hughes, W.H. Auden και Philip Larkin. O Armitage έχει γράψει πολλές ποιητικές συλλογές, αρκετές από τις οποίες ήταν επανειλημμένως  υποψήφιες για σημαντικά βραβεία. Εξαιρετικό δείγμα γραφής του αποτελεί το ποίημα "Poundland", μια σύγχρονη ανάγνωση της Οδύσσειας του Ομήρου.

Ακούστε τον να απαγγέλλει το "Poundland" εδώ:

Άλλα ποιήματά του μπορείτε να διαβάσετε εδώ:

4 Don Paterson (1963- )
Ο Σκοτσέζος αυτός ποιητής, που εγκατέλειψε το σχολείο στα 16 του για να γίνει μουσικός, άλλαξε πορεία όταν συνάντησε τον ποιητή Tony Harrison, ο οποίος άσκησε μεγάλη επιρροή πάνω του. Ακολούθως, ο Paterson αφιέρωσε έναν ολόκληρο χρόνο στη μελέτη της ποίησης προτού αρχίσει να γράφει ο ίδιος. Σήμερα, είναι εμφανείς στο έργο του επιδράσεις από τους Coleridge, Paul Muldoon, Derek Mahon και Michael Longley. Η πρώτη ποιητική συλλογή του Paterson,  Nil Nil (1993), βραβεύθηκε με το Forward Prize for Best First Collection, ενώ στη συλλογή του Gods Gift to Women (1997) απονεμήθηκαν δύο βραβεία: το T.S. Eliot Prize και το Geoffrey Faber Memorial Prize. Η συλλογή του Landing Light (2003), η οποία περιλαμβάνει ποιήματα για την πατρότητα, κέρδισε το Whitbread Poetry Award και ένα ακόμη T.S. Eliot Prize. 

Ποιήματά του μπορείτε να διαβάσετε εδώ:

5 Vahni Capildeo (1973- )
Η Βρετανίδα υπήκοος του Τρινιντάντ είναι κόρη του ποιητή Devendranath Capildeo.  Τόσο στα συμβατικά όσο και στα πεζά ποιήματά της, την Capildeo απασχολούν ζητήματα γεωγραφικής, γλωσσικής και σχεσιακής εγγύτητας και απόστασης, καθώς και αποξένωσης και αίσθησης του ανήκειν. Στις συλλογές της συγκαταλέγονται οι No Traveller Returns (2003), Undraining Sea (2009), Dark and Unaccustomed Words (2012), Utter (2013) και Measures of Expatriation (2016), η οποία κέρδισε το Forward Prize 2016.

Ποιήματά της μπορείτε να διαβάσετε εδώ:

6 Claudia Rankine (1963- )
Γεννημένη στην Τζαμάικα, η Rankine ήταν η ποιήτρια με την οποία ο εκδοτικός οίκος Penguin UK εγκαινίασε εκ νέου τη σειρά του της ποίησης. Και το έκανε με το βιβλίο της Citizen, An American Lyric, την αντικομφορμιστική, σοκαριστική και βαθιά προσωπική εξερεύνηση, σε μορφή πεζού ποιήματος, του καθημερινού φαινομένου του ρατσισμού στην Αμερική. Αυτό το πολυβραβευμένο βιβλίο, που είχε μείνει καιρό στη λίστα ευπώλητων της New York Times καθιέρωσε διεθνώς τη Rankine ως πνευματικό άνθρωπο. Άλλες αξιοσημείωτες ποιητικές συλλογές της είναι οι Dont Let Me Be Lonely: An American Lyric (2004) και Nothing in Nature is Private (1994), η οποία κέρδισε το Βραβείο Ποίησης της Πολιτείας του Κλήβελαντ.

Ποιήματά της μπορείτε να διαβάσετε εδώ:
https://www.poetryfoundation.org/poets/claudia-rankine

7 Sinéad Morissey (1972- )
Η κληρονομιά του να είσαι Βορειοϊρλανδός ποιητής είναι τεράστια και η Morissey την αξιοποιεί στο έπακρο. Η ποιήτρια έχει εκδώσει έξι ποιητικές συλλογές: There Was Fire in Vancouver (1996), Between Here and There (2001), The State of the Prisons (2005), Through the Square Window (2009), Parallax and Selected Poems (Carcanet 2013, UK; FSG 2015, US) και On Balance (2017). H Parallax κέρδισε το βραβείο TS Eliot και η On Balance το Forward prize 2017.

Ποιήματά της μπορείτε να διαβάσετε εδώ:

8 Kei Miller (1978- )
Γεννημένος επίσης στην Τζαμάικα, ο Kei Miller δημοσίευσε την πρώτη του συλλογή το 2007 με τίτλο There is an Anger that Moves και τη δεύτερη, A Light Song of Light, το 2010. Η τρίτη του ποιητική συλλογή The Cartographer Tries to Map a Way to Zion κυκλοφόρησε το 2014 και κέρδισε το Forward Prize for Best Collection. Ο Miller είναι επίσης performer. Τα ποιήματά του διακρίνονται για την εσωτερική τους μουσικότητα.

