Δευτέρα, 20 Νοεμβρίου 2017

«Λιγοστεύουν οι λέξεις» της Δέσποινας Καϊτατζή-Χουλιούμη

Θρήνος που λέξεις δεν γίνεται
Φρίκη που δεν τη φτάνουν λέξεις

(στίχοι από το ομότιτλο ποίημα)


Η ανθρώπινη συνθήκη είναι πολύ ιδιαίτερη: συνήθως αντιμετωπίζει τα γεγονότα του βίου με αλαζονεία, σα να ‘ταν άτρωτη. Ώσπου έρχεται, αναπόφευκτα, η στιγμή που θα τρωθεί, αποδεικνύοντας ότι στην πραγματικότητα είναι εξαιρετικά εύθραυστη. Τις στιγμές του τραύματος πραγματεύονται «οι λέξεις» της Δέσποινας· τις ρωγμές στις ζωές των ανθρώπων, μέσα από τις οποίες γλιστρούν η αίσθηση της παντοδυναμίας, η υγεία, το παρελθόν, ενίοτε και η αξιοπρέπεια. Πραγματεύονται επίσης τα τσιρότα που βάζει ο καθένας στις πληγές του: τη μνήμη, τη δυνατότητα της επιστροφής, τη φαντασία, την αγάπη.

Το βιβλίο περιέχει μια σειρά από θέματα που έχουν προσλάβει αυξημένη επικαιρότητα τα τελευταία χρόνια: μιλά για τον μετανάστη, τον απόκληρο, τον περιθωριοποιημένο («αθώο αίμα παφλάζει/ σε μετρό και σε πλατείες», «ο ένας πλάι στον άλλον σχεδίες τσακισμένες»), την παιδική ηλικία και την εστία («τα σπίτια μιλάνε/ μιλάνε και περιμένουν [...] χάσκουν οι πόρτες και τα παράθυρα/ οι ξεφτισμένοι σοβάδες»), μεταξύ άλλων. Επιστρατεύει μια σειρά από εικόνες και σύμβολα, όπως είναι τα δέντρα, οι ρίζες και τα κλαδιά τους («είναι ένα δέντρο που έχει τις ρίζες του βαθιά/ φτάνουν στα έγκατα της πιο παλιάς αλήθειας»), αλλά και οι νύμφες – συμβολικές ή προσωποποιημένες σε αληθινά άτομα που κατακλύζουν τη μνήμη («...στα μάτια μεταξωτές κλωστές/ λικνίζονται Αλσηίδες νύμφες/ λουσμένες στο βόρειο σέλας»).

Περισσή τρυφερότητα και άλλη τόση περισυλλογή διαπνέουν τη συλλογή, η οποία, ενώ περιέχει μεγάλο βαθμό συναισθηματικής εμπλοκής («...απ’το βορρά/ έρχονται ψίθυροι απαλοί/ και με βυθίζουν σε γλυκιά μελαγχολία»), καταφέρνει παράλληλα να δώσει και μια εικόνα όσων αφηγείται από πιο μακριά – όχι αποστασιοποιημένα, αλλά μέσα από μια ματιά πιο σφαιρική: είναι σαν το ποιητικό υποκείμενο να έχει κάνει μερικά βήματα πίσω για να μπορέσει να δει τη μεγαλύτερη εικόνα. Παράγεται έτσι ένα αποτέλεσμα ευρύτερο, μια οπτική που αγκαλιάζει κάτι πιο μεγάλο από τη μονάδα, κάτι πιο μεγάλο από τον χρόνο που αντιλαμβανόμαστε, κάτι πιο μεγάλο και από τον κόσμο του οποίου έχουμε την εμπειρία: κάτι πανανθρώπινο και παγκόσμιο, μέσα όμως σε κατανοητά μέτρα. Φταίει γι’ αυτό ο προσωπικός τόνος που, όπως προαναφέρθηκε, δεν λείπει και που αναγάγει σε κυρίαρχα στοιχεία της συλλογής τη νοσταλγία και το παρελθόν. Το παρελθόν, ειδικά, είναι ένας τόπος όπου το ποιητικό υποκείμενο ολοένα επιστρέφει και χρησιμοποιεί ως σημείο αναφοράς για να κατανοήσει το παρόν («πορευόμαστε/ κρατάμε σταθερά το μέσα νήμα/ νέο ξερίζωμα απειλεί»). Και η νοσταλγία είναι το εισιτήριο γι’ αυτόν τον τόπο που φυλάσσεται στη μνήμη και που εφορμά στη συνείδηση με αφορμή έναν οικείο ήχο, μια εικόνα ή μια μυρωδιά («στο σούπερ μάρκετ σύμφυρμα οσμών σε κατακλύζουν/ εφορμούν/ άρωμα lakrits kanelbullar kardemomma/ εισβάλλουν/ ανελέητα λιώνουν τη χειμερία νάρκη»).

