Τετάρτη, 29 Μαρτίου 2017

Μνήμη Μίλτου Σαχτούρη

(12 χρόνια σήμερα από την εκδημία του)

«Το ποίημα το ξενυχτάς όπως τον νεκρό» έγραφε ο Σαχτούρης. Και πώς να κοιμηθείς χωρίς να διακινδυνεύσεις να μείνεις για πάντα παγιδευμένος στη χώρα του ονείρου.

Γραφή εκρηκτική, αυτόματη, λέξεις προσεγμένες στην λεπτομέρεια που κόβουν σαν ξυράφι. Δεν μπορείς να διαβάσεις Σαχτούρη και να μη γεμίσουν τα χέρια σου αίματα. Εικόνες αλιευμένες κατευθείαν από το μαύρο πηγάδι του ασυνειδήτου.

Ο ποιητής κουβαλάει στις πλάτες του το βάρος του άγχους, της βάρβαρης ανθρώπινης ματαιότητας και γίνεται απολογητής των συνειδητών και ασυνείδητων ενοχών της.

Ο Μίλτος Σαχτούρης γεννήθηκε στις 29 Ιουλίου 1919 στην Αθήνα, δισέγγονος του ναυάρχου Γιώργη Σαχτούρη, αγωνιστή του 1821. Θα εγκαταλείψει τις σπουδές του στη Νομική σχολή το 1944 και θα αφιερωθεί αποκλειστικά στην ποίηση.

Αρχικά γίνεται περίγελος από τους ποιητές της γενιάς του 1930, φαινόμενο συνηθισμένο για όλους τους πρωτοπόρους που σπάνε τα καλούπια του καθιερωμένου και καλλιτεχνικά «ηθικού».

Σημαδεμένος από τις εμπειρίες της κατοχής και της μεταπολεμικής περιόδου, θα γοητευτεί από τον υπερρεαλισμό χωρίς όμως να αφομοιωθεί αποκλειστικά από το ρεύμα. Διατηρεί μια μοναδική ατομική ταυτότητα με δική του σφραγίδα και υπογραφή. Δεν επηρεάζεται αλλά επηρεάζει τα ποιητικά ρεύματα, μέχρι τις ημέρες μας.

Δεν εργάστηκε ποτέ, βιοποριζόταν πουλώντας την πατρική περιουσία, και έγραφε συνεχώς ημέρα και νύχτα. «Οι καθαρόαιμοι ποιητές δεν μπορούν να κάνουν τίποτε άλλο», ανέφερε σε συνέντευξή του. «Με κατατρώει αυτή η ποίηση», επαναλάμβανε συχνά.

Το 1952 εκδίδεται η ποιητική του συλλογή Με το πρόσωπο στον τοίχο, η οποία θα πουλήσει πέντε αντίτυπα.

Οι εντυπώσεις από τα ποιήματα του Σαχτούρη κινούνται στα άκρα, ανατριχιάζουν το σώμα και η ψυχή συναισθανόμενη τα νοήματα που μεταφέρει, ενώ κάποιοι πανικοβάλλονται όπως εάν αντίκριζαν τον ίδιο τον Αντίχριστο και το βάζουν στα πόδια.

Τα ποιήματά του είναι  πίνακες σουρεαλιστικοί και εξπρεσιονιστικοί ταυτόχρονα μέσα σε ομίχλη παραισθήσεων. Ως ταλαντούχος σκηνοθέτης καθοδηγεί τις λέξεις με μαεστρία, δεν περισσεύει τίποτα και τίποτα δεν απουσιάζει, κάθε του ποίημα μία αποκάλυψη.

Τα ποιήματα του Σαχτούρη αρνούνται να ερμηνευτούν. Ολόκληρη η ποίησή του μια διαρκής ερωτική πράξη.

Ο ίδιος δεν παντρεύτηκε ποτέ. Απεβίωσε στις 29 Μαρτίου 2005 σε μία ενοικιαζόμενη γκαρσονιέρα στην Κυψέλη, «την ώρα που τα ρολόγια σήμαναν θάνατο».

Κοιμήσου γλυκά χωρίς όνειρα πια, τρελέ, θεότρελε, αγαπημένε λαγέ.


[O τρελός λαγός]


Γύριζε στους δρόμους ο τρελός λαγός
γύριζε στους δρόμους
ξέφευγε απ' τα σύρματα ο τρελός λαγός
έπεφτε στις λάσπες

Φέγγαν τα χαράματα ο τρελός λαγός
άνοιγε η νύχτα
στάζαν αίμα οι καρδιές ο τρελός λαγός
έφεγγε ο κόσμος

Bούρκωναν τα μάτια του ο τρελός λαγός
πρήσκονταν η γλώσσα
βόγγαε μαύρο έντομο ο τρελός λαγός
θάνατος στο στόμα

Το σύνολο των ποιημάτων του έχει συγκεντρωθεί στο βιβλίο ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΑΠΑΝΤΑ (1945-1998) Μίλτος Σαχτούρης, εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ 2014.