Διαβάστε δύο ποιήματά του εδώ:

Ακούστε τον να απαγγέλλει ένα άλλο ποίημά του εδώ:

9 Sarah Howe (1983- )
Η Howe είναι η πρώτη ποιήτρια στα χρονικά που κατάφερε να κερδίσει το βραβείο TS Eliot για πρώτη συλλογή, συγκεκριμένα τη συλλογή της Loop of Jade (2015). Γεννήθηκε στο Χονγκ Κονγκ από Άγγλο πατέρα και Κινέζα μητέρα, έζησε όμως όλα τα χρόνια της στην Αγγλία.

Ποιήματά της μπορείτε να βρείτε στο site της εδώ:

10 Ocean Vuong (1988- )
Γεννημένος στο Βιετνάμ, ο πρώτος στην οικογένειά του που κατάφερε να διδαχθεί και να μάθει ανάγνωση, ο Vuong μετέβη στην Αμερική σε ηλικία 2 ετών και το 2017 έγινε ο πρώτος ποιητής στα χρονικά που έλαβε το βραβείο TS Eliot για πρώτη συλλογή και το Forward Prize. Επρόκειτο για τη συλλογή του Night Sky with Exit Wounds.

Ποιήματά του μπορείτε να βρείτε στο site του εδώ:

Είναι όλοι υπέροχοι!

Για τη μεταγραφή
στο στίγμαΛόγου:
Χριστίνα Λιναρδάκη

Παρασκευή, 16 Φεβρουαρίου 2018

Η ποίηση των Ελλήνων της Αζοφικής

Με αφορμή την επετειακή για τα 5 χρόνια μας εκδήλωση για τους Έλληνες ποιητές της διασποράς που πραγματοποιήσαμε στον Ιανό στις 30 Ιανουαρίου, επικοινώνησε μαζί μας ο κ. Αλέξανδρος Ασλά, λαογράφος και μουσικολόγος από τη Μαριούπολη της Ουκρανίας. Ο κ. Ασλά ζήτησε να ακουστούν στην εκδήλωση και ποιήματα από την ευρύτερη περιοχή της Μαριούπολης, γραμμένα στα ελληνικά της Αζοφικής (*η Αζοφική θάλασσα είναι το βόρειο τμήμα της Μαύρης θάλασσας και ενώνεται μαζί της μέσω του πορθμού του Κερτς), ένα ανεξάρτητο ιδίωμα που δεν έχει γλωσσική συγγένεια με το ποντιακό. Η εκδήλωση φιλοξενούσε ήδη πολλούς ποιητές και δεν μπορέσαμε να δώσουμε στην παρέμβασή του τον χώρο και τον χρόνο που της άξιζε. Γι' αυτό επανερχόμαστε σήμερα, παρουσιάζοντας δύο ποιητές της Μαριούπολης και κάνοντας μία σύντομη αναφορά στη λογοτεχνία των Ελλήνων της Αζοφικής.

Τα ρουμαίικα γράμματα, η λογοτεχνία δηλαδή των Ελλήνων της Αζοφικής, αρχικά ήταν προφορικά και αποτελούσαν αναπόσπαστο μέρος της ενιαίας ελληνικής δημοτικής ποιητικής παράδοσης (λ.χ. υπήρχαν ανέκαθεν στα ρουμαίικα «Τραγούδι του νεκρού αδερφού», «Ο Δράκος και το νερό», χριστουγεννιάτικα τραγούδια, κάλαντα, παροιμίες, κλέφτικα, της ξενιτιάς κ.λπ.). Σταδιακά μόνο, άρχισε η λογοτεχνία των Ελλήνων της Αζοφικής να καταγράφεται και ένας από αυτούς που βοήθησαν στο έργο της καταγραφής της είναι ο Αλέξανδρος Ασλά.