Το πιο σημαντικό είναι ότι σε αυτό το, χωρισμένο σε δύο τμήματα («Λιγοστεύουν οι λέξεις» και «Γίνομαι γιαλός»), βιβλίο της, η Δέσποινα Καϊτατζή-Χουλιούμη δοκίμασε – και είναι προς τιμήν της που το προσπάθησε κατ' αρχάς – έναν διαφορετικό τρόπο έκφρασης συγκριτικά με τα προηγούμενα δείγματα γραφής της, έναν τρόπο περισσότερο πραγματιστικό και λιγότερο κοντά στον λυρισμό που της είναι οικείος. Το εγχείρημά της πέτυχε: κατάφερε να διεισδύσει σε μια περιοχή που δεν είχε ξαναδοκιμάσει, διατηρώντας την ευαισθησία που τη χαρακτηρίζει ως άνθρωπο και ως ποιήτρια. Το αποτέλεσμα είναι μια πολύ καλή και κυρίως σύγχρονη και επίκαιρη ποιητική συλλογή.

Χριστίνα Λιναρδάκη


ΥΓ. Δεν μπορώ να μην αναφερθώ στην πλημμελή γλωσσική επιμέλεια του βιβλίου, για την οποία υπεύθυνες είναι αποκλειστικά οι εκδόσεις. Το αναφορικό ό,τι γράφεται παντού χωρίς κόμμα και, άντε, ας πούμε πως αυτό είναι τάση. Τι να πούμε όμως για τον αυτόματο διορθωτή (κατά πάσα πιθανότητα) που ανεξέλεγκτα μετέτρεψε κάποιες λέξεις σε εκτρώματα, με πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα το εξορύσσουν στο εναρκτήριο ποίημα «Κοχύλια» που έχει γίνει εξορίσουν(!);


Ακολουθούν δύο ποιήματα από τη συλλογή:

ΣΕ ΤΑΞΗ ΠΡΟΠΑΡΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ
Μπαίνω σε τάξη προπαρασκευαστική
Μικρών ρομά αναλφάβητων
Μ’ έκπληξη βλέπω έναν προέφηβο σχεδόν
Μονάχο σε μια άκρη
Ωχρό κι ανέκφραστο πρόσωπο πρόωρα ώριμο
Φακίδες μαύρα σημάδια κραυγάζουν επίμονα
Πηδούν κάθονται στο τετράδιο
Γίνονται μαύρα γράμματα
Τ’ ανοίγω κατεβατό σε γλώσσα άγνωστη ρώσικη θαρρώ
Στο εκτενές γλωσσάρι διαβάζω κι ωχριώ
Πατέρας
Νεκρός
Έμφραγμα
Μαθηματικός
Μητέρα
Μουσικός
Τώρα
Μακριά
Εργασία
Εσωτερική
Μεγαλοδικηγόρος
Εγώ
Μένω
Έξω
Από
Πόλη
Με
Θείος
Σε
Ορνιθοτροφείο