Στον ποιητή Μίλτο Σαχτούρη έχουν απονεμηθεί τα παρακάτω βραβεία:

1962: Β΄ Κρατικό Βραβείο Ποίησης για τη συλλογή του Τα Στίγματα
1987: Α΄ Κρατικό Βραβείο ποίησης: για την ποιητική συλλογή Εκτοπλάσματα
2003: Μεγάλο Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας.


Βαγγέλης Αλεξόπουλος




Δευτέρα, 27 Μαρτίου 2017

"9 ώρες στα Εξάρχεια" (διηγήματα, συλλογικό)

Εννέα διηγήματα, εννέα διαφορετικές ματιές για μία περιοχή που είναι το σημείο αναφοράς για όλες: τα Εξάρχεια.  Ένα βιβλίο που αποδεικνύει ότι η περιοχή του βιώματος, η περιοχή της ανάμνησης, της εικασίας και του απολογισμού μπορούν να είναι πολλαπλάσιες της γεωγραφικής περιοχής σε έκταση.

"Οι άνθρωποι είμαστε οι ιστορίες μας", γράφει ο Βαγγέλης Προβιάς στο διήγημά του και οι ιστορίες του βιβλίου εν προκειμένω, ενώ είναι ενδιαφέρουσες σε κυμαινόμενο βαθμό, είναι τόσο αποκλίνουσες που προκαλούν στον αναγνώστη δέος για τη δύναμη της πολυφωνίας και τις πολλές και διαφορετικές αποκρίσεις που μπορεί να προκαλέσει το κάλεσμα γύρω από μια ιδέα.

"Γυμνάζουν τα βάρη", γράφει στο διήγημά της η Μαρουσώ Αθανασίου και εν προκειμένω το βάρος που γυμνάζει είναι το κουτί με τον ετοιμοθάνατο σκύλο της. Ιστορίες έρωτα και αγάπης, ιστορίες επιτυχίας και αποτυχίας συνθέτουν ένα παστίς ιδεών, στιγμών και εμπειριών που μαγεύει ως προς το πολυσχιδές της ανθρώπινης εμπειρίας.

"Η πραγματικότητα απέναντί της είναι ένας παγωμένος χείμαρρος", γράφει ο Βαγγέλης Σωτήρης και μας δείχνει τη φευγαλέα στιγμή που το παρελθόν έρχεται ορμητικό να συναντήσει το παρόν μια κοπέλλας για να κάνει την αναδίπλωση αμέσως μετά και να διαλυθεί στα εξ ων συνετέθη: φωτογραφίες, σκόρπιες αναμνήσεις και κατάλοιπα των αισθήσεων που κυνηγούν πεισματικά εκείνον ή εκείνη που επιμένει να θυμάται.

Στο βιβλίο συμμετέχουν, με αλφαβητική σειρά, οι: Μαρουσώ Αθανασίου ("Τι σημαίνει έχουμε;"), Τζούλια Γκανάσου ("Μαύρο πρόβατο"), Χρήστος Δασκαλάκης ("Το αγόρι που έλεγε ναι!"), Αλέξανδρος Διονυσόπουλος ("Ένα αλλιώτικο μνημείο"), Τάσος Ελένας ("Πέτρος"), Αλέξανδρος Κεφαλάς ("Hermes baby"), Νέστορας Πουλάκος ("Μια αλκοολική περιπέτεια στην Αθήνα"), Βαγγέλης Προβιάς ("Ο άγνωστος άντρας") και Βαγγέλης Σωτήρης ("Ναταλία").

Είναι όλοι νέοι, έως 40 περίπου ετών, και κομίζουν τη δική τους φρέσκια ματιά στα λογοτεχνικά πράγματα, αντανακλώντας μια ανανεωμένη αντίληψη της σύγχρονης πραγματικότητας. Χωρίς ταμπού, χωρίς προκαταλήψεις, αλλά με περισσή ευαισθησία και ευθύτητα στη γραφή τους.

Μολονότι δεν κατέχουν όλοι τον ίδιο βαθμό δεξιοτεχνίας ούτε τον ίδιο βαθμό πρωτοτυπίας (προσωπικά ωστόσο ξεχώρισα ιδιαίτερα τα "Ναταλία", "Τι σημαίνει έχουμε;" και "Ο άγνωστος άντρας"), το αποτέλεσμα είναι από ενδιαφέρον μέχρι ικανοποιητικό και οπωσδήποτε αξιανάγνωστο.