Στο βιβλίο του Τα Μαριουπολίτικα, που κυκλοφόρησε το 1999 από τις εκδόσεις Δωδώνη, ο κ. Ασλά γράφει για το αίσθημα που διακατέχει τους Έλληνες της Αζοφικής: "Είναι παράξενο πράγμα να είσαι Έλληνας και να μην ξέρεις την ελληνική γλώσσα. Είναι άσχημο να μην ξέρεις πώς βρέθηκες σ' αυτόν τον τόπο. Όμως πόσο πικρό είναι ν' ακούς να σου λένε: "Εντάξει, ίσως και να είσαι Έλληνας", όχι όμως πραγματικός. Οι γνήσιοι υπάρχουν μόνο στην Ελλάδα". Τότε σε πιάνει απελπισία γιατί δεν βρίσκεις ούτε την παραμικρή δικαιολογία". Η απελπισία ως προς την ταυτότητα του ίδιου και των συμπατριωτών του, βέβαια, απέβη δημιουργική, καθώς τον παρακίνησε να επισκεφθεί συστηματικά τα 36 ελληνικά χωριά της Νοτιοανατολικής Ουκρανίας και να συγκεντρώσει πλούσιο λαογραφικό υλικό και ποιήματα, τα οποία΄δημοσίευσε σε CD και βιβλίο που κυκλοφόρησε το 2003 από τις εκδόσεις Κάκτος με τίτλο Η ποίηση των Ελλήνων της Αζοφικής (Οι Ρωμαίοι από τη Μαριούπολη και τα γύρω χωριά απαγγέλλουν τα ποιήματά τους). 

Στο μεταξύ, την άνοιξη του 2014, στη Νοτιοανατολική Ουκρανία ξέσπασε ένας ιδιότυπος πόλεμος, ο οποίος συνεχίζεται μέχρι σήμερα. Σκοτώθηκαν (και από τις δύο πλευρές) επισήμως πάνω από 11.000 άτομα και τραυματίστηκαν άλλα 25.000. Στην Ελλάδα τηρείται σιγή ιχθύος για το γεγονός. Στην εμπόλεμη ζώνη ή κοντά σε αυτήν ζουν περίπου 3.000.000 άνθρωποι και ανάμεσά τους 100.000 Έλληνες, στα χωριά Κωνσταντινούπολη, Βυζάντιο, Τσέρμαλικ, Σαρτανά, Μακεδονόβκα κ.α. Εξαιτίας του πολέμου, πολλοί έχασαν τα σπίτια ή την περιουσία τους και αναγκάστηκαν να αλλάξουν τόπο διαμονής. Θύμα του πολέμου είναι και ο Έλληνας ποιητής Γρηγόριος Μαιώτης (φιλολογικό ψευδώνυμο του Γρηγορίου Νταντσένκο) που γεννήθηκε το 1941 στο χωριό Ουρζούφ από Ελληνίδα μητέρα και Ουκρανό πατέρα. Ο Γρηγόριος Μαιώτης γράφει ποιήματα στην ελληνική διάλεκτο, στα ρωσικά και τα ουκρανικά από το 1961. Η ποίησή του επηρεάστηκε από το έργο των Ουίτμαν, Μπλοκ, Γιεσένιν και ξεχωρίζει για τον έντονο λυρισμό της και τη φιλοσοφική αντίληψη της ζωής. Αυτή τη στιγμή ο Γρηγόριος Μαιώτης, 76 ετών πια, ζει στη Μαριούπολη χωρίς σύνταξη (λόγω καταστροφής των δικαιολογητικών του) και στέγη (ελλείψει στενών συγγενών), εγκαταλελειμμένος στο έλεος του Θεού. Συνεχίζει όμως να γράφει. Εμείς σήμερα φιλοξενούμε εδώ ένα παλιότερο ποίημά του:

ΑΔΑΜ

Θα τρέχουν τα χρόνια
Θα γεννηθούν οι μύθοι
Θα εξαφανιστουν οι Γότθοι
Θα εξαφανιστούν οι Σκύθες
Στο κάλυμμα της γης
Θα βουλιάξουν οι ναοί
Από το σκοτάδι των αιώνων
Θ΄ ανασύρουν τα μάρμαρα
Ακόμα δεν υπάρχει αιωνιότητα
Ακόμα δεν υπάρχει στιγμή
Η άφοβη ξεγνοιασιά
Οι μελωδίες του Γκριγκ
Δεν υπάρχει το αναπόφευκτο
Και δεν υπάρχει ελπίδα
Και μόνο αυτός
Με κλειστά μάτια
Ήδη αδύνατος
Και γίγαντας
Ήδη και δούλος
Και πολίτης
Και βρώμικο έντομο
Και έξυπνος θεός
Και άθλιος φοβιτσιάρης
Στα πόδια ενός θεού
Και Συβαρίτης
Και πουριτανός
Και προικισμένος
Και ατάλαντος
Και του θανάτου ανατριχίλα
Και σπέρμα της ζωής
Ένα πελώριο ψέμα
Και πίκρα της αλήθειας
Εξαιρετικά πολυσύνθετος
Και πολυπρόσωπος
Τόσο τιποτένιος
Τόσο μεγάλος

Γρηγόριος Μαιώτης, 1975, Μαριούπολη Ουκρανίας
μετάφραση από τα ρωσικά: Αλέξανδρος Ασλά