ΕΙΝΑΙ ΕΝΑ ΔΕΝΤΡΟ
Είναι ένα δέντρο που έχει τις ρίζες του βαθιά
Φτάνουν στα έγκατα της πιο παλιάς αλήθειας
Τα κλαδιά αγγίζουν την κορφή του ουρανού
Τα φύλλα θροΐζουν ψιθύρους της θάλασσας
Καλά κρυμμένα φυλάνε τα αρχαία μυστικά
Ο φλοιός έρχεται απ’ άλλη εποχή και φεύγει σ’ άλλη
Φέρει αιώνιας απόσταξης χυμούς
Ο κορμός ευθυτενής αρματώνεται κύκλους τα δάκρυα
Είναι ένα δέντρο που πάντα έχει κάτι να μου πει
Εχθές μου έλεγε για πετρωμένα πουλιά
Προχθές πρόσφερε τάματα στην αγάπη
Ύφαινε για τον έρωτα προστατευτικό πέπλο
Σήμερα στωικά μου μίλησε για φονικές μάσκες
Πληθαίνουν ψιθύρισε κοίτα πώς έρχονται
Κι έδειξε κατά πέρα


Παρασκευή, 17 Νοεμβρίου 2017

Καζούο Ισιγκούρο και το Νόμπελ Λογοτεχνίας 2017

Είχαμε συνηθίσει να βλέπουμε πίσω από τις επιλογές της Σουηδικής Ακαδημίας κριτήρια κάποιες φορές πολιτικά, κάποιες άλλες να διακρίνουμε την επιθυμία να γίνει ευρύτερα γνωστός ένας σημαντικός συγγραφέας από «μικρή» γλώσσα ή που παρέμενε σχετικά άγνωστος επειδή το έργο του ήταν πιο «ιδιαίτερο» ή δύσκολο. Υπήρχε, σαφώς, μια αίσθηση ελιτισμού. Οι περισσότεροι βραβευμένοι, ακόμη κι όταν το όνομά τους ήταν πολύ γνωστό, δεν ήταν απαραιτήτως πολυδιαβασμένοι. Ας μην αναλύσουμε εξαντλητικά τις ατελείωτες συζητήσεις που προκάλεσε η περσινή βράβευση του Μπομπ Ντύλαν, αλλά ας σταθούμε σε ένα από τα επιχειρήματα που ακούστηκαν αρκετά, ότι δηλαδή ο Ντύλαν ήταν ήδη πολύ, υπερβολικά γνωστός, και δεν «χρειαζόταν» το Νόμπελ, ούτε για τη φήμη ούτε, πολύ περισσότερο, για τα χρήματα.

Και φέτος βραβεύεται ο Καζούο Ισιγκούρο. Για τον οποίο κάποιοι θα πουν ξανά ότι δεν είχε ανάγκη τη δημοσιότητα του Νόμπελ, μια που Τα απομεινάρια μιας μέρας μεταφέρθηκαν, με πολύ μεγάλη επιτυχία, στον κινηματογράφο ήδη από το 1993 (σε σκηνοθεσία του Τζαίημς Άιβορυ). Έτσι γνώρισα κι εγώ το όνομά του, γιατί είδα μεν την ταινία, δεν διάβασα όμως το συγκεκριμένο βιβλίο. Διάβασα αργότερα το Τότε που ήμασταν ορφανοί, το οποίο δεν με παρέσυρε με τρέλα, δεν με έκανε να ξενυχτήσω, αλλά με έκανε να νιώθω αβέβαιη και αποπροσανατολισμένη. Ήταν βέβαια μια εποχή που μου άρεσαν οι βεβαιότητες, που ο κόσμος γύρω μου ήταν απολύτως συμπαγής και το θέμα της μνήμης δεν με απασχολούσε και τόσο. Ωστόσο δεν έκλεισα με τον Ισιγκούρο, όπως μου συμβαίνει με άλλους συγγραφείς. Μερικά χρόνια αργότερα, το Μη μ’ αφήσεις ποτέ μού άφησε ξανά ένα περίεργο αίσθημα. Αυτός ο κόσμος είχε κάτι το γνώριμο και ταυτόχρονα ανοίκειο, κάτι που δημιουργούσε μια απόσταση, αλλά και με άγγιζε, ξαφνικά και αναπάντεχα, σαν άνθρωπος που ενώ πιστεύεις ότι δεν τον συμπαθείς πολύ σου αποκαλύπτει ξαφνικά πλευρές του που δεν φανταζόσουν, και που δεν σε κάνουν να τον αγαπήσεις, αλλά να τον δεις πιο τρυφερά. Και μετά ήρθε, αντίστροφα, μια που πρόκειται για το πρώτο του βιβλίο, η Χλωμή θέα των λόφων, και εντυπωσιάστηκα με την επιμονή του Ισιγκούρο στο θέμα της μνήμης, και της αναξιοπιστίας της, και της ρευστότητάς της. Πώς χτίζουμε τη ζωή μας μέσα από τις αναμνήσεις μας, που όμως δεν μπορούμε να εμπιστευτούμε απολύτως. Και πώς αυτός ο βρετανός συγγραφέας παραμένει τόσο Ιάπωνας, κι ας έζησε στη γενέτειρά του, το Ναγκασάκι, μόνο τα πέντε χρόνια της ζωής του.