Χριστίνα Λιναρδάκη


Παρασκευή, 24 Μαρτίου 2017

Στις κοραλένιες οροσειρές της γης (μερικά ακόμη τραγούδια και μια αφήγηση των Ινδιάνων)

Πού θα κοιμηθούμε εσύ κι εγώ;
Στο στραμμένο προς τα κάτω οδοντωτό χείλος τ’ουρανού
Εγώ κι εσύ θα κοιμηθούμε

Έτσι λέει ένα από τα τραγούδια της φυλής Wintu από τη βόρεια Καλιφόρνια, της οποίας ο μικρός πληθυσμός φαίνεται ότι ήταν εξαιρετικά ταλαντούχος. Σ’ ένα άλλο τραγούδι μιλά η κόκκινη αλεπού (Γάου):

Απάνω στην πετροσειρά ανατολικά πηγαίνω.
Πάνω στο δρόμο το λευκό ο Γάου εγώ πηγαίνω μα ζευτά.
Ο Γάου εγώ σφυράω πάνω στων αστεριών το δρόμο.

Ενώ αυτό το τραγούδι αναφέρεται στον πολικό αστέρα :

Της γης ο τόπος που ένα γύρο βλέπετε,
τα σκόρπια αστέρια μες τον ουρανό που βλέπετε,
όλα τους είναι των μαλλιών μου ο τόπος.

Η ποίηση και οι μύθοι των ινδιάνων είναι μερικά από τα ελάχιστα ίχνη πολιτισμού των ιθαγενών πληθυσμών της Αμερικής που επιβίωσαν μετά την εισβολή των αποίκων, η οποία σάρωσε τα πάντα στο πέρασμα της. Ο ερχομός των λευκών αποίκων σήμανε και το τέλος του πολιτισμού των Ινδιάνων που συρρικνώθηκαν σχεδόν μέχρις εξαφανίσεως. Από τα τραγούδια που επιβίωσαν παίρνουμε μια γεύση του τρόπου σκέψης τους,  επί παραδείγματι ένα κυνηγετικό τραγούδι των  Απάτσι αναφέρει:

Στο νότο,
στις άσπρες του όστρακου οροσειρές της γης,
όπου είναι ώριμος κάθε καρπός,
θ’ απαντηθούμε οι δυο μας.
Στις κοραλλένιες πέρα οροσειρές της γης...
Εκεί που οι ώριμοι καρποί ευωδιάζουν
οι δυο θ’ απαντηθούμε.

Οι ιθαγενείς της Αμερικής αναζητούν παντού την πνευματικότητα, όλα τα στοιχεία της φύσης,τα φυτά, τα ζώα, τα αστέρια, όλα αντιμετωπίζονται ως ζωντανοί οργανισμοί που απαρτίζουν το σύμπαν μες στο οποίο κινείται ο άνθρωπος. Το "Τραγούδι του ελαφιού", ένα δείγμα αυτού του τρόπου σκέψης, προέρχεται από την φυλή των Papago :

Έρχομαι εδώ.
Στη γη έπεσα :
το τόξο που τεντώθηκε με ζάλισε.
Έρχομαι εδώ.
Στο βουνό γλίστρησα:
Το βέλος που βούιξε με ζάλισε.

Η φαντασία των Ινδιάνων ήταν πλούσια και τολμηρή και έπλαθε εικόνες, παραστάσεις και ήχους  εντελώς πρωτότυπους, όπως μπορεί να διαπιστώσει κανείς στο παρακάτω κομμάτι :

Νύχτα

Τη νύχτα πέφτει βροχή.
Κοίταξε στην άκρη της γης
υπάρχει ένας ήχος σα ρωγμή·
υπάρχει ένας ήχος σα πέσιμο.
Εκεί κάτω βροντάει ακόμα σιγανά.
Ακόμα τρέμει.

Το μεταφυσικό στοιχείο κυριαρχεί στην ποίηση των τραγουδιών, κάτι  που μπορεί να  νιώσει κανείς σ’ ένα τραγούδι πάλι από την φυλή των Γουίντου:

Τα Πνεύματα

Πάνω στη μυθική σκέπη της γης
τα πνεύματα αιωρούνται και πέφτουν.
Τα πνεύματα αιωρούνται και πέφτουν στην είσοδο.
Τα λουλούδια γέρνουν βαριά στους μίσχους τους.