Μία άλλη, νέα αυτή τη φορά, για την ακρίβεια πολύ νέα, Ελληνίδα ποιήτρια της Αζοφικής είναι η Μαρία Γοντσάροβα. Γεννήθηκε το 2002 και έγραψε το ποίημα που δημοσιεύουμε παρακάτω σε ηλικία μόλις 12 ετών. Διαμένει σήμερα στην πόλη Βολνοβάχα της Ουκρανίας, που βρίσκεται εντός της εμπόλεμης ζώνης. Το ποίημα έφερε στην Ελλάδα η γιαγιά της, Γοντσάροβα Μαρία Ιβάνοβνα (με πατρικό επίθετο Γκουμπέρνα, από το ελληνικό ρήμα κυβερνώ), η οποία γεννήθηκε στο ελληνικό χωριό Μάλι Γιανισόλ της περιοχής της Μαριούπολης. Η κα Ιβάνοβνα είναι σήμερα Πρόεδρος της περιφερειακής οργάνωσης των Ελλήνων Βετεράνων της Βολνοβάχας. Το ποίημα της νεαρής εγγονής της διαπνέεται από αγάπη για την Ελλάδα και μας κάνει να αναρωτιόμαστε σε πόσα αλήθεια Ελληνόπουλα της χώρας μας έχουμε καταφέρει εμείς οι μεγαλύτεροι να εμφυσήσουμε ανάλογα συναισθήματα για την πατρίδα τους:

ΣΤΗΝ ΑΓΑΠΗΜΕΝΗ ΜΟΥ ΕΛΛΑΔΑ

Ω Ελλάδα! Η γη των προγόνων μου,
Ειρηνόφιλη και περήφανη χώρα!
Δοξασμένη με τα κατορθώματα των ηρώων
και αγιασμένη με τη δύναμη των Θεών.

Εσένα εγώ ποτέ δεν επισκέφθηκα,
Αλλά την εικόνα σου την έχω πάντα μπροστά στα μάτια μου,
Τα τοπία σου - ο ήλιος, ο ουρανός, η θάλασσα,
Ο λαός σου - ελεύθερος, υπερήφανος, εργατικός.

Για τους προγόνους μου θέλω να μάθω
όσο το δυνατό περισσότερα
Το κάλεσμά τους, σαν καμπάνα, αναστατώνει την ψυχή μου
Σε καμαρώνω Ελλάδα! Η ιστορία σου, ο πολιτισμός,
Μα στις φλέβες μου το αίμα των Ελλήνων ρέει.

...Θα περάσουν χρόνια, θα μεγαλώσω,
Και, ανεξάρτητη πια, θα επιλέξω το δρόμο της ζωής μου,
- Εγώ οπωσδήποτε θα πατήσω στη γη των προγόνων μου,
Για να σφίξεις εμένα εσύ - ω Ελλάδα! - στην αγκαλιά σου...

Μαρία Γοντσαρόβα, 2014, Βολνοβάχα Ουκρανίας
μετάφραση από τα ρωσικά: Αλέξανδρος Ασλά


Για τη μεταγραφή
στο στίγμαΛόγου:
Χριστίνα Λιναρδάκη


Σημ.: Ευχαριστούμε πολύ τον κ. Αλέξανδρο Ασλά για το υλικό που μας παραχώρησε.

Τετάρτη, 14 Φεβρουαρίου 2018

"Νοέμβριος" του Χόρχε Γκαλάν

Τα χαράματα της 16ης Νοεμβρίου του 1989 μια ομάδα επίλεκτων στρατιωτών εισέβαλε στο κτίριο του πανεπιστημίου του Σαν Σαλβαδόρ (UCA) και δολοφόνησε εν ψυχρώ έξι Ιησουίτες καθηγητές που κατοικούσαν εκεί, καθώς και μια μητέρα με την κόρη της που είχαν την ατυχία να παραβρίσκονται στο χώρο. Στη συνέχεια τα μέλη της ομάδας έγραψαν στους τοίχους συνθήματα υπέρ των ανταρτών σε μια προφανή προσπάθεια να αποδώσουν στους επαναστάτες το φρικτό έγκλημα και να τινάξουν στον αέρα τις ειρηνευτικές συνομιλίες που είχαν ξεκινήσει με την μεσολάβηση της καθολικής εκκλησίας για την παύση των εχθροπραξιών.

Αυτή η τρομακτική ιστορία που συγκλόνισε όλο τον κόσμο αποτελεί τη βάση το βιβλίου του Χόρχε Γκαλάν, ο οποίος έψαξε εξονυχιστικά την υπόθεση αφιερώνοντας πάνω από δέκα χρόνια. Tο αποτέλεσμα είναι ένα έργο ζωής που βραβεύτηκε από την Βασιλική Ισπανική Ακαδημία. Το κείμενο είναι στην πραγματικότητα ένα ντοκουμέντο για την ιστορία της μικρής αυτής χώρας γραμμένο με ποιητικό τρόπο στο ύφος του μαγικού ρεαλισμού που έχει αναπτυχθεί ιδιαίτερα στην ισπανόφωνη Λατινική Αμερική και στοίχισε στον συγγραφέα την εξορία, γεγονός που φαίνεταισε κάθε του ομιλία, όπου ξεχειλίζει η αγάπη για την όμορφη πατρίδα του.