Μυρσίνη Γκανά




Σημ.: Απόσπασμα από κείμενο που δημοσιεύθηκε με τίτλο «Η μνήμη που διαμορφώνει το μέλλον – Μια πρώτη ανάγνωση της βράβευσης του συγγραφέα Καζούο Ισιγκούρο με το Νόμπελ Λογοτεχνίας του 2017» στην
The books’ journal, τεύχ. 81, Οκτώβριος 2017.

Τετάρτη, 15 Νοεμβρίου 2017

"Δενδρίτες" της Κάλλιας Παπαδάκη



Υποθέτω ότι θα πρέπει να ξεκινήσω λέγοντας ότι πρόκειται για ένα βραβευμένο μυθιστόρημα (κέρδισε το φετινό βραβείο Λογοτεχνίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης). Προσωπικά θα ήθελα να επισημάνω ότι αυτό που με τράβηξε από την πρώτη στιγμή και με κράτησε δεμένη στην ανάγνωση, είναι το θέμα. Και μαζί με το θέμα έρχονται, άρρηκτα συνδεδεμένα μ’αυτό και μεταξύ τους, το χρονικό πλαίσιο και η γεωγραφία. Και λειτουργούν αρμονικά σε μια δυναμική ισορροπία. 

Μεγάλες περίοδοι που μπορεί να ξετυλίγονται και σε μια ολόκληρη σελίδα, ενδιαφέρον επικεντρωμένο στις λεπτομέρειες ατμόσφαιρας, σχεδόν ανεπαίσθητες στο μάτι και κυρίως στις μικρές εκείνες αλλαγές που εξασφαλίζουν αέναη κίνηση σε φαινομενικά στατικές καταστάσεις, αυτά είναι τα χαρακτηριστικά που δίνουν στους Δενδρίτες έναν χαρακτήρα που κινείται στις γκρίζες ζώνες της ιστορίας και μια ταυτότητα γραφής που παραμένει σταθερός συνδετικός ιστός σε όλο το έργο. Το βιβλίο αποτελείται από δύο διαφορετικές ιστορίες ελαφρώς απομακρυσμένες στον χρόνο (κάποιες λίγες δεκαετίες), με τους πρωταγωνιστές τους να συναντιούνται από ένα σημείο και μετά, για να εδραιώσουν τον ανθρώπινο ιστό που καταλήγει να αποτελεί την μόνη πυξίδα στο κείμενο. 

Και αυτό γιατί πλοκή δεν υπάρχει ιδιαίτερα. Δεν συμβαίνουν πολλά πράγματα στους Δενδρίτες, είναι γεγονός, και παρόλο που οι πρωταγωνιστές του κινούνται και φαίνεται σαν να εξελίσσονται, η συγγραφέας χρησιμοποιεί τα λίγα περιστατικά που λαμβάνουν χώρα στο έργο μόνο ως αφετηρία ή το πολύ-πολύ ως ερμηνεία μεταγενέστερων συμπεριφορών. Το αποτέλεσμα είναι μια στατικότητα και μια αίσθηση ακινησίας, σαν οι πρωταγωνιστές να ζουν εγκλωβισμένοι σε μια παγίδα από την οποία δεν μπορούν να ξεφύγουν, παρόλες τις προσπάθειες που κατέβαλαν για να μην βρεθούν εκεί εξαρχής.