Οι Ινδιάνοι ποτέ δεν ξέχασαν τους αρχηγούς τους που χάθηκαν κατά τις συγκρούσεις με τους λευκούς αποίκους κι έπλασαν τους δικούς  τους θρύλους, όπως αυτός των Ινδιάνων Araucanian που αφορά  το φάντασμα  του Cauplikan, ενός  αρχηγού που βασανίστηκε και θανατώθηκε από τους Ισπανούς:

Ποιος είναι αυτός 
σαν την τίγρη
που το φάντασμα του
καβαλικεύει τον άνεμο ; 
Όταν τον βλέπουν οι βελανιδιές
Όταν τον βλέπουν οι άνθρωποι
μιλάνε με  ψιθυριστές  φωνές
και λένε:
"κοίτα αδερφέ,
  να το φάντασμα του Caupolican".  

Η ίδια ποιητική ατμόσφαιρα είναι διάχυτη  στους μύθους και τις αφηγήσεις των ινδιάνων.  Παρακάτω παρατίθεται  ένα  απόσπασμα που δείχνει  την αντίληψη τους για τον κόσμο και τη φύση καθώς και την καθαρή τους ματιά απέναντι σε ό,τι τους περιέβαλε.  Η αφήγηση ανήκει στον  αρχηγό με το όνομα Πολλά-πετυχημένα-χτυπήματα.

Η θεραπεία του τραυματισμένου πολεμιστή

Η μάχη είχε τελειώσει , αλλά ο Λύκος, ένας καλός άντρας, ήταν ξαπλωμένος στο χιόνι, μέσα σ’ ένα κύκλο από αίμα κι οι καρδιές μας ήταν στο πλευρό του.

Τον σηκώσαμε επάνω και βγάλαμε το αίμα από το στόμα του. "Προσπάθησε να τον σώσεις" είπε Το-άλογο-με-τη-χοντρή-κοιλιά στο θείο μου, τον Παίρνει-πολλά, έναν από τους σοφούς μας, καθώς έβγαζε ένα ωραίο περιδέραιο από τον λαιμό του και το πέρναγε γύρω από τον δικό μου (δεν συνηθιζόταν να δίνουνε την αμοιβή απευθείας στον θεραπευτή για τις υπηρεσίες του).

"Θα προσπαθήσω. Δεν πρέπει  ν αφήνουμε το σώμα του στη χώρα των Πεκούνι", είπε ο Παίρνει-πολλά, βγάζοντας ένα μικρό σακουλάκι από δέρμα αρσενικού ζώου από το πουκάμισό του.

Το μυαλό του Λύκου λειτουργούσε ακόμα, αλλά ήταν σχεδόν νεκρός. Η σφαίρα τον είχε βρει στο στήθος κι έτρεχε αίμα από το στόμα και τη μύτη του, όταν ο Παίρνει-πολλά άνοιξε το σακουλάκι του κι έβγαλε μια πρέζα απ’ Το-λουλούδι-που-δεν-τρώει-ο-βούβαλος και λίγο από ένα άλλο λουλούδι που δεν το ήξερα. Τα μάσηξε στο στόμα του και, πηγαίνοντας κατά κει που φύσαγε ο άνεμος, το φύσηξε πάνω στο στήθος του Λύκου. Περπάτησε ύστερα ένα τέταρτο γύρω του κάνοντας το ίδιο, ύστερα μισό γύρο, ύστερα τρία τέταρτα, μασώντας κάθε φορά ένα μέρος από τα δυο λουλούδια και φυσώντας τα πάνω στο Λύκο που ήταν ξαπλωμένος με την πλάτη και τα μάτια ανοιχτά. Ήξερα πως καταλάβαινε ό,τι γινόταν και έλπιζα μ’ όλη μου τη καρδιά πως θα γιατρευόταν....

Έκανα ένα βήμα μπροστά να τον βοηθήσω, αλλά ο Παίρνει-πολλά μου έκανε νόημα να μείνω ακίνητος και συνέχισε να οπισθοχωρεί με τα μάτια του τώρα καρφωμένα στα θολά μάτια του πληγωμένου άντρα, που γινόταν όλο και πιο φωτεινότερα , καθώς τεντωνόταν πάλι και πάλι, ώσπου στάθηκε αβέβαια στα πόδια του χωρίς βοήθεια.