Στο άγριο σκηνικό της δεκαετίας του 1980, όταν το αντάρτικο κίνημα FMLN διεκδικούσε το δικαίωμα της διακυβέρνησης της χώρας στα πρότυπα της Κούβας, οι δολοφονίες επιφανών ιερέων από παραστρατιωτικές οργανώσεις είχαν πολλαπλασιαστεί,  συντελώντας στη δημιουργία ενός κλίματος φόβου που διέτρεχε όλο το Σαν Σαλβαδόρ, αυτή την ωραία χώρα της Κεντρικής Αμερικής με το τροπικό κλίμα και τον υπέροχο πολιτισμό. Το φαινόμενο μόνο τυχαίο δεν είναι βέβαια, η ιστορία ολόκληρης της Λατινικής Αμερικής έχει σφραγιστεί από κινήματα πρωτοφανούς βιαιότητας και έχουν σημειωθεί κατά καιρούς απίστευτα περιστατικά, όπως εισβολές αρμάτων σε κυβερνητικά κτίρια και δικαστικά μέγαρα. Στο ίδιο το Σαν Σαλβαδόρ, κατά τον συγγραφέα, σημειώνεται μια δολοφονία κάθε ώρα, και οι πράξεις ακραίου φανατισμού τείνουν να αποτελέσουν στοιχείο του πολιτισμού αυτής της περιοχής του κόσμου. Ενός πολιτισμού που προέκυψε από την μείξη των ντόπιων παραδόσεων αρχαίων φυλών με τις επιρροές των αποίκων από την Ιβηρική χερσόνησο και την επίδραση της καθολικής εκκλησίας η οποία εξακολουθεί να χαίρει υψηλής εκτίμησης ως παράγοντας σταθερότητας και ειρήνης. Όλα αυτά τα στοιχεία συγχωνεύτηκαν ανά τους αιώνες σ’ ένα περιβάλλον εκπληκτικής φυσικής ομορφιάς που χαρακτηρίζεται από την εξωτική βλάστηση και την γειτνίαση με τον αχανή Ειρηνικό Ωκεανό.

Καλύτερο κομμάτι του βιβλίου, που πρόκειται να γυριστεί και σε ταινία, είναι σίγουρα εκείνο που περιγράφει την ατμόσφαιρα κατά τη διάρκεια των στρατιωτικών επιχειρήσεων, τον φόβο των ανθρώπων, καθώς η αδρεναλίνη ξεχύνεται στο σώμα τους, την στάση τους μπροστά στο θάνατο, την αίσθηση ότι αντικρίζουν τον κόσμο για τελευταία φορά, την κορύφωση των συναισθημάτων τους, την αντίληψη ότι ζουν στιγμές ιστορικές, το κοντράστ των συναισθημάτων ανάμεσα στους πάνοπλους στρατιώτες και τους άοπλους που νιώθουν ότι βρέθηκαν στο επίκεντρο μιας αντιπαράθεσης το τέλος της οποίας φαντάζει σκοτεινό. Κι ακόμα αναδεικνύεται θαυμάσια η στάση των απλών πολιτών που δείχνουν το υπέροχο μεγαλείο ενός λάου, καθώς δεν φοβούνται να καταθέσουν την αλήθεια μπροστά στους πιο υψηλόβαθμους εκπροσώπους των αρχών με κίνδυνο να χάσουν για πάντα ό,τι αγαπούν περισσότερο, ενώ οι δυνάμεις του καθεστώτος από τη μεριά τους κινούνται στο παρασκήνιο, καταθορυβημένες από την εμφάνιση των ασήμαντων μέχρι χτες κοινωνικών ομάδων, συνεχίζοντας το ελεεινό παιχνίδι της εξουσίας με το οποίο είναι ταυτισμένες.