Η Κάλλια Παπαδάκη ψηλαφεί με μαεστρία το ανείπωτο. Αυτό που ίσως να φαίνεται στην αρχή επουσιώδες αλλά που στην συνέχεια αποδεικνύεται ότι είναι αυτό που δίνει υπόσταση στους ήρωες. Και ναι, είναι ένα βίαιο κείμενο, άλλωστε αυτό είναι και η πρώτη, ανομολόγητη εντύπωσή μου ως αναγνώστρια. Είναι όμως βίαιο μόνο στις λεπτομέρειες. Στις σκονισμένες γωνίες της σκέψης και στις κουβέντες που δεν βρίσκουν διέξοδο και που όπως συνηθίζεται σ’ αυτές τις περιπτώσεις, όσο περνάει ο καιρός γιγαντώνονται για να καλύψουν τελικά όλο τον χώρο και να στερήσουν το οξυγόνο από τους ανθρώπους, φέρνοντάς τους σε μια άηχη απόγνωση. 

Στο τέλος του μυθιστορήματος δεν έχουν αλλάξει και πολλά. Κάποια πράγματα ερμηνεύτηκαν, κάποιοι από τους ήρωες έκαναν τις προσπάθειες που τους αναλογούσαν και κάποιες καταστάσεις πήραν την στατική τελική μορφή τους. Όλοι θα συνεχίσουν στις εξαρχής προδιαγεγραμμένες πορείες. 

Κρις Λιβανίου

Δευτέρα, 13 Νοεμβρίου 2017

Αντίο, Λουκά!


Το ιστολόγιό μας δεν θα ανεβάσει ανάρτηση σήμερα, μετά από την είδηση του αναπάντεχου θανάτου του φίλου μας και συντάκτη του, Λουκά Θεοχαρόπουλου.

Ο Λουκάς είχε γεννηθεί το 1956 στο Μόδι Φθιώτιδος. Κριτικές και δοκίμιά του δημοσιεύονταν συχνά σε λογοτεχνικά περιοδικά (Οδός Πανός, Νέα Σκέψη κ.ά.) και ήταν συνεργάτης του critique.gr. Δημοσίευε επίσης πολύ τακτικά, άρθρα και έρευνες για τις εργασιακές σχέσεις και για επίκαιρα οικονομικοκοινωνικά θέματα στην Εφημερίδα του Κέντρου Σοσιαλιστικών Μελετών.

Οι φίλοι του θα τον θυμόμαστε πάντα με αγάπη και τρυφερότητα, γιατί ήταν, όπως είπε η Λένα Κωνσταντέλλου "ένας καλός άνθρωπος" ή όπως έγραψε ο Ιάκωβος Θήρας-Καραμολέγκος, "ένας σπάνιος φίλος, άνδρας με καρδιά μικρού παιδιού, γενναιόδωρος, δοτικός, πράος, ανεξίκακος...".

Ελαφρύ ας είναι το χώμα που τον σκεπάζει...


στίγμαΛόγου

Παρασκευή, 10 Νοεμβρίου 2017

Τα άνθη του δρυμού - Αγγλόφωνες αντιπολεμικές μπαλάντες


Δεν ήμουνα όμορφος όταν καβαλούσα τ’ άλογο μου;
Δεν ήμουν χαρωπός όταν καβαλούσα τ’ άλογο μου;
Δεν ήμουν όμορφος όταν έμπαινα στην πολιτεία τoυ Kορκ
Για να συναντήσω το χαμό μου στις δεκατέσσερις του Μάη; 

Έξι υπέροχοι στρατιώτες ας κουβαλούν την κάσα μου
Έξι υπέροχοι στρατιώτες ας παρελαύνουν στο πλάι μου
Κι έξι υπέροχοι στρατιώτες, ας κρατούν  από ένα μπουκέτο κόκκινα τριαντάφυλλα
Για να  μυρίζουν όπως περπατούν δίπλα μου

Χτύπα αργά το ταμπούρλο και μόνο οι γκάιντες να παίζουν
Παίξε το νεκρώσιμο εμβατήριο όπως προχωρούμε
Πηγαίνετε  στο πατρικό μου κι αποθέστε με μαλακά στο χώμα
Ειμ’ ένα νεαρός στρατιώτης που δεν πείραξε ποτέ  κανέναν.  