Περπατούσαν αργά σε κύκλο, όταν ο Παίρνει-πολλά, χωρίς να κοιτάξει προς το μέρος μας, είπε: "Άνοιξε το πουκάμισό του". Όταν το έκανα, άκουσα την ανάσα του να σφυρίζει μεσ’ από την τρύπα που είχε ανοίξει η σφαίρα στο στήθος του. Έκανα πίσω και ο Παίρνει-πολλά, στέκοντας λίγο μπροστά απ’ αυτόν, είπε στο Λύκο να τεντώσει το κορμί του. Όταν το έκανε, μαύρο αίμα ξεπήδησε από την τρύπα στο χιόνι. Όταν έτρεξε κόκκινο αίμα, ο θείος μου το σταμάτησε με τα λουλούδια από το σακούλι του.

Ο Λύκος περπάτησε μόνος του ανάμεσά μας. "Είμαι καλά", είπε και οι καρδιές μας άρχισαν να τραγουδούν.

Απόστολος Σπυράκης




Σημ.: Oι μεταφράσεις είναι του Σωκράτη Σκαρτσή από τις εκδόσεις Καστανιώτη και της Ειρήνης Βρη από τις εκδόσεις Οδός Πανός.Το αφήγημα είναι από τις εκδόσεις Πρωτοπόρος, πάλι σε μετάφραση του Σκαρτσή.

Τετάρτη, 22 Μαρτίου 2017

"Κωλοδουλειά" του Γιάννη Μαυριτσάκη




Το μόνο που επιθυμώ είναι η ησυχία μου αλλά η ησυχία είναι τάφος και η ώρα μου ακόμα δεν έχει έρθει. Μέχρι τότε κάτι πρέπει να επιδιώκω.[1]
 
Ένα θεατρικό έργο γεμάτο εκπλήξεις, αυτό είναι η Κωλοδουλειά του Γιάννη Μαυριτσάκη. Ένας μονόλογος, (ή έστω κατ’ επίφαση διάλογος, δεδομένου η δεύτερη φωνή που ακούγεται προέρχεται από μηχάνημα) που κινείται μεταξύ ενδόμυχων σκέψεων και εκφερόμενων λέξεων σε μια παράδοξη ισορροπία ονείρου. 

Ένα κείμενο σκοτεινό και βίαιο στις λέξεις, ή μάλλον ακριβέστερα στις σκέψεις που γεννιούνται και αποκτούν περίγραμμα σε μια ομίχλη επανάληψης, η Κωλοδουλειά φαίνεται αρκετά νωρίς ότι θα οδηγήσει τον αναγνώστη-θεατή σε δρόμους που συνήθως έχουμε την τάση να αποφεύγουμε. Υπάρχει βία στις εικόνες και ακόμα περισσότερο στις επιθυμίες και πιο συγκεκριμένα στις ζωτικές, και όχι τυχαία: ο συγγραφέας επικεντρώνεται στην τροφή του σώματος μέσω του φαγητού και της σεξουαλικής επαφής. Τόσο η μία ανάγκη όσο και η άλλη συναντιούνται σε ένα κοινό φάσμα που οριοθετείται από το τρίπτυχο ταχύτητα/αποτελεσματικότητα/αποδοτικότητα. Τόσο το φαγητό όσο και το σεξ απεικονίζονται σαν εισβολή στο σώμα που ένω αναγνωρίζει την βιαιότητα, κατά μια έννοια την αποδέχεται και κατά μια άλλη οριακά την αποζητά: τότε η παθογένεια αλλάζει ροπή και οι σχέσεις ισχύος αντιστρέφονται. 

Ο παραλληλισμός ανάμεσα στην πείνα για γρήγορο φαγητό και την πείνα για γρήγορο και αποτελεσματικό σεξ είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρων γιατί μεταξύ άλλων λειτουργεί σε περισσότερα από ένα επίπεδα: σε ένα ταχυφαγείο οι ανάγκες του σώματος καλύπτονται όσο πιο γρήγορα γίνεται αλλιώς η αποδοτικότητα δέχεται πλήγμα. Σ’ αυτό το σημείο εισβάλλει μια σεξουαλικότητα «στοχευμένη», απογυμνωμένη από ανθρώπινη επαφή, μια σεξουαλικότητα με γάντια όπως αυτά που είναι υποχρεωμένη να φοράει η βοηθός όταν αγγίζει τρόφιμα, και οι δύο «πείνες» συναντιούνται για να διαγράψουν παραλληλες πορείες. 