Πολλές είναι οι έξοχες σελίδες στον "Νοέμβριο" που αποδεικνύουν ότι ο συγγραφέας είναι ένας από τους πιο ταλαντούχους νέους ισπανόφωνους λογοτέχνες. Ο Χόρχε Γκαλάν δεν μπορεί να επιστρέψει στο σαν Σαλβαδόρ,  γιατί το βάρος των αποκαλύψεων και η δύναμη του λόγου του τον καθιστούν επικίνδυνο για την κυρίαρχη τάξη της χώρας του, όπου μπορεί να έχει επέλθει σχετική ειρήνη αλλά οι πληγές του παρελθόντος δεν έχουν κλείσει και δικαιοσύνη δεν έχει αποδοθεί για να αποκαταστήσει την μνήμη των θυμάτων που δολοφονήθηκαν αναίτια. Αυτή άλλωστε ήταν και είναι η δύναμη της τέχνης, αυτή είναι η δύναμη της αληθινής λογοτεχνίας που μπορεί να τινάξει στον αέρα όλη την καθεστηκυία τάξη φέρνοντας με τρόπο συνταρακτικό την αλήθεια στην επιφάνεια.

Απόστολος Σπυράκης

Δευτέρα, 12 Φεβρουαρίου 2018

"Ένατη ώρα" του Πέτερ Χούχελ

Με την εμβληματική συλλογή ενός από τους χαρακτηριστικότερους ποιητές της μεταπολεμικής περιόδου, του Πέτερ Χούχελ, εγκαινιάζουν τη σειρά «Ποίηση απ’ όλο τον κόσμο» οι εκδόσεις Βακχικόν. Ο Πέτερ Χούχελ, διευθυντής στη Δημόσια Ραδιοφωνία της Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας και αρχισυντάκτης του αντιδογματικού περιοδικού Sinn und Form (1947-1962), ζούσε προς το τέλος της διαμονής του στη χώρα σε κατ’ οίκον περιορισμό, αφού είχε περιπέσει στη δυσμένεια του καθεστώτος. Το 1971 πέρασε στη Δυτική Γερμανία, όπου και έζησε ήρεμα μέχρι τον θάνατό του δέκα χρόνια αργότερα.

Ο Χούχελ υπήρξε συνεχιστής της ρομαντικής παράδοσης της γερμανικής ποίησης που λαμβάνει ως σημείο αναφοράς τη φύση (Naturlyrik) και πραγματεύεται θέματα σχετικά με το φυσικό περιβάλλον, την απομόνωση του ανθρώπου και την προαίσθηση του θανάτου. Εικόνες που επαναλαμβάνονται στα ποιήματά του είναι εκείνες του ουρανού («πάνω απ’ τη χιονοσκέπαστη βελανιδιά/ έβλεπα στον ουρανό το ελάφι να ματώνει»), του δάσους, των βουνών, των βράχων («Κύριε, μέγα το μυστικό σου/ και μανταλωμένο μες στη σιωπή των βράχων/ εγώ είμαι μονάχα σκόνη») των δέντρων («το σκοτάδι κορφολογούσε τα δέντρα»), του νερού και των πλασμάτων που κατοικούν εκεί: των κατσικιών και αγριοκάτσικων («η στεγνή στίλβη από ένα κοπάδι κατσίκια/ σκίζει τον αιθέρα/ και πέφτει, σα σπίθα, πίσω απ’ τον/ ορίζοντα»), των πουλιών κάθε λογής, των αλεπούδων και των ελαφιών.

Ωστόσο η ποίησή του απέχει πολύ από το να είναι βουκολική. Η φύση χρησιμοποιείται ως το θαυμαστό σκηνικό μέσα στο οποίο το ποιητικό υποκείμενο εγγράφεται να στοχάζεται και να αντλεί συμπεράσματα: «έκλεινα τα μάτια, διαλογιζόμουν,/ έβλεπα τον κόσμο μες απ’ τον κορμό/ κι ένιωθα ένοχος», «μες στις λόχμες πήγα, έσπρωξα την άμαξα/ καταδικασμένος/ την παλιά αθλιότητα να βλέπω/ να φτάνει μέχρι την εκμηδένιση του νου», «ετοιμόρροπη/ σαν τη σκόνη στα κιτρινισμένα χειρόγραφα/ έγινε η ζωή μου», «αδύνατο να κατοικηθεί ο πόνος/ που βγαίνει με την άμπωτη ανάμεσα στους υφάλους».