Αυτή είναι μια παραλλαγή ενός παμπάλαιου τραγουδιού ("The unfortunate rake") που στη βάση του φαίνεται να έχει την μοίρα ενός  άτυχου στρατιώτη, ο οποίος δεν πεθαίνει στον πόλεμο αλλά από σύφιλη ή άλλη ασθένεια που του μετέδωσε κάποια γυναίκα την περίοδο της ασωτίας του.  Άφθονες εκδοχές αυτού του μοτίβου κυκλοφόρησαν τόσο στην Αγγλία όσο και στην Αμερική αργότερα,  σχετικές με την ατυχία κάποιου ναυτικού ή κάποιου αγοριού που πέθανε άδικα.  Η πιο γνωστή ίσως παραλλαγή είναι το "Saint Jame’s infirmary blues", που έγινε πασίγνωστο στη δεκαετία του 1920 από τις ηχογραφήσεις της μαγικής τρομπέτας του Louis Armstrong :

Όπως κατηφόριζα κατά το νοσοκομείο του αγίου Ιάκωβου,
Κάποιο πρωινό μιας μέρας,
Ποιον βλέπω, τον αγαπημένο μου συμπολεμιστή,
τυλιγμένο στο σεντόνι,  πόσο άδικη ήταν  η μοίρα του.

Τα ποιήματα και τα τραγούδια αυτού του είδους ήταν εξαιρετικά δημοφιλή, ειδικά στην περίοδο εμφύλιων συρράξεων όπως ο πόλεμος Βορείων-Νοτίων στις Ηνωμένες Πολιτείες. Σ’ εκείνον τον πόλεμο, όπως συμβαίνει συνήθως, τα τραγούδια χρησιμοποιήθηκαν για λόγους προπαγάνδας και των δύο πλευρών, όμως μερικά απ’ αυτά ξεχωρίζουν για το συναισθηματικό τους χρώμα και τη δύναμη τους όπως το "Just before the battle, mother":

Λίγο πριν τη μάχη, μητέρα
Πιο πολύ εσένα σκέφτομαι, 
Καθώς κοιτάζω τον εχθρό
Πάνω απ’  τα χωράφια.
Σύντροφοι γενναίοι ξαπλωμένοι γύρω μου,
Γεμάτοι σκέψεις για το θεό και το σπίτι τους
Γιατί ξέρουν καλά ότι αύριο,
Κάποιοι θα κοιμούνται κάτω απ’  το χώμα.

Άκου! Οι  σάλπιγγες  ηχούν,
Είναι το σινιάλο  για η μάχη,
Τώρα  ο θεός  ας με προστατέψει, μητέρα
Γιατί αυτός  κάνει πάντα αυτό που πρέπει…

Αντίο,  μητέρα,  ίσως ποτέ
Να μη με σφίξεις ξανά στην καρδιά σου,
Όμως ώ,  δεν θα με ξεχάσεις,  μητέρα,
Αν είμαι ανάμεσα στους σκοτωμένους.

Σε κάθε πόλεμο οι γυναίκες υποφέρουν  περισσότερο, καθώς αναγκάζονται να παίξουν παθητικό ρόλο, έχοντας  αναλάβει επιπλέον όλα τα βάρη της οικογένειας που μερικές φορές είναι αβάσταχτα, όπως φαίνεται στο "Ι wish my baby was born" που προέρχεται κι αυτό από τον αμερικανικό εμφύλιο πόλεμο:

Μακάρι, μακάρι,  να είχε γεννηθεί το μωρό μου
Καθισμένο στα γόνατα της μάνας του
Αλλά όμως εσύ, φτωχό μου κοριτσάκι,  είσαι νεκρό κι έχεις φύγει
Χορτάρι φυτρώνει πάνω σου