Η απουσία συμβατικών σκηνικών επεξηγήσεων (δεν υπάρχουν κοψίματα με σκηνές και πράξεις) αναγκάζει τον θεατρικό χώρο και χρόνο σε μια μη-αναμενόμενη «διαρρύθμιση» που όμως λειτουργεί πολύ καλά. Από την πρώτη λέξη μέχρι την τελευταία, το κείμενο κινείται σε απόλυτα άκρα σαν ένα εκκρεμές χωρίς τριβή: μέσα στο όνειρο ή πιο σωστά μέσα στον εφιάλτη, η ηρωίδα καλείται να δώσει όνομα σε πράγματα που κινούνται ανάμεσα στην πραγματικότητα της κάθε μέρας και στο παράλληλο σύμπαν των ενδόμυχων σκέψεων. Το εξωτερικό περιβάλλον είναι κλειστό και αποκομμένο από τους άλλους ανθρώπους (πράγμα παράδοξο και σίγουρα ευφυές αν σκεφτεί κανείς ότι το σκηνικό είναι ένα φαστφουντάδικο), όπου όλοι κατασπαράζουν αλλήλους, όχι μέχρι να μείνει μόνο ένας όπως νομίζουν, αλλά τελικά μέχρι να μην μείνει κανείς. 

Τα όρια του χρόνου, του χώρου και της πραγματικότητας ρευστοποιούνται και το συναίσθημα της αγωνίας εγκαθίσταται για την ηρωίδα αλλά και για τον θεατή, συντριπτικό και αδυσώπητο. Δεν θα χαλαρώσει μέχρι το τέλος, αντίθετα, πριν το πάρει κανείς χαμπάρι θα μετατραπεί σε μια αίσθηση εγκλωβισμού που έχει όλα τα χαρακτηριστικά του τετελεσμένου. Η βοηθός αλλά και όσοι άλλοι αναφέρονται στο κείμενο, από συναδέλφους μέχρι πελάτες, είναι καταδικασμένοι να επιστρέφουν ξανά και ξανά στον τόπο του εγκλήματος χωρίς καμία δυνατότητα διαφυγής. Η επανάληψη των κινήσεων στη δουλειά και των σκέψεων που ξετυλίγονται στο μυαλό της ηρωίδας σαν σπιράλ είναι τόσο ακριβής που κατορθώνει να μηδενίσει τον χρόνο γιατί –έστω και συμβολικά- καταλύει τα σημεία εκείνα που θα οριοθετούσαν το πέρασμά του: όπως συχνά συμβαίνει στους εφιάλτες, ο χρόνος παγώνει, και μαζί του παγώνει και η όποια αντίδραση θα μπορούσε να έχει το άτομο, το σπιράλ των σκέψεων γίνεται σπιράλ του χωρόχρονου χωρίς αρχή και τέλος. Η αποδοτικότητα και η αποτελεσματικότητα στην παροχή των υπηρεσιών κέρδισαν τον αγώνα. 

Κρις Λιβανίου

ΥΓ. Η εξαιρετική εισαγωγή του Γιώργου Πεφάνη θα άξιζε ξεχωριστή ανάρτηση. Ας όψεται η έλλειψη χρόνου που στο τέλος θα μας φάει όλους ζωντανούς.


[1] σελ. 31.

Δευτέρα, 20 Μαρτίου 2017

Η ποίηση του Λεωνίδα Κακάρογλου

Η ποίηση του Λεωνίδα Κακάρογλου* μπορεί να κατοικηθεί: μπορεί κάποιος να βρει σ’ αυτήν καταφύγιο και στέγη, μπορεί να πει ότι ανήκει σ’ αυτήν όπως ανήκει στο γένος των ανθρώπων ή ίσως ακριβώς επειδή ανήκει σ’ αυτό. Τελικά, ανήκουμε κάπου; Ή δεν ανήκουμε; Είμαστε οικείοι ή αν-οίκειοι; Είμαστε ανέστιοι; Ή μπορούμε να επιλέξουμε ως εστία την ποίηση;

Η ποίηση του Λεωνίδα είναι ποίηση που ταξιδεύεται, επειδή ταξιδεύει. Πού όμως οδηγεί; Σε τι είδους τοπία; Όχι τόσο σε τοπία του έξω κόσμου, αλλά σε εκείνα τα άλλα, τα τοπία που μας αφήνουν ξύπνιους τα βράδια, που μας κρατούν αιχμάλωτους και στ΄όνομά τους μένουμε για πάντα τρωτοί.