Η Ένατη ώρα είναι η τελευταία συλλογή που έγραψε ο Χούχελ, δύο μόλις χρόνια πριν από τον θάνατό του. Θεωρείται το αριστούργημά του, καθώς αποτελεί την ώριμη σύνθεση των επιμέρους όψεων της ποιητικής του πορείας. Οι εικόνες που τόσο παραστατικά περιγράφει σε αυτήν δεν είναι στατικές: δεν είναι τα κάδρα ενός παγωμένου τοπίου που έχουν καρφωθεί στον τοίχο του χρόνου. Είναι οι δυναμικές απεικονίσεις ενός χώρου ζωντανού και δραστήριου που αποτελεί μέτρο της ανθρώπινης ζωής: ζυγισμένη απέναντι στη μεγαλειώδη φυσική δραστηριότητα, η ανθρώπινη αποδεικνύεται πάντοτε κατώτερη και ως εκ τούτου ελλιπής. Οι πολιτικοί υπαινιγμοί δεν λείπουν, ωστόσο δεν δίνουν τον τόνο στη συλλογή, ούτε είναι έκδηλοι. Και, αντίθετα με τη ρομαντική παράδοση της γερμανικής ποίησης, τα ποιήματά του κατοικούνται: όχι μόνο από τα διάφορα πλάσματα του δάσους, αλλά και από ανθρώπους. Ανθρώπους ιδωμένους στη διαχρονική τους διάσταση, αφού δεν λείπουν οι αναφορές σε ιστορικά γεγονότα, μύθους και αποσπάσματα από ιερά κείμενα, αλλά και στη συγχρονική, καθώς δεν λείπουν επίσης οι αναφορές σε πρόσφυγες και ρομά – μάλιστα τα κάρα και οι άμαξες, συμβολικά και πραγματικά μέσα μετακίνησης αυτών των ανθρώπων, είναι στοιχεία που ολοένα επιστρέφουν στους στίχους του.

Όπως σημειώνει ο μεταφραστής του βιβλίου Θεοδόσης Κοντάκης στην εισαγωγή, ο Χούχελ προσπαθεί με την ποίησή του να ανιχνεύσει το αινιγματικό πρόσωπο της μεταπολεμικής εποχής. Στην πραγματικότητα, δίνει στον αναγνώστη κάθε εποχής ένα μέσο να διερευνήσει τη δική του, ενώ την ίδια στιγμή τον παρηγορεί με την ομορφιά του λόγου του: «διαφάνεια/ μεσημεριάτικου φωτός/ στίχοι που τίποτε δεν αντανακλούν,/ ένα νερό λαμπερό/ αγγίζει το στόμα».


Χριστίνα Λιναρδάκη

Σημ. Το κείμενο πρωτοδημοσιεύθηκε στο περιοδικό Μανδραγόρας, τεύχος 57, Δεκέμβριος 2017.

Παρασκευή, 9 Φεβρουαρίου 2018

Καζαντζάκης και Σαίξπηρ

Οι δεσμοί ανάμεσα στον Ουίλιαμ Σαίξπηρ και τον Νίκο Καζαντζάκη εκτείνονται πολύ πέρα από το γεγονός ότι αμφότεροι οι συγγραφείς αποτελούν δύο από τους επιφανέστερους στη χώρα τους καθώς και στον κόσμο ολόκληρο. Οι δεσμοί αυτοί πάνε ακόμα βαθύτερα από το απλό γεγονός ότι ο Καζαντζάκης συνέγραψε ένα θεατρικό έργο με το όνομα Ο Οθέλλος Επιστρέφει ή λίγα ακόμα κείμενα 75 σελίδων που φέρουν σαιξπηρικούς τίτλους, τα οποία δεν έχουν γίνει ακόμα προϊόν επεξεργασίας και που μπορεί κάποιος να τα βρει σήμερα στο Μουσείο Καζαντζάκη.

O Carl Sagan είπε ότι «για να φτιάξεις μια μηλόπιτα από την αρχή, πρέπει πρώτα να εφεύρεις το Σύμπαν». Ο κοινός δεσμός που οι δύο αυτοί αθάνατοι μοιράζονται είναι ότι και οι δύο δημιούργησαν το Σύμπαν. Είναι ένα σύμπαν γλωσσολογικό, γεμάτο από χιλιάδες νέες λέξεις με πρωτότυπες σημασίες που γεννούν αναρίθμητες δυνατότητες, ένα σύμπαν που πλημμυρίζει με συναρπαστικές ιστορίες που αιχμαλωτίζουν τη φαντασία και προσφέρουν νέα πρότυπα ήθους, ανθρώπινης χάρης και αξιοπρέπειας, και που έχουν εμπλουτίσει όχι μόνο το Αγγλικό Λεξικό, όχι μόνο την Παγκόσμια Λογοτεχνία αλλά και την ίδια τη ζωή με τον πλούτο τους, σε σύλληψη, έμπνευση και δημιουργικότητα.