Ω δεν κείμαι αγία
Κι ούτε ποτέ θα γίνω
Όμως μέχρι ν’ ανθίσουν γλυκά μήλα
Πάνω στην ξινομηλιά
Ως τότε θα περιμένω τη μέρα
που εσύ κι εγώ θα περπατούμε  μαζί

Μακάρι,  μακάρι  να είχε γεννηθεί το μωρό μου
Καθισμένο στα γόνατα του πατέρα του…

Τα αντιπολεμικά  τραγούδια έγιναν διάσημα στη σύγχρονη εποχή,  χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το soundtrack της ταινίας Black hawk down, που αναφέρεται στο φιάσκο των Αμερικανών στη Σομαλία και χρησιμοποίησε για soundtrack την παλιά  μπαλάντα "Τhe minstrel boy" στην εκτέλεση του  Joe Strummer.  Την περίοδο του πολέμου του Βιετνάμ  μεγάλοι τροβαδούροι όπως ο Μπομπ Ντύλαν πήραν τις  μουσικές από παλιές μπαλάντες όπως   συνέβη με  το κομμάτι "Masters of the war",’ που γράφτηκε πάνω στο μεσαιωνικό τραγούδι "Τottamun town", το οποίο κατά τους ειδικούς αναφέρεται στην περίοδο του αγγλικού εμφυλίου πολέμου, τότε που οι συμφορές και οι μάχες είχαν αναστατώσει τα πάντα:

Στο πανηγύρι του Τottenaum ούτε ψυχή να κοιτά προς τα πάνω
Ούτε ψυχή  να κοιτά  προς τα κάτω
κανείς  να μου δείξει το δρόμο…

Ένα από τα πιο ωραία αντιπολεμικά τραγούδια το οποίο βέβαια χρησιμοποιήθηκε για εθνικιστικούς σκοπούς, όπως συμβαίνει συχνά μ’  αυτό το είδος,  είναι το σκωτσέζικο "The Flowers of the Forest" που αναφέρεται στην περίφημη μάχη του Φλόντεν, κατά την οποία τα αγγλικά στρατεύματα συνέτριψαν τους Σκοτσέζος εξεγερμένους, σκοτώνοντας τον βασιλιά τους  Ιάκωβο τον Δ΄:

Τους άκουσα να τραγουδούν στο άρμεγμα  των προβάτων, 
Άκουσα τα κορίτσια  να τραγουδούν το ξημέρωμα
Όμως τώρα όλοι  θρηνούν σε κάθε πράσινο λειμώνα-
Τα Άνθη του Δρυμού  που έχουν θεριστεί   απ’  τον θάνατο.

Τα πρωινά, στις πλαγιές, πουθενά αγόρια χαρούμενα,
Οι κοπέλες μόνες,  μελαγχολικές, θλιμμένες,
Δεν ακούν πειράγματα  κι αστεία μόνο αναστεναγμούς  και κλάματα,
Περπατούν  μοναχές κουβαλώντας  τους κάδους με το γάλα.

Στο θερισμό,  την ώρα της συγκομιδής, αστεία δεν ακούγονται
Γέροι εργάτες,  γκρίζοι,  ρυτιδιασμένοι
Στο πανηγύρι και στην εκκλησιά,  πουθενά κρυφά ερωτόλογα-
Τα Άνθη του δρυμού  έχουν θεριστεί όλα  απ’  τον θάνατο…

Θρήνος και θλίψη για τη διαταγή που έστειλε τα παλικάρια μας στα σύνορα!
Οι Άγγλοι, για μια φορά,  με δόλο κέρδισαν
Τα Άνθη του Δρυμού  που πολέμησαν πάντα καλύτερα απ’ όλους
Το άνθος της πατρίδας μας κείτεται στην παγωμένη λάσπη.

Απόστολος Σπυράκης


Πηγές:
https://www.azlyrics.com/lyrics/martyrobbins/justbeforethebattlemother.html  
https://en.wikipedia.org/wiki/St._James_Infirmary_Blues