Η ποίηση του Λεωνίδα είναι ποίηση του νερού και της υγρασίας. «Υγρασία, το υλικό των ονείρων», όπως λέει ο ίδιος. Και νερό, η μυστηριώδης ύλη που συνέχει ζωή και θάνατο, μνήμη και λήθη, που εξαγνίζει, που παίρνει μακριά, που καθαίρει: «το νερό πάντα νερό συναντάει». Είναι όμως ποίηση του μικρού νερού κυρίως, όχι τόσο των θαλασσών και των μεγάλων υδάτινων τοπίων (πράγμα παράξενο για έναν ποιητή που ζει σε μια πόλη-λιμάνι), αλλά να, ας πούμε, της βροχής. Της βροχής που όλα τα ξεπλένει, που φέρνει μελαγχολία και με τον ρυθμικό της βόμβο μοιάζει με νανούρισμα: «κοιμήσου αγόρι μου, κοιμήσου/ο ήχος της βροχής να ’ναι μαζί σου». Η ροή του νερού μοιάζει με τη ροή της ζωής, τη ροή του χρόνου, αλλά και τη ροή των αναμνήσεων που αναιρεί τη ροή του χρόνου. Τέλος και αρχή συμπίπτουν, όλα είναι ροή, όλα είναι ρευστά, τίποτε δεν μένει σταθερό, θυμίζοντάς μας το «τα πάντα ρει» του Ηράκλειτου.

Η ποίηση του Λεωνίδα είναι πρωτίστως ποίηση της μνήμης. Της μνήμης που ξεφλουδίζει ανάμνηση την ανάμνηση, που πονάει, μια ποίηση γεμάτη αγκάθια, μα την ίδια στιγμή τρυφερή, απαλή και παράξενα γαλήνια. Ποίηση χαμηλόφωνη, σιγανή, ακόμα κι όταν ουρλιάζει. Της μνήμης που συναντά το όνειρο, άλλωστε «όνειρα και μνήμες το ίδιο ζυγίζουνε/στην ανοικτή καταπακτή του ύπνου». Και του έρωτα που ορίζεται σε σχέση με τη μνήμη: «ο έρωτας θέλει μνήμη/να καθρεφτίζεται εντός της/να γεννά τις αντωνυμίες/τα ρήματα στους δύσκολους καιρούς». Ποίηση της μνήμης, άρα και της νοσταλγίας, που χαρτογραφείται ως «χώρα του πουθενά».

Η ποίηση του Λεωνίδα είναι ακόμα ποίηση της χαρακιάς. «Γεμάτο χαρακιές το παρόν και το παρελθόν/από μέσα τους γλιστρούν τα χρόνια, οι μνήμες, τα όνειρα». Μα και χαρακιάς στο συνεχές του σώματος, του πάντοτε ποθητού ωστόσο απρόσφορου τις περισσότερες ώρες: «Όλο ρωγμές το ορυχείο του κορμιού σου».

Η ποίηση του Λεωνίδα είναι ποίηση του χρόνου: «ο χρόνος είναι η ελάχιστη απόσταση των ονείρων μας». Μόνο που μέσα στην ποίησή του ο χρόνος κυλά διαφορετικά. Ο Νοέμβρης μπορεί να είναι οποιοσδήποτε μήνας, αφού δεν έχει καμιά σημασία αν ήταν Νοέμβρης τότε που διαπράχθηκε το έγκλημα ενάντια στην αγάπη ή ενάντια στη ζωή. Αντίθετα, όμως, εκείνη η μία Τετάρτη μπορεί να σημαδέψει όλες τις Τετάρτες για πάντα: «Την Τετάρτη/θα την ονομάζω “μέρα που άδειασε η πόλη/μέρα που ξύπνησα και δεν ξανακοιμήθηκα/μέρα που λιγόστεψε τις μέρες μου”».

Η ποίηση του Λεωνίδα είναι ακόμη ποίηση του φεγγαριού. Τόσα και τόσα συμβαίνουν κάτω απ’ το φως του, τόσα και τόσα κρύβονται στη σκιά του κι ένας «λαχειοπώλης κόβει το χέρι του στη λεπίδα του φεγγαριού/κι από τότε την τύχη του ιστορεί/όπως άλλοι τις μέρες στον στρατό».

Η ποίηση του Λεωνίδα είναι ποίηση απαρηγόρητη: ένας λυγμός, ένα παράπονο χωρίς παραμυθία. Πηγάζει από την επίγνωση ότι είμαστε μόνοι και μόνοι πορευόμαστε, ότι μόνοι παίρνουμε αποφάσεις, μόνοι ζούμε, εμείς και οι αναμνήσεις μας, και «ζαρώνουν οι μέρες στην υπομονή». «Τα μονοπάτια χορταριάζουν/τα δέντρα κλείνουν τα περάσματα».

Η ποίησή του, τέλος, είναι ποίηση της απουσίας. Εκείνης. Που έφυγε για πάντα: «Τα βράδια/τρίζουν τα σκαλοπάτια/ Όμως η σκάλα άδεια/Τα σκαλοπάτια τρίζουν μόνα τους/συνήθισαν το βάρος της απουσίας». Όχι μόνο εκείνης, αλλά και όλων όσων δεν βλέπουμε πια, όσων πήρε μακριά το νερό.

Ο Λεωνίδας έγραψε και ένα μυθιστόρημα, αρκετά ποιητικό ομολογουμένως. Και σ’ αυτό διηγείται ιστορίες του νερού, μόνο που τώρα η θάλασσα μπαίνει στο πλάνο δυναμικά και η αναφορά σε αυτήν είναι συχνή. Σα να μην της έφτανε η μικρή φόρμα του ποιήματος και χρειαζόταν μεγαλύτερη έκταση για να χωρέσει. «Και τώρα εδώ, σ’ αυτό το λιμάνι. Εγώ η υγρασία κι εσύ ένα μακρινό μετέωρο στην αστρική νύχτα». Το λιμάνι, η παραλία, τα υπόγεια περάσματα απ’ όπου ακούγεται το νερό.

Διηγείται ακόμη κι άλλες ιστορίες ο Λεωνίδας, όπως την ιστορία της ηχούς και την ιστορία του σπασμένου καθρέφτη: «οι λέξεις εκείνα τα βράδια του καλοκαιριού δεν γυρνούσαν πίσω. Χάνονταν σ’ εκατομμύρια σπασμένα λόγια, γκρεμίζονταν σ’ ένα βάραθρο γεμάτο καθρέφτες, που τις πολλαπλασίαζαν και τις παραμόρφωναν, κι αυτό που γυρνούσε πίσω ήταν ένας κοφτός, υπόκωφος ήχος. Σαν γκρέμισμα βράχου ή σαν βροντή. Οι λέξεις που χάθηκαν στη νύχτα. Οι λέξεις που δραπέτευσαν στη νύχτα κι από τότε τραυλίζουν τους ήχους της. Μαζί με τα πεφταστέρια και τους ψίθυρους των ξωτικών».

Και άλλες ακόμη ιστορίες πολλές: την ιστορία της μουσικής και την ιστορία του ουρανού, την ιστορία των αστεριών σε πολλές παραλλαγές, κυρίως όμως την ιστορία του παιγνιδιού ανάμεσα στο φως και το σκοτάδι. Και, φυσικά, της κυρίαρχης παντού, της αφέντρας μνήμης. Της μνήμης που διαπερνά τα πάντα και τα καθορίζει, τα νοηματοδοτεί, τα αναιρεί ή τα επανεφεύρει. «Η μνήμη είναι η ζωή σου. Ζεις για να μπορείς να θυμάσαι: αυτό είναι το δράμα σου».

Όμως με την ποίηση ξεκίνησα, με την ποίηση θα τελειώσω, παραφράζοντας λίγο τον Σ.Ν. Φιλιππίδη, καθηγητή νεοελληνικής φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Κρήτης, ο οποίος είχε γράψει το 2008 ότι ο χώρος στα ποιήματα του Λεωνίδα είναι ασφυκτικά πλήρης: οι ζωντανοί ζούνε και ονειρεύονται δίπλα στους νεκρούς και τους χαμένους στον χρόνο. Κυλάμε όλοι, εμποτισμένοι σε μια σιγαλή λύπη, προς ένα αδιάγνωστο τέλος ή προς μιαν αρχή. Καμιά φορά έχω την εντύπωση πως ζούμε σε παράλληλα σύμπαντα, όπου κάποιοι έχουν επιλέξει να κουβαλούν στους ώμους τους τον πόνο της ανθρωπότητας. Ένας από αυτούς είναι και ο Λεωνίδας Κακάρογλου.


Χριστίνα Λιναρδάκη



* Ο Λεωνίδας Κακάρογλου έχει εκδώσει οκτώ ποιητικά βιβλία. Το πιο πρόσφατο από αυτά, Μνήμη σχεδόν πλήρης, ήταν υποψήφιο για το κρατικό βραβείο ποίησης. Έχει επίσης γράψει ένα, πολύ καλό και σε πολλά σημεία αρκούντως ποιητικό ομολογουμένως, μυθιστόρημα και έχει επίσης συμμετάσχει με κείμενα και ποιήματά του σε ζωγραφικά λευκώματα και οδηγούς για το φεστιβάλ κινηματογράφου Θεσσαλονίκης.

Το κείμενο προέρχεται από την ομιλία της Χ.Λ. στο Φίλιον στις 13.3.2017, όπου έγινε η παρουσίαση του έργου του Λ.Κ. στο πλαίσιο του κύκλου εκδηλώσεων "Φίλοι στο Φίλιον".