[...Η] αντίληψη που είχε ο Καζαντζάκης για τον Σαίξπηρ [κινούνταν] μέσα στα πλαίσια της δικής του επιθυμίας να ανακαλύψει στον ποιητή, που τόσο σφόδρα λατρεύει,τα χαρακτηριστικά αυτά που ο ίδιος θεωρεί ως τα ανώτερα χαρακτηριστικά σε ένα ανθρώπινο ον. Ο ιδανικός ήρωας του Καζαντζάκη είναι ο πολεμιστής άγιος, ο πνευματικός μαχητής που βρίσκεται σε μια διαδικασία διαρκούς ανάβασης. Αυτός που με δόντια και με νύχια και με νου, είτε με μεγάλες θυσίες είτε με αυτοταπείνωση, εξακολουθεί να αναζητά τις ανομολόγητες δυνάμεις που διαχέονται στο σύμπαν. Ένας ήρωας τόσο ελεύθερος, ελεύθερος από το φόβο, ελεύθερος ακόμη και από την ελπίδα, κάποιος που θα περνούσε και μέσα από την Κόλαση για να φτάσει στον Παράδεισο, που θα δοκίμαζε όλα τα δηλητήρια στο σύμπαν και θα τα μετουσίωνε σε φως, δημιουργία, σωτηρία, ελευθερία. Το ταξίδι του Καζαντζάκη είναι στην πραγματικότητα μια πνευματική αναζήτηση για την ψυχή του ποιητή. Και αυτό που θα ανακαλύψει μέσα στην ψυχή του Ουίλιαμ Σαίξπηρ, θα μετουσιώσει εν τέλει ολόκληρη την οπτική του Καζαντζάκη για την Αγγλία ως έθνος.

[...] ο Νίκος Καζαντζάκης περπατούσε, και αγαπούσε τους λαβυρίνθους. Ήταν ένας flaneur, ένας περιπατητής εν σώματι και πνεύματι, και επιτρέψτε μου να πω ότι γεννήθηκε με το μίτο της Αριάδνης ήδη στο (αριστερό) χέρι του. Περπατούσε μέσα στους δρόμους της γενέτειρας του Σαίξπηρ, διάβαινε μέσα στη ζωή του και τα έργα του σαν ένας μυστικός χαρτογράφος, άρχισε να χαρτογραφεί την ψυχή του ποιητή.

Ξεκινώντας με τη θρησκευτική ταυτότητα της κοινωνίας που έθρεψε τον Ουίλιαμ Σαίξπηρ, ο Καζαντζάκης γράφει: «Ο Σαίξπηρ ήταν παιδί του καιρού του, ξεχειλίζοντας κι αυτός, όπως κι η εποχή του, από τους χυμούς της μεθυστικής ειδωλολατρικής αναγέννησης. Ο καθολικισμός είχε χάσει τη δύναμή του να κρατάει σε αλύγιστη πειθαρχία τις ψυχές. Κι ο πουριτανισμός δεν είχε ακόμα απλώσει το πένθος του στην Αγγλία. Η τρυφερή, φιλήδονη ψυχή του Σαιξπήρου γεννήθηκε ίσια ίσια στο κλίμα που περισσότερο της ταίριαζε, για να δώσει όλον της τον καρπό». Από αυτή λοιπόν την οπτική γωνία είναι που ο Καζαντζάκης πρωτοδιακρίνει τα φτερά της ελευθερίας. Ελευθερία που πηγάζει εκ των έσω αλλά, προφανώς, και ελευθερία ολόγυρά του. «Ακράταγο διονυσιακό μεθύσι συνεπαίρνει τα κρεατοφάγα αυτά κορμιά», συνεχίζει ο Καζαντζάκης, «συνεπαίρνει και τα μυαλά και τις ψυχές, το περίσσεμα της καρδιάς είναι άφθονο. [...] μποέμηδες, φτωχοί, μπεκρήδες, καβγατζήδες, γυναικάδες. Μαθαίνουν τη ζωή και τη χοντρή χυμώδη γλώσσα της όχι από λεξικά και παλιές χρονογραφίες, παρά στις ταβέρνες, στα πορνεία, στα παζάρια, στα λιμάνια, στις φυλακές και στον πόλεμο. [...] Ζουν όλα τα πάθη των ανθρώπων, κι απάνω στο γόνατο, στις ταβέρνες ή στα χαμώγια τους, σκαρώνουν γρήγορα γρήγορα κωμικές σκηνές και τραγωδίες και βιαστικά τις ανεβάζουν στα πρωτόγονα θέατρα στους όχτους του Τάμεση». 

[...] Και στο τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου του Ταξιδεύοντας στην Αγγλία: «Η Αγγλία κοιτάζει το πρόσωπό της στον Σαίξπηρ και χαίρεται, γιατί βλέπει πως ο γιος τούτος έχει, μέσα στο μικρό χώρο του προσώπου του, τέλεια συμπυκνώσει κι αποτυπώσει όλα τα χαρακτηριστικά της: το σαξονικό πραχτικό νου, την κελτική ονειροπόληση, την κουρσάρικη πακλικαριά του Βίκινγκ και την πειθαρχία του Νορμανδού. Κι απάνω από όλα, μέσα σε όλα, τον έρωτα της Ελευτερίας».


Νίκη Σταύρου 


Σημ.: Αναδημοσίευση αποσπάσματος από ομότιτλο κείμενο που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό
δε/κατα, τεύχος 52, χειμώνας 2